← Κύπρος

ΚΟΥΖΑΠΑ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Αγωγής: 991/18, 22/4/2019

ΚΟΥΖΑΠΑ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Αγωγής: 991/18, 22/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 991/18 Μεταξύ: XXXXX ΚΟΥΖΑΠΑ Ενάγοντα -και- XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 5.9.2018 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Ημερομηνία: 22 Απριλίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κος Τζίμας για ΔΕΙΛΙΝΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ και ΣΑΒΒΑΚΗΣ ΣΑΒΒΑ Για Εναγόμενη-Καθ'ης η αίτηση: κα Σουρουλλά για ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Βάση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο είναι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Ο ενάγοντας διατείνεται πως η εναγόμενη παράνομα επεμβαίνει στην οικία του, η οποία ευρίσκεται στην διεύθυνση XXXXX 4, ενορία XXXXX στην Αραδίππου. Με την αγωγή του επιζητεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη όπως άρει την παράνομη επέμβαση. Επιζητεί επίσης την επιδίκαση αποζημιώσεων σε βάρος της. Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, ο ενάγοντας αιτείται: «
  2. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη ή/και τους αντιπροσώπους της ή/και γενικά σε κάθε πρόσωπο το οποίο σχετίζεται ή/και το οποίο ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμό της να εισέρχεται ή/και να επεμβαίνει εντός του πιο κάτω περιγραφόμενου ακινήτου του Ενάγοντα-Αιτητή, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή/και μέχρι νεότερης Διαταγής του Δικαστηρίου. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ: Ακίνητο με Αρ.Εγγραφής: 0/7XX6 Φύλλο /Σχέδιο 40/3XXXX1 Τμήμα:1 Τεμ:3X7 Έκταση:280τ.μ. Μερίδιο:ΟΛΟ Ενορία: XXXXX Διεύθυνση: XXXXX 4, XXXXX Αραδίππου, Δήμος:Αραδίππου Επαρχία: Λάρνακα
  3. Οιανδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να εκδώσει.
  4. Τα έξοδα της παρούσης πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρο 32 και 57, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148, άρθρο 43, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.1-9, Δ.39, στο άρθρο 23 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του ίδιου του ενάγοντα, το περιεχόμενη της οποίας έχει ως ακολούθως: Το 2017 εντόπισε στο διαδίκτυο «διαφήμιση» της εναγομένης σύμφωνα με την οποία πωλούσε την οικία της στην οδό XXXXX 4, XXXXX στην Αραδίππου. Επειδή ο ίδιος ενδιαφερόταν να αγοράσει οικία εντός της επαρχίας Λάρνακος, επικοινώνησε μαζί της. Επισκέφθηκε το ακίνητο, του άρεσε και ενδιαφέρθηκε να το αγοράσει. Η εναγόμενη τον πληροφόρησε πως παρόλο που ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, δεν μπορούσε να του το πωλήσει και να του το μεταβιβάσει αμέσως, επειδή βρισκόταν σε δικαστική διαμάχη με τον πρώην σύζυγο της (κάποιον XXXXX Parkin) σε σχέση με την κυριότητα του. Τον πληροφόρησε επίσης πως το ακίνητο βαρύνετο με υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Συμφώνησαν προφορικά πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο εξέδιδε απόφαση υπέρ της, ο ίδιος θα αγόραζε την οικία αντί του ποσού των €190.000=. Κάθε 2-3 μήνες είχε επικοινωνία με την εναγόμενη σε σχέση με την εξέλιξη της υπόθεσης της. Τον Φεβρουάριο του 2018 η τελευταία τον πληροφόρησε πως τελικά «έχασε τη δίκη» και πως η οικία ανήκει στον πρώην σύζυγο της και πως η ίδια είχε διαταχθεί να την μεταβιβάσει σ' αυτόν. Το ενδιαφέρον του για την οικία συνεχιζόταν. Μέσω της Τράπεζας Κύπρου επικοινώνησε με τον πρώην σύζυγο της εναγομένης, XXXXX Parkin. Ο τελευταίος ήθελε να πωλήσει την οικία για να εξοφλήσει το δάνειο του ιδίου και της εναγομένης για το οποίο είχε εκδοθεί απόφαση προς όφελος της Τράπεζας. Το τίμημα πώλησης το καθόρισε στις €195.000=. Συμφώνησε να αγοράσει το ακίνητο, νοουμένου ότι «δεν υπήρχε οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ως προς την νομιμοποίηση της μεταβίβασης του επ' ονόματι του». Ο Parkin και ο δικηγόρος του (το θεωρούσαν δεδομένο πως η εναγόμενη θα συμμορφωνόταν στην απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου) τον διαβεβαίωσαν πως η εναγόμενη θα εγκατέλειπε την οικία και θα παρέδιδε την κατοχή της στον ίδιο, αμέσως μετά την μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του. Στις 26.7.2018, η οικία μεταβιβάστηκε αρχικά επ΄ ονόματι του Parkin και στη συνέχεια επ΄ ονόματι του. Το τίμημα πώλησης το εξόφλησε. Ποσό €142.000= πληρώθηκε με την τραπεζική επιταγή υπ΄ αριθμό XXXXX8737 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου (το ποσό αυτό δόθηκε για εξόφληση του δανείου του Parkin και της εναγόμενης και για εξάλειψη της υποθήκης), ποσό €13.000=, μετρητά δόθηκαν στον Parkin και ποσό €40.000= πληρώθηκε επίσης στον τελευταίο με την τραπεζική επιταγή με αριθμό XXXXX
  5. Μετά την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την εναγόμενη και την ενημέρωσε σχετικά. Η ίδια του ανέφερε πως εφεσίβαλε την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου (από τους δικηγόρους του πληροφορήθηκε πως αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης την οποία καταχώρισε η εναγόμενη απερρίφθη), πως δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει την οικία και πως θα παρέμενε εντός του ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης. Του ανέφερε επίσης πως «γνωρίζει ότι στο τέλος θα χάσει το σπίτι αλλά θα παραμείνει μέσα για να κερδίσει ότι παραπάνω μπορέσει». Στην οικία διαμένει η εναγόμενη με τα δύο ανήλικα τέκνα της τα οποία απέκτησε από τον γάμο της με τον Parkin. Ο τελευταίος τον πληροφόρησε πως οι γονείς της εναγόμενης διαμένουν σε ιδιόκτητη οικία σε κοντινή απόσταση από το ακίνητο (τόσο η εναγόμενη όσο και τα τέκνα της τους επισκέπτονται συχνά) ενώ ο ίδιος (ο Parkin) διαμένει σε ιδιόκτητη οικία στο χωριό Τερσεφάνου (τα ανήλικα τέκνα του τον επισκέπτονται και διαμένουν συχνά μαζί του). Είναι η θέση του πως η εναγόμενη και τα ανήλικα τέκνα της «μπορούν άμεσα να μετακομίσουν σε οικίες συγγενικών τους προσώπων με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος». Μετά την επικοινωνία του με την εναγόμενη αποτάθηκε σε δικηγόρο ο οποίος της απέστειλε για λογαριασμό του, επιστολή ημερομηνίας 30.7.2018, με την οποία την καλούσε να εγκαταλείψει το ακίνητο εντός δέκα

(10)ημερών. Μετά την παρέλευση της ταχθείσης προθεσμίας επισκέφθηκε το ακίνητο για να συνομιλήσουν με την εναγόμενη. Η τελευταία η οποία βρισκόταν εντός της οικίας δεν του επέτρεψε να εισέλθει εντός της, ενώ είχε κλειδώσει και την είσοδο/πόρτα της εξωτερικής περίφραξης. Κάλεσε δε τον πατέρα και τον θείο της. Οι τελευταίοι του ανέφεραν πως η εναγόμενη δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το ακίνητο και να του παραδώσει την κατοχή του. Κατά την επίσκεψη του διαπίστωσε πως μέρος του εξωτερικού τοίχου της οικίας ήταν βρεγμένος. Η εναγόμενη του ανέφερε πως τούτο οφείλετο σε διαρροή του ντεπόζιτου νερού στην οροφή της οικίας και πως η ίδια δεν είχε πρόθεση να το διορθώσει και να ξοδέψει χρήματα για μία κατοικία που δεν ήταν δική της. Ζήτησε την βοήθεια της αστυνομίας, πλην όμως του ελέχθη πως η αστυνομία δεν μπορούσε να ενεργήσει χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου. Αποτάθηκε στη συνέχεια στους δικηγόρους του. Ο ίδιος με την σύζυγο του και το ανήλικο τέκνο τους ηλικίας 2½ ετών, διαμένουν σε διαμέρισμα το οποίο ενοικιάζει για το ποσό των €426= μηνιαίως. Εάν δε, δεν καταβάλει αύξηση (από €426= σε €550= μηνιαίως), όπως απαιτεί ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, τότε θα ξεκινήσει διαδικασία έξωσης του. Κατά τον ίδιο θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθότι (α) καθημερινά παραβιάζεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας του από την εναγόμενη χωρίς καμία απολύτως νόμιμη αιτιολογία από μέρους της, (β) υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να προκληθούν ζημιές στην περιουσία του εξ' υπαιτιότητος της εναγομένης η οποία δεν έχει κανένα κίνητρο και λόγο να συντηρεί την οικία η οποία του ανήκει, αντίθετα έχει σοβαρό κίνητρο να μην ενδιαφέρεται για τη συντήρηση της, (γ) υφίσταται οικονομική ζημιά αφού αναγκάζεται να ενοικιάζει διαμέρισμα καταβάλλοντας ως ενοίκιο το ποσό των €426= μηνιαίως (το εισόδημα του είναι €1.050= μηνιαίως) ενώ η εναγόμενη διαμένει στην οικία του απολαμβάνοντας τα οφέλη της δικής του επένδυσης και (δ) η εναγόμενη η οποία κατέχει παράνομα την οικία του, απολαμβάνει τα οφέλη της δικής του επένδυσης (€195.000=), μέρος της οποίας χρησιμοποιήθηκε για την αποπληρωμή του χρέους της προς την Τράπεζα. Το Δικαστήριο έκρινε πως το αιτούμενο διάταγμα δεν μπορούσε να δοθεί μονομερώς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης στην άλλη πλευρά. Η εναγόμενη ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Στην Ένσταση που καταχώρησε προβάλλει πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, πως η νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση είναι λανθασμένη και ανεπαρκής, πως ο ενάγοντας δεν κατέδειξε κανένα καλό ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, πως η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι «θνησιγενής και άκυρη» καθότι ο ενάγοντας δεν κατέστησε διαδίκους όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, πως η άδεια χρήσης της κατοικίας την οποία είχε ουδέποτε τερματίστηκε και τέλος πως δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της εναγόμενης-Καθ' ης η αίτηση. Η ομνύουσα αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Διατείνεται πως η ανάρτηση στο διαδίκτυο της ανακοίνωσης για την πώληση της οικίας έγινε κατόπιν συνεννόησης με τον πρώην σύζυγο της, σε μία προσπάθεια συμβιβασμού της Αίτησης Περιουσιακών Διαφορών, Αρ. 8/14 Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακος. Αρνείται πως με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ο XXXXX Parkin «αναγνωρίσθηκε ως ο νόμιμος ιδιοκτήτης του ακινήτου». Εκείνο που αναγνωρίστηκε είναι πως «εδικαιούτο να εγγραφεί ως ο μόνος ιδιοκτήτης και/ή νόμιμος δικαιούχος του όλου μεριδίου της κατοικίας». Είναι στη βάση της εν λόγω απόφασης που η ίδια δικαιούται να παραμείνει στην κατοικία μαζί με τα ανήλικα τέκνα της, καθότι δεν διατάχθηκε να παραδώσει την κατοχή της οικίας στον Parkin. Ο τελευταίος με παράτυπη διαδικασία (το Κτηματολόγιο απεδέχθη διάταγμα για μεταβίβαση το οποίο δεν περιείχε τα στοιχεία του ακινήτου) και/ή ενεργώντας με δόλιο τρόπο ενώπιον του Κτηματολογίου Λάρνακος, μεταβίβασε το ακίνητο επ' ονόματι του ενάγοντα, χωρίς ποτέ να αποκτήσει την κατοχή της κατοικίας, κάτι που ο ενάγοντας γνώριζε. Με τον τελευταίο δεν έχει συμβατική σχέση, συνεπώς δεν έχει καμία υποχρέωση απέναντι του. Τέλος διατείνεται πως στην οικία διαμένει νόμιμα μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα της, των οποίων έχει την φύλαξη δυνάμει διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακος (Αρ. Αίτησης 300/13). Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269,
  1. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Εξετάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί ως προς την ουσία της διεκδίκησης του ενάγοντα είναι πως με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ.14/
  2. Από το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και την συνοδεύουσα αυτή Ένορκη Δήλωση, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Βάση της αγωγής είναι το αστικό αδίκημα της επέμβασης. Το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, ορίζει πως «παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Νομολογιακά έχει λεχθεί [Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R.100] πως σκοπός του νόμου είναι η προστασία της κατοχής (ως προέκταση της προστασίας του προσώπου) και η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η είσοδος σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλου χωρίς την συγκατάθεση του κατόχου της ή χωρίς εξουσιοδότηση από τον νόμο. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο ενάγοντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. Από το περιεχόμενο της Ένορκης του Δήλωσης, καταδεικνύεται πως η εναγόμενη κατέχει τούτο χωρίς την άδεια και/ή την εξουσιοδότηση του. Η θέση της εναγόμενης όπως προβάλλεται στην Ένορκη της Δήλωση (συνονθύλευμα μαρτυρίας, ισχυρισμών και αγόρευσης) πως κατέχει νόμιμα το ακίνητο δυνάμει του διατάγματος Γονικής Μέριμνας (Αρ. Αίτησης 300/13) δεν βρίσκει έρεισμα στο συγκεκριμένο διάταγμα. Σ' αυτό προσδιορίζεται ως τόπος διαμονής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, ο «εκάστοτε τόπος διαμονής της Αιτήτριας εντός της επαρχίας Λάρνακας» και όχι η οικία στην οδό XXXXX στην Αραδίππου. Το Διάταγμα ημερομηνίας 30.1.2018 στην Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών Αρ. 8/14, το οποίο διέτασσε την εναγόμενη να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι του πρώην συζύγου της (η ίδια διατείνεται πως δεν είχε διαταχθεί να παραδώσει και την κατοχή τούτου) δεν την νομιμοποιεί να κατέχει τούτο έναντι του ενάγοντα. Καταληκτικά, επί τούτου, θεωρώ πως με τα όσα η πλευρά του ενάγοντα έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας) είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως δεν έχω καταλήξει σε ευρήματα επί των επιδίκων θεμάτων, τούτο θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο της δίκης. Η εξέταση των εκατέρωθεν εκδοχών έγινε στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αυτή είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια [Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1245]. Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ. 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Εν προκειμένω θεωρώ πως και η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται. Δεν τίθεται θέμα μόνο χρηματικής αποζημίωσης. Στην βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί πως ο ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει πως δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού, αφού οι ενέργειες της εναγομένης επηρεάζουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του να αποκτά και να κατέχει κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία (άρθρο 23 του Συντάγματος). Θεωρώ πως λόγω της φύσης του δικαιώματος που προσπαθεί ο ενάγοντας να προστατεύσει, ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει το Προσωρινό Διάταγμα αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς του ενάγοντα-αιτητή. Στην Γραπτή Αγόρευση των συνηγόρων της εναγομένης, προβάλλεται το επιχείρημα πως ο ενάγοντας επιδιώκει μέσω της υπό κρίση διαδικασίας «να επιτύχει τη θεραπεία που επιδιώκει με την αγωγή του». Τέτοιος Λόγος Ένστασης δεν έχει προβληθεί. Παρόλα αυτά θα πρέπει να λεχθεί πως με την υπό κρίση Αίτηση εκείνο που επιδιώκεται είναι ένα μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας της αγωγής και όχι ένα διάταγμα στο διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή. Εν πάση περιπτώσει, με την αγωγή του ο ενάγοντας επιζητεί παράλληλα και αποζημιώσεις. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση Κυρίσαββα ν. Κύζη (ανωτέρω). Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, είναι η κατάληξη μου πως η Αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Διά ταύτα εκδίδεται Διάταγμα ως το παρακλητικό της παραγράφου 1 της Αίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα και σε βάρος της εναγομένης. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.