ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής 424/17, 27/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 424/17 Μεταξύ:
- XXXXX XXXXX ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ (Α.Τ. XXXXX7863), εκ Λάρνακας
- XXXXX XXXXX ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ άλλως XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ (Α.Τ. XXXXX1182), εκ Λάρνακας Ενάγοντες/ Αιτητές -και- Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενων/ Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------------- Aίτηση ημερ. 6/5/2019 για Ενδιάμεσα Παρεμπίπτοντα Διατάγματα Ημερομηνία: 27 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Α. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης. Για Εναγόμενη/Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Χ. Πιερή για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιζητούμενες θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η έκδοση των ακόλουθων Προσωρινών Παρεμπίπτοντων Διαταγμάτων:
- Προσωρινό Διάταγμα διατάττον την αναστολή του πλειστηριασμού του ακινήτου με αρ. εγγραφής 10/XXXXX, Φ/Σχ.40/640201, Τμήμα 10, Τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου: Ισόγεια κατοικία στην ενορία Σωτήρος Λάρνακα, ιδιοκτησίας των Εναγόντων που είναι ορισμένος στις 29/5/2019 και ώρα 10:00 π.μ. μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής.
- Προσωρινό Διάταγμα διατάττον την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)αναφορικά με το ακίνητο με αρ. εγγραφής 10/XXXXX, Φ/Σχ.40/640201, Τμήμα 10, Τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου: Ισόγεια κατοικία στην ενορία Σωτήρος Λάρνακα, ιδιοκτησίας των Εναγόντων μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής. Ένορκη Δήλωση Ενάγοντα αρ.1 Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1 στην οποία αναφέρονται σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης τα πιο κάτω: · Στις 29/1/1998 ο Ενάγων αρ.1 και η σύζυγος του ως συνιδιοκτήτες κατά ½ εξ αδιανεμήτου μεριδίου του ακινήτου με αρ. εγγραφής 10/XXXXX, Φ/Σχ.40/640201, Τμήμα 10, Τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου: Ισόγεια κατοικία στην ενορία Σωτήρος Λάρνακα, ενέγραψαν την επίδικη υποθήκη με αρ. Υ245/1998 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας (Τεκμήριο 1). · Η επίδικη υποθήκη Υ245/1998 συστάθηκε προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την Εναγόμενη Τράπεζα προς την Εταιρεία C & A Venizelos Ltd. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εταιρείας ο Ενάγων αρ.1 και η σύζυγος του Ενάγουσα 2 στην παρούσα υπέγραψαν συμφωνίες εγγύησης. · Η εταιρεία C & A Venizelos Ltd έχει εκκαθαριστεί και διαλυθεί δυνάμει εκούσιας εκκαθάρισης η οποία ολοκληρώθηκε στις 27/4/
- · Σε διάφορες ημερομηνίες τόσο ο ομνύων προσωπικά όσο και η Ενάγουσα 2 έχουν εγγράψει επί ακινήτων ιδιοκτησίας τους και άλλες υποθήκες προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων της εταιρείας C & A Venizelos Ltd. Συγκεκριμένα, και πέραν της επίδικης υποθήκης με αρ. Υ245/1998 επί του επιδίκου ως άνω αναφερόμενου ακινήτου ιδιοκτησίας τους, ενεγράφησαν επίσης οι υποθήκες με αρ. Υ578/2002 και Υ3/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας που συστάθηκαν ως μεταγενέστερες υποθήκες επί του επιδίκου ακινήτου. Επιπλέον η Ενάγουσα 2 ενέγραψε την υποθήκη με αρ. Υ1337/2012 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου επί άλλου ακινήτου ιδιοκτησίας της στην Επαρχία Αμμοχώστου. · Στις 8/9/2016 η Εναγόμενη Τράπεζα επέδωσε προς τον ομνύοντα και την Ενάγουσα 2 τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι αναφορικά με την υποθήκη με αρ. Υ245/1998 (Τεκμήρια 3 και 4). · Στις 7/3/2017 επιδόθηκαν προς τον ομνύοντα και την Ενάγουσα 2 Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ αναφορικά με το επίδικο ακίνητο που επιβαρύνεται με την υποθήκη Υ245/1998 (Τεκμήρια 5 και 6). Περαιτέρω επιδόθηκαν στους Ενάγοντες Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ που αφορούν το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 2 (Τεκμήρια 7 και 8). · Κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου των Εναγόντων κατεχωρήθη στις 29/3/2017 η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. · Ακολούθως στις 31/3/2017 οι Ενάγοντες κατεχώρησαν στο Ε.Δ. Λάρνακας τις Αιτήσεις/Εφέσεις με αριθμούς 19/2017 και 20/2017 του Ε.Δ. Λάρνακας όπου, αφού εκδικάστηκαν, εκδόθηκε διάταγμα παραμερισμού των Ειδοποιήσεων Τύπου ΙΑ που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 5, 6, 7 και 8 ανωτέρω. Συνεπακόλουθο του παραμερισμού των ως άνω Ειδοποιήσεων ήταν η ακύρωση του πλειστηριασμού ημερ. 20/6/
- · Περί τον Φεβρουάριο του 2019 αποστάληκαν από την Εναγόμενη Τράπεζα προς τους Ενάγοντες Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΒ αναφορικά με το επίδικο ακίνητο και την υποθήκη Υ245/1998 (Τεκμήρια 10 και 11). · Στις 12/4/2019 η Εναγόμενη επέδωσε στους Ενάγοντες τις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ οι οποίες συνοδεύονταν από την Ειδοποίηση Πλειστηριασμού - Δελτίο Α (Τεκμήρια 12 και 13). · Κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων των Εναγόντων προχώρησαν με την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Ακολούθως ο ομνύοντας προβάλλει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου προωθείται παράνομα από την Εναγόμενη Τράπεζα. Επικαλείται συναφώς παρανομία και ακυρότητα της επίδικης υποθήκης στη βάση του ότι κατηρτίσθη κατά παράβαση των Διατάξεων της περί Υποθηκεύσεως Νομοθεσίας καθώς και στη βάση της καταστρατήγησης του εξ επιείκειας δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει και εξαλείψει τη ρηθείσα επιβάρυνση και να απαλλάξει την περιουσία του. Επιπλέον, ο ομνύων επικαλείται παρανομία και αντισυνταγματικότητα της διαδικασίας που προωθείται από την Εναγόμενη. Όπως είναι φανερό μεγάλο μέρος της Ένορκης Δήλωσης του Ενάγοντα αρ.1 συνιστά νομική επιχειρηματολογία και όχι προβολή πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμη η αναφορά σε αυτή. Ένσταση Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στα Άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9 του Κεφ.6, στα Άρθρα 21 - 29, 32, 42 και 43 του Ν.14/60 στα Άρθρα 5, 21, 27 του Νόμου 9/65 καθώς και στο Μέρος VI και Μέρος VIA Άρθρα 44Α - 44 ΙΑΑ στους περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA Κανονισμούς του 2015, στα Άρθρα 80 και 81 του Κεφ.224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στα Άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση είναι νομικά ανυπόστατη και πραγματικά αβάσιμη. · Καμία από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν πληρείται. · Καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν έχει υποδειχθεί και αποδειχθεί στην περίπτωση μη έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων και/ή γενικότερα ζημιά που να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. · Η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ΄ ης η Αίτηση και θα καταστρατηγήσει τα νόμιμα δικαιώματα της σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου. · Το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφέστατα κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτουμένων Διαταγμάτων. · Οι Αιτητές αν και γνώριζαν από το 2016 όταν τους αποστάληκε Ειδοποίηση Τύπου Ι συνοδευόμενη από την Ειδοποίηση Τύπου Θ ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση θα προχωρήσει με τη διαδικασία πλειστηριασμού ή έστω από τον Ιούλιο του 2018 όταν τέθηκε σε ισχύ ο Ν.87(Ι)/2008,άφησαν να παρέλθει διάστημα πέραν των τριών ετών και/ή δέκα μηνών αντιστοίχως για να προχωρήσουν με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Παρατηρείται, επομένως, υπέρμετρη και/ ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση. · Η καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας Αγωγής αποδεικνύει ότι ο σκοπός καταχώρησης της είναι η καθυστέρηση του πλειστηριασμού και όχι η αναζήτηση των θεραπειών που καταγράφονται στο Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής. · Η Αίτηση δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα. · Η Καθ΄ ης η Αίτηση ενήργησε καθόλα νόμιμα ασκώντας τα δικαιώματα που της παρέχονται από το Μέρος VIA του Ν.9/
- · Οι Αιτητές κωλύονται να ισχυρίζονται πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο υποθηκεύτηκε κατόπιν της ελεύθερης τους συναίνεσης προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση. · Οι Αιτητές εμποδίζονται 21 χρόνια μετά τη σύναψη της επίδικης υποθήκης να αμφισβητούν την εγκυρότητα της. · Δεν υπήρξαν παράνομες και/ή αυθαίρετες αυξήσεις επιτοκίου και/ή περιθωρίου και/ή παράνομες χρεώσεις ενώ τα οφειλόμενα και απαιτητά ποσά είναι ορθά, νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμφωνιών. · Το Μέρος VIA του Ν.9/1965 ως ετροποποιήθη και οι επίδικες Ειδοποιήσεις είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα. · Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. · Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή περιέχει νομική επιχειρηματολογία και/ή παράθεση αποσπασμάτων από νομικά εγχειρίδια, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Ένορκη Δήλωση XXXXX Κογκοττή Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Κογκοττή, υπαλλήλου της Εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών από την Εναγόμενη Τράπεζα. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ▬ Οι Αιτητές ενέγραψαν ως οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου την υποθήκη Υ245/1998 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας ημερ. 29/1/1998 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 10/XXXXX, Φ/Σχ. 40/640201, Τμήμα 10, Τεμάχιο XXXXX στην ενορία Σωτήρος στη Λάρνακα προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση. Η επίδικη υποθήκη παραχωρήθηκε για το ποσό των Λ.Κ.120.000 με σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό αυτό προς 8% από τις 29/1/1998 πλέον τα σχετικά έξοδα ανάκτησης του ποσού αυτού (Τεκμήριο 1). ▬ Η επίδικη υποθήκη δόθηκε από τους Αιτητές προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησε η Καθ΄ ης η Αίτηση προς την Εταιρεία C & A Venizelos Ltd (εφεξής πρωτοφειλέτιδα εταιρεία) μεταξύ των οποίων και πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού δυνάμει της Συμφωνίας ημερομηνίας 29/1/1998 (Τεκμήριο 3). ▬ Στις 28/12/2005 η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία αιτήθηκε την ανανέωση και διαφοροποίηση και παραχώρηση νέων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Καθ΄ ης η Αίτηση. Η Καθ΄ ης η Αίτηση ενέκρινε το αίτημα της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας και παραχώρησε σε αυτή δάνειο για ποσό Λ.Κ.100.000 (εφεξής Δάνειο Α) υπό τους όρους της Επιστολής Ανειλημμένης Υποχρέωσης ημερ. 28/12/2005 και της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 28/12/2005 που συνήφθη μεταξύ της Καθ΄ ης η Αίτηση και της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας (Τεκμήριο 4). ▬ Ήταν ρητός όρος της Επιστολής Ανειλημμένης Υποχρέωσης ημερ. 28/12/2005 ο οποίος έγινε εγγράφως αποδεκτός από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία ότι οι αναφερόμενες σε αυτή πιστωτικές διευκολύνσεις μεταξύ των οποίων και το δάνειο θα εξασφαλίζονταν, μεταξύ άλλων, από την υποθήκη Υ245/1998, η οποία ενεγράφη από τους Αιτητές προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση και συστάθηκε ως πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση όλων των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν ή επρόκειτο να παραχωρηθούν στο μέλλον από την Καθ΄ ης η Αίτηση προς την πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία. ▬ Η πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία αιτήθηκε εκ νέου την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων και ανανέωση των υφισταμένων από την Καθ΄ ης η Αίτηση με Επιστολή Ανειλημμένης Υποχρέωσης ημερομηνίας 24/9/
- Το αίτημα αυτό ενεκρίθη και το περιεχόμενο και οι όροι της πιο πάνω επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης έγιναν εγγράφως αποδεκτοί από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. ▬ Στις 24/9/2012 η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία συνήψε με την Καθ΄ ης η Αίτηση Συμφωνία Δανείου για την παραχώρηση του ποσού των €500.000 (Δάνειο Β, Τεκμήριο 6). ▬ Ήταν ρητός όρος της πιο πάνω επιστολής ανειλημμένης υποχρέωσης, ο οποίος έγινε εγγράφως αποδεκτός από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, ότι και το Δάνειο Β θα εξασφαλίζετο, μεταξύ άλλων, από την υποθήκη Υ245/
- ▬ Προς το σκοπό της παραχώρησης του Δανείου Β η Καθ΄ ης η Αίτηση άνοιξε και ή συνέχισε προς όφελος της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας τη λειτουργία του Λογαριασμού με αρ. XXXXX533-04, ο οποίος εξασφαλίζετο με την επίδικη υποθήκη. ▬ Λόγω του ότι το ενυπόθηκο χρέος δυνάμει της υποθήκης Υ245/1998 κατέστη υπερήμερο από τις 21/8/2013, η Καθ΄ ης η Αίτηση αποφάσισε να προωθήσει τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Για το σκοπό αυτό στις 8/9/2016 επιδόθηκε στους Αιτητές Ειδοποίηση Τύπου Ι συνοδευόμενη από την Ειδοποίηση Τύπου Θ και Κατάσταση Λογαριασμού. Με την Ειδοποίηση Τύπου Ι οι Αιτητές ενημερώθηκαν ότι το οφειλόμενο ποσό των €631.695,78 πλέον τόκοι κατέστη απαιτητό και πληρωτέο και καλούνταν όπως εντός 30 ημερών από την παραλαβή της να καταβάλουν το ποσό και τους οφειλόμενους τόκους στην Καθ΄ ης η Αίτηση διαφορετικά η Καθ΄ ης η Αίτηση θα προχωρούσε με τη διαδικασία πλειστηριασμού. Οι Αιτητές δεν εξόφλησαν το οφειλόμενο ποσό το οποίο οφείλουν μέχρι σήμερα. Οι Ειδοποιήσεις τύπου Ι επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- ▬ Στις 7/3/2017 επιδόθηκαν στους Αιτητές η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ημερομηνίας 2/3/2017 και η Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ ιδίας ημερομηνίας. Μέσω της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ η Καθ΄ ης η Αίτηση προγραμμάτισε στις 20/6/2017 τον πρώτο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου. ▬ Στις 31/3/2017 καταχωρήθηκαν από τους Αιτητές οι Αιτήσεις/Εφέσεις με αριθμούς 19/2017 και 20/2017 στο Ε.Δ. Λάρνακας εναντίον της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ ημερομηνίας 2/3/
- Στις 8/6/2017 το Δικαστήριο εξέδωσε την Απόφαση του παραμερίζοντας την εν λόγω Ειδοποίηση. ▬ Ενόψει του ότι οι Αιτητές μέχρι και τότε δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο της Ειδοποίησης Τύπου Ι και σε καμία ενέργεια δεν προέβησαν για την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, στις 7/2/2019 η Καθ΄ ης η Αίτηση συνέχισε τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης Υ245/1998 και απέστειλε με συστημένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση των Αιτητών την Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ, ημερομηνίας 7/2/2019 η οποία παραλήφθηκε από τον Αιτητή προσωπικά και για την Αιτήτρια 2, σύζυγο και συγκάτοικο του. Οι Ειδοποιήσεις τύπου ΙΒ επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- ▬ Στις 5/4/2019 η Καθ΄ ης η Αίτηση απέστειλε τις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ ημερομηνίας 5/4/2019 και το Δελτίο Α προς τους Αιτητές, ορίζοντας για δεύτερη φορά ημερομηνία πλειστηριασμού του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ και το Δελτίο Α επιδόθηκε στις 12/4/2019 στον Αιτητή 1 προσωπικά έναντι της υπογραφής του και στην Αιτήτρια 2 διά της αφέσεως στον Αιτητή 1, έναντι της υπογραφής του ως σύζυγος και συγκάτοικος της. Οι Ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Το υπόλοιπο μέρος της Ένορκης Δήλωσης Κογκοττή συνίσταται σε παράθεση νομικής επιχειρηματολογίας στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει από τους δικηγόρους της Καθ΄ ης η Αίτηση. Σύντομο Ιστορικό Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και καλύτερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν τα πιο κάτω γεγονότα τα οποία, με βάση τις ένορκες δηλώσεις και Τεκμήρια που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν, είναι αναντίλεκτα: Ü Στις 29/1/1998 ο Ενάγων αρ.1 και η σύζυγος του ως συνιδιοκτήτες κατά ½ εξ αδιανεμήτου μεριδίου του ακινήτου με αρ. εγγραφής 10/XXXXX, Φ/Σχ.40/640201, Τμήμα 10, Τεμάχιο XXXXX, είδος ακινήτου: Ισόγεια κατοικία στην ενορία Σωτήρος Λάρνακα, ενέγραψαν προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση την επίδικη υποθήκη με αρ. Υ245/1998 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας (Τεκμήριο 1). Ü Η επίδικη υποθήκη Υ245/1998 συστάθηκε προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την Εναγόμενη Τράπεζα προς την Εταιρεία C & A Venizelos Ltd. Ü Στις 8/9/2016 επιδόθηκε στους Αιτητές Ειδοποίηση Τύπου Ι συνοδευόμενη από την Ειδοποίηση Τύπου Θ και Κατάσταση Λογαριασμού αναφορικά με την υποθήκη με αρ. Υ245/1998 (Τεκμήρια 3 και 4). Ü Στις 7/3/2017 επιδόθηκαν στους Αιτητές η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ημερομηνίας 2/3/2017 και η Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ ιδίας ημερομηνίας. Μέσω της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ η Καθ΄ ης η Αίτηση προγραμμάτισε στις 20/6/2017 τον πρώτο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου. Ü Στις 29/3/2017 κατεχωρήθη η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Ü Στις 31/3/2017 καταχωρήθηκαν από τους Αιτητές οι Αιτήσεις/Εφέσεις με αριθμούς 19/2017 και 20/2017 στο Ε.Δ. Λάρνακας εναντίον της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ ημερομηνίας 2/3/
- Στις 8/6/2017 το Δικαστήριο εξέδωσε την Απόφαση του παραμερίζοντας την εν λόγω Ειδοποίηση. Ü Στις 7/2/2019 αποστάληκαν από την Εναγόμενη Τράπεζα προς τους Ενάγοντες Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΒ αναφορικά με το επίδικο ακίνητο και την υποθήκη Υ245/1998 (Τεκμήρια 10 και 11). Ü Στις 5/4/2019 η Καθ΄ ης η Αίτηση απέστειλε τις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ ημερομηνίας 5/4/2019 και το Δελτίο Α προς τους Αιτητές οι οποίες επιδόθηκαν σε αυτούς στις 12/4/2019, ορίζοντας για δεύτερη φορά ημερομηνία πλειστηριασμού του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου στις 29/5/2019 (Τεκμήρια 12 και 13). Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό Δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Κατά πόσο η υπό κρίση Αίτηση αποτελεί ορθό δικονομικό διάβημα Ενόψει της φύσης του κρίνεται σκόπιμη η εξέταση ως πρώτο ζήτημα εκείνο που αφορά τη θέση της Καθ΄ης η Αίτηση περί λανθασμένου ένδικου μέσου. Αποτέλεσε θέση της πλευράς της Καθ΄ης η Αίτηση Τράπεζας ότι η παρούσα Αίτηση δεν συνιστά το ορθό δικονομικό διάβημα για απαγόρευση της διαδικασίας εκποίησης της επίδικης Υποθήκης καθότι ο Νόμος και συγκεκριμένα το Άρθρο 44Γ
(3)παρέχει τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη να καταχωρήσει Αίτηση/Έφεση. Όπως υποστήριξε η κα Πιερή εκ μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση, παρά την ύπαρξη του εν λόγω ειδικού νομοθετήματος το οποίο προβλέπει τόσο το ένδικο μέσο παραμερισμού της σκοπούμενης πώλησης όσο και τις προθεσμίες και τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται, οι Αιτητές, μέσω της υπό κρίση Αίτησης, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι τον παραμερισμό της Ειδοποίησης τύπου ΙΑ και την ακύρωση του προγραμματισμένου πλειστηριασμού βασιζόμενοι στις διατάξεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 που παρέχει στο Δικαστήριο γενική εξουσία παροχής προσωρινής θεραπείας. Αναμφίβολα, η διαδικασία εκποίησης η οποία στηρίζεται στις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου μπορεί να προσβληθεί με Αίτηση/Έφεση δια της οποίας να ζητείται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ που καθορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού. Με βάση δε την πρόσφατη τροποποίηση του Ν.9/65 με το Ν.87(Ι)/18η εξασφάλιση απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αποτελεί ένα από τους λόγους που, με βάση το Άρθρο 44(Γ)
(3), δικαιολογεί την καταχώρηση Αίτησης/Έφεσης για παραμερισμό της Ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου τύπου ΙΑ. Εν προκειμένω είναι σαφές ότι οι Αιτητές έχουν προσφύγει στο Δικαστήριο καταχωρώντας Αγωγή στη βάση των προνοιών του Άρθρου 44(Β)
(3)για σκοπούς αμφισβήτησης του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου. Στο πλαίσιο δε αυτό οι διατάξεις του Νόμου 9/65, που η κα Πιερή επικαλέστηκε, δεν αποστερούν, κατά τη γνώμη μου, από τους Ενάγοντες του δικαιώματος τους να ζητήσουν την έκδοση προσωρινού διατάγματος δυνάμει του Άρθρου 32 του Ν.14/60 εφόσον, βεβαίως, πληρούνται οι διαλαμβανόμενες στο εν λόγω Άρθρο προϋποθέσεις. Εκ περισσού δε να αναφέρω ότι η θέση της κα Πιερή ότι η καταχώρηση αίτησης για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει την σκοπούμενη πώληση και στη συνέχεια η καταχώρηση έφεσης για να επιτευχθεί το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα θα απέληγε στην προώθηση παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα ενθαρρύνοντας την κατάχρηση της διαδικασίας, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να έχει έρεισμα νοουμένου ότι μέσω του ένδικου μέσου της αγωγής ο Αιτητής επεδίωκε να εγείρει λόγους που καλύπτονται από το Άρθρο 44Γ
(3). Eίναι, συνεπώς, η θέση του Δικαστηρίου, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο κ. Κασσιανής, ότι πέραν της δυνατότητας που παρέχεται, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(3)για παραμερισμό της Ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, ήτοι της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και, κατ΄ επέκταση, ακύρωσης του πλειστηριασμού δίδεται η ευχέρεια στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών του Άρθρου 44(Β)
(3)«αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». Στη βάση όλων των ανωτέρω η πιο πάνω εισήγηση δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Εξέταση Αίτησης με βάση τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα με βάση το περιεχόμενο τόσο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος όσο και της Έκθεσης Απαίτησης διαπιστώνεται ότι οι Ενάγοντες προσβάλλουν την εγκυρότητα των επίδικων Συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 29/1/1998 και/ή 24/9/2012 και/ή οποιωνδήποτε τροποποιήσεων τους στη βάση του ότι καταρτίστηκαν καθ΄υπέρβαση του Ιδρυτικού και Καταστατικού Εγγράφου της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και/ή ένεκα οικονομικού εξαναγκασμού και/ή αθέμιτης επιρροής προς τους Ενάγοντες και/ή την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και/ή ένεκα του ότι οι όροι των επίδικων Συμφωνιών είναι καταχρηστικοί, άκυροι και/ή παράνομοι. Επιπλέον προσβάλλεται η εγκυρότητα της επίδικης υποθήκης με αρ. Υ245/1998 και αμφισβητούνται τα χρεωστικά υπόλοιπα που η Εναγόμενη Τράπεζα παρουσιάζει ως οφειλόμενα. Επίσης προσβάλλεται η εγκυρότητα των επίδικων Συμφωνιών Εγγύησης λόγω παράβασης προνοιών του Ν. 1979(Ι)/2003 καθώς και ένεκα της ακυρότητας των επίδικων υποθηκών. Όπως προκύπτει από τα όσα έχουν καταγραφεί ανωτέρω και όπως ορθά έχει, κατά την άποψη μου, επισημάνει στην αγόρευση του ο κ. Κασσιανής, τα ζητήματα που εγείρονται από τους Αιτητές τόσο στο Γενικώς Οπισθογραφημένο τους Κλητήριο Ένταλμα όσο και στην Έκθεση Απαίτηση αφορούν και αναφέρονται στις πιο κάτω ενότητες ζητημάτων: (
- i)στην ακυρότητα των επίδικων υποθηκών, (
- ii)στην αντισυνταγματικότητα της επίδικης διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 που διέπουν την εν λόγω διαδικασία, και (iii) στην παρανομία και ακυρότητα της επίδικης διαδικασίας που προωθεί η Εναγόμενη Τράπεζα και στην αμφισβήτηση των ποσών, τόκων και εξόδων που απαιτούνται και αναφέρονται στις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και Τύπου ΙΑ. Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Ο Ενάγων αρ. 1 μέσω των όσων παραθέτει στην ένορκη του δήλωση αμφισβητεί την εγκυρότητα των επίδικων Υποθηκών λόγω της ύπαρξης σε αυτές όρων - τους οποίους εξειδικεύει - οι παραβιάζουν τις επιτακτικές προϋποθέσεις του Άρθρου 5 και του Άρθρου 21
(1)(γ) του Ν.9/65 διότι, αφενός ο τόκος που εκάστη επίδικη Υποθήκη καλύπτει δεν είναι καθορισμένος ή δυνάμενος να προσδιοριστεί και, αφετέρου οι επίδικες υποθήκες καλύπτουν και/ή περιλαμβάνουν έξοδα πέραν των υπό του Νόμου επιτρεπομένων. Επιπλέον επικαλείται αντισυνταγματικότητα της επίδικης διαδικασίας πώλησης και των διατάξεων του Μέρους VIA με βάση το Άρθρο 44Α που καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Μέρους του Νόμου και στις συμβάσεις υποθηκών που συνήφθησαν και καταρτίστηκαν πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του τροποποιητικού Νόμου 142(Ι)/
- Και τούτο στη βάση του ότι προκύπτει, όπως είναι ο σχετικός ισχυρισμός, ξεκάθαρη νομοθετική επέμβαση στη διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης και στην ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών μέσω της εφαρμογής μιας εντελώς διαφορετικής διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με τις δυσμενείς συνέπειες που αυτή επιφέρει για ένα εκ των συμβαλλομένων. Ακόμη ο Ενάγων αρ.1 επικαλείται παρανομία και ακυρότητα της διαδικασίας που προωθεί η Εναγόμενη Τράπεζα αναφορικά με τις επίδικες υποθήκες στη βάση του ότι τα ποσά, οι τόκοι και τα έξοδα τα οποία απαιτούνται από την Εναγόμενη βάσει των εν λόγω υποθηκών και μέσω της διαδικασίας που τροχιοδρομεί και των Ειδοποιήσεων που έχει αποστείλει είναι εντελώς παράνομα, αυθαίρετα, εσφαλμένα και αόριστα. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη χρέωνε και συνεχίζει να χρεώνει το ενυπόθηκο υπόλοιπο της υποθήκης Υ1249/2006 με μη επιτρεπόμενο επιτόκιο εφόσον το ορθό και νόμιμο επιτόκιο που όφειλε να χρεώνει ήταν και συνεχίζει να είναι το Ελάχιστο Επιτόκιο Προσφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ. Προβάλλεται, ακόμη, ότι η Εναγόμενη βάσει των επίδικων Ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΑ απαιτεί ποσά και υπόλοιπα υπερδιπλάσια του κεφαλαίου που εξασφαλίζει η επίδικη Υποθήκη. Όπως υποστηρίζεται, η επίδικη Υποθήκη, η οποία καταρτίστηκε κατά το έτος 1998, θα πρέπει να ερμηνευθεί και εφαρμοστεί βάσει του ισχύοντος τότε νομοθετικού πλαισίου που καθόριζε το θέμα του επιτοκίου, ήτοι του περί Τόκου Νόμου του 1977 που ίσχυε κατά το χρόνο εγγραφής και κατάρτισης της υποθήκης με αποτέλεσμα αφενός η Εναγόμενη να μην δικαιούτο να χρεώνει το ενυπόθηκο υπόλοιπο πέραν του υπό του περί Τόκου Νόμου επιτρεπόμενου επιτοκίου και αφτέρου οι τόκοι της υποθήκης να μην μπορούσαν να διπλασιάσουν το εξασφαλισμένο με την Υποθήκη κεφάλαιο. Στη βάση των πιο πάνω προβάλλεται ότι οι απαιτήσεις της Εναγόμενης βάσει των Ειδοποιήσεων που απέστειλε και της διαδικασίας που τροχιοδρομεί είναι παράνομες και ένεκα τούτου η διαδικασία και οι Ειδοποιήσεις που αποστάληκαν και αποτελούν μέρος της όλης διαδικασίας που προωθεί η Εναγόμενη είναι παράνομες και άκυρες. Ακόμη επικαλείται και παραβίαση του Άρθρου 95 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου 65(Ι)/2015 εφόσον η Εναγόμενη Τράπεζα προχώρησε σε απαίτηση του ενυπόθηκου υπολοίπου αναφορικά με την υποθήκη Υ1249/2006 και δεν παρείχε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με το υπόλοιπο της αρχικής σύμβασης πιστωτικών διευκολύνσεων, ούτε και προέβη σε αφαίρεση των δόσεων που καταβάλλονταν αλλά και των τόκων, χρεώσεων και εξόδων όπως καθορίζεται στο Άρθρο 95 του Ν. 65(Ι)/2015 . Η πλευρά της Εναγόμενης απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι στη Δήλωση Υποθήκης αναφέρεται ότι επί του ποσού των Λ.Κ. 120.000 θα χρεώνεται σύνθετος τόκος πάνω στο ποσό αυτό προς 8% από τις 29/01/1998 και, σε περίπτωση που θα ληφθούν νομικά μέτρα για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου, τα σχετικά έξοδα. Αντίστοιχα δε, στο ίδιο το Έγγραφο Υποθήκης και συγκεκριμένα στον όρο υπ' αριθμό 14 του εγγράφου της Υποθήκης Υ245/1998 ορίζονται τα ακόλουθα «...το μέγιστο ποσό το οποίο δεσμεύονται τα υποθηκευμένα κτήματα είναι το τελικό υπόλοιπο για το οποίο, τη μέρα της εκποιήσεως της υποθήκης αυτής, θα παραμένει απλήρωτο σε σχέση με τις υποχρεώσεις για την εξασφάλιση των οποίων συνίσταται η υποθήκη αυτή, μέχρι το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 120.000 επιπλέον ο τόκος προς 8% ή προς το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που επιτρέπεται από το νόμο. Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε, να τροποποιεί το προαναφερθέν ποσοστό επιτοκίου κατόπιν ή νωρίς γραπτή προειδοποίηση.» Στη βάση των πιο πάνω είναι η θέση της Εναγόμενης Τράπεζας ότι προκύπτει ξεκάθαρα ότι το ποσοστό του τόκου είναι καθορισμένο και μπορεί εύκολα να προσδιορισθεί. Σχετικά με τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι η Σύμβαση και η Δήλωση υποθήκης παρουσιάζεται να καλύπτει ποσά πέραν των εξόδων των διενεργούμενων σε περίπτωση λήψεως νόμιμων μέτρων προς είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους και των τόκων, η πλευρά της Εναγόμενης ισχυρίζεται ότι όροι αυτοί είναι έγκυροι, νόμιμοι και δεσμευτικοί και υπογράφηκαν κατόπιν της ελεύθερης συναίνεσης των Αιτητών και κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας και ότι, ως εκ τούτου, οι Αιτητές κωλύονται να αμφισβητούν την νομιμότητα και την εγκυρότητα του όρου αυτού καθότι ουδέποτε αντιτέθηκαν στην συμπερίληψη του στην επίδικη υποθήκη. Ισχυρίζεται δε ότι, σε κάθε περίπτωση, ο Ν.9/1965δεν απαγορεύει κάτι τέτοιο και οι εν λόγω όροι δεν αποκλείουν το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να_γνωρίζει το εκάστοτε εξασφαλιζόμενο δια της υποθήκης οφειλόμενο ποσό και να εξοφλήσει την υποθήκη αλλά ούτε και καθιστούν ολόκληρη τη σύμβαση υποθήκης άκυρη ή παράνομη. Επιπλέον προβάλλεται ότι από τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών οι Αιτητές ουδέποτε αποτάθηκαν στην Καθ' ης η Αίτηση για να μάθουν ποιο είναι το εκάστοτε δια της Υποθήκης οφειλόμενο ποσό εφόσον, ως διατείνονται οι Αιτητές, δεν γνώριζαν ποιο είναι αυτό. Ούτε, προστίθεται, προσφέρθηκαν ποτέ να εξοφλήσουν το εξασφαλιζόμενο δια της επίδικης υποθήκης ποσό, ούτε και εξέφρασαν τέτοια πρόθεση για εξόφληση του οφειλόμενο ποσού ώστε να ενεργοποιήσουν το εξ επιείκειας δικαίωμα τους για εξόφληση και εξάλειψη της υποθήκης. Στη βάση των πιο πάνω υποστηρίζεται ότι καθίσταται πρόδηλο ότι καμία ειλικρινής και γνήσια πρόθεση υπάρχει από τους Αιτητές για άσκηση του εν λόγω δικαιώματος το οποίο, όπως αναφέρεται, απλώς το επικαλούνται με τρόπο κακόπιστο επιδιώκοντας να πλήξουν την νομιμότητα της επίδικης υποθήκης. Επιπλέον η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το Μέρος VIA του Ν.9/65 που ρυθμίζει τη διαδικασία εκποίησης υποθήκης σε περίπτωση που το χρέος το οποίο εξασφαλίζεται με την εν λόγω υποθήκη καταστεί πληρωτέο και/ή υπερήμερο δεν επεμβαίνει καθ΄οιονδήποτε τρόπο στις ήδη συμφωνημένες υποχρεώσεις και δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη και του ενυπόθηκου δανειστή υποθήκης που δημιουργήθηκαν πριν τη θέσπιση του Μέρους VIA. Υποστηρίζεται δε ότι το Μέρος VIA του Νόμου αποτελεί μια εναλλακτική μέθοδος του ενυπόθηκου δανειστή δια της οποίας μπορεί να ικανοποιήσει τα οφειλόμενα εις αυτόν ποσά, η ενεργοποίηση της οποίας υφίσταται όταν ο ίδιος ο ενυπόθηκος οφειλέτης παραλείπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του έναντι του ενυπόθηκου δανειστή. Συνακόλουθα, η εφαρμογή του επίδικου Νόμου αποσκοπεί στη τήρηση των συμφωνηθέντων καθότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν εισπράξει τα εξ' αποφάσεως οφειλόμενα ποσά και προς το σκοπό αυτό χρησιμοποιούν την παραχωρηθείσα εξασφάλιση. Προβάλλεται ακόμη ότι ουδεμία δυσμενής συνέπεια προκαλούν οι τροποποιήσεις του Ν.9/65 καθότι από το 1998 που οι Αιτητές ενέγραψαν την επίδικη Υποθήκη προς όφελος της Καθ΄ης η Αίτηση γνώριζαν ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είχε το δικαίωμα να προχωρήσει με εκποίηση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση παραβίασης από του Αιτητές των υποχρεώσεων τους που προέκυπταν από τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν προς τον πρωτοφειλέτη ή όταν παραβίαζαν τους όρους του Εγγράφου Υποθήκης. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι αξιώνονται παράνομα, αυθαίρετα και εσφαλμένα ποσά, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το απαιτητό δυνάμει της επίδικης Υποθήκης ποσό και τόκος είναι καθόλα ορθό, νόμιμο και σύμφωνο με τους όρους των επίδικων Συμφωνιών και της σχετικής Νομοθεσίας. Παράλληλα υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών είναι γενικοί και χωρίς τεκμηρίωση ενώ δεν αναφέρεται ποια ποσά θεωρούν ότι είναι τα ορθά οφειλόμενα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Αιτητών περί εφαρμογής του περί Τόκου Νόμου του 1977 η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο περί Τόκου Νόμος 1977 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υποθήκη Υ245/1998, αν και καταρτισθείσα το 1998, καθότι κατά την 24/09/2012 όπου συμφωνήθηκε ρητά ότι η υποθήκη Υ245/1998 θα εξασφαλίζε το Δάνειο που παραχωρήθηκε δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 24/09/2012, μεταξύ άλλων, προς εξόφληση προηγούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ήταν ο περί Ελευθεροποιήσεως Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος
- Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών δεν είναι επί του παρόντος για να κριθεί. Το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση των Εναγόντων, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα οι Αιτητές έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η Αίτηση δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όλα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας εκ μέρους των Αιτητών/Εναγόντων και, ως εκ τούτου, καθόσον αφορά αυτούς πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
- Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[6] Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[7] Αποτέλεσε θέση των Αιτητών ότι, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα και λάβει χώρα ο ορισμένος πλειστηριασμός και πωληθεί το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας τους που αποτελεί την κύρια και οικογενειακή κατοικία τους αλλά και την κατοικία των θυγατέρων και των οικογενειών τους, τότε ουδέποτε οι ίδιοι θα αποκατασταθούν στην προγενέστερη του πλειστηριασμού κατάσταση αφού θα απολέσουν μια για πάντα την περιουσία τους. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει προβληθεί η θέση από τους Αιτητές ότι η οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση/Εναγόμενης είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν Απόφαση υπέρ τους και ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αποτελεί ένα καθόλα φερέγγυο Τραπεζικό ίδρυμα, κάτι που η πλευρά των Αιτητών δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο, με συνεπακόλουθο να υφίσταται οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης των Αιτητών στην περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους. Εν πάση δε περιπτώσει ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους, πέραν του ότι έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της Εναγόμενης, ακόμη και στην περίπτωση που ο εν λόγω ισχυρισμός εκληφθεί ως δεδομένος, δεν θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση του θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή ο Αιτητής χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για την μη έκδοση του[8]. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι, συνεπώς, η κατάληξη μου ότι οι Αιτητές απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Καθ΄ης η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα της. Οι Αιτητές να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ . Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδη ς ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπ ρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. [7] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.
- [8] Δέστε Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο