ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ALENTIA LIMITED κ.α., Αρ. Αγ. 4763/2013, 17/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 4763/2013 ΜΕΤΑΞΥ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Και
- ALENTIA LIMITED
- XXXXX ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗΣ
- MATHICO NOMINEES LIMITED ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ημερ.: 17 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Α. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους 1, 2 και 3: Α. Μαθηκολώνης για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως πρωτοφειλέτης δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 28/6/2012 και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές των υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Η αξίωση της Ενάγουσας Τράπεζας εδράζεται σε Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 28/6/2012 για την παραχώρηση δανείου για ποσό €538.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) - (ε) της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου και του συνόλου των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα Τράπεζα οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν γραπτώς την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα παρόντων ή μελλοντικών, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως μέχρι ποσού €538.000 πλέον τόκοι και έξοδα. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων της η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε δυνάμει της υποθήκης Υ4209/07 προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας το ακίνητο που περιγράφεται στην παράγραφο 6Α της Έκθεσης Απαίτησης. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 ο Εναγόμενος 2 υποθήκευσε δυνάμει των υποθηκών Υ4210/07 και Υ2380/12 προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας, τα ακίνητα που περιγράφονται στην παρ. 6 Β(α) και 6 Β(β) της Έκθεσης Απαίτησης και εκχώρησε επίσης προς την Ενάγουσα Τράπεζα την ασφάλεια ζωής και/ή το ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπ' αρ. 1157505 της Ασφαλιστικής Εταιρείας American Life Insurance Company για το ποσό των €349.
- Σύμφωνα με την αξίωση η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους αποπληρωμής του επίδικου δανείου και/ή να εξοφλήσει το επίδικο δάνειο, οπότε η Ενάγουσα Τράπεζα με επιστολές της προς τους Εναγόμενους ημερ. 2/11/2012 και 10/7/2013 τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου δανείου αξιώνοντας από τους Εναγόμενους την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα πάντοτε με την αξίωση στις 20/11/2013 το οφειλόμενο υπόλοιπο του Λογαριασμού Δανείου της Εναγόμενης 1 ανερχόταν στο ποσό των €587.956,88 πλέον τόκοι επί ποσού €566.174,87 προς 9% από 20/11/2013 μέχρι εξόφλησης του τόκου, κεφαλαιοποιημένου την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Με την τροποποιημένη τους Υπεράσπιση οι Εναγόμενοι προβάλλουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς: • Η Συμφωνία Δανείου είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη καθότι καταρτίστηκε χωρίς τη νόμιμη και/ή οποιαδήποτε απόφαση του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 Εταιρείας ή καθ' υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού και/ή Καταστατικού της Εγγράφου. • Οι όροι της Συμφωνίας Δανείου είναι όροι καταχρηστικοί και/ή ετεροβαρώς επαχθείς και/ή αόριστοι, παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι. • Η Συμφωνία Εγγύησης της Εναγόμενης 3 είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη καθότι καταρτίστηκε χωρίς τη νόμιμη και/ή οποιαδήποτε απόφαση της Εναγόμενης 3 και/ή καθ' υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού και/ή Καταστατικού της Εγγράφου. • Η Συμφωνία Εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή δέον όπως ακυρωθεί ένεκα της ακυρότητας και/ή της παρανομίας της Συμφωνίας δανείου και/ή ένεκα τη ακυρότητας της υποθήκης. Χωρίς οι Εναγόμενοι να αμφισβητούν το δικαίωμα της Ενάγουσας Τράπεζας να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα και να διαθέσει το προϊόν της πωλήσεως προς εξόφληση των εξασφαλιζόμενων υποχρεώσεων, ισχυρίζονται ότι: • Οι επίδικες Υποθήκες δεν παραχωρήθηκαν και/ή δεν εγγράφηκαν έγκυρα και/ή νόμιμα και/ή ότι οι εν λόγω υποθήκες και/ή δηλώσεις υποθηκών και/ή συμβάσεις υποθηκών είναι παράνομες και/ή άκυρες και/ή ανεφάρμοστες με βάση τις πρόνοιες των Άρθρων 4
(1), 5
(1)και
(2), 8(α), (β) και (γ), 10 και 21
(1)(γ), (δ), (ε) και
(2)του Νόμου 9/65 διότι το περιεχόμενο τους και / ή οι όροι τους δεν είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)(γ)(δ)(ε) και
(2)του Νόμου 9/65 και κατά συνέπεια η υποθήκευση των επίδικων ακίνητων είναι άκυρη και έγινε παράνομα και θα πρέπει να ακυρωθεί. • Οι επίδικες Υποθήκες και/ή Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκών είναι άκυρες και δέον όπως εξαλειφθούν και ακυρωθούν διότι καταρτίστηκαν και/ή ενεγράφησαν όχι από τους ίδιους τους Εναγόμενους 1 και 2 αλλά μέσω πληρεξούσιων αντιπροσώπων και με βάση πληρεξούσια έγγραφα τα οποία, με βάση το περιεχόμενο τους, δεν παρείχαν την αναγκαία και/ή τη νόμιμη πληρεξουσιότητα οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι να υπογράψουν και/ ή να καταρτίσουν και/ή να εγγράφουν τις επίδικες υποθήκες και/ή τα πληρεξούσια έγγραφα ήσαν άκυρα. • Οι επίδικες υποθήκες και/ή Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκών είναι άκυρες και/ή ανεφάρμοστες και δέον όπως εξαλειφθούν διότι από το περιεχόμενο και τους όρους τους παραβιάζουν και/ή αποστερούν από τους ενυπόθηκους οφειλέτες το εξ επιείκειας δικαίωμα τους για πλήρη εξόφληση των υποθηκών χρεών και εξάλειψη των επίδικων υποθηκών (The equitable right of redemption). Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αρνούνται τον τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών όπως, επίσης, και το οφειλόμενο ποσό, καλώντας την Τράπεζα σε αυστηρή απόδειξη των εν λόγω θέσεων της. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον των Εναγομένων η Ενάγουσα Τράπεζα κάλεσε συνολικά επτά μάρτυρες ως εξής: ▬ XXXXX Σωφρονίου (Μ.Ε.1) ▬ XXXXX Παπαγιάννη - Μιχαήλ (Μ.Ε.2) ▬ XXXXX Αντωνιάδης (Μ.Ε.3) ▬ XXXXX Αντωνιάδης (Μ.Ε.4) ▬ XXXXX Καλοχωρίτης (Μ.Ε.5) ▬ XXXXX Μιχαήλ (Μ.Ε.6) ▬ XXXXX Νικολάου (Μ.Ε.7) Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες ως ακολούθως: ▬ XXXXX Χατζημιχαήλ (Μ.Υ.1) ▬ XXXXX Αναστασίου (Μ.Υ.2) ▬ XXXXX Χριστοδούλου (Μ.Υ.3) ▬ XXXXX Καλογήρου (Μ.Υ.4) Σύνοψη Μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας ο οποίος εργάζεται σήμερα στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας στη Λάρνακα (Recoveries) το οποίο είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση προβληματικών λογαριασμών πιστωτικών διευκολύνσεων όπου παρουσιάζονται καθυστερήσεις, ή πληρωμές στη λήξη των πιστώσεων ή μη πληρωμές καθυστερημένων δόσεων και γενικά μη ανταπόκριση του πελάτη στους όρους των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή στις οχλήσεις του αρμόδιου καταστήματος της Τράπεζας. Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 21). Μ.Ε.2 Η Μ.Ε.2 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας Τράπεζας και κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων Συμφωνιών ήταν Λειτουργός Εξυπηρέτησης Πελατών του υποκαταστήματος της στη Λάρνακα. Η Μ.Ε.2 κατά τη μαρτυρία της (Έγγραφο 2), είχε προσωπική επαφή με τους Εναγόμενους πριν την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών, είχε αναλάβει την αξιολόγηση του αιτήματος της Εναγόμενης 1 για τη χορήγηση του επίδικου δανείου και ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών. Επίσης ήταν η υπεύθυνη για την εξυπηρέτηση της Εναγόμενης 1 και είχε επικοινωνία μαζί με τους Εναγόμενους για οποιοδήποτε ζήτημα προέκυπτε στο πλαίσιο της συνεργασίας τους με την Ενάγουσα και είχε, επίσης, την επίβλεψη του επίδικου λογαριασμού από την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών και καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Μ.Ε.3 Ο Μ.Ε.3 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας Τράπεζας. Μεταξύ των καθηκόντων του οποίου είναι η ετοιμασία και αποστολή επιστολών. Κατέθεσε αναφορικά με την ετοιμασία και αποστολή των επιστολών προ του τερματισμού (Τεκμήριο 14) και τερματισμού (Τεκμήριο 15) σε όλους του Εναγόμενους περιγράφοντας τη διαδικασία που έχει ακολουθηθεί. Μ.Ε.4 Ο Μ.Ε.4 κατέθεσε υπό την ιδιότητα του Πιστοποιούντα Υπάλληλου και ως το πρόσωπο που κλήθηκε από τον Εναγόμενο 2 να πιστοποιήσει την υπογραφή του τελευταίου στο πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 13). Στη μαρτυρία του αναγνώρισε την υπογραφή και τη σφραγίδα στο Τεκμήριο 13 και υιοθέτησε την ορθότητα του περιεχομένου της εν λόγω πιστοποίησης στο εν λόγω τεκμήριο. Μ.Ε.5 Ο Μ.Ε.5 κατέθεσε υπό την ιδιότητα του Πιστοποιούντα Υπάλληλου και ως το πρόσωπο που είχε κληθεί από την πλευρά των Εναγομένων για να πιστοποιήσει την υπογραφή του Εναγόμενου 2 στο Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 Εταιρείας (Τεκμήριο 8) καθώς και την υπογραφή του Εναγόμενου 2 στο Πληρεξούσιο Έγγραφο (Τεκμήριο 11). Ο Μ.Ε.5 αναγνώρισε την υπογραφή και σφραγίδα που υπήρχε στα Τεκμήρια 8 και 11 και υιοθέτησε την ορθότητα της πιστοποίησης στα εν λόγω τεκμήρια. Μ.Ε.6 Η Μ.Ε.6 είναι υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι το 2007, εργαζόταν στον Κλάδο Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεων. Αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εγγραφή των επίδικων Υποθηκών (Τεκμήρια 6 και 10). Κατέθεσε ότι αναφορικά με την υποθήκη Υ4210/07 (Τεκμήριο 10) και την υποθήκη Υ4209/07 (Τεκμήριο 6) εκ μέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη παρουσιάστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 2 η XXXXX Κλεάνθους δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου. Μ.Ε.7 Η Μ.Ε.7 είναι υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας στον τομέα Αποδοχής Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεων. Αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εγγραφή της υποθήκης Υ2380/12 (Τεκμήριο 12) και κατέθεσε έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή της από το αρχείο του Κτηματολογίου σε σχέση με την εγγραφή της εν λόγω υποθήκης (Τεκμήριο 24). Κατέθεσε ότι εκ μέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη παρουσιάστηκε ενώπιον της η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 2 XXXXX Αναστασίου δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου. Μ.Υ.1 Η Μ.Υ.1 εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (εφεξής Κ.Τ.Κ.) στην Υπηρεσία Δραστηριοτήτων Νομισματικής Πολιτικής του Τμήματος Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων της Κ.Τ.Κ. Κατέθεσε Εγκυκλίους, Οδηγίες και Αποφάσεις της Κ.Τ.Κ. που της είχαν ζητηθεί από την πλευρά των Εναγομένων (Τεκμήρια 25 -31). Ανέφερε επίσης ότι με βάση τις αποφάσεις και ανακοινώσεις τη Κ.Τ.Κ. από την 1/1/12008 που εισήχθη ο Νόμος για την εισαγωγή της Κύπρου στο Ευρώ οι Κυπριακές Τράπεζας όφειλαν να χρησιμοποιούν ως βασικό επιτόκιο το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις της κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ανέφερε, επίσης, ότι η εν λόγω θέση της καθώς και το τί έπρεπε να πράττουν οι τράπεζες, προκύπτει από το κείμενο των ανακοινώσεων που κατέθεσε ως τεκμήρια, χωρίς να είναι σε θέση η ίδια να γνωρίζει κάτι περισσότερο από αυτό που αναφέρεται. Μ.Υ.2 Ο Μ.Υ.2 είναι Κλητήρας στο Δικηγορικό Γραφείο του Εναγόμενου 1 ο οποίος κλήθηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να καταθέσει το Ιδρυτικό και Καταστατικό Έγγραφο της Ενάγουσας Τράπεζας, τα οποία παρέλαβε από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Μ.Υ.3 Ο Μ.Υ.3 εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και είναι υπεύθυνος του Κλάδου Εκτιμήσεων. Κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων με βάση την εκτίμηση που διαθέτει το Κτηματολόγιο. Ο Μ.Υ.3 διευκρίνισε ότι το Κτηματολόγιο δεν διαθέσει εκτιμήσεις για την αξία των κτημάτων που να αφορά τη διαφορά δύο ιδιωτών αλλά μόνο για σκοπούς φορολογίας. Μ.Υ.4 Ο Μ.Υ.4 είναι Ορκωτός Εκτιμητής που ασκεί αυτό το επάγγελμα στην Κύπρο από το 2008. Του ανατέθηκε από τον Εναγόμενο 2 να ετοιμάσει μια Έκθεση Εκτίμησης για το ενυπόθηκο ακίνητο της Εναγόμενης 1 που περιγράφεται στην υποθήκη Υ. 4209/07 (Τεκμήριο 6) για σκοπούς υπολογισμού της αγοραίας αξίας σε δύο ημερομηνίες, την 31/12/2007 και την 19/7/2018. Τη σχετική Έκθεση Εκτίμησης του εν λόγω ακινήτου που ετοίμασε κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Έγγραφο 3. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους επτά μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα ήταν απόλυτα θετική. Όλοι τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθ΄όλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία τους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία των μαρτύρων Υπεράσπισης. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 λέω εξαρχής ότι στον περιορισμένο βαθμό που κάλυψε, ήτοι την κατάθεση διαφόρων εγκυκλίων και/ή οδηγιών της Κ.Τ.Κ ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη. Δεν ήταν, ωστόσο, όπως η ίδια το παραδέχθηκε, σε θέση να προσφέρει οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία επί του περιεχομένου των εν λόγω εγκυκλίων και/ή οδηγιών πέραν κάποιων διευκρινήσεων σε κάποια ζητήματα που εγέρθηκαν κατά την αντεξέταση της. Πλείστα όσα κατέθεσε, όπως προέκυψε, αφορούσαν το δανειστικό επιτόκιο που η Κ.Τ.Κ. δανείζει τις εμπορικές Τράπεζες μεταξύ των οποίων και την Ενάγουσα. Για παράδειγμα, όπως προέκυψε, κατά την αντεξέταση: i. Το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης είναι το δανειστικό επιτόκιο με το οποίο η Κ.Τ.Κ. δανείζει τις εμπορικές Τράπεζες. ii. Για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης και για τις πράξεις με συμφωνία επαναγοράς εφαρμόζεται το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς που αφορά δανεισμό από την Κ.Τ.Κ. προς τις εμπορικές Τράπεζες. iii. Η διευκόλυνση κύριας αναχρηματοδότησης είναι, επίσης, δανεισμός της Κ.Τ.Κ. προς τις εμπορικές Τράπεζες για μια μέρα. Έπειτα, όπως πάλι προέκυψε, η Γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Τεκμήριο 20, για το βασικό δανειστικό επιτόκιο των Τραπεζών αναφέρεται στα δάνεια που είχαν χορηγηθεί σε Λίρες Κύπρου. Στην υπό εξέταση περίπτωση το επίδικο δάνειο είχε χορηγηθεί σε Ευρώ και όχι σε Λίρες Κύπρου. Στη βάση των πιο πάνω δεν έχει διαπιστωθεί η όποια χρησιμότητα ή, καλύτερα, σχετικότητα της μαρτυρίας της Μ.Υ.1 και των Τεκμηρίων που κατέθεσε με τα επίδικα της υπόθεσης σημεία. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ουδεμία αξία είχε εφόσον δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο η προσπάθεια της Υπεράσπισης να καταθέσει μέσω του το Ιδρυτικό και Καταστατικό της Ενάγουσας Τράπεζας. Παρομοίως ουδεμία αξία είχε η μαρτυρία του Μ.Υ.3 εφόσον ο σκοπός της κλήτευσης του από την Υπεράσπιση ήταν για να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την αγοραία αξία των επιδίκων ενυπόθηκων ακινήτων και δεν ήταν σε θέση, όπως προέκυψε, να παρουσιάσει οποιαδήποτε εκτίμηση του Κτηματολογίου για τον εν λόγω σκοπό. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 ο οποίος κατέθεσε υπό την ιδιότητα του ειδικού μάρτυρα λέω εξαρχής ότι αφού εξέτασα τα προσόντα και την εμπειρία του, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από το συνήγορο της Ενάγουσας, καταλήγω ότι είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα εκτιμήσεων ακινήτων και υπό αυτή την ιδιότητα θα εξεταστεί η μαρτυρία του. Όπως έχει συναφώς νομολογηθεί ο εμπειρογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, δύναται να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του[3]. Αρκεί δε σε συντομία να λεχθεί ότι ο ρόλος των εμπειρογνωμόνων είναι να προσφέρουν στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία ούτως ώστε το Δικαστήριο να κρίνει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και όχι να αντικαταστήσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Γι' αυτό ο εμπειρογνώμονας πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάσει την (επιστημονική ή άλλη) βάση επί της οποίας εργάστηκε, ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξαγάγει τα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Η εμπειρογνωμοσύνη σε κάποιο θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά δυνητικά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται στο θέμα αυτό[4]. Μέσω της εκτίμησης που κατέθεσε υιοθετώντας την ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, Έγγραφο 3, κατέληξε ότι η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου της Εναγόμενης 1 που περιγράφεται στην υποθήκη Υ4209/07, Τεκμήριο 6, στις 19/7/2018 ήταν €126.000 ενώ στις 31/12/2007 ήταν €221.
- Έχοντας εξετάσει με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας του διαπίστωσα ότι αυτή δεν ήταν πειστική και συμπαγής αλλά ούτε και δεόντως τεκμηριωμένη ενώ υπήρξαν σε αυτή αντιφάσεις καθώς και ασάφειες. Παράλληλα δε η γνώμη του στηρίχθηκε σε εσφαλμένους υπολογισμούς καθώς και ελλιπείς πληροφορίες και στοιχεία ενώ διεφάνη ότι είχε παραλείψει να λάβει υπόψη του σημαντικά στοιχεία και παράγοντες. Θα δώσω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα. · Τα στοιχεία και οι πληροφορίες που έλαβε από την Πολεοδομία σε σχέση με τη δυνατότητα αξιοποίησης/ανάπτυξης του επίδικου ακινήτου στηρίχθηκαν σε «ανεπίσημες» και «μη ακριβείς προκαταρκτικές» απόψεις που έλαβε από την Πολεοδομία[5] . Κατά την αντεξέταση του προσπάθησε να διαφοροποιήσει τη θέση του λέγοντας ότι αυτές οι προκαταρκτικές απόψεις από την Πολεοδομία είναι «επίσημες», ισχυριζόμενος ότι ενώ τις είχε εξασφαλίσει γραπτώς από την Πολεοδομία δεν τις είχε επισυνάψει στην Έκθεση του επειδή θεώρησε ότι αυτές αφορούσαν σε εμπιστευτικής και προσωπικής φύσεως δεδομένα για τον ιδιοκτήτη και παρόλο που γίνεται αναφορά σε αυτές ως Παράρτημα Β[6] . · Δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει την αναφορά και/ή επιφύλαξη του στην παράγραφο16, σελ.15 στην Έκθεση του (Έγγραφο 3). · Στην Έκθεση του υπήρξε ασαφής αναφορά σε σχέση με το αν το ακίνητο έχει ή όχι ικανοποιητική προσπέλαση[7] και παρά το ότι αναγνώρισε ότι η προσπέλαση καθορίζει και την αξία του ακινήτου[8] . · Δεν γνώριζε αν το ακίνητο έχει ή όχι επιβαρύνσεις και παρά το ότι αναγνώρισε ότι η ύπαρξη επιβαρύνσεων επηρεάζει την αξία του ακινήτου. Η εκτίμηση του έγινε με βάση την υπόθεση ότι σε αυτό δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις/εμπράγματα βάρη[9]. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Οι Συμφωνίες των Διαδίκων Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας ο οποίος εργάζεται σήμερα στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας στη Λάρνακα (Recoveries). Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 21). Όπως προέκυψε στις 28/6/2012 συμφωνήθηκε μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας Τράπεζας όπως η τελευταία χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €538.000 (Τεκμήριο 1). Της υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας Δανείου προηγήθηκε στις 22/6/2012 η υπογραφή του Εγγράφου Κοινοποίησης της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 4) στην παρουσία της Μ.Ε.
- Την ίδια ημέρα, ήτοι 22/6/2012, υπεγράφη από τους Εναγόμενους 2 και 3 η Συμφωνία Εγγύησης η οποία ήταν ενσωματωμένη στην επίδικη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 3). Τόσο η υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου όσο και της Συμφωνίας Εγγύησης έλαβαν χώρα στην παρουσία της Μ.Ε.
- Προτού δε υπογραφούν οι εν λόγω Συμφωνίες ο Εναγόμενος 2 προσκόμισε στη Μ.Ε.2 τα πρακτικά του Δ.Σ. των Εναγομένων 1 και 3 Εταιρειών (Τεκμήρια 16, 17 και 18) με βάση τα οποία ο Εναγόμενος 2 εξουσιοδοτήθηκε από τις Εναγόμενες 1 και 3 να υπογράψει εκ μέρους τους τις αναφερόμενες Συμφωνίες για τη χορήγηση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης. Όπως η Μ.Ε.2 κατέθεσε με σαφήνεια και θετικότητα και δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση, η ίδια ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των επίδικων Συμφωνιών και, όπως προέκυψε, ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι ο Εναγόμενος 2 καθώς και οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του ίδιου και της Εναγόμενης 1 υπέγραψαν ενώπιον της τις επίδικες Συμφωνίες (δηλαδή τα Τεκμήρια 3, 4, 6, 10 και 12) τις υπογραφές των οποίων χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ή δισταγμό αναγνώρισε. Παράλληλα η Μ.Ε.2 διευκρίνισε με κάθε πειστικότητα ότι, προτού προχωρήσει η διαδικασία υπογραφής των επίδικων Συμφωνιών, της παραδόθηκαν από την πλευρά των Εναγομένων όλα τα αναγκαία έγγραφα που επιβεβαίωναν την εξουσία τους να υπογράψουν εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων τις επίδικες συμφωνίες και έγγραφα. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 7, 8, 9, 11, 13, 16, 17 και 18 τα οποία, αφού της υπεδείχθησαν, τα αναγνώρισε επιβεβαιώνοντας ότι επρόκειτο για τα έγγραφα στα οποία είχε αναφερθεί. Μετά την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Δανείου η Ενάγουσα Τράπεζα άνοιξε και τηρούσε το Λογαριασμό Δανείου με αρ.XXXXX3913 στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις που γίνονταν και αφορούσαν το επίδικο δάνειο. Όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 όσο και από την Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 20 και δεν έχει αμφισβητηθεί, το προϊόν του επίδικου δανείου (€538.000) εκταμιεύθηκε πλήρως σε όφελος της Εναγόμενης
- Ο συνήγορος Υπεράσπισης κατά τις αγορεύσεις προέβαλε τη θέση ότι με τη μαρτυρία που προσήχθη από πλευράς της Ενάγουσας δεν απεδείχθη ότι το επίδικο δάνειο έχει παραχωρηθεί ή καταβληθεί. Παρέπεμψε δε στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης των Εναγομένων στην οποία προβάλλεται μη παραδοχή μεταξύ άλλων και του ισχυρισμού που δικογραφείται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης, ότι το ποσό των €538.000 λήφθηκε από την Εναγόμενη 1 και/ή της πληρώθηκε και/ή καταβλήθηκε κατ' εντολή της Ενάγουσας. Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι στη μαρτυρία του ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε ρητά στην παράγραφο 11 του Εγγράφου 1 ότι «Οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 το ως άνω δάνειο τακτής προθεσμίας το οποίο και καταβλήθηκε σε σχετικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1 που έφερε αριθμό XXXXX3913 και στον οποίο θα τηρούντο όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις». Η εν λόγω αναφορά ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον κ. Μαθηκολώνη κατά το στάδιο που αντεξέταζε τον Μ.Ε.
- Παρόμοια αναφορά έγινε και από τη Μ.Ε.2 στη μαρτυρία της όπου στην παράγραφο 7 του Εγγράφου 2 είχε αναφέρει ότι, ως προέκυπτε από τις Καταστάσεις Λογαριασμού αλλά και ως η ίδια πολύ καλά γνώριζε, το προϊόν του επίδικου δανείου (€538.000) είχε εκταμιευθεί πλήρως προς όφελος της Εναγόμενης
- Ούτε και αυτή η αναφορά έχει τύχει οποιασδήποτε αμφισβήτησης από τον κ. Μαθηκολώνη κατά το στάδιο αντεξέτασης της Μ.Υ.
- Ούτε και σε οποιοδήποτε στάδιο προβλήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης ότι δεν έγινε ανάληψη του προϊόντος του επίδικου δανείου. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Παραπέμπω στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785: «Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διετυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να ανακρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου». Παραπέμπω, επίσης, στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd v. Acuac In
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Στην πιο πάνω υπόθεση η παράλειψη αντεξέτασης με κάποια συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης ήταν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, καθοριστική και σήμαινε το τέλος του ζητήματος. Έπειτα από την Κατάσταση Λογαριασμού η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 20 ξεκάθαρα προκύπτει ότι όλο το προϊόν του επίδικου δανείου, ήτοι το ποσό των €538.000, καταβλήθηκε στο Λογαριασμό υπ' αριθμό
- Το ότι στο Τεκμήριο 4 στο οποίο παρέπεμψε ο συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρεται ότι «Το προϊόν του νέου δανείου να κατατεθεί στο Λογαριασμό αριθμός 357002638717 επ' ονόματι της Alentia Ltd και ακολούθως να χρησιμοποιηθεί για την πλήρη εξόφληση.... » των δανείων που αναφέρονται στο εν λόγω Τεκμήριο, ουδόλως αναιρεί, ούτε επηρεάζει το γεγονός ότι η εκταμίευση του προϊόντος του επίδικου δανείου συντελέστηκε μέσω της καταβολής του στο Λογαριασμό Δανείου της Εναγόμενης 1 που έφερε αριθμό
- H μαρτυρία που αφορά την παραχώρηση και εγγραφή των επίδικων υποθηκών προέκυψε από τα όσα κατέθεσαν: · Ο Μ.Ε.1 ο οποίος κατέθεσε τα πρωτότυπα των επίδικων υποθηκών και τα σχετικά πληρεξούσια, · Η Μ.Ε.2 που αναφέρθηκε στη διαδικασία υπογραφής των επίδικων υποθηκών από τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με βάση τα σχετικά πληρεξούσια που παραχώρησαν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των ενυπόθηκων ακινήτων, · Οι Μ.Ε.6 και Μ.Ε.7, υπάλληλοι στο Κτηματολόγιο Λάρνακας, οι οποίες αποδέχθηκαν τις εν λόγω υποθήκες εξηγώντας τη διαδικασία εγγραφής τους στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Όπως προέκυψε η υπογραφή των πιο πάνω υποθηκών αλλά και η αυθεντικότητα τους δεν αμφισβητήθηκε. Ό,τι αμφισβητείται είναι η εγκυρότητα τους λόγω μη κατάρτισης τους, όπως ήταν εισήγηση της Υπεράσπισης, με βάση τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας και λόγω του ότι αυτές, στη βάση πάντοτε της σχετικής εισήγησης, καταρτίστηκαν όχι από τους Εναγόμενους 1 και 2 αλλά μέσω πληρεξουσίων αντιπροσώπων με βάση πληρεξούσια που δεν παρείχαν την αναγκαία και/ή νόμιμη πληρεξουσιότητα. Στη βάση όλων των πιο πάνω προέκυψαν τα ακόλουθα: Ενώπιον της Μ.Ε.2 υπεγράφη από την πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Εναγόμενης 1 XXXXX Κλεάνθους η Συμφωνία Υποθήκευσης αναφορικά με την υποθήκη Υ4209/07 (Τεκμήριο 6) καθώς και η Σύμβαση Υποθήκης αναφορικά με την υποθήκη Υ4210/07 (Τεκμήριο 10). Επίσης ενώπιον της Μ.Ε.2 υπεγράφη από την πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Εναγόμενης 1 XXXXX Αναστασίου η Συμφωνία Υποθήκευσης αναφορικά με την υποθήκη Υ2380/2012 (Τεκμήριο 12). Πριν να προχωρήσει η διαδικασία υπογραφής και εγγραφής της υποθήκης Υ4209/07 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας η πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 2 παρέδωσε στη Μ.Ε.2 τα πρακτικά και την απόφαση του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 ημερ. 13/6/07 (Τεκμήρια 7 και 8) καθώς επίσης και την απόφαση του Δ.Σ. της Εναγόμενης 3 ημερ. 13/6/07 (Τεκμήριο 9). Κατά τον ίδιο τρόπο πριν προχωρήσει η διαδικασία υπογραφής και εγγραφής της υποθήκης Υ4210/07 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, η πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 2 XXXXX Κλέανθους παρέδωσε στη Μ.Ε.2 το πληρεξούσιο έγγραφο Τεκμήριο
- Τέλος και καθόσον αφορά την υποθήκη Υ2380/12 και εδώ πριν προχωρήσει η διαδικασία υπογραφής και εγγραφής της εν λόγω υποθήκης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας η πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 2 XXXXX Αναστασίου παρέδωσε στη Μ.Ε.2 το πληρεξούσιο έγγραφο Τεκμήριο
- Στις 15/6/2007 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας έγινε η εγγραφή και σύσταση της υποθήκης Υ4210/07 (Τεκμήριο 10) που ο Εναγόμενος 2 παραχώρησε αναφορικά με τα ακίνητα του προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας. Εκ μέρους του Εναγόμενου 2 παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 11) η XXXXX Κλεάνθους. Την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 15/6/2007, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας έγινε, επίσης, η εγγραφή και σύσταση της υποθήκης Υ4209/07 (Τεκμήριο 6) που η Εναγόμενη 1 Εταιρεία παραχώρησε αναφορικά με το ακίνητο της προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας. Εκ μέρους της Εναγόμενης 1 παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου η XXXXX Κλεάνθους. Στις 28/6/2012 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας έγινε η εγγραφή και σύσταση της υποθήκης Υ2380/12 (Τεκμήριο 12) που παραχώρησε ο Εναγόμενος 2 αναφορικά με το ακίνητο του προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας. Εκ μέρους του Εναγόμενου 2 παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος δυνάμει σχετικού πληρεξούσιου εγγράφου η XXXXX Αναστασίου. Παρά το γεγονός ότι στην Υπεράσπιση των Εναγομένων προβάλλεται ότι οι επίδικες Συμφωνίες είναι παράνομες και/ή άκυρες και/ή ανεφάρμοστες επειδή υπογράφηκαν χωρίς οποιαδήποτε απόφαση του Δ.Σ. των Εναγομένων 1 και 3 Εταιρειών και/ή καθ΄ υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού και Καταστατικού Εγγράφου τους, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προωθήθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.2, ούτε αμφισβητήθηκε η σχετική στο εν λόγω θέμα μαρτυρία της. Αντίθετα, παρέμεινε αναντίλεκτη. Εν πάση περιπτώσει από τα ίδια τα έγγραφα που παραδόθηκαν στη Μ.Ε.2 πριν προχωρήσει η διαδικασία υπογραφής των επίδικων Συμφωνιών προέκυψαν τα ακόλουθα: · Με βάση το Τεκμήριο 16, το οποίο αποτελεί τα πρακτικά του Δ.Σ. της Εναγόμενης 3 ημερομηνίας 22/6/2012, διαπιστώνεται ότι η Εναγόμενη 3 Εταιρεία[10], ως μοναδικός αξιωματούχος της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, εξουσιοδότησε το μοναδικό Διοικητικό της Σύμβουλο, τον Εναγόμενο 2[11], να την εκπροσωπήσει στη συνεδρία της Εναγόμενης 1 Εταιρείας για τη ψήφιση και υπογραφή οποιωνδήποτε γραπτών αποφάσεων/πρακτικών σε σχέση με τη χορήγηση του επίδικου δανείου στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία. · Με βάση το Τεκμήριο 17, το οποίο αποτελεί πρακτικά του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, διαπιστώνεται ότι η εν λόγω Εταιρεία δεόντως αποδέχτηκε να λάβει την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση (δάνειο) προσφέροντας τις επίδικες εξασφαλίσεις. · Με βάση το Τεκμήριο 18, το οποίο αποτελεί τα πρακτικά του Δ.Σ. της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, διαπιστώνεται ότι η εν λόγω Εταιρεία δεόντως αποδέχτηκε να εγγυηθεί όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 Εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα. B. Δικαίωμα Τερματισμού Ο τρόπος αποπληρωμής του επίδικου Δανείου προνοείτο στον όρο 3 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 3). Το επίδικο δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή, σε περίπτωση που δεν υπήρχε απαίτηση άμεσης αποπληρωμής από τους Ενάγοντες, το δάνειο θα αποπληρωνόταν στις 24/06/2013 και στο μεταξύ θα καταβάλλονταν κάθε μήνα οι δεδουλευμένοι τόκοι, οι οποίοι θα ανέρχονταν σε €3.500, αρχής γενομένης στις 24/07/2012 και των υπολοίπων την ίδια ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα για περίοδο 11 μηνών (παράγραφος 3 της Συμφωνίας Δανείου)· Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και της Μ.Ε.2, την οποία έχω αποδεχτεί, σταδιακά το επίδικο Δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δεν καταβάλλοντο κατά το χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες και, περαιτέρω, το δάνειο δεν αποπληρώθηκε κατά το χρόνο που κατέστη πληρωτέο. Στην παράγραφο 3 της Συμφωνίας Δανείου αναφέρονται τα ακόλουθα: «[...] Νοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του προαναφερόμενου δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου αυτού, οπότε το προαναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτού καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό.» Στην παράγραφο 4 (δ) της Συμφωνίας Δανείου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, (συμπεριλαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο Πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά ισχύει, από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του στην Τράπεζα σύμφωνα με τον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων ως αυτός τυχόν διαφοροποιείται από την Τράπεζα από καιρού εις καιρό και ο οποίος παραδίδεται στον Πελάτη με την παρούσα Συμφωνία.» Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την 10/7/2013 οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέλειπαν να καταβάλλουν τις δόσεις τους και είχαν, συνεπώς, διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως στις 10/7/2013 που η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τη Συμφωνία είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής Συμφωνίας ή λογαριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση προέκυψε ότι το επίδικο δάνειο θα έπρεπε να αποπληρωθεί το αργότερο μέχρι τις 24/6/
- Αυτό δεν αποπληρώθηκε μέχρι τότε με αποτέλεσμα να καταστεί πληρωτέο και απαιτητό και η πρωτοφειλέτιδα Εναγόμενη 1 Εταιρεία είχε υποχρέωση να το εξοφλήσει. Τούτου δοθέντος δεν ήταν καν αναγκαίο να υπάρξει τερματισμός για να στοιχειοθετηθεί η υποχρέωση αποπληρωμής. Για να είναι υπόχρεος ο εγγυητής να καταβάλει το χρέος και συνεπώς να μπορεί να εναχθεί πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Το χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από τον δανειστή προς τον εγγυητή αν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει[12]. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Με δεδομένο ότι στο ενσωματωμένο στη Συμφωνία Δανείου Εγγυητήριο των Εναγομένων 2 και 3 δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε πρόνοια για υποβολή προς αυτούς απαίτησης για την αποπληρωμή του από την Ενάγουσα Τράπεζα, δεν ήταν αναγκαία η αποστολή οποιωνδήποτε επιστολών τερματισμού είτε προς την πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία είτε προς τους εγγυητές. Ανεξαρτήτως, όμως, της πιο πάνω κατάληξης κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού (Τεκμήρια 14 και 15) κοινοποιήθηκαν εφόσον στην Υπεράσπιση των Εναγομένων υπάρχει άρνηση παραλαβής τους. Όπως κατέθεσε ο Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε, τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και οι επιστολές τερματισμού έχουν σταλεί στους Εναγόμενους χωρίς να επιστραφούν. Επιπλέον απόλυτα σχετική ήταν η μαρτυρία του Μ.Ε.3 ο οποίος είχε αναλάβει την αποστολή των ως άνω επιστολών στους Εναγόμενους. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του η οποία ήταν απόλυτα θετική και σαφής, αυτός ήταν το άτομο που είχε ετοιμάσει τις εν λόγω επιστολές, τις είχε τοποθετήσει σε φακέλους στους οποίους κατέγραψε το όνομα του παραλήπτη και τη διεύθυνση στην οποία επρόκειτο να σταλούν. Επίσης ο Μ.Ε.3 ήταν το άτομο που παρέδωσε τις πιο πάνω επιστολές στον υπεύθυνο αλληλογραφίας και ταχυδρόμησης των επιστολών. Κατονόμασε κιόλας τα δύο άτομα που ήταν υπεύθυνα στην Τράπεζα για την ταχυδρόμηση της αλληλογραφίας. Όπως ξεκάθαρα κατέθεσε ο Μ.Ε.3, έχοντας ελέγξει τους φακέλους των πελατών στους οποίους τοποθετούνται οι επιστολές σε περίπτωση επιστροφής διαπίστωσε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε επιστροφή επιστολών. Εξήγησε δε με απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο ότι σε περίπτωση επιστροφής οποιασδήποτε από τις επιστολές, αυτές θα παραδίνονταν στον ίδιο προσωπικά και θα τις τοποθετούσε στο φάκελο της υπόθεσης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει γίνει. Στην παράγραφο 15 της Συμφωνίας Δανείου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει της παρούσας συμφωνίας μπορεί να δοθεί στον Πελάτη γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με το χέρι στη διεύθυνση που δηλώνεται στην παρούσα συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο Πελάτης προς την Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.» Στην υπόθεση Barclays Bank Pic κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726, 1733, αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Proof of posting .The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is pnma facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ...." Αφ' ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο[13]. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1, 2, και 3 στις ορθές διευθύνσεις και, εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Ακόμη και να μην είχαν έτσι τα πράγματα, δηλαδή να μην είχαν αποσταλεί ή παραλειφθεί επιστολές, η καταχώρηση της Αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και απαίτηση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.[14] Δ. Το οφειλόμενο υπόλοιπο Οι Εναγόμενοι αρνούνται με την Υπεράσπιση τους την παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης η οποία αναφέρεται στο οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση[15]. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[16]. Ανάμεσα, λοιπόν, στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη του διεκδικουμένου υπολοίπου. Για το σκοπό αυτό η πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε Καταστάσεις Λογαριασμού, ήτοι το Τεκμήριο 20. Επίσης στο πλαίσιο του Τεκμηρίου 20, στις δύο τελευταίες σελίδες αυτού, παρουσιάστηκαν αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού για σκοπούς αφαίρεσης διαφόρων χρεώσεων καθώς και για σκοπούς διαφοροποίησης του επιτοκίου. Σε σχέση με το τελευταίο, όπως επεξηγήθηκε από τον Μ.Ε.1, μετά τον τερματισμό υπήρχε χρέωση τόκου υπερημερίας 2% αντί 3% που διαλαμβάνετο στην επίδικη Συμφωνία Δανείου. Να επισημάνω εδώ ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικές υποθέσεις είναι η Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Στο σημείο αυτό να πούμε δύο λόγια σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστεί η πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Η πλευρά της Ενάγουσας έχει επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 που προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ........................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: ▬ Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. ▬ Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. ▬ Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. ▬ Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Ο Μ.Ε.1, ο οποίος παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού, αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9[17]. Έχει αποδεδειχθεί ότι η Τράπεζα καταχωρούσε τις χρεοπιστώσεις που αφορούσαν στον επίδικο λογαριασμό σε τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή το οποίο ήταν ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και το οποίο βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο της Τράπεζας. Οι καταχωρήσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και οι παρουσιασθείσες καταστάσεις λογαριασμού που συνιστούν αντίγραφα των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο, έχουν συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθές, αποτελούν, δηλαδή, ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή του Τραπεζικού Βιβλίου. Αποτελούν, συνεπώς, οι εν λόγω Καταστάσεις ενόψει του Άρθρου 22 (ανωτέρω) εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτή. Η θέση του κ. Μαθηκολώνη στην Αγόρευση του ότι η χρήση του χρόνου του ρήματος που χρησιμοποιήθηκε στην παράγραφο 30 του Εγγράφου 1 αναφορικά με τις καταχωρήσεις στο Τραπεζικό Βιβλίο («γίνονται») δεν αποδεικνύει ότι οι εν λόγω καταχωρήσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας θεωρώ, με κάθε σεβασμό, ότι στερείται παντός ερείσματος. Είναι σαφές από μια προσεκτική ανάγνωση της πιο πάνω παραγράφου της Γραπτής Δήλωσης του Μ.Ε.1 στο σύνολο της ότι κατά πρώτον ικανοποιεί τα προαπαιτούμενα του Άρθρου 22 του Κεφ.9 και κατά δεύτερο η φράση «Το εν λόγω Τραπεζικό Βιβλίο είναι και ήταν...ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Ενάγουσας στο οποίο οι καταχωρήσεις γίνονται κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας.» υποδηλώνει ξεκάθαρα μια διάρκεια στις όποιες καταχωρήσεις γίνονταν και αυτές που ακολούθησαν. Το Άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό, ή, καλύτερα, στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού έχουν οι Εναγόμενοι. Με άλλα λόγια το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό[18]. Επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο που κατέθετε ο Μ.Ε.1 ουδεμία, ουσιαστικά, αντεξέταση έγινε από την πλευρά της Υπεράσπισης επί του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού που ο Μ.Ε.1 κατέθεσε και των σχετικών σε αυτή καταχωρήσεων και, κατά συνέπεια, ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας της υπήρξε. Ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Πέραν της γενικής θέσης που υπεβλήθη από το συνήγορο Υπεράσπισης στον Μ.Ε.1 ότι το υπόλοιπο που καταγράφεται στις Καταστάσεις Λογαριασμού Τεκμήριο 20 είναι «λανθασμένο και ανακριβές» ουδεμία άλλη αμφισβήτηση έγινε επί του εν λόγω Τεκμηρίου. Ειδικότερα δεν έχει αμφισβητηθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση στις εν λόγω Καταστάσεις. Εν ολίγοις, πέραν των πιο πάνω γενικών υποβολών, ουδεμία αντεξέταση έγινε στον Μ.Ε.1 επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 20. Για το ζήτημα αυτό είναι αρκετό να παραπέμψουμε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 όπου στη σελ. 493 λέχθηκαν τα εξής: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και
- Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητωυ για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να ανακρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι, επίσης, και η απόφαση στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 1/2010,ημερ. 8/7/2014: «Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1 Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευ σταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. Επίσης δεν ευσταθεί το παράπονο τους ως προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ.
- Το δικαστήριο μπορεί να μην έκανε ειδική αναφορά στο άρθρο 22, αλλά από την όλη δομή της απόφασης είναι φανερό ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιές του. Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)ΙΑ ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με δεδομένο ότι η πλευρά των Εναγόμενων δεν έχει κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αμφισβητήσει καθ'οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε χρέωση περιλαμβάνεται στο λογαριασμό, η θέση που προωθήθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού δεν είναι ορθή και ότι το υπόλοιπο που αναγράφεται σε αυτή είναι λανθασμένο δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Ούτε προβλήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης ότι δεν έγινε ανάληψη του προϊόντος του επίδικου δανείου ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στον λογαριασμό αυτό. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στον επίδικο λογαριασμό και γενικότερα την ορθότητα ή μη της κατάστασης λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά τον Μ.Ε.1 κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Σχετικά με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ν Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση αρ.335/2009, ημερ. 17/10/2014 τα οποία παρατίθενται κατωτέρω: «Η χρέωση του ποσού των ΛΚ6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Προβλήθηκε κατά το στάδιο των Αγορεύσεων από τον κ. Μαθηκολώνη ότι στο Τεκμήριο 20 υπάρχουν χρεώσεις που περιγράφονται ως έξοδα καθυστέρησης τα οποία δεν δικαιολογούνται και ότι ούτε προβλέπεται δικαίωμα χρέωσης τέτοιων εξόδων από την Τράπεζα στην επίδικη Συμφωνία Δανείου. Λέγω εξ αρχής ότι το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την ως άνω θέση. Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι στην παράγραφο 5(δ) της επίδικης Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 2) ρητά διαλαμβάνεται ότι όλα τα έξοδα, χρεώσεις επιβαρύνσεις, δικαιώματα, δαπάνες και πληρωμές οποιοσδήποτε μορφής (συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των καθυστερημένων τόκων και των τόκων υπερημερίας), τα οποία δημιουργήθηκαν ή θα δημιουργηθούν άμεσα ή έμμεσα σαν αποτέλεσμα του πιο πάνω δανείου συμπεριλαμβανομένων και των ανωτέρω που περιγράφονται σ'αυτό το έγγραφο, θα επιβαρύνουν τον Πελάτη και δύνανται να κεφαλαιοποιούνται, αν δεν πληρωθούν και θα ισχύουν πριν και μετά από οποιαδήποτε απαίτηση και/ή δικαστική απόφαση. Περαιτέρω ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 «Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων για Προσωπικούς και Εμπορικούς Λογαριασμούς» ο οποίος Κατάλογος με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου, ίσχυε κατά το χρόνο υπογραφής της ως άνω Συμφωνίας Δανείου. Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 20 εμπεριέχει τις πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν σε αυτό. Ε. Οι Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης Σύμβασης. ▬ Μεταβολή Βασικού επιτοκίου Καθόσον αφορά τη μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 5,75% σε 5, 25% όπως προέκυψε από την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Ε.1 αυτή έγινε με την Ανακοίνωση της Ενάγουσας στον ημερήσιο τύπο στις 27/4/2013 (Τεκμήριο 19). Στον Όρο 6 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου διαλαμβάνεται ρητή πρόνοια για τη δυνατότητα μεταβολής του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας (είτε αύξηση, είτε μείωση) κατά την κρίση της Τράπεζας, η οποία και θα είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη, θα πρέπει δε να γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση ενώ θα ισχύει (η μεταβολή) από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση της ή ειδοποίηση Ο όρος 6 στο βαθμό που ενδιαφέρει έχει ως εξής «Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά τη κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο (όπου ισχύει), το Βασικό Επιτόκιο Επιχειρήσεων (όπου ισχύει), το Βασικό Επιτόκιο Στεγαστικού Δανείου Τράπεζας Κύπρου (όπου ισχύει), την προσαύξηση, το Μεταβαλλόμενο Επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/η τραπεζικά δικαιώματα [και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά τη κρίση της αν η Συμφωνία αυτή δε προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις] και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση, στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση» Προβλήθηκε ακόμη από πλευράς του συνηγόρου Υπεράσπισης όχι ενώ στην επίδικη Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 3) το επιτόκιο συμφωνήθηκε ως βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της Τράπεζας στην Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 20) παρουσιάζεται να χρεώνεται ο λογαριασμός με διαφορετικό επιτόκιο, δηλαδή, με το «βασικό επιτόκιο της Τράπεζας» και όχι το «βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της Τράπεζας». Ούτε και η πιο πάνω θέση με κάθε σεβασμό, θεωρώ ότι έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από την επίδικη Συμφωνία Δανείου το επιτόκιο που χρεώθηκε ο επίδικος λογαριασμός δανείου συνάδει απόλυτα με τα προβλεπόμενα στη Συμφωνία [όρος 4(α)]. Συγκεκριμένα η χρέωση έγινε στη βάση βασικού επιτοκίου ύψους 4.75%, περιθωρίου ύψους 2,750%, ήτοι σύνολο 7,50%. Το ότι η Ενάγουσα Τράπεζα χρέωνε το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων, το οποίο ανήρχετο στο 4,75%, προκύπτει ξεκάθαρα και από την Ανακοίνωση στον Τύπο ημερ. 27/4/2013 η οποία καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 19 όπου το ύψος του βασικού επιτοκίου επιχειρήσεων της Τράπεζας αναφέρεται ότι είχε διαμορφωθεί στο 4,25% μετά τη μείωση του 0,50%. Επισημαίνεται δε ότι με βάση την εν λόγω Ανακοίνωση ξεκάθαρα προκύπτει ότι το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας ήταν διαφορετικό από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων εφόσον ανήρχετο στο 5,75% και - με βάση την εν λόγω Ανακοίνωση - μειώθηκε σε 5, 25%. ▬ Επιτόκιο Υπερημερίας Όσον αφορά το επιτόκιο υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερήσεων προέκυψε ότι η Τράπεζα δεν διεκδικεί το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας που προβλέπετο συμβατικά. Όπως προέκυψε και δεν αμφισβητήθηκε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, από την ημερομηνία τερματισμού και μετέπειτα εφαρμόστηκε το επιτόκιο υπερημερίας προς 2% αντί το ποσοστό 3% το οποίο συμφωνήθηκε με βάση το Έγγραφο Κοινοποίησης (Τεκμήριο 4) κατά τον χρόνο υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας Δανείου. Για το υπό εξέταση ζήτημα σχετικό είναι το Άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης χου Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Νόμος 160(Ι)/1999 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «(Ια) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιοσδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η επίδικη Σύμβαση έχει τερματιστεί στις 10/7/2013 δεν τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(α) του Άρθρου 3 ανωτέρω. Τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(β) του ίδιου Άρθρου. Εκείνο το οποίο προκύπτει από το εν λόγω εδάφιο είναι ότι, ενώ δεν απαγορεύεται η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2%, στην έκταση που το επιβληθέν επιτόκιο υπερημερίας ξεπερνά το 2% υπάρχει αποδεικτικό τεκμήριο ότι αυτό δεν είναι δικαιολογημένο. Πρόκειται, ωστόσο, για μαχητό τεκμήριο εφόσον το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί, προσκομίζοντας σχετική μαρτυρία, να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας μεγαλύτερου του 2% αντανακλά και αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι ότι το τεκμήριο ανατρέπεται και το Πιστωτικό Ίδρυμα δικαιούται στον τόκο που διεκδικεί στη βάση επιτοκίου υπερημερίας που ξεπερνά το 2%. Επισημαίνεται ότι ανεξαρτήτως του εδαφίου που τυγχάνει εφαρμογής, ότι η επιβολή τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Με άλλα λόγια, το Πιστωτικό Ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι, το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε και διεκδικεί, αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Είναι γι' αυτό το λόγο που στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010 ημερ. 8/7/2014 επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% λόγω του ότι προβλέπετο στη σχετική Συμφωνία το συγκεκριμένο ποσοστό. Στην υπό εξέταση περίπτωση καταλήγω ότι η Ενάγουσα Τράπεζα δικαιούται στη διεκδίκηση τόκου υπερημερίας 2% εφόσον στην επίδικη Συμφωνία Δανείου η επιβολή τέτοιου διαλαμβάνετο σε αυτή (αν και σε υψηλότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας). Εγκυρότητα/Νομιμότητα επίδικων Υποθηκών Κατά το στάδιο των Αγορεύσεων ο κ. Μαθηκολώνης ήγειρε ζήτημα αναφορικά με την εγκυρότητα/νομιμότητα των επίδικων Υποθηκών. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι οι επίδικες Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκών καθώς και οι όροι τους παραβιάζουν τις διατάξεις του Αρθρου 5 και του Αρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου 9/1965. Το Άρθρο 5 εδάφια
(1)και
(2)καθώς και το Άρθρο 21
(1)(γ) έχουν ως εξής: «5.-
(1)Ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου.
(2)Απόπειρα προς μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν ακινήτου γενομένη άλλως ή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου ουδόλως επάγεται την σύσιασιν, μεταβολήν, μεταβίβασιν, απόσβεσιν οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί ακινήτου ουδ' επηρεάζει τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπον.
(3).................» «21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακό Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυπόθηκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) (β) (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τι να ημερομηνίαν, καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν σύμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστού καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη.» Η βασική επιχειρηματολογία του συνηγόρου Υπεράσπισης ήταν ότι οι επίδικες υποθήκες παραβιάζουν ξεκάθαρα τις διατάξεις των Άρθρων 5 και 21
(1)(γ) διότι αφενός το ποσό και ο τόκος που έκαστη υποθήκη καλύπτει δεν είναι καθορισμένος και/ή δυνάμενος να προσδιοριστεί και αφετέρου διότι ξεκάθαρα έκαστη επίδικη υποθήκη καλύπτει έξοδα πέραν του υπό του Νόμου επιτρεπόμενα. Επιπλέον υποστηρίχθηκε ότι είναι παράνομες και άκυρες γιατί παραβιάζουν και/ή αποστερούν το εξ'επιείκειας αναφαίρετο δικαίωμα των Εναγομένων ενυπόθηκων οφειλετών να εξοφλήσουν και εξαλείψουν τις επίδικες Υποθήκες και να απαλλάξουν την περιουσία τους. Ειδικότερα προβλήθηκε ότι ο τόκος επί της Δήλωσης Υποθήκης Υ4209/07 (Τεκμήριο 6) προ βλέπεται ότι θα είναι τόκος απλούς/σύνθετος χωρίς να διαγράφεται ο ένας από τους δύο τύπους τόκου. Εν πρώτοις θα πρέπει να επισημανθεί ότι όταν ο Μ.Ε.1 ρωτήθηκε σχετικά στην αντεξέταση διευκρίνισε ότι ο σύνθετος τόκος είναι ο τόκος ο οποίος κεφαλαιοποιείται. Όπως δε προκύπτει από το ίδιο το Έγγραφο Υποθήκης ο τόκος με τον οποίο θα χρεώνετο το ενυπόθηκο χρέος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Στη βάση όλων αυτών και σε συμφωνία με τα όσα σχετικά υποστήριξε ο κ. Αναγνώστου δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ακυρότητας της Υποθήκης ένεκα του ότι κατά το στάδιο καταχώρησης της Υποθήκης δεν είχε διαγράφει μία από τις δύο λέξεις που αναφέρονταν στον τόκο. Έπειτα το ότι το επιτόκιο που προβλέπεται δεν είναι σταθερό αλλά κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείτο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 2,750% δεν σημαίνει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι επιτρεπτό. Στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 (Νόμος 160
(1)/1999 ως έχει τροποποιηθεί) προβλέπεται η διακύμανση του επιτοκίου νοουμένου ότι γνωρίζει ο οφειλέτης τον τρόπο και/ή μέθοδο με τον οποίο αυτό υπολογίζεται. Ούτε η αναφορά στον όρο 4 και στον όρο 12 προμήθειες, και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα επηρεάζει, κατά την άποψη μου, την εγκυρότητα των επίδικων Υποθηκών. Δεν αναφέρεται στο Άρθρο 21 του Ν.9/65 ότι τέτοια έξοδα είναι επιβεβλημένο να περιλαμβάνονται στα έγγραφα υποθήκης αλλά ούτε και ότι τέτοιες αναφορές καθιστούν την υποθήκη άκυρη. Έπεται ότι δεν είναι ορθή η θέση ότι εκάστη Υποθήκη καλύπτει έξοδα πέραν τα υπό του Νόμου επιτρεπόμενα. Η αναφορά σε όρο 15 των επίδικων Υποθηκών είναι φανερό ότι δεν εφαρμόζεται στην υπό εξέταση περίπτωση εφόσον τέτοιος όρος δεν περιλαμβάνεται, ούτε εντοπίζεται στα επίδικα έγγραφα. Ούτε είναι αντιληπτό το επιχείρημα της Υπεράσπισης αναφορικά με τον όρο 9 των επίδικων Υποθηκών σύμφωνα με τον οποίο διαλαμβάνεται πρόνοια για προηγούμενη εξασφάλιση της έγκρισης της Τράπεζας ενόσω υφίστανται οποιεσδήποτε υποχρεώσεις οι οποίες εξασφαλίζονται με την υποθήκη να μην πωληθεί από τον ενυπόθηκο οφειλέτη οποιοδήποτε μέρος των ενυπόθηκων κτημάτων. Πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά εφόσον τα ενυπόθηκα ακίνητα δόθηκαν στην Τράπεζα ως εξασφάλιση του δανείου. Η αρχή για το εξ'επιείκειας δικαίωμα ενός οφειλέτη να εξοφλήσει και τοιουτοτρόπως να εξαλείψει την επίδικη υποθήκη (Equity of Redemption) από την περιουσία του δεν είναι αντιληπτό πως επηρεάζεται στην προκειμένη περίπτωση με βάση το περιεχόμενο και τους όρους που διαλαμβάνονται στις επίδικες Υποθήκες. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η εν λόγω αρχή αφορά και εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου στην υποθήκη υφίσταται πρόνοια (clog) όπου το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει το χρέος που αφορά η υποθήκη που έχει παραχωρήσει περιορίζεται και/ή παραβιάζεται. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Snell's Equity 33rd ed.: 'Clogs. 38-007 It is a settled rule of equity that any agreement which interferes with the mortgagor's equitable right to redeem is ineffectual The rule is an application of the principle "once a mortgage, always a mortgage". Where a mortgage fixes a contractual date for redemption and then provides that the right shall not be exercised by the mortgagor for a substantial period thereafter, this is void as a fetter on the right to redeem. On the same basis, a provision to the effect that the right to redeem is exercisable only by particular persons or until the expiry of a particular period of time is ineffective. Such provisions are said to be void as "clogging the equity of redemption. This doctrine applies to all types of mortgages, whether legal or equitable, or by way of floating charge or otherwise. While it has been criticised as ((an appendix to our law which no longer serves a useful purpose and would be better excised the Privy Council has more recently accepted that it remains "an old-established but not obsolete doctrine of equity." At one period, the courts inclined to go even further, and to lay down the rule that a stipulation in a mortgage for any advantage beyond repayment of the principal sum with interest was invalid. This was probably due to the fact that the rate of interest permissible was then limited by statute, and any additional (or "collateral") advantage beyond interest at the permissible rate was in effect an evasion of the usury laws. Subsequent authorities have tended to restrict the rule as to clogging the equity, and have established that there is no general rule against collateral advantages, but that certain collateral advantages may be struck down as objectionable. Limits to the rule. 38-008 In Kreglinger v New Patagonia Meat & Cold Storage Co Ltd, the House of Lords held that: "there is now no rule in equity which precludes a mortgagee, whether the mortgage be made upon the occasion of a loan or otherwise, from stipulating for any collateral advantage, provided such advantage is not either
(1)unfair and unconscionable, or
(2)in the nature of a penalty clogging the equity of redemption, or
(3)inconsistent with or repugnant to the contractual and equitable night to redeem." A collateral advantage is not objectionable merely because it is unreasonable.'[19] (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Βεβαίως αξίζει εδώ να επισημανθεί ότι, όπως έχει αναφερθεί σε σχετική Αγγλική νομολογία, η εφαρμογή της αρχής η οποία απαγορεύει την ύπαρξη πρόνοιας (clogs & fetters) η οποία περιορίζει το εξ επιείκειας δικαιώματος του οφειλέτη να εξοφλήσει και εξαλείψει την υποθήκη από την περιουσία του (Equity of Redemption) επεμβαίνει στο δικαίωμα των μερών να συμβάλλονται ελεύθερα με αποτέλεσμα σήμερα τα Δικαστήρια να είναι ολιγότερα πρόθυμα να επεμβαίνουν και να ακυρώνουν μια καθόλα νόμιμη εμπορική εξασφαλισμένη συναλλαγή[20]. Δεν θεωρώ ότι στην υπό εξέταση υπόθεση οτιδήποτε έχει επικαλεσθεί η πλευρά της Υπεράσπισης σε σχέση με τις επίδικες Υποθήκες συνιστούν περίπτωση παραβίασης του εξ'επιείκειας δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει και τοιουτοτρόπως να εξαλείψει την επίδικη υποθήκη. Ούτε διαπιστώνεται οτιδήποτε το οποίο επηρεάζει καθ΄οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα και/ή νομιμότητα των επίδικων Υποθηκών. Εν ολίγοις πουθενά στις επίδικες υποθήκες δεν αναφέρεται ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν έχει δικαίωμα να αποπληρώσει και/ή εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος για να απαλλαγεί το ακίνητο του από την υποθήκη που το επιβαρύνει. Να πω και κάτι ακόμη. Ουδεμία μαρτυρία προσήχθη από πλευράς Υπεράσπισης ούτε και υπεβλήθη κατά την αντεξέταση ότι ενώ οι Εναγόμενοι είχαν εκδηλώσει την πρόθεση τους και/ή προσφέρθηκαν να αποπληρώσουν και/ή εξοφλήσουν το ενυπόθηκο χρέος τους η Ενάγουσα Τράπεζα με οποιονδήποτε τρόπο τους απέκλεισε και/ή εμπόδισε να το πράξουν ή τούτο κατέστη ανέφικτο και/ή αδύνατο στη βάση οποιασδήποτε συγκεκριμένη πρόνοιας στις επίδικες Υποθήκες. Κατάρτιση επίδικων Υποθηκών μέσω Πληρεξουσίων Αντιπροσώπων με βάση πληρεξούσια που δεν παρείχαν την αναγκαία πληρεξουσιότητα Αποτέλεσε δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγομένων ότι οι επίδικες Υποθήκες είναι άκυρες διότι καταρτίστηκαν ή καταρτίστηκαν όχι από τους ίδιους τους Εναγόμενους 1 και 2 αλλά μέσω Πληρεξουσίων Αντιπροσώπων και με βάση πληρεξούσια που δεν παρείχαν την αναγκαία ή και νόμιμη πληρεξουσιότητα. Λέω σε συμφωνία με τα όσα σχετικά υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας ότι εξέταση του περιεχομένου των επιδίκων πληρεξουσίων εγγράφων που παραχώρησε η Εναγόμενη 1 εταιρεία (Τεκμήρια 7 και 8) καθώς και εκείνων που παραχώρησε ο Εναγόμενος 2 (Τεκμήρια 11 και 13) η υπογραφή των οποίων όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά θεωρήθηκε από την Υπεράσπιση δεδομένη κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.2, ξεκάθαρα αποδεικνύει ότι το με βάση το λεχτικό και/ή τη διατύπωση τους παρείχετο η αναγκαία και νόμιμη πληρεξουσιότητα στους πληρεξούσιους αντιπροσώπους να υπογράψουν εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 τα σχετικά έγγραφα των υποθηκών και να παραχωρήσουν τις επίδικες υποθήκες προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας. Παραθέτω σχετική περικοπή από τα πρακτικά: Ε. Ναι, κυρία XXXXX, η ερώτηση μου όμως απαιτεί μίαν καθαρή απάντηση. Η ερώτηση μου είναι, τα πληρεξούσια έγγραφα αυτά και οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου των εταιρειών υπογράφηκαν ενώπιον σας ή όχι; Α. Όχι, δεν ήταν απαραίτητο να υπογραφούν ενώπιον μου. Ε. Έχετε ελέγξει καθόλου κατά τον χρόνο που υπογράφηκε η συμφωνία δανείου, κατά πόσο αυτά τα πληρεξούσια έγγραφα και οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου των δύο εταιρειών παρείχαν και μιλώ για τα πληρεξούσια έγγραφα και τις αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών, παρείχαν την εξουσία για κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας δανείου και για την Εναγόμενη 3 την παραχώρηση τέτοιας εγγύησης; Α. Μάλιστα, βεβαίως. Ε. Το ελέγξετε δηλαδή; Α. Ναι. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) ΣΤ. Zήτημα καταχρηστικότητας του Όρου 6 της Συμφωνίας Δανείου Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο συνήγορος Υπεράσπισης προέβαλε ζήτημα καταχρηστικότητας των όρων της επίδικης Συμφωνίας Δανείου η οποία εν τέλει περιορίστηκε στον Όρο 6 της Συμφωνίας που προβλέπει το δικαίωμα της Ενάγουσας να μεταβάλλει το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού. Ο όρος 6 έχει συναφώς ως ακολούθως: «Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο (όπου ισχύει), το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων (όπου ισχύει), το βασικό επιτόκιο στεγαστικού δανείου Τράπεζας Κύπρου (όπου ισχύει), την προσαύξηση, το μεταβαλλόμενο επιτόκιο, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα (και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η Συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις) και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτής θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση ...... Επισημαίνεται ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 [Ν.93(Ι))/1996], τυγχάνει εφαρμογής σε καταναλωτές οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα. Σχετικό είναι το Άρθρο 3
(1)του Νόμου, όπου διαλαμβάνεται ότι ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου «Καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος επενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη Σύμβαση Δανείου έχει συναφθεί μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 Εταιρείας η οποία είναι η πρωτοφειλέτιδα. Με δεδομένο λοιπόν ότι η πρωτοφειλέτιδα είναι νομικό πρόσωπο ο Νόμος 93(Ι)/1996 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Επιπλέον η Μ.Ε.2 αντεξεταζόμενη με σαφήνεια και πειστικότητα αναφέρθηκε στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του βασικού επιτοκίου επικαλούμενη για το σκοπό αυτό το πλαίσιο της νομοθεσίας, τους νομισματικούς και πιστωτικούς κανόνες που ισχύουν κάθε φορά, τις συνθήκες της αγοράς και την αξία του χρήματος, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι η Τράπεζα διαθέτει ειδικά τμήματα και ανθρώπους που ασχολούνται με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ήταν δε κατηγορηματική ότι στην προκειμένη περίπτωση το βασικό επιτόκιο που διέπει την επίδικη Συμφωνία Δανείου ήταν το αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης που προηγήθηκε με τον Εναγόμενο 2 μαζί με την ίδια και το Διευθυντή της Μονάδας όπου η Μ.Ε.2 εργάζετο, στη διάρκεια της οποίας (διαπραγμάτευσης) συζητήθηκαν τα διάφορα είδη επιτοκίων, το ύψος και, αφού ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε, προχώρησαν στην υπογραφή των εγγράφων της επίδικης Συμφωνίας. Δεν είναι άνευ σημασίας και ένα ακόμη γεγονός το οποίο η Μ.Ε.2 δεν παρέλειψε να επισημάνει στη μαρτυρία της. Αυτό της ιδιότητας του Εναγόμενου 2 ως ενός έμπειρου δικηγόρου με ιδιαίτερες γνώσεις των τραπεζικών θεμάτων, ο οποίος αφού συμφώνησε όπως το επίδικο δάνειο χρεωθεί με το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της Τράπεζας, προχώρησε στην υπογραφή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 Εταιρείας της επίδικης Συμφωνίας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι η διακύμανση του επιτοκίου με το οποίο χρέωνε τον επίδικο λογαριασμό έγινε στη βάση των παραγόντων που αναφέρονται στον Όρο 6 του Τεκμηρίου 3, είναι προφανές, κατά τη θέση μου, ότι δεν καλύπτεται δικογραφικά για να μπορεί να θεωρηθεί επίδικο ζήτημα και να χρειάζεται να εξεταστεί. Υπενθυμίζω ότι ο μόνος ισχυρισμός που προβάλλεται στην Υπεράσπιση για το υπό εξέταση ζήτημα είναι ότι οι όροι της Συμφωνίας Δανείου που αναφέρονται στις παραγράφους 4(α) - 4(δ) της Έκθεσης Απαίτησης είναι όροι καταχρηστικοί και/ή ετεροβαρώς επαχθείς και/ αόριστοι, παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι. Επιπλέον η θέση του Μ.Ε.1 στη μαρτυρία του ότι, δηλαδή, οι διακυμάνσεις του επιτοκίου είχαν γίνει στο πλαίσιο των συμφωνηθέντων ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Εν πάση περιπτώσει, όπως προέκυψε και είναι αναντίλεκτο, η μοναδική διακύμανση που έγινε εν προκειμένω στο επιτόκιο του Λογαριασμού Δανείου πριν τον τερματισμό ήταν η μείωση του βασικού επιτοκίου επιχειρήσεων της Ενάγουσας κατά 0,5%, ήτοι από 4,75% που ήταν το συμφωνηθέν βασικό επιτόκιο σε 4,25% με βάση την Ανακοίνωση στον Τύπο (Τεκμήριο 19) με αποτέλεσμα να μειωθεί το συνολικό επιτόκιο με το οποίο χρεώνετο ο πιο πάνω λογαριασμός από 7,50% σε 7%. Όσον αφορά το επιτόκιο υπερημερίας ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω ότι από την ημερομηνία τερματισμού και μετέπειτα εφαρμόστηκε το επιτόκιο υπερημερίας προς 2% αντί το ποσοστό προς 3% το οποίο προβλέπετο συμβατικά με βάση το Έγγραφο Κοινοποίησης (Τεκμήριο 4) κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας Δανείου. Ζ. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί εκδίδεται Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (α) Απόφαση εναντίον των Εναγόμενων, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως, για το ποσό των €587.956,88 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €566.174,87 από 10/7/2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. (β) Διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 διατάττον την εκποίηση της υποθήκης Υ4209/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος της Εναγόμενης 1 που περιγράφεται σε αυτήν έναντι ή/και προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς την Εναγόμενη 1. (γ) Διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 2 διατάττον την εκποίηση των υποθηκών Υ4210/07 και Υ2380/12 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων του Εναγομένου 2 που περιγράφονται σε αυτές έναντι και/ή προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς τον Εναγόμενο 2. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα Ανταπαίτησης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν για τις εμφανίσεις η Ενάγουσα θα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [2] Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [3] Δέστε Vasillico Cement Work v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 663 και Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746. [4] Δέστε Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 954, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Σιακόλα v. Aστυνομίας, Ποιν. Έφ. 53/11, ημ. 24/1/13, Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Πολ. Έφ. 316/10, ημ. 21/2/13, Μελικίδης v. Ι. Γεωργίου Παπαγεωργίου, Πολ. Έφ. 89/09, ημ. 29/3/
- [5] Δέστε σελίδες 8 και 13 του Εγγράφου
- [6] Δέστε παράγραφο 13, σελ.13 του Εγγράφου 3 και σελίδα 14 των Πρακτικών. [7] Δέστε σελ.8, παράγραφο 11 και σελ.13, παράγραφο 13 του Εγγράφου
- [8] Δέστε σελ.16 των πρακτικών. [9] Δέστε παράγραφο15, σελ.14 του Εγγράφου
- [10] Δέστε Τεκμήριο
- [11] Δέστε Τεκμήριο
- [12] Δέστε Savvides ν. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303 και Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 [13] Δέστε, επίσης, Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/2012. [14] Δέστε Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ.
- [15] Δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
- [16] Δέστε Barry Wynne ν. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [20091 1Α.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/
- [17] Δέστε παράγραφος 30 του Εγγράφου
- [18] Δέστε Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357. [19] Δέστε το Σύγγραμμα Snell΄s Equity 33rd Ed. Παράγραφος 38-007: "At one period, the courts inclined to go even further, and to lay down the rule that a stipulation in a mortgage for any advantage beyond repayment of the principal sum with interest was invalid.30 This was probably due to the fact that the rate of interest permissible was then limited by statute, and any additional (or "collateral") advantage beyond interest at the permissible rate was in effect an evasion of the usury laws. Subsequent authorities have tended to restrict the rule as to clogging the equity, and have established that there is no general rule against collateral advantages, but that certain collateral advantages may be struck down as objectionable." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [20] Δέστε το Σύγγραμμα The Law of Personal Property 2nd Ed.: "Contractual freedom 15-061 The application by the courts of the doctrine prohibiting clogs on the equity of redemption is of course an interference with the freedom of contract of the parties. It has been argued that the doctrine of clogs and fetters, in its interference with party autonomy, is potentially subject to human rights challenge. To date, human rights challenges have had little impact on private law commercial matters and this instance may be no exception to that trend. Moreover, it is probably true to say that the courts are much less inclined to intervene than in an earlier age. The prohibition of clogs on the equity of redemption has the potential of striking down perfectly legitimate commercial secured transactions if pressed too far". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο