Ζαχαρίου ν. Μιλλώσια κ.α., Αρ. Αγωγής: 945/2018, 8/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A113 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 945/2018 Μεταξύ: XXXXX Ζαχαρίου Ενάγουσας και
- XXXXX Μιλλώσια, XXXXX 11, XXXXX Αραδίππου
- XXXXX Κλάίδη, XXXXX 24-26, Xος όροφος, γραφείο XXX, XXXXX, Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 28/11/2018 για Παραμερισμό και/ή διαγραφή και/ή απόρριψη της Αγωγής Ημερομηνία: 8 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες/Εναγόμενες: Ν. Κουκούνης για Γεώργιος Κουκούνης ΔΕΠΕ Για Καθ΄ης η Αίτηση/Ενάγουσα: Δρ Α. Π. Ποιητής για ΔΡ Ανδρέας Π. Ποιητής & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Επιζητούμενες θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια εξαιτείται την έκδοση των ακόλουθων Διαταγμάτων: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διαγράφει (strike out) και/ή παραμερίζει (set aside) και/ή απορρίπτει (dismiss) την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κληρονομική αγωγή (probate action) και την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας που τη συνοδεύει ως εξ υπαρχής άκυρη και/ή ως παράτυπη και/ή ως ανύπαρκτη και/ή ως αβάσιμη και/ή ως μη συμμορφούμενη με τον Κανονισμό 42 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1955 και λόγω της προώθησης δικογραφημένων ισχυρισμών (pleadings) και/ή ενστάσεων που δεν περιλαμβάνονται στους επιτρεπόμενους από τον εν λόγω Κανονισμό ισχυρισμούς που δύνανται να προωθηθούν σε τέτοιου είδους αγωγές χωρίς την εκ των προτέρων άδεια (leave) ή έγκριση του Δικαστηρίου. Β. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ήθελε εκδώσει το διάταγμα της παραγράφου Α ανωτέρω της παρούσας αίτησης, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διαγράφει (strike out) την παράγραφο 7 των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και την αντίστοιχη παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας που τη συνοδεύει, καθότι το περιεχόμενο τους αποτελείται από ισχυρισμούς που δεν επιτρέπετο να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής και στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας που τη συνοδεύει βάσει του Κανονισμού 42 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1955, όπως τροποποιήθηκε, χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση του Δικαστηρίου και δεν λήφθηκε πριν την δικογράφηση τους ή την καταχώρηση της αγωγής ή της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας που τη συνοδεύει η προνοούμενη άδεια (leave of the Court) ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην Ενάγουσα να τους δικογραφήσει ή συμπεριλάβει στην Έκθεση Απαίτησης ή την ένορκη δήλωση της. Γ. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ήθελε εκδώσει το διάταγμα της παραγράφου Α ανωτέρω της παρούσας αίτησης, και σωρευτικά ή διαζευκτικά με το διάταγμα της παραγράφου Β ανωτέρω, Διάταγμα του Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διαγράφει (strike out) την παράγραφο 8 των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και την αντίστοιχη παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας που τη συνοδεύει, καθότι το περιεχόμενο τους αποτελείται από ισχυρισμούς που δεν επιτρέπετο να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής και στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας που τη συνοδεύει βάσει του Κανονισμού 42 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1955, όπως τροποποιήθηκε, χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση του Δικαστηρίου και δεν λήφθηκε πριν την δικογράφηση τους ή την καταχώρηση της αγωγής ή της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας που τη συνοδεύει η προνοούμενη άδεια (leave of the Court) ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην Ενάγουσα να τους δικογραφήσει ή συμπεριλάβει στην Έκθεση Απαίτησης ή την ένορκη δήλωση της. Δ. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ήθελε εκδώσει το διάταγμα της παραγράφου Α ανωτέρω της παρούσας αίτησης και σωρευτικά ή διαζευκτικά με οποιοδήποτε ή αμφότερα τα διατάγματα των παραγράφων Β και Γ ανωτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διαγράφει (strike out) την παράγραφο 6 των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και την αντίστοιχη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας που τη συνοδεύει μαζί με όλα τα τεκμήρια 2-5 που αναφέρονται και επισυνάπτονται σε αυτή, καθότι το περιεχόμενο τους αποτελείται από ισχυρισμούς που δεν επιτρέπετο να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής και στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας που τη συνοδεύει βάσει του Κανονισμού 42 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1955, όπως τροποποιήθηκε, χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση του Δικαστηρίου και δεν λήφθηκε πριν την δικογράφηση τους ή την καταχώρηση της αγωγής ή της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας που τη συνοδεύει η προνοούμενη άδεια (leave of the Court) ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην Ενάγουσα να τους δικογραφήσει ή συμπεριλάβει στην Έκθεση Απαίτησης ή την ένορκη δήλωση της. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απορρίπτεται και/ή διαγράφεται και/ή παραμερίζεται το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής Στ. Σωρευτικά ή διαζευκτικά με το διάταγμα της παραγράφου Ε ανωτέρω της παρούσας αίτησης, Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απορρίπτεται και/ή διαγράφεται και/ή παραμερίζεται το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Γ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Νομική Βάση Αίτησης Η Αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 42
(1)-
(5), 46 του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1955 (Administration of Estates Rules) όπως τροποποιήθηκε, στο Άρθρο 57 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο Κεφ.189 στη Δ.27, θθ.1-3, Δ.39, θ.18, Δ.2 Θ.13, Δ.48, θθ.1-9, 9(o) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις Αρχές της Επιείκειας, στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση Εναγόμενης 1/Αιτήτριας και της Σταύρης Χριστοδούλου. Ένορκη Δήλωση Εναγόμενης 1 Στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ▲ Ο πατέρας της Αιτήτριας XXXXX Ζαχαρίου απεβίωσε στις 9/11/15 και κατέλειψε σύζυγο την XXXXX Ζαχαρίου η οποία είναι ανίκανο πρόσωπο σύμφωνα με τον περί Διαχείρισης Ανικάνων Προσώπων Νόμο 23(Ι)/96 καθώς επίσης και τέσσερα τέκνα: την Αιτήτρια, την Ενάγουσα, τον XXXXX XXXXX XXXXX Ζαχαρίου και τον XXXXX Ζαχαρίου. ▲ Στις 4/6/18 η Αιτήτρια και η Εναγόμενη 2 καταχώρησαν την Αίτηση Διαχείρισης με αρ. 159/2018 Ε.Δ. Λάρνακας δια της οποίας αιτήθηκαν τη χορήγηση σε αυτές διατάγματος επικύρωσης της διαθήκης της περιουσίας του Αποβιώσαντος. ▲ Η Ενάγουσα ακολούθως καταχώρησε ανακοπή και στη συνέχεια την ως άνω Αγωγή και την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας που τη συνοδεύει. ▲ Μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και από τις δύο Εναγόμενες η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης από τις Εναγόμενες. ▲ Στη βάση νομικής πληροφόρησης της οποίας τυγχάνει η ομνύουσα αναφέρει τα εξής: i. Η ως άνω Αγωγή αποτελεί κληρονομική αγωγή (probate action). ii. Με την Έκθεση Απαίτησης της στην ως άνω Αγωγή, η Ενάγουσα προσβάλλει την εγκυρότητα της διαθήκης του XXXXX Ζαχαρίου και επιζητεί, μεταξύ άλλων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτή είναι άκυρη ή και ανύπαρκτη, καθώς, επίσης, και απόρριψη της Αίτησης 159/
- iii. Το αντικείμενο της παρούσας αίτησης αφορά, μεταξύ άλλων, τη μη συμμόρφωση της Ενάγουσας με τον Κανονισμό 42 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1955, όπως τροποποιήθηκε (ο «Κανονισμός 42»), iv. Η ως άνω Αγωγή είναι εξ υπαρχής άκυρη και δεν συνάδει ή συμμορφώνεται με τις διατάξεις του Κανονισμού 42, αφού στην Αγωγή συμπεριλαμβάνονται δικογραφημένοι ισχυρισμοί και ενστάσεις οι οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται στις κατηγορίες δικογραφημένων ισχυρισμών και ενστάσεων που αναφέρονται στον Κανονισμό 42 και δεν λήφθηκε προηγουμένως άδεια από το Δικαστήριο για την δικογράφηση ή προώθηση τους. Αποτέλεσμα αυτού είναι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή να είναι εξ υπαρχής άκυρη και αβάσιμη. v. Οι πρόνοιες του Κανονισμού 42 είναι επιτακτικής φύσης και, συνεπώς, μη συμμόρφωση με αυτούς καθιστά την Αγωγή εξ υπαρχής άκυρη, αβάσιμη, παράτυπη και έκθετη σε διαγραφή και απόρριψη από το Δικαστήριο. vi. Με την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας, η Ενάγουσα προωθεί ισχυρισμούς που δεν συμπεριλαμβάνονται στις υποπαραγράφους 1 μέχρι και 5 του Κανονισμού
- Ισχυρίζεται ότι δήθεν δεν κατατέθηκε το πρωτότυπο της διαθήκης του Αποβιώσαντος, γεγονός το οποίο δεν ευσταθεί, αφού το πρωτότυπο της διαθήκης κατατέθηκε στο Δικαστήριο και έλαβε τον αριθμό 6121, όπως άλλωστε αναγράφεται χειρόγραφα στο πιστό αντίγραφο της διαθήκης του Αποβιώσαντος που επισυνάπτεται ως τεκμήριο τόσο στην Αίτηση 159/2018 όσο και στο τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας που συνοδεύει το κλητήριο ένταλμα της ως άνω Αγωγής. vii. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί ένα από τους επιτρεπόμενους από τον Κανονισμό 42 ισχυρισμούς, δηλαδή: · Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η διαθήκη του Αποβιώσαντος δεν εκτελέστηκε δεόντως σύμφωνα με τον περί Διαθηκών και Κληρονομιών Νόμο, αφού πράγματι εκτελέστηκε δεόντως- · Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της διαθήκης του Αποβιώσαντος ο τελευταίος τελούσε υπό διανοητική ανικανότητα ή ότι είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τη μνήμη του ή οποιοδήποτε πρόβλημα κατανόησης, αφού τίποτε από αυτά δεν ευσταθεί- · Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η εκτέλεση της διαθήκης του Αποβιώσαντος έγινε κατόπιν εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης (undue influence)- · Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η εκτέλεση της διαθήκης έγινε κατόπιν δόλου, αφού κανένας δόλος δεν υπήρχε. · Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Αποβιώσας κατά το χρόνο εκτέλεσης της διαθήκης δεν γνώριζε ή ενέκρινε το περιεχόμενο της διαθήκης, αφού ούτε αυτό ευσταθεί. viii. Τα ίδια ισχύουν κατ' αναλογία και σε σχέση με την παράγραφο 6 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας. Ένορκη Δήλωση XXXXX Χριστοδούλου Η XXXXX Χριστοδούλου, η οποία δηλώνει απόφοιτη Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, με την ένορκη δήλωση της δηλώνει ότι έχει μεταφράσει όσο καλύτερα και πιστά μπορούσε την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας από τα Αγγλικά στα Ελληνικά. Ένσταση- Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Η Αίτηση δεν είναι ορθή και δεν μπορεί να προχωρήσει διότι: ð Δεν ζητεί τον καθορισμό της προδικαστικής ένστασης προς εκδίκαση αλλά τα Διατάγματα που αναφέρονται στην Αίτηση. ð Ο Κανονισμός Δ.42 είναι ultra vires του εξουσιοδοτούντος Νόμου και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί. ð Ο Κανονισμός δημιουργεί εμπόδιο στην πρόσβαση στα Δικαστήρια. ð Και αν ακόμη ο Κανονισμός ήταν εφαρμόσιμος δεν τυγχάνει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση διότι με την Αγωγή δεν ζητείται ακύρωση της Διαθήκης. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας στην οποία, κατόπιν νομικής συμβουλής της οποίας, όπως αναφέρει, τυγχάνει, υιοθετεί και επαναλαμβάνει στο σύνολο τους λόγους Ένστασης. Νομική Πτυχή Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η διαγραφή και απόρριψη ολόκληρης ή μέρους της παρούσας Αγωγής βάσει της Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας λόγω παράλειψης της Ενάγουσας να συμμορφωθεί με τον Κανονισμό 42 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του
- Η Δ.27,θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι: "The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί αν διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια.» Όπως έχει νομολογηθεί, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο και η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ[1]. Παρόμοιο θέμα ηγέρθηκε στο πλαίσιο της απόφασής στην υπόθεση Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης κ.α. ν. Λεύκιος Ιωαννίδης Πολιτική Έφεση αρ.35/2012 ημερ. 2/6/
- Η ανωτέρω υπόθεση αφορούσε αγωγή που πραγματευόταν θέματα κληρονομικής διαδοχής και συγκεκριμένα κληροδοσία η οποία ήταν άκυρη καθότι ο αναφερόμενος ως κληροδόχος είχε αποβιώσει πριν το θάνατο του διαθέτη. Ο ενάγοντας/Εφεσίβλητος στην εν λόγω διαδικασία καταχώρησε ανακοπή (caveat) και στη συνέχεια ήγειρε την εν λόγω αγωγή υπό την ιδιότητα του ως εκτελεστής της πρώτης (υπήρχε και δεύτερη, μεταγενέστερη) διαθήκης του αποβιώσαντος. Οι Εναγόμενοι/Εφεσείοντες προσέβαλαν την εγκυρότητα της διαθήκης και προώθησαν τον ισχυρισμό ότι η κληροδοσία σε πρόσωπο το οποίο προαποβίωσε του αποβιώσαντος ήταν άκυρη δυνάμει του άρθρου 31
(1)του Κεφ.195, λόγω του ότι έγινε σε πρόσωπο που ήταν ανύπαρκτο κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη. Εισηγήθηκαν ότι ο Ενάγοντας/Εφεσίβλητος δεν είχε συμφέρον επί της περιουσίας του αποβιώσαντος και ούτε αγώγιμο δικαίωμα. Συνεπώς, καταχώρησαν, με βάση τη Δ.27, θ.3, αίτηση για παραμερισμό της αγωγής που είχε κινήσει ο Ενάγων/Εφεσίβλητος υπό την ιδιότητα του ως εκτελεστής της πρώτης διαθήκης με την οποία ζητούσε την επικύρωση της πρώτης διαθήκης και την ακύρωση της δεύτερης λόγω της μη τήρησης των νομικών προϋποθέσεων ως προς την σύνταξη της όσο και λόγω ισχυρισμών για πνευματική ανικανότητα του διαθέτη ή άσκηση ψυχικής πίεσης κατά το χρόνο σύνταξης της. Το Ανώτατο Δικαστήριο παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση ενέκρινε την αίτηση Διαγραφής/Παραμερισμού και απέρριψε την υπό αναφορά αγωγή. Με βάση τα πιο πάνω και με δεδομένες τις επιζητούμενες θεραπείες θεωρώ πως η επίκληση της Δ.27, θ.3 είναι ορθή. ü Κατά πόσο ο Κανονισμός 42 τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση Το Άρθρο 42 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1955 προνοεί τα εξής: "Pleadings of party opposing will
- The party or parties pleading to a declaration propounding a will or testamentary script shall be allowed to plead only the pleas hereunder set forth, unless by leave of the Court, to be obtained on summons:-
- That the paper writing bearing date, etc., and alleged by the plaintiff (or defendant) to be the last will and testament (or codicil to the last will and testament) of A.B., late of, etc., deceased, was not duly executed according to the provisions of the Wills and Succession Law in manner and form as alleged.
- That A.B., the deceased in this cause, at the time his alleged will (or codicil) bears date, to wit, on the, etc., was not of sound mind, memory, and. understanding.
- That the execution of the said alleged will (or codicil) was obtained by the undue influence of C.D., and others acting with him.
- That the execution of the said alleged will (or codicil) was obtained by the fraud of C.D. and others acting with him.
- That the deceased at the time of the execution of the said alleged will, (or codicil) did not know and approve of the contents thereof. Any party pleading the last of the above pleas shall therewith (unless otherwise ordered by the Court) deliver to the adverse parties and file in the registry particulars in writing, stating shortly the substance-of the case he intends to set up thereunder; and no defence shall be available thereunder which might have been raised under any other of the said pleas, unless such other plea be pleaded therewith". Στην παρούσα υπόθεση η Ενάγουσα καταχώρησε στις 7/8/2018 Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6, αξιώνοντας: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ισχυριζόμενη Διαθήκη του αποβιώσαντος XXXXX Ζαχαρίου τέως εκ Λάρνακας, ημερ. 19/3/2017, είναι άκυρη ή και ανύπαρκτη. Β. Διαζευκτικά Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 είναι ακατάλληλη να διοριστεί ως εκτελεστής της Διαθήκης και Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Ζαχαρίου τέως εκ Λάρνακος, και Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου απορρίπτον την Αίτηση Επικύρωσης Διαθηκών του Ε.Δ. Λάρνακας υπ΄ αρ. 159/
- Αναμφίβολα η παρούσα Αγωγή αφορά σε κληρονομική αγωγή («Probate Action») γι΄ αυτό και, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, προηγήθηκε της καταχώρησης της η Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας δυνάμει της Δ.2, θ.13, η οποία επαληθεύει την Οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος. Όπως αναφέρεται στις Διαλέξεις Πολιτικής Δικονομίας του πρώην Γενικού Εισαγγελέα Α. Μαρκίδη
(2003): «Probate action είναι οποιαδήποτε αγωγή εν σχέση με το διορισμό εκτελεστή, το διορισμό διαχειριστή, την ανάκληση διαχειριστή, την ανάκληση διορισμού εκτελεστή και ούτω καθεξής». Επισημαίνεται ότι το Άρθρο 58 του Κεφ. 189 επικαλείται την εκάστοτε πρακτική και τη διαδικασία των θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας όπου στο Κεφ. 189 ή στους Περί Διαχειρίσεως Κανονισμούς δεν γίνεται πρόνοια: "In any matter of practice or procedure in any Court or probate registry for which no provision has been made under this Law or the Rules, the practice and procedure of the Probate Division of the High Court of Justice in England for the time being shall apply." Στο Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, στη σελ. 413 στη σημείωση 1, της παραγράφου 778, αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την έννοια της κληρονομικής αγωγής (Probate action): "Ιn the Rules of the Supreme Court probate action means an action for the grant of probate of the will, or letters of administration of the estate, of a deceased person or for the revocation of such a grant or for a decree pronouncing for or against the validity of an alleged will, not being an action which is non-contentious or common form business: ORS Ord. 76 R. 1
(2)." Περαιτέρω στο Σύγγραμμα «Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο» του Α. Αιμιλιανίδη στη σελίδα 218 αναφέρονται τα εξής: «Ως αγωγή για επικύρωση διαθήκης ή ορθότερα κληρονομική αγωγή (probate action) υπό την έννοια της Δ.2 Κ. 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, νοείται σύμφωνα με το διάταγμα 76 των Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας η αγωγή για την παραχώρηση επικύρωσης διαθήκης ή εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου ή για την ανάκληση ενός τέτοιου παραχωρητηρίου ή για διάταγμα που να κηρύσσει ως έγκυρη ή ως άκυρη μια ισχυριζόμενη διαθήκη.» Όπως προκύπτει, ο Κανονισμός 42 του περί Διαχείρισης Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1955 προβλέπει ότι τα πρόσωπα που ενίστανται σε δήλωση επικύρωση διαθήκης επιτρέπεται να εγείρουν μόνο τις πιο κάτω ενστάσεις: i. Ότι η ισχυριζόμενη διαθήκη δεν εκτελέστηκε δεόντως σύμφωνα με τις Διατάξεις του Κεφ.195, ii. Ότι ο αποβιώσας δεν είχε σώας τας φρένας κατά το χρόνο εκτέλεσης της ισχυριζόμενης διαθήκης, iii. Ότι η εκτέλεση της ισχυριζόμενης διαθήκης έγινε λόγω ψυχικής πίεσης, iv. Ότι η εκτέλεση της ισχυριζόμενης διαθήκης έγινε λόγω απάτης, v. Ότι ο αποβιώσας δεν γνώριζε και δεν ενέκρινε το περιεχόμενο της ισχυριζόμενης διαθήκης κατά το χρόνο εκτέλεσης της. Σε περίπτωση που ο ενιστάμενος θέλει να εγείρει ενστάσεις άλλες από τις προαναφερόμενες, αυτός θα πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει άδεια από το Δικαστήριο μετά από αίτηση δια κλήσεως. Το λεκτικό του Κανονισμού 42 είναι επιτακτικής φύσεως. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω Κανονισμός προσδιορίζει αλλά και περιορίζει ταυτόχρονα τους λόγους που μπορούν να εγερθούν από τον ενιστάμενο (Caveator) στο πλαίσιο Κληρονομικών Αγωγών (Probate Actions) προς αμφισβήτηση της ίδιας της Διαθήκης. Αυτό προκύπτει ειδικότερα από τη χρήση των λέξεων «shall be allowed to plead only». Από το λεκτικό του Κανονισμού 42 διαπιστώνεται ότι αυτός αφορά μόνο εκείνες τις κληρονομικές αγωγές (ή πτυχές των κληρονομικών αγωγών) με βάση τις οποίες αμφισβητείται η ίδια η διαθήκη. Αυτό θεωρώ ότι επιβεβαιώνεται και από τον πλαγιότιτλο του Κανονισμού 42 που αναφέρεται σε «Pleadings of party opposing will». Συνεπώς, στο βαθμό που μια κληρονομική αγωγή δεν αφορά αμφισβήτηση της ίδιας της διαθήκης αλλά αφορά άλλα θέματα, όπως ένσταση στο διορισμό του Διαχειριστή/Εκτελεστή, τότε ο Κανονισμός 42 δεν είναι σχετικός και, συνεπώς, δεν είναι αναγκαία η άδεια του Δικαστηρίου για δικογράφηση ισχυρισμών αναφορικά με θέματα διορισμού διαχειριστή ή εκτελεστή. Είναι η κρίση μου ότι οι λόγοι για τους οποίους η Ενάγουσα/Καθ΄ ης η Αίτηση επικαλείται ακυρότητα της Διαθήκης δεν εμπίπτουν στις υποπαραγράφους 1, 2, 3, 4, 5 του Κανονισμού 42. Είναι, επίσης, ξεκάθαρο (και δεν υπήρξε ισχυρισμός για το αντίθετο) ότι η Ενάγουσα/Καθ΄ ης η Αίτηση δεν είχε ζητήσει την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για να θέσει τον ισχυρισμό στην Έκθεση Απαίτησης ότι η Διαθήκη είναι άκυρη γιατί: (α) Δεν κατετέθη το πρωτότυπο της, και (β) Λόγω καθυστέρησης στην καταχώρηση της Αίτησης Επικύρωσης Διαθηκών υπ΄ αρ. 159/2018. ü Κατά πόσο ο Κανονισμός 42 δημιουργεί εμπόδιο στην πρόσβαση στο Δικαστήριο Αποτέλεσε ένα από τους λόγους Ένστασης από πλευράς της Ενάγουσας/Καθ΄ ης η Αίτηση ότι ο Κανονισμός 42 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής για το λόγο ότι περιορίζει την πρόσβαση στο Δικαστήριο. Με παραπομπή στο Άρθρο 30
(1)του Συντάγματος ο κ. Ποιητής υποστήριξε ότι δεν είναι δυνατό να απαγορευθεί σε οποιοδήποτε να ακουστεί η υπόθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον επισήμανε ότι ο Κανονισμός 42 δεν θέτει καν κριτήρια τα οποία περιορίζουν τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να παράσχει την έγκριση του για καταχώρηση της αγωγής. Ως γνωστό το δικαίωμα σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30
(1)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε συνδυασμό με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συγκεκριμένα το Άρθρο 30
(1)του Συντάγματος προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Εις ουδένα δύναται ν' απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφύγη δυνάμει του Συντάγματος. Η σύστασις δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται». Όπως ορθά, θεωρώ, επισημαίνει ο κ. Κουκούνης ο Κανονισμός 42 δεν αναφέρει ότι πριν την καταχώρηση της Αγωγής ο Ενάγοντας θα πρέπει να λάβει οποιαδήποτε άδεια. Εκείνο το οποίο ο Κανονισμός 42 αναφέρει, είναι ότι ο διάδικος που καταχωρεί αγωγή με την οποία προσβάλλεται μια διαθήκη θα επιτρέπεται να δικογραφήσει μόνο τους ισχυρισμούς που παρατίθενται στον Κανονισμό. Σε περίπτωση δε που επιθυμεί να δικογραφήσει ισχυρισμούς που δεν περιλαμβάνονται σε αυτόν θα πρέπει να εξασφαλίσει προς τούτο εκ των προτέρων την άδεια του Δικαστηρίου η οποία λαμβάνεται κατόπιν αιτήσεως δια κλήσεως. Επισημαίνεται ότι το δικαίωμα σε πρόσβαση στο Δικαστήριο δεν είναι απόλυτο και περιορισμοί μπορούν να επιβληθούν στο εν λόγω δικαίωμα όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί σε σχετικές αποφάσεις. Κατ΄ αρχή παρατηρείται ότι με βάση και τη νομολογία του ΕΔΑΔ οι διαδικαστικοί περιορισμοί και άλλες προϋποθέσεις που τίθενται και σκοπό έχουν την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και δεν πλήττουν τον πυρήνα του δικαιώματος της πρόσβασης στο Δικαστήριο θεωρούνται θεμιτοί. Στην υπόθεση Ashingdane v. The United Kingdom ECtHR Case No. 8225/78, ημερ. 28/5/1985, που αφορούσε νομοθεσία που απαγόρευε σε ψυχασθενείς να κινήσουν πολιτική αγωγή εναντίον των υγειονομικών αρχών ή του προσωπικού τους εκτός αν πληρούνταν ορισμένες προϋποθέσεις, το ΕΔΑΔ αποφάσισε ότι οι νομικοί περιορισμό δεν συνιστούσαν παραβίαση του δικαιώματος στην πρόσβαση σε Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, με βάση το Νόμο Mental Health Act 1959 του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Αιτητής ο οποίος κρατείτο σε Νοσοκομείο κατόπιν διατάγματος ψυχιατρικής νοσηλείας, είχε καταχωρήσει αίτημα στο High Court της Αγγλίας με το οποίο αμφισβητούσε τη νομιμότητα της κράτησης του στο Νοσοκομείο. Ο πιο πάνω Νόμος προνοούσε ότι για την έγερση τέτοιου είδους διαδικασίας ήταν αναγκαία η εκ των προτέρων λήψη άδειας του High Court, η οποία δεν θα δινόταν εκτός αν ικανοποιείτο ότι υπήρχε σημαντική πιθανότητα το πρόσωπο εναντίον του οποίου προωθείτο η διαδικασία να είχε ενεργήσει κακόπιστα ή χωρίς εύλογη επιμέλεια. Το Court of Appeal αρνήθηκε να δώσει στον Αιτητή άδεια για να εφεσιβάλει την Απόφαση του στο House of Lords και η υπόθεση, μετά την εξάντληση όλων των ένδικων μέσων, ήχθη ενώπιον του ΕΔΑΔ για παραβίαση, μεταξύ άλλων, του δικαιώματος για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Κρίθηκε εν προκειμένω ότι το δικαίωμα σε πρόσβαση στο Δικαστήριο δεν είναι απόλυτο αλλά αντιθέτως δεκτικό σε περιορισμούς που μπορούν να αποφασιστούν από την κάθε χώρα νοουμένου ότι η ουσία του δικαιώματος δεν επηρεάζεται. Επιπλέον επισημάνθηκε ότι το περιθώριο εκτίμησης που το ΕΔΑΔ παραχωρεί στα συμβαλλόμενα Κράτη επέτρεπε στο Ηνωμένο Βασίλειο να επιβάλει περιοριστικά μέτρα γιατί ο σκοπός που ήταν να περιοριστούν οι αγωγές από ψυχασθενείς εναντίον των φροντιστών τους ήταν θεμιτός και το μέτρο δεν ήταν δυσανάλογο προς το σκοπό αυτό, ενώ ο πυρήνας του δικαιώματος παρέμενε άθικτος. Κατ΄ακολουθίαν των πιο πάνω δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση ότι ο Κανονισμός 42 περιορίζει την πρόσβαση στο Δικαστήριο. ü Κατά πόσο ο Κανονισμός 42 είναι intra vires του εξουσιοδοτούντος Νόμου Ένας από τους λόγους που προβλήθηκαν στην Ένσταση είναι αυτός που αφορά την εισήγηση ότι ο Κανονισμός 42 εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση του εξουσιοδοτούντος Νόμου. Η θέση της Ενάγουσας/Καθ΄ ης η Αίτηση ήταν ότι, παρά το γεγονός της ύπαρξης στο Άρθρο 57 του Κεφ.189 εξουσιοδότησης για έκδοση Κανονισμών, ο Κανονισμός 42 έγινε καθ΄ υπέρβαση της παραχωρηθείσας από το Άρθρο 57 εξουσιοδοτήσεως, με αποτέλεσμα να μην είναι εφαρμόσιμος ως γενόμενος Ultra Vires. Είναι γεγονός ότι στο Άρθρο 57 του Κεφ.189 παρέχεται η εξουσιοδότηση για έκδοση Κανονισμών ως ακολούθως: «
- Ο Κυβερvήτης δύvαται, με τη συμβoυλή και βoήθεια τoυ Αρχιδικαστή, vα εκδίδει Διαδικαστικoύς Καvovισμoύς- (α) Για τov καθoρισμό της διαδικασίας, τωv τύπωv, δικαστικώv τελώv και δικηγoρικής αμoιβής για ζητήματα πoυ αφoρoύv- (i) τηv κατάθεση διαθηκώv (ii) μη αμφισβητoύμεvη ή κoιvoύ τύπoυ διαδικασία επικύρωσης διαθήκης και διαδικασία σε Δικαστήριo για τηv έκδoση παραχωρητηρίωv και τη διαχείριση κληρovoμιώv (iii) τη διαχείριση κληρovoμιώv και τηv επoπτεία της εv λόγω διαχείρισης από πρωτoκoλλητές επικύρωσης διαθηκώv ή άλλoυς δημόσιoυς λειτoυργoύς (β) για τov καθoρισμό ζητημάτωv πoυ απαιτoύvται vα καθoριστoύv ή είvαι δεκτικά καθoρισμoύ σύμφωvα με τo Νόμo αυτό και (γ) γεvικά για τηv εφαρμoγή τωv σκoπώv και διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ». Το Άρθρο 13
(2)του Κεφ.189 προνοεί το δικαίωμα αμφισβήτησης σε περιπτώσεις καταχώρησης Αιτήσεων για Επικύρωση Διαθήκης ως ακολούθως: «
(2)Καvέvα παραχωρητήριo δεv εκδίδεται από πρωτoκoλλητή επικύρωσης διαθηκώv σε κάθε περίπτωση κατά τηv oπoία υπάρχει αμφισβήτηση μέχρι vα αρθεί αυτή, ή σε κάθε περίπτωση κατά τηv oπoία φαίvεται σε αυτόv ότι δεv θα έπρεπε vα γίvει έκδoση παραχωρητηρίoυ χωρίς τις oδηγίες τoυ Δικαστηρίoυ». Σε συμφωνία με τα όσα σχετικά ανέπτυξε ο κ. Ν. Κουκούνης λέω ότι οι περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικοί Κανονισμοί προνοούν, μεταξύ άλλων, τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για να εγερθεί μια τέτοια αμφισβήτηση καθώς και τον τρόπο για να αποφασισθεί κατά πόσο ευσταθεί. Με βάση λοιπόν τους πιο πάνω Κανονισμούς διαλαμβάνεται διαδικασία για καταχώρηση ανακοπής (Caveat) εντός καθορισμένης προθεσμίας η οποία δύναται να καταχωρηθεί συμφώνως των προνοιών του Κανονισμού 24. Αυτό διαλαμβάνεται από τον Κανονισμό 24 ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: Caveats "24.-
(1)A caveat against a grant of probate or administration may be entered in the principal probate registry or in any probate registry.
(2)On a caveat being entered in a registry the probate registrar shall immediately send a copy thereof to the principal probate registry to be entered among the caveats in that registry.
(3)The principal probate registrar shall send a copy of caveats received from probate registries, other than the registry to which the application for a grant was made, to the latter registry.
(4)A caveat shall state the interest of the caveator in the estate of the deceased.
(5)No grant shall be made to an applicant after a caveat has been entered against his application unless- (
- a)the caveator withdraws the caveat; or (
- b)the caveator has for three months brought no action for administration; or (
- c)the Court in an action between the applicant and the caveator orders a grant to issue to the applicant.
(6)A caveat shall be in Form 10 of Appendix A.
(7)A notice withdrawing a caveat may be filed either in the principal probate registry or in the probate registry where the application for a grant is made, and the registry receiving the notice of withdrawal shall send in a copy of such notice to the other". Όπως συναφώς προβλέπεται το Caveat μπορεί να καταχωρηθεί στο Κεντρικό Πρωτοκολλητείο Διαχειρίσεων ή σε οποιοδήποτε αρμόδιο Πρωτοκολλητείο ο δε κατά τόπον Πρωτοκολλητής θα πρέπει να ενημερώσει αναλόγως το σχετικό μητρώο και το Κεντρικό Πρωτοκολλητείο. Ακολούθως το πρόσωπο που καταχώρησε την ανακοπή, ο ενιστάμενος, έχει στη διάθεση του χρονικό διάστημα τριών μηνών για να προβεί στο διάβημα που κρίνει αναγκαίο συμπεριλαμβανομένης της έγερσης αγωγής για τη διαχείριση. Όπως έχει με σαφήνεια επεξηγηθεί από το Δικαστή Ναθαναήλ στην υπόθεση Χρίστος Τριανταφυλλίδης υπό την ιδιότητα του ως Εκτελεστή της Διαθήκης του Αποβιώσαντος Varoujan Poyadjian ν. Karaoglanian
(2010)1 A.A.Δ. 2014: «Το Caveat επενεργεί εναντίον της Αίτησης για την παραχώρηση Εγγράφων Διαχείρισης μέχρις ότου είτε ο ενιστάμενος αποσύρει την ένσταση που έχει καταχωρήσει δυνάμει του Κανονισμού 24
(1)ή δεν έχει καταχωρήσει αγωγή για τη Διαχείριση εντός της περιόδου των τριών μηνών». Επεξηγείται περαιτέρω στην εν λόγω Απόφαση ότι το Caveat είναι στην ουσία μια γραπτή ειδοποίηση που αναχαιτίζει τη χορήγηση Εγγράφων Διαχείρισης για την περιουσία αποβιώσαντος, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση στον ενιστάμενο. Όπως υπογραμμίζεται περαιτέρω, η βασική επιδίωξη του Caveat είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενιστάμενο να εξασφαλίσει μαρτυρία ή σχετική νομική συμβουλή ως προς το θέμα ώστε να έχει την περίοδο που καθορίζει ο Κανονισμός στη διάθεση του για να τοποθετηθεί τελικώς στο ζήτημα. Όπως ήδη έχει αναφερθεί ανωτέρω και με βάση τα διαλαμβανόμενα στον Κανονισμό 24
(5)(b) ο Ενιστάμενος οφείλει να εγείρει εντός τριών μηνών αγωγή σε σχέση με τα της Διαχείρισης, διαφορετικά ο Πρωτοκολλητής είναι ελεύθερος να χορηγήσει τα Έγγραφα Διαχείρισης ώστε να δύναται ο Διαχειριστής να προχωρήσει με τη συλλογή και τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντος. Όπως περαιτέρω επισημαίνεται στην υπόθεση Poyadjian (ανωτέρω), η έγερση αγωγής σε σχέση με Διαθήκη ή Διαχείριση εμποδίζει τη σφράγιση και τη χορήγηση εγγράφων διαχείρισης παρόλο που δεν επεκτείνει την ισχύ του Caveat. Εν ολίγοις, η αγωγή από μόνη της, έστω και χωρίς την καταχώρηση Caveat επενεργεί ανασταλτικά μέχρι την Απόφαση του Δικαστηρίου για τη χορήγηση των εγγράφων διαχείρισης στο δικαιούχο. Εφόσον, λοιπόν, καταχωρηθεί αγωγή η αμφισβήτηση θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι στο Έντυπο της Ανακοπής (Caveat) δεν αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους εγείρεται η αμφισβήτηση. Εκείνο το οποίο απαιτείται με βάση το εδάφιο
(4)του Κανονισμού 24, είναι το Caveat να αναφέρει το συμφέρον του ενιστάμενου στην περιουσία του αποβιώσαντος, πρέπει δε με βάση το εδάφιο
(6)να γίνεται σύμφωνα με τον Τύπο 10 του Παραρτήματος Α. Σε συμφωνία με τα όσα έχει σχετικά υποστηρίξει ο κ. Ν. Κουκούνης λέω ότι ο Κανονισμός 42 προσδιορίζει και εξειδικεύει τους λόγους αμφισβήτησης που δύνανται να εγερθούν από τον αμφισβητούντα (Caveator) και οι οποίοι μπορεί να προωθηθούν στο πλαίσιο της κληρονομικής Αγωγής (Probate Action). Υπό αυτά τα δεδομένα μέσω του Κανονισμού 42 εξυπηρετούνται και εφαρμόζονται «οι σκοποί και διατάξεις του Νόμου», κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 57(γ) του Κεφ. 189 και ειδικότερα η πρόνοια του Άρθρου 13
(2)του Νόμου αναφορικά με το πλαίσιο επίλυσης αμφισβήτησης που εγείρεται σε αίτηση για παραχώρηση Εγγράφων Διαχείρισης. Τούτου λεχθέντος θεωρώ ότι ο Κανονισμός 42 συνάδει με τις πρόνοιες του εξουσιοδοτούντος Νόμου, με αποτέλεσμα η εισήγηση περί έκδοσης του καθ΄ υπέρβαση εξουσιοδοτούντος Νόμου να μην με βρίσκει σύμφωνη. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να επιτύχει μερικώς. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και/ή διαγράφεται μέρος της Αγωγής ως οι παραγράφοι υπό στοιχεία (Β), (Γ), (Ε) και (ΣΤ) της Αίτησης. Ενόψει της μερικής επιτυχίας των Αιτητριών/Εναγομένων στην παρούσα Αίτηση - εφόσον η Αίτηση της έγινε δεκτή στην έκταση που έχω ήδη προσδιορίσει ανωτέρω - τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται κατά το 1/2 αυτών υπέρ της και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.Α.Δ. 246: «...η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο