AL ASSAM κ.α. ν. LATIMER (MANAGEMENT SERVICES) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής:376/2019, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:376/2019 Μεταξύ:
- XXXXX XXXXX AL ASSAM
- XXXXX AL ASSAM
- XXXXX ABU ALTIMEN
- XXXXX AL ASSAM
- XXXXX AL ASSAM
- XXXXX XXXXX KHALIL BAMIEH
- XXXXX AL ASSAM δια των πλησιέστερων φίλων και κηδεμόνων και γονέων του XXXXX AL ASSAM και XXXXX XXXXX KHALIL BAMIEH
- XXXXX AL ASSAM δια των πλησιέστερων φίλων και κηδεμόνων και γονέων του XXXXX AL ASSAM και XXXXX ANDRIA KHALIL BAMIEH
- ASSAM FAMILY TRUST LIMITED Εναγόντων/Αιτητών Και
- LATIMER (MANAGEMENT SERVICES) LIMITED
- XXXXX ΚΟΙΛΙΑΡΗΣ
- XXXXX ΠAPTΕΛΛΑΣ
- XXXXX ΤΣΟΥΒΕΛΕΚΑΚΗΣ
- OPPENHEIM CAPITAL LIMITED
- OPPENHEIM HOLDINGS (UK) LIMITED
- GUY CNG OPPENHEIM
- AAA GROUP INC.
- HROSTENCO CORPORATION Εναγόμενων/Καθ' ών η αίτηση Αίτηση ημερ. 19/4/2019 για Παραμερισμό Επίδοσης Ημερομηνία: 31/5/2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 8 και 9/Αιτητές: Χ. Σατσιάς και Χ. Πογιατζής για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο ΔΕΠΕ. Για Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση: Α. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιζητούμενες θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν την ακύρωση και/ή παραμερισμό των ακόλουθων εγγράφων: I. Του Κλητηρίου Εντάλματος ημερ. 2/4/2019 και/ή της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος. II. Του Προσωρινού Διατάγματος ημερ. 4/4/2019 που εξεδόθη στο πλαίσιο της Μονομερούς Αίτησης για Προσωρινά διατάγματα ημερ. 2/4/
- III. Της μονομερούς Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα ημερ. 2/4/2019, της Ένορκης Δήλωσης η οποία τη συνοδεύει καθώς και οποιωνδήποτε τεκμηρίων επισυνάπτονται σε αυτή. IV. Του Διατάγματος του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 5/4/2019 το οποίο εξεδόθη στο πλαίσιο της Μονομερούς Αίτησης για χορήγηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης των σχετικών με την παρούσα Αγωγή εγγράφων ημερ. 5/4/
- V. Της μονομερούς Αίτησης για χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης των σχετικών με την παρούσα Αγωγή εγγράφων ημερ. 5/4/
- Νομική βάση Αίτησης Η νομική βάση της Αίτησης εδράζεται στη Δ.5, θ.θ. 1-10, Δ.5Α, Δ.6, θ.θ.1-9, Δ.16, θ.9, Δ.17, θ.10, Δ.27, θ.θ.3, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1-9 και 13 και Δ.64, θ.θ. 1- 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 2, 21, 31, 32, 43, 45 και 47 του Νόμου 14/60, στα Άρθρα 3 και 7 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο 69(Ι)/1992, στον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο Κεφ.193, στον Κυρωτικό Νόμο 40/1982 περί της Συμβάσεως της Χάγης περί της εν τη αλλοδαπή επίδοση δικαστικών ή άλλων εγγράφων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στα Άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ, στα Άρθρα 30, 169 και 179 του Συντάγματος καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Εναγόμενου 3 Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 3 ο οποίος είναι ένας εκ των Διευθυντών της Εναγόμενης 1 και δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Εναγόμενο 2, την Εναγόμενη 8 και την Εναγόμενη 9 να προβεί στη σχετική Ένορκη Δήλωση. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Στις 2/4/2019 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δια Κλητηρίου Εντάλματος Τύπου Δ.2, θ.1 με την οποία αξιώνουν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για διάφορες κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραξίες. · Την ίδια ημέρα οι Ενάγοντες καταχώρησαν Μονομερή Αίτηση για Παρεμπίπτοντα Διατάγματα υποστηριζόμενη από Ένορκη Δήλωση του Γ. Κασίνη. · Στις 4/4/2019 το Δικαστήριο εξέδωσε Προσωρινά Διατάγματα Παγοποίησης Περιουσιακών Στοιχείων των Εμπιστευμάτων, Αποκάλυψης και Φύλαξης των Εγγράφων τα οποία ανήκουν στα υπό κρίση Εμπιστεύματα. Ακολούθως δυνάμει της Απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 11/4/2019 το Διάταγμά ως το Β(α) της Αίτησης αναστάληκε μέχρι την εκδίκαση και έκδοση Απόφασης επί της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα ημερ. 2/4/2019 πρωτοδίκως. · Μετά από Αίτηση των Εναγόντων ημερ. 5/4/2019 εκδόθηκαν διατάγματα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατης επίδοσης σχετικά με τους Εναγόμενους 4 -
- · Σχετικά με την επίδοση των Εγγράφων προς τις Εναγόμενες 8 και 9 σύμφωνα με τα στοιχεία 4(β) και 5(γ) του Διατάγματος, ημερ. 5/4/2019, τα Έγγραφα που επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 1 δεν συνοδεύονταν από Ένορκη Δήλωση Μετάφρασης τους στα Αγγλικά. · Στη βάση ενημέρωσης των δικηγόρων που χειρίζονται την υπόθεση ο ομνύοντας δηλώνει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται κατά τόπο αρμοδιότητας να εκδικάσει καθότι: (α) Οι κατ΄ ισχυρισμόν πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγομένων ως αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση Κασίνη δεν φαίνεται να επισυνέβησαν εντός της δικαιοδοσίας του Ε.Δ. Λάρνακας. (β) Οι Συμφωνίες για την Εγκαθίδρυση των Εμπιστευμάτων δεν συνομολογήθηκαν εντός της δικαιοδοσίας του Ε.Δ. Λάρνακας. (γ) Ουδείς εκ των Εναγομένων διαμένει και/ή διεξάγει επάγγελμα εντός της επαρχίας Λάρνακας. · Η μόνη πιθανή σύνδεση που διαφαίνεται από την Ένορκη Δήλωση Κασίνη καθώς και την Αγωγή, με την τοπική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, είναι το γεγονός ότι η Ενάγουσα 9 έχει την έδρα της στη Λάρνακα χωρίς αυτό να είναι αρκετό για να μπορεί το Δικαστήριο να αναλάβει αρμοδιότητα. · Στη βάση συμβουλής που ο ομνύοντας τυγχάνει από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση δηλώνει ότι η επίδοση στους Εναγόμενους 8 και 9 του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Ειδοποίησης και του Προσωρινού Διατάγματος ημερ. 4/4/2019, είναι αντίθετη με το Νόμο και τους Θεσμούς διότι: (α) Η επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5/4/2019 και/ή το Νόμο και/ή τους σχετικούς Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και/ ή τις Διεθνείς Συμβάσεις. (β) Οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος για τους Εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας. · Στη βάση πάντοτε νομικής συμβουλής που ο ομνύων τυγχάνει δηλώνει ότι υπήρξε παράλειψη πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από πλευράς των Εναγόντων. Ένσταση-Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο του 1992 (Ν. 69
(1)/1992) ως έχει τροποποιηθεί με ιδιαίτερη μνεία στα Άρθρα 2, 3, 4, 9, 10, 11,1 ΙΑ, 12 Α, 12 Β και 12 Γ, στον Περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο (Κεφ. 193), στη Σύμβαση της Χάγης περί του νόμου που εφαρμόζεται σε εμπιστεύματα και περί της αναγνώρισης αυτών Νόμος του 2017 (Κυρωτικός Νόμος 4(ΙΙΙ)/2017), στον ΕΚ 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις με ιδιαίτερη μνεία στα Άρθρα 8
(1), 25 και 26,
(5)στις πρόνοιες του ΕΚ 1393/2007 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στη Δ.2, θ.2, Θ.θ.1-10, Δ.5Α, Δ.5,θθ1-10, Δ.6, θ.θ.1,3-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 29-32, 41,43 και 47 του Ν.14/
- Στην Ένσταση εξειδικεύονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι λόγοι Ένστασης: § Η Αίτηση είναι πρόωρη, απαράδεκτη και θνησιγενής εφόσον καταχωρήθηκε σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και/ή δεν προωθήθηκε στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας και κατά παράβαση της προβλεπόμενης διαδικασίας. § Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και οι αξιούμενες θεραπείες είναι νόμω και ουσία αβάσιμες § Οι Αιτητές συγκατένευσαν και έθεσαν τον εαυτό τους οικειοθελώς στη δικαιοδοσία του Ε.Δ. Λάρνακας ή/και αποδέχθηκαν τη δικαιοδοσία του Ε.Δ. Λάρνακας και, επομένως, κωλύονται (estopped) ή/και εμποδίζονται ή/και δεν νομιμοποιούνται να προβάλλουν τις θέσεις ή/και αξιώσεις που προωθούνται με την υπό κρίση Αίτηση § Τα Κυπριακά Δικαστήρια και συγκεκριμένα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είναι καθόλα αρμόδιο με βάση την Ευρωπαϊκή και Εθνική νομοθεσία και νομολογία για να εκδικάσει την παρούσα δικαστική διαδικασία ή/και να αποδώσει τις εξαιτούμενες στην Αγωγή θεραπείες και, επομένως, είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 04/04/2019 (το Προσωρινό Διάταγμα) και το Διάταγμα Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης στους Αιτητές, ημερομηνίας 05/04/2019 (το Διάταγμα Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας). § Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και ούτε δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ακύρωσης ή/και παραμερισμού του Προσωρινού Διατάγματος ή/και του Διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και ούτε ευσταθεί το αίτημα για παραπομπή της Αγωγής στο Ε.Δ. Λευκωσίας εφόσον το Ε.Δ. Λάρνακας έχει δικαιοδοσία και κατά τόπον αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή. § Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ή/και δεν παρουσιάζεται οποιοσδήποτε βάσιμος ή/και επαρκής λόγος για την ακύρωση ή/και τον παραμερισμό της επίδοσης που έγινε στους Αιτητές ή/και δεν δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η απόδοση των αιτούμενων θεραπειών. § Είναι φανερό ότι οι Αιτητές έλαβαν πλήρη και αποτελεσματική γνώση για την παρούσα διαδικασία και καλώς γνωρίζουν και είναι πλήρως ενήμεροι των γεγονότων της υπόθεσης, των θέσεων και των αξιώσεων των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα που τους στάληκαν για επίδοση. § Οι ισχυρισμοί περί αντικανονικής επίδοσης στους Αιτητές είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι ή/και αόριστοι ή/και προβάλλονται εντελώς τυπολατρικά ή/και εν πάση περιπτώσει δεν ευσταθούν, ούτε μπορούν να οδηγήσουν στον παραμερισμό του Διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή της επίδοσης που διενεργήθηκε στους Αιτητές. § Σε κάθε περίπτωση ή/και διαζευκτικά, οι Αιτητές δεόντως έλαβαν γνώση της παρούσας διαδικασίας μέσω της επίδοσης που διενεργήθηκε σε αυτούς και, ως εκ τούτου, οι Αιτητές κωλύονται (estopped) να εξαιτούνται απόρριψη ή/και ακύρωση του Διατάγματος Επίδοσης Εκτός Δικαιδοσίας ή/και της επίδοσης που πραγματοποιήθηκε σε αυτούς, δοθέντος του ότι έλαβαν γνώση και/ή ενημερώθηκαν με πρόσφορο, αποτελεσματικό και ασφαλή τρόπο για την ύπαρξη της παρούσας διαδικασίας ή/και ενημερώθηκαν εγκαίρως και πλήρως για την παρούσα δικαστική διαδικασία με αποτέλεσμα να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου εγκαίρως. Η διενεργηθείσα επίδοση της ως άνω Αγωγής και των σχετικών δικαστικών εγγράφουν στους Αιτητές σε καμία περίπτωση δεν τους έθεσε σε δυσμένεια, τουναντίον οι ίδιοι έλαβαν δεόντως και εγκαίρως γνώση για την παρούσα δικαστική διαδικασία. § Το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας που αφορά τους Αιτητές δεν ευσταθεί ή/και παντελώς αβάσιμα και ανεδαφικά προωθείται. § Η Αίτηση ασκείται κακόπιστα ή/και καταχρηστικά ή/και για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας ή/και γίνεται με σκοπό να παρακωλύσει την εκδίκαση της Αίτησης Προσωρινού Διατάγματος ή/και την οριστικοποίηση του Προσωρινού Διατάγματος εντός ευλόγου χρόνου ή/και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς Ένορκη Δήλωση Μ. Αβραάμ Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μ. Αβραάμ, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται, οι λόγοι Ένστασης και απορρίπτονται οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί των Αιτητών. Ιστορικό με βάση το φάκελο της δικογραφίας Από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης: ► Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή καταχωρήθηκε στις 2/4/2019 από τους Καθ΄ ων η Αίτηση/Ενάγοντες διά Κλητηρίου Εντάλματος Γενικώς Οπισθογραφημένου. Την ίδια ημέρα, οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν στο πλαίσιο της Αγωγής την μονομερή Αίτηση για Παρεμπίπτοντα Προσωρινά Διατάγματα Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα, η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Κασίνη ημερομηνίας 02/04/2019 (η «Ε/Δ Κασίνη»). ► Το Δικαστήριο ενέκρινε την εν λόγω Αίτηση εκδίδοντας στις 04/04/2019 μονομερώς Προσωρινά Διατάγματα Παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων, Αποκάλυψης και Φύλαξης των Εγγράφων τα οποία ανήκουν στα υπό κρίση Εμπιστεύματα Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Προσωρινού Διατάγματος, το Δικαστήριο διέταξε την παγοποίηση της περιουσίας που ανήκει άμεσα ή έμμεσα σε δύο διεθνή κυπριακά εμπιστεύματα με την ονομασία «THE HAMZA FAMILY TRUST» και «THE AAA FAMILY TRUST» (συλλογικά τα «Εμπιστεύματα»), και επίσης εξέδωσε διατάγματα αποκάλυψης και φύλαξης εναντίον της εταιρίας LATIMER (MANAGEMENT SERVICES) LIMITED/Εναγόμενης 1 στην Αγωγή (η «Latimer»). ► Στις 5/4/2019, με Αίτηση τους της ίδιας ημερομηνίας, οι Ενάγοντες εξασφάλισαν Διάταγμα του Δικαστηρίου που επέτρεπε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, μεταξύ άλλων, στους Αιτητές των ακόλουθων δικαστικών εγγράφων: (ι) της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος της Αγωγής, (ιι) της Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, (ιιι) του Προσωρινού Διατάγματος, (iv) της προαναφερόμενης μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 5/4/2019 για παροχή άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης των σχετικών με την παρούσα Αγωγή δικαστικών εγγράφων (η «Αίτηση για Υποκατάστατη Επίδοση»), και (ν) του προαναφερόμενου Διατάγματος ημερομηνίας 5/4/2019 που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Αίτησης για Υποκατάστατη Επίδοση (το «Διάταγμα για Υποκατάστατη Επίδοση»). ► Στις 10/4/2019, οι Αιτητές εμφανίστηκαν στη διαδικασία δια μέσω των δικηγόρων τους για σκοπούς της Αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα και με ρητή δήλωση στην οποία προέβησαν, επιφύλαξαν πλήρως τα δικαιώματα τους για να καταχωρήσουν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και την επίδοση των Εγγράφων που τους έγινε. Περαιτέρω, κατά την πιο πάνω εμφάνιση, η Εναγόμενη 1 (Latimer) υπέβαλε αίτημα αναστολής της ισχύος του Διατάγματος αποκάλυψης που εκδόθηκε εναντίον της στη βάση του Προσωρινού Διατάγματος και/ή παράταση του χρόνου συμμόρφωσης με το Διάταγμα Αποκάλυψης μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα. ► Στις 11/04/2019, το Δικαστήριο διέταξε την αναστολή της ισχύος του προαναφερόμενου Διατάγματος αποκάλυψης και/ή παρέτεινε το χρόνο συμμόρφωσης της Εναγόμενης 1 με το Διάταγμα Αποκάλυψης υπό στοιχείο Β(α) της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης. Συγκεκριμένα παρέτεινε το χρόνο συμμόρφωσης της Εναγόμενης 1 (Latimer) με το Διάταγμα αποκάλυψης (δεύτερο διατακτικό του Προσωρινού Διατάγματος) μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ακρόασης της Αίτησης για Προσωρινά Διατάγματα και, περαιτέρω, παρέτεινε το χρόνο συμμόρφωσης της Εναγόμενης 1 (Latimer) με το Διάταγμα καταχώρισης των εγγράφων (τρίτο διατακτικό του Προσωρινού Διατάγματος) μέχρι τις 19/04/2019 και ώρα 9:00πμ. Κατά την πιο πάνω εμφάνιση, και πάλι οι Αιτητές δήλωσαν ότι εμφανίζονται υπό την πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους. ► Η Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα είχε αρχικά οριστεί για ακρόαση στις 14/5/2019, ενώ είχαν δοθεί οδηγίες από το Δικαστήριο όπως η Ένσταση των Αιτητών καταχωρηθεί μέχρι τις 8/5/
- ► Στις 19/04/2019 καταχωρήθηκαν από πλευράς Εναγόμενης 1 (Latimer) στο Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Λάρνακας έγγραφα τα οποία αφορούν τα επίδικα Εμπιστεύματα στο πλαίσιο συμμόρφωσης με το τρίτο διατακτικό του Προσωρινού Διατάγματος (ως έχει τροποποιηθεί). ► Την ίδια ημέρα, ήτοι 19/4/2019, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 8 και 9 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και ταυτόχρονα καταχώρησαν Αίτηση Παραμερισμού και/ή Ακύρωση των Προσωρινών Διαταγμάτων λόγω ισχυριζόμενης έλλειψης τοπικής αρμοδιότητας του Ε.Δ. Λάρνακας να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή και/ή λόγω αντικανονικής επίδοσης. ► Στις 22/4/2019 η Εναγόμενη 1 καταχώρησε μονομερή Αίτηση διά της οποίας αιτήθηκε την τροποποίηση του Διατάγματος υπό στοιχείο (Γ) καθώς και την αναστολή του αιτήματος έρευνας των δικηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με Ενδιάμεση Απόφαση που δόθηκε αυθημερόν. ► Στις 25/04/2019 οι Εναγόμενοι 4, 5, 6 και7/Αιτητές προχώρησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης για Παραμερισμό και/ή Ακύρωση των Διαταγμάτων λόγω ισχυριζόμενης έλλειψης τοπικής αρμοδιότητας του Ε.Δ. Λάρνακας να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή και/ή λόγω αντικανονικής επίδοσης. ► Στις 25/04/2019 οι Αιτητές καταχώρισαν, επίσης, Αίτηση στο Δικαστήριο με την οποία αιτήθηκαν την παράταση του χρόνου καταχώρισης ένστασης στην Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα με σκοπό να εξεταστεί προηγουμένως από το Δικαστήριο η Αίτηση Παραμερισμού ίδιας ημερομηνίας. ► Στις 3/5/2019 οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 8 και 9 καταχώρισαν, επίσης, Αίτηση στο Δικαστήριο με την οποία αιτήθηκαν την παράταση του χρόνου καταχώρισης ένστασης στην Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα με σκοπό να εξεταστεί προηγουμένως από το Δικαστήριο η Αίτηση που καταχώρησαν ημερ. 19/4/2019 για Παραμερισμό. Την ίδια μέρα οι Καθ΄ων η Αίτηση καταχώρησαν την Ένσταση τους στην Αίτηση των Εναγομένων 1-3, 8 και 9 για παραμερισμό (Πρώτη Αίτηση). ► Στις 06/05/2019 το Δικαστήριο, αφού άκουσε όλες τις πλευρές, με ενδιάμεση Απόφασή του, η οποία δόθηκε αυθημερόν, έκρινε ότι είναι δικονομικά ορθότερο όπως προηγηθεί η εκδίκαση της Πρώτης και της Δεύτερης Αίτησης, ήτοι των δύο Αιτήσεων Παραμερισμού που καταχωρήθηκαν από τους Εναγόμενους. Όρισε δε τις δύο Αιτήσεις παραμερισμού για ακρόαση στις 14/5/2019 παρατείνοντας παράλληλα τον χρόνο καταχώρησης της Ένστασης στην Αίτηση για προσωρινά Διατάγματα για περίοδο 10 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της Απόφασης του Δικαστηρίου και στις δύο Αιτήσεις. ► Στις 7/5/2019 οι Εναγόμενοι 4 - 7 καταχώρησαν Εμφάνιση υπό Διαμαρτυρία στην παρούσα Αγωγή. ► Στις 10/5/2019 οι Καθ΄ων η Αίτηση καταχώρησαν την Ένσταση τους στην Αίτηση των Εναγομένων 4, 5, 6 και 7 (Δεύτερη Αίτηση). Κατά πόσο οι Αιτητές συγκατατέθηκαν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Προβλήθηκε από τους Ενάγοντες/Καθών η Αίτηση ότι προχώρησαν σε διαβήματα πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης τα οποία τους εμποδίζουν από του να προωθούν ισχυρισμούς περί αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Ε.Δ. Λάρνακας. Εν πρώτοις η εμφάνιση των συνηγόρων των Εναγομένων στις 10/4/2019 κατά την οποία ζήτησαν χρόνο για καταχώρηση ένστασης στην Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα δεν τους εμπόδιζε να εγείρουν ζητήματα αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας όπως αυτά εγείρονται στην υπό κρίση Αίτηση. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD
(2012)1 Α.Α.Δ. 549 στην οποία έχω παραπεμφθεί «Η εμφάνιση και ένσταση επί του ex-parte εκδοθέντος συντηρητικού διατάγματος δεν σήμαινε βέβαια και άνευ όρων αποδοχή της δικαιοδοσίας εφόσον καθηκόντως όφειλε η εταιρεία να αμφισβητήσει τη μονομερή αίτηση, (Steven Gee: Commercial Injuctions 5η έκδ. σελ. 716-717, παρ. 23.018)». Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι ούτε η εμφάνιση στις 22/4/2019 μπορεί να εκληφθεί ως αποδοχή της δικαιοδοσίας με δεδομένο ότι στις 19/4/2019 είχε προηγηθεί καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και ταυτόχρονα καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση. Μάλιστα η καταχώρηση απευθείας εμφάνισης υπό διαμαρτυρία με την ταυτόχρονη καταχώρηση αίτησης παραμερισμού είναι ανάμεσα στις επιλογές που τίθενται σε ένα Εναγόμενο με βάση τις πρόνοιες της Δ.16, θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, θεωρώ ότι η σχετική εισήγηση των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ζήτημα Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Με βάση τη σχετική νομολογία τα ζητήματα δικαιοδοσίας είναι θεμελιακά και αντιμετωπίζονται ως ζητήματα δημόσια τάξης ενώ εγείρονται και αποφασίζονται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Αποτελεί δε καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει ζητήματα δικαιοδοσίας ακόμη και αυτεπάγγελτα και μόνο αν διαπιστώσει ότι κέκτηται αρμοδιότητας να προχωρήσει με την ανάληψη δικαστικής εξουσίας καθώς ενδεχόμενη έλλειψη αρμοδιότητας να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 C.L.R. 566 είναι κατατοπιστικό: "However, with all respect to the learned Judge, his first and paramount duty was to examine the question of jurisdiction and only if he found that he had jurisdiction, he could have proceeded to examine further the application before him on its merits. He was not asked in this particular case to proceed to answer a hypothetical question as to whether Rent Control Courts had jurisdiction to make declaratory judgments. He had a concrete case before him based on certain facts which he had to examine on the basis of the Law and authorities and pronounce his judgment. But before doing so, he ought to have examined the issue of jurisdiction. He should not in any way proceed to a judicial act if he had no jurisdiction;.."[1] (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επισημαίνεται ότι τα Επαρχιακά Δικαστήρια ασκούν τη δικαιοδοσία τους με βάση το Νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους. Η ανάληψη και άσκηση δικαστικής εξουσίας από τα Επαρχιακά Δικαστήρια συναρτάται τόσο από την καθ΄υλην όσο και την κατά τόπο αρμοδιότητα τους. Η πιο κάτω περικοπή από την υπόθεση Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240 είναι απόλυτα σχετική: «Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα δικαστήρια με την έννοια που ενέχει ο όρος στο Άρθρο 152 του Συντάγματος. Τόσο η δικαιοδοσία όσο και οι εξουσίες των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται στο νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 158 του Συντάγματος. Ο νόμος που διέπει τη σύσταση και καθορίζει τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων είναι ο Περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960 (Ν. 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί κατά καιρούς). Η πολιτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου καθορίζεται στο Άρθρο 22 του Νόμου. Με το άρθρο αυτό καθορίζεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και η δικαιοδοσία των μελών του. Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που καθορίζονται στο άρθρο 22 αρμοδιότητα η οποία ασκείται από τα μέλη του στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που τους παρέχεται. [Βλ. Efthymiadou ν. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, 346 και Πασχαλίδης και Άλλοι ν. Γιασεμίδη και Άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1330]. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν συναρτάται μόνο με την καθ' ύλην αλλά και με την κατά τόπον αρμοδιότητα του, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 21 του Ν. 14/60.» Σύμφωνα με τους όρους του δικαιοδοτικού νόμου η ανάληψη και άσκηση δικαστικής εξουσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο συναρτάται τόσο με την καθ' ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα του. Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφεαυτής βάση δικαιοδοσίας. (Βλ. Kyriakos Theofanous ν. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou ν. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88). (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως είναι νομολογημένο, «Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του»[2]. Η εγκυρότητα των διαταγμάτων του Δικαστηρίου συναρτάται άμεσα τόσο από την τοπική όσο και την καθ΄υλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Η ύπαρξη δικαιοδοσίας προς επίλυση της αναφυόμενης διαφοράς αποτελεί προϋπόθεση για την εκδίκαση της υπόθεσης. Σχετική παραπομπή γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χαράλαμπου Θεοδώρου, Εμπορευόμενου με την εμπορική επωνυμία P. Th. Survival
(2010)1 Α.Α.Δ. 572: «Μελέτησα με προσοχή όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία και καθοδηγήθηκα, μεταξύ άλλων, και από την απόφαση στην Αίτηση του Σταυρή Θεοδούλου
(1990)1 Α.Α.Δ.
- Στην απόφαση εκείνη ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, εξέτασε ζήτημα τοπικής αρμοδιότητας Επαρχιακών Δικαστηρίων καθώς και την εμβέλεια των Άρθρων 21 και 23 του Ν. 14/
- Παρατήρησε, μεταξύ άλλων, ότι: «Η εγκυρότητα των διαταγμάτων του δικαστηρίου συναρτάται άμεσα με την τοπική και καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου». Θεωρώ ότι εφόσον το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπως αναγνώρισε και το ίδιο, δεν είχε τοπικήν αρμοδιότητα να επιληφθεί της προαναφερόμενης αγωγής, εξού και την παρέπεμψε στο κατά τόπον αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο, ακολουθώντας την προαναφερόμενη διαδικασία, δεν είχε, κατ' επέκταση, και αρμοδιότητα (τοπικήν αρμοδιότητα) να εκδώσει και το προαναφερόμενο παρεμπίπτον διάταγμα στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγωγής και επομένως δεν είχε και την εξουσία να διατάξει όπως το προαναφερόμενο διάταγμα συνεχίσει να παραμένει σε ισχύ παρά την παραπομπή την αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο. Είναι προφανές, από τα προαναφερόμενα, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενεργώντας όπως ενήργησε, υπερέβη τη δικαιοδοσία και την εξουσία του και επομένως η απόφαση του υπόκειται σε ακύρωση με προνομιακό ένταλμα Certiorari [..] Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω εγκρίνεται η αίτηση και εκδίδεται προνομιακό ένταλμα Certiorari ως η παράγραφος (α) του αιτητικού της υπό εξέταση αίτησης δια κλήσεως. Με το εκδιδόμενο διάταγμα ακυρώνεται το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 22.1.2010, χωρίς να κέκτηται τοπικήν αρμοδιότητα και/ή δικαιοδοσία.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται θεμάτων που άπτονται της δικαιοδοσίας του σ΄ οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο είναι σε θέση να διαγνώσει ότι στερείται αρμοδιότητας, τότε, οφείλει να μην προχωρήσει πιο πέρα γιατί ως αναρμόδιο, η όποια απόφασή του, δεν θα μπορούσε να έχει νόημα. Οι πιο πάνω αρχές έχουν επαναληφθεί και σε πιο πρόσφατη νομολογία. Στην υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
(2013)1 A.A.Δ. 2182 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd ν. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446, και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Της Βιομηχανίας Υποδημάτων E Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. μεταξύ άλλων Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. Homeros Th. Courtis and others v. Panos K. lasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd ν. United Sea Transport Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι ένα πολιτικό δικαστήριο για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτοχρόνως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα (Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.I.c. κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, 844)». Οι διατάξεις του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου (Ν.69
(1)/1992) που αφορούν στο ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εντοπίζονται στη βάση της συνδυασμένης εφαρμογής των Άρθρων 2 και 12 Β του εν λόγω Νόμου. Το Άρθρο 12Β του Ν.69(Ι)/1992 προνοεί τα εξής: Δικαιοδοσία 12Β. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στην περίπτωση που: (α) το εφαρμοστέο δίκαιο εμπιστεύματος ή συγκεκριμένης πτυχής του εμπιστεύματος είναι το δίκαιο της Δημοκρατίας· (β) ο επίτροπος οποιουδήποτε εμπιστεύματος είναι κάτοικος της Δημοκρατίας· (γ) εταιρεία ενεργεί ως επίτροπος εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών, εφόσον αυτή έχει συσταθεί στη Δημοκρατία· (δ) οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του εμπιστεύματος βρίσκεται στην Δημοκρατία· (ε) η διοίκηση οποιουδήποτε εμπιστεύματος διεξάγεται στην Δημοκρατία· (στ) τα μέρη αποδέχονται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου· (ζ) το έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα περιέχει πρόβλεψη για παραπομπή των διαφορών στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας: Νοείται ότι τέτοια δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός εάν στο έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα προβλέπεται διαφορετικά. Όπως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 12Β, αυτά αφορούν κυρίως στην ανάληψη διεθνούς δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η διεθνής δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων δεν αμφισβητείται. Όπως δε η πλευρά των Αιτητών επεσήμανε, δεν αμφισβητείται ότι ορθώς η παρούσα Αγωγή κατεχωρήθη στην Κύπρο. Ό,τι αμφισβητείται είναι η τοπική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Επιστρέφοντας στο Ν.69
(1)/1992 αυτό που είναι σημαντικό για τους σκοπούς της παρούσας Αίτησης είναι η ερμηνεία του όρου «Δικαστήριο» στο πλαίσιο του προαναφερθέντος Νόμου, όπως αυτή δίδεται στο Άρθρο 2 του Νόμου το οποίο, μεταξύ άλλων, προβλέπει τα εξής: «Δικαστήριο» σημαίνει τον Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή της Επαρχίας όπου οι Επίτροποι ή ο Επίτροπος του Διεθνούς Εμπιστεύματος ή οποιοσδήποτε από αυτούς που διαμένει στη Δημοκρατία έχουν την κατοικία τους». Όπως προκύπτει από την πιο πάνω ερμηνεία, καθοριστική σημασία για το ζήτημα της τοπικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου είναι η ερμηνεία που δίδεται από το ίδιο το Άρθρο 2 του Νόμου στον όρο «επίτροπος» και η οποία έχει ως εξής: "επίτροπος" σημαίνει νομικό ή φυσικό πρόσωπο, το οποίο κατέχει ή στο οποίο έχει μεταβιβασθεί ή εξυπακούεται ότι κατέχει ή ότι του έχει μεταβιβασθεί ή αναμένεται να του παραδοθεί η κατοχή ή να του μεταβιβασθεί περιουσία εμπιστεύματος για να την κατέχει: (α) προς όφελος δικαιούχου ανεξαρτήτως εάν ο επίτροπος είναι και δικαιούχος του εμπιστεύματος)˙ και/ή (β) για οποιοδήποτε σκοπό, όχι αποκλειστικά προς όφελος του επιτρόπου. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι με βάση το Ν.69
(1)/1992 το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει Διατάγματα που αφορούν στην τροποποίηση όρων Διεθνούς Εμπιστεύματος ή εξουσιών διεύθυνσης ή διαχείρισης των επιτρόπων[3], στην αποκάλυψη εγγράφων ή πληροφοριών[4], στην εκτέλεση ή διαχείριση οποιουδήποτε εμπιστεύματος καθώς και Διάταγμα για διορισμό ή παύση επιτρόπου ή προστάτη[5]. Για την έκδοση των πιο πάνω Διαταγμάτων ο Νόμος 69
(1)/1992 προνοεί την καταχώρηση Αίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση οι Καθ΄ων η Αίτηση έχουν καταχωρήσει Αγωγή (όχι Αίτηση). Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω τα Επαρχιακά Δικαστήρια ασκούν τη δικαιοδοσία τους με βάση το Νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους. Πρόκειται για τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 εντός του οποίου καθορίζεται το δικαιοδοτικό πλαίσιο των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Το κατά πόσο υφίσταται ή όχι στην προκειμένη περίπτωση τοπική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή θεωρώ ότι πρέπει να κριθεί στη βάση του δικαιοδοτικού Νόμου 14/1960. Εγείρεται, επομένως, το ζήτημα κατά πόσο η βάση της παρούσας Αγωγής έχει προκύψει εντός της επαρχίας Λάρνακας ούτως ώστε τοπική αρμοδιότητα να έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)(α) του Νόμου 14/1960. Το Άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου διέπει την κατά τόπο αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Σε αυτό διαλαμβάνεται ότι τοπική αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο εντός της επαρχίας του οποίου: p η βάση της αγωγής έχει προκύψει είτε καθ΄ολοκληρία, είτε εν μέρει και p βρίσκεται η κατοικία ή ο χώρος εργασίας του εναγόμενου κατά την έγερση της αγωγής. Με βάση το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Ν.14/60 ο όρος «βάση της αγωγής» ορίζεται ως ακολούθως: «"βάσις της αγωγής" περιλαμβάvει τo σύvoλov τωv γεγovότωv τωv θεμελιoύvτωv τo αγώγιμov δικαίωμα, περί oυ η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεv σημαίvει κατ' αvάγκηv oλόκληρov τηv βάσιv της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει πρoκύψει εvτός της δικαιoδoσίας, εάv η σύμβασις συvήφθη εvτός αυτής, καίτoι η διάρρηξις δυvατόv vα επήλθεv αλλαχoύ, και επίσης εάv η διάρρηξις επήλθεv εvτός της δικαιoδoσίας, καίτoι η σύμβασις δυvατόv vα συvήφθη αλλαχoύ.» Όπως έχει νομολογηθεί τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου[6]. Στη ίδια νομολογία τονίσθηκε παράλληλα ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση. Το βάθρο για την εξέταση της αρμοδιότητας είναι η διαφορά όπως καθορίζεται στο δικόγραφο το οποίο προσδιορίζει το επίδικο θέμα. Αναπόφευκτα λοιπόν, η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο στηρίζεται κατ΄ αρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα[7]. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Παπακόκκινου v. Εταιρείας Landbroke Group P.L.C
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, σε περίπτωση όπου το ζήτημα που εξετάζεται αφορά σε θέμα τοπικής αρμοδιότητας υπό το φώς των προνοιών του Άρθρου 21
(1)(α) και (β) και όχι θέμα καθ΄υλην αρμοδιότητας ένα τέτοιο ζήτημα μπορεί να εξετασθεί με βάση τα στοιχεία του Κλητηρίου Εντάλματος και τα γεγονότα της Γενικής Οπισθογράφησης χωρίς να είναι αναγκαία η καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Παρατίθεται κατωτέρω το ακόλουθο απόσπασμα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο έχοντας γνώση της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος προσπάθησε να εντοπίσει ως όφειλε, τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν να προσδιορίσουν την τοπική του αρμοδιότητα. Βλ. Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689. Αυτή η αναζήτηση της κατά τόπο αρμοδιότητας έγινε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(α)(β) του δικαιοδοτικού νόμου 14/60 σε συνάρτηση προς τα στοιχεία του κλητηρίου εντάλματος και τα γεγονότα της γενικής οπισθογράφησης. [...] Η εφεσείουσα, κατ' επίκληση της Μούρτζινος (ανωτέρω) υποστήριξε πρωτόδικα και κατ' έφεση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε δυνατότητα αναζήτησης και προσδιορισμού δικαιοδοσίας με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Το πρωτόδικο δικαστήριο θα είχε αυτή τη δυνατότητα μόνο μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως η οποία και θα αποτελούσε ασφαλές υπόβαθρο για πλήρη και επακριβή προσδιορισμό της αξίωσης ή της θεραπείας που επιδιώκεται ή της βάσης πάνω στην οποία αυτή στηρίζεται. [.] Το πρωτόδικο δικαστήριο διέκρινε τη διαφορά η οποία υπάρχει μεταξύ της υπό κρίση υπόθεσης και της Μούρτζινος αναφορικά με το υπό συζήτηση θέμα της δικαιοδοσίας. Ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο προσέγγισε το θέμα είναι σωστός και δεν έχουμε τίποτε άλλο να πούμε παρά να παραθέσουμε τη σχετική περικοπή από την προσβαλλόμενη απόφαση όπου με ενάργεια γίνεται η διάκριση της Μούρτζινος (ανωτέρω) από τα γεγονότα και τις ανάγκες της υπό κρίση υπόθεσης. [..] Εν προκειμένω εγείρεται θέμα τοπικής αρμοδιότητας υπό το φως των προνοιών του άρθρου 21
(1)(α) και (β). Ό,τι ήταν να αναφερθεί σχετικά έχει ήδη περιληφθεί στο κλητήριο ένταλμα και την οπισθογράφησή του. Όσα δε, έχουν αναφερθεί επαρκούν για να καταλήξουμε, από το στάδιο αυτό, στην απόφαση περί μη στοιχειοθέτησης τοπικής αρμοδιότητας». Στην υπό εξέταση περίπτωση τα γεγονότα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων προσδιορίζονται στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας Αγωγής καθώς και στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Κασίνη η οποία υποστηρίζει την Αίτηση για προσωρινά Διατάγματα σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που επισυνάπτεται σε αυτή ως Τεκμήρια. Στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης Μ. Αβραάμ που συνοδεύει την Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ημερ. 5/4/2019 κάτω από τον τίτλο «ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ» αναφέρονται συναφώς τα εξής: «Τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της παρούσας αγωγής εκτίθενται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση του κ.Γεωργίου Κασίνη ημερομηνίας 02/04/2019, η οποία υποστηρίζει την Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα (η Ένορκη Δήλωση Αίτησης Προσωρινού Διατάγματος).» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση δε των ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση Κασίνη καθώς και των θεραπειών που επιζητούνται τα αγώγιμα δικαιώματα των Εναγόντων βασίζονται στις κατ΄ισχυρισμό πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή συμπεριφορά των Εναγομένων που αφορά στη διαχείριση των επίδικων Εμπιστευμάτων και της περιουσίας που υπάγεται σε αυτά. Το περιεχόμενο της παραγράφου 43.2.2 της ένορκης δήλωσης Κασίνη είναι απόλυτα διαφωτιστικό αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση των Εναγόντων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Το παραθέτουμε: «από τα πιο πάνω αναφερόμενα, περιλαμβανομένης της εκτεταμένης εμπλοκής Τσουβελεκάκη όλα αυτά τα χρόνια στη διαχείριση των Εμπιστευμάτων και της εντελώς αδικαιολόγητης στάσης που επιδεικνύει τόσο ο ίδιος όσο και η Latimer αλλά και τα συνδεδεμένα με αυτούς πρόσωπα, επιβεβαιώνουν τη Θέση των Αιτητών ότι υφίστανται σαφέστατες υπόνοιες ότι έχουν διαπραχθεί αδικήματα από τα εν λόγω πρόσωπα (όπως παράβαση καθήκοντος, άσκησης δέουσας επιμέλειας, ψευδείς παραστάσεις, δόλος, απάτης, πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, συνομωσία προς καταδολίευση) στο πλαίσιο της διαχείρισης και του ελέγχου που (άμεσα ή έμμεσα, αποκλειστικά ή σε συνεργασία με άλλους) ασκούσαν τα εν λόγω πρόσωπα στην περιουσία των Εμπιστευμάτων, τα οποία έχουν προκαλέσει ζημιά στην περιουσία και στα συμφέροντα των Εμπιστευμάτων, την οποία οι Αιτητές διεκδικούν υπό μορφή αποζημιώσεων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής.» Στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα επιδιώκονται οι ακόλουθες θεραπείες: ▬ Δηλωτική Απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο XXXXX Χατζημιχαήλ έχει δεόντως και καθόλα νόμιμα διορισθεί από τους Ενάγοντες ως προστάτης των επίδικων Εμπιστευμάτων (Αιτητικό Α). ▬ Δηλωτική Απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η απομάκρυνση στις 28/3/2019 της Εναγόμενης 1 ως Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων από τη θέση του Επιτρόπου συντελέστηκε από τον Προστάτη νόμιμα (Αιτητικό Β). ▬ Δηλωτική Απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο διορισμός της Ενάγουσας 9 στη θέση του Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων έγινε δεόντως και νόμιμα( Αιτητικό Γ). ▬ Διαζευκτικά Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η Ενάγουσα 9 να διορίζεται από τις 28/3/2019 και/ή από της έκδοσης του παρόντος Διατάγματος στη θέση του Επιτρόπου των επίδικων Εμπιστευμάτων σε αντικατάσταση της Εναγόμενης 1(Αιτητικό Δ). ▬ Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόμενη 1 όπως παραδώσει στην Ενάγουσα 9, μεταξύ άλλων, όλα τα έγγραφα και όλα τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων (Αιτητικό Ε). ▬ Γενικές αποζημιώσεις για αθέμιτο και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό σε βάρος των Εμπιστευμάτων και/ή των Εναγόντων και/ή για ζημιά που έχουν υποστεί εξαιτίας της αμελούς και/ή καταδολιευτικής συμπεριφοράς και/ή παράβασης καθήκοντος πίστεως των Εναγομένων (Αιτητικό Στ). ▬ Αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή παράβασης άσκησης καθήκοντος δέουσας επιμέλειας (Αιτητικό Ζ) Με βάση τα Αιτητικά που καταγράφονται στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα διαπιστώνεται ότι η απαίτηση των Εναγόντων εμπίπτει σε δύο βασικές κατηγορίες, αφενός την αξίωση αποζημιώσεων για απάτη, αμέλεια, παράβαση συμφωνίας και/ή παράβαση καθηκόντων πίστεως (Αιτητικά Στ και Ζ) και αφετέρου αξίωση για δηλωτικές αποφάσεις αναφορικά με την απομάκρυνση της Εναγόμενης 1 και αντικατάστασης της με την Ενάγουσα αρ.9 στη θέση του Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων. Καθόσον αφορά την αξίωση για αποζημιώσεις, όπως ορθά επισημαίνεται από τους Αιτητές, οι κατ΄ ισχυρισμό πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή συμπεριφορά και/ή ενέργειες των Εναγομένων/Αιτητών που δημιουργούν τα ισχυριζόμενα αγώγιμα δικαιώματα των Εναγόντων εναντίον τους, όπως περιγράφονται στην Ένορκη Δήλωση Κασίνη, δεν φαίνεται να έλαβαν χώρα εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ούτε και ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ότι τέτοιες πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγομένων έλαβαν χώρα εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Επιπλέον κρίσιμης σημασίας είναι, υπό τις περιστάσεις, ο τόπος διοίκησης και διαχείρισης των Εμπιστευμάτων, ο οποίος είναι το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1 στη Λευκωσία, εφόσον αντικείμενο της Αγωγής είναι η κατ΄ισχυρισμό συμπεριφορά και στάση των Εναγομένων 1 και 4 και των συνδεδεμένων με αυτούς προσώπων (Καθ΄ων η Αίτηση 2,3 και 5-9) σε σχέση με τη διαχείριση των Εμπιστευμάτων και της περιουσίας τους. Το ότι δε επιζητείται ως τελική θεραπεία η έκδοση Διατάγματος που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 να παραδώσει όλα τα έγγραφα, βιβλία, καταστάσεις και πληροφορίες που αφορούν και/ή σχετίζονται με τα επίδικα Εμπιστεύματα[8] καθώς και την εξουσία και/ή έλεγχο που ανήκει και/ή σχετίζεται με αυτά[9] και όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν ή κατέχονται ή ελέγχονται από τα Εμπιστεύματα[10] αναδεικνύει ότι η διοίκηση και η διαχείριση ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο με την Εναγόμενη 1. Όσον αφορά τις Δηλωτικές Αποφάσεις ως προς αντικατάσταση της Εναγόμενης 1 με την Ενάγουσα αρ.9 από τη θέση Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων, μπορούν να λεχθούν τα πιο κάτω: Ο κατ΄ ισχυρισμό διορισμός του Προστάτη των Εμπιστευμάτων από τους δικαιούχους και η κατ΄ ισχυρισμό απομάκρυνση της Εναγόμενης 1 από Επίτροπο των Εμπιστευμάτων φαίνεται να προέκυψε εντός του τόπου διοίκησης και διαχείρισης των Εμπιστευμάτων, ήτοι την Επαρχία Λευκωσίας. Συγκεκριμένα ο κατ΄ ισχυρισμό διορισμός του Προστάτη δεν έγινε στη Λάρνακα εφόσον οι σχετικές Συμφωνίες και/ή Δηλώσεις που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 64 και 65 στην Ένορκη Δήλωση Κασσίνη (δέστε παράγραφο 35) δεν υπεγράφησαν στη Λάρνακα. Όσον δε αφορά την απομάκρυνση της Εναγόμενης 1 από τη θέση του Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων, αυτή έγινε, όπως πάλι προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση Κασσίνη (παράγραφος 36 και Τεκμήριο 66), με επιστολή η οποία παραδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1 στη Λευκωσία. Επιπλέον η κατ΄ ισχυρισμό νέα Επίτροπος Ενάγουσα αρ.9 ζήτησε την παράδοση των εγγράφων των Εμπιστευμάτων σε επίσκεψη στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1 στη Λευκωσία. Σχετική είναι η παράγραφος 37 και το Τεκμήριο 67 στην Ένορκη Δήλωση Κασσίνη. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα αρ. 9 έχει την έδρα της στη Λάρνακα δεν διαφοροποιεί την κατάσταση εφόσον ο διορισμός της ή, καλύτερα, η νομιμότητα του διορισμού της ως νέα επίτροπος των Εμπιστευμάτων τελεί υπό αμφισβήτηση και αποτελεί επίδικο ζήτημα στην παρούσα Αγωγή το οποίο θα αποφασισθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της Αγωγής. Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η βάση αγωγής στην παρούσα υπόθεση προκύπτει εν όλω ή εν μέρει εντός της Επαρχίας Λευκωσίας. Όσον αφορά τις πρόνοιες του Άρθρου 21(1(β) του Νόμου 14/1960 επισημαίνεται ότι κανένας από τους Εναγόμενους στην παρούσα Αγωγή δεν διαμένει, εδρεύει ή εργάζεται εντός της Επαρχίας Λάρνακας, ούτε και έχει οποιαδήποτε σχέση ή σύνδεση με την Επαρχία Λάρνακας γενικότερα. Τούτου λεχθέντος δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση οι πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)(β) εφόσον η κατοικία ή ο χώρος εργασίας των Εναγομένων κατά την έγερση της παρούσας Αγωγής δεν ευρίσκονται εντός της Επαρχίας Λάρνακας. Συγκεκριμένα καθόσον αφορά την Εναγόμενη 1 (Latimer), όπως προκύπτει από το Κλητήριο Ένταλμα το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στην οδό Στροβόλου 77, Strovolos Center, 2018 στη Λευκωσία[11] ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3, που είναι Διευθυντές της Latimer, επίσης διαμένουν και εργάζονται στη Λευκωσία. Όσον αφορά στους υπόλοιπους Εναγόμενους 4 μέχρι και 9 στην Αγωγή αυτοί είναι κάτοικοι εξωτερικού, γεγονός που προκύπτει από το ίδιο το Κλητήριο Ένταλμα αλλά και από ότι οι Ενάγοντες ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου για να προβούν σε επίδοση των Εγγράφων στους Αιτητές εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Επιστρέφοντας στο Νόμο 69(Ι)/1992 και εξετάζοντας διαζευκτικά το ζήτημα και υπό το φως των σχετικών προνοιών του διευκρινίζεται ότι η τοπική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στη βάση των εξουσιών που του παρέχονται από τον εν λόγω Νόμο, καθορίζεται με βάση την κατοικία του Επιτρόπου. Συνοπτικά η θέση των Αιτητών είναι ότι δεν μπορεί ο αμφισβητούμενος διορισμός της Ενάγουσας αρ.9 ως νέος Επίτροπος των Εμπιστευμάτων να στηρίξει στην υπόθεση των Εναγόντων περί τοπικής αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Από την άλλη, η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση/Εναγόντων υποστηρίζει ότι ο πιο πάνω Νόμος παρέχει τοπική αρμοδιότητα στο Δικαστήριο που βρίσκεται η κατοικία του υφιστάμενου Επιτρόπου ενός Εμπιστεύματος και όχι του προσώπου που απομακρύνθηκε από τη θέση του Επιτρόπου. Είναι κοινά αποδεκτό ότι Επίτροπος των επίδικων Εμπιστευμάτων διορίστηκε από της εγκαθίδρυσης τους στις 2/12/2009 η Εναγόμενη 1 (δέστε παράγραφο 11 της Ένορκης Δήλωσης Κασσίνη). Όπως προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση Κασσίνη στις 21/3/2019 οι δικαιούχοι των Εμπιστευμάτων προχώρησαν σε διαβήματα για το διορισμό του Α. Χατζημιχαήλ ως Προστάτη των Εμπιστευμάτων (δέστε παραγράφους 34 και 35). Περαιτέρω, στην παράγραφο 36 της Ένορκης Δήλωσης Κασσίνη προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι στις 28/3/2019 ο Α. Χατζημιχαήλ προχώρησε στην απομάκρυνση της Εναγόμενης 1 από τη θέση του Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων, τερματίζοντας από εκείνη την ημέρα τις υπηρεσίες της διορίζοντας την Ενάγουσα 9 ως νέο Επίτροπο. Δύο εργάσιμες ημέρες αργότερα, ήτοι στις 10/4/201, κατεχωρήθη η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή καθώς και η μονομερής Αίτηση για Ενδιάμεσα Παρεμπίπτοντα Διατάγματα. Υπενθυμίζεται ότι αποτέλεσε θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση/Εναγόντων, όπως εξάλλου διατυπώθηκε στην Ένορκη Δήλωση Αβραάμ στην παράγραφο 9.3.2.2, ότι «πριν από την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής υπήρξε αλλαγή στο πρόσωπο του Επιτρόπου των επίδικων Εμπιστευμάτων όπου η Ενάγουσα 9 διορίστηκε δεόντως, νομοτύπως και σύμφωνα με τις πρόνοιες των Συμφωνιών Εμπιστευμάτων ως ο Νέος Επίτροπος των Εμπιστευμάτων σε αντικατάσταση των Εναγομένων 1». Όπως ορθά επισημαίνεται από πλευράς των Αιτητών, η εγκυρότητα του διορισμού της Ενάγουσας αρ.9 ως νέου Επιτρόπου στα Εμπιστεύματα αμφισβητείται από τους Εναγόμενους και αποτελεί, ως εκ τούτου, επίδικο θέμα στην παρούσα Αγωγή. Σχετική αναφορά γίνεται, μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 38 και παράγραφο 41 της Ένορκης Δήλωσης Κασίνης καθώς και στα Τεκμήρια 68 και 70 που επισυνάπτονται σε αυτή όπου οι Εναγόμενοι 1 - 3 μέσω των τότε δικηγόρων τους αμφισβήτησαν τόσο το διορισμό του κ. Χατζημιχαήλ ως Προστάτη όσο και το διορισμό της Ενάγουσας αρ.9 ως Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων. Είχαν μάλιστα ξεκαθαρίσει στους δικηγόρους των Εναγόντων ότι ενόψει του ότι οι επίδικες πράξεις διορισμού είχαν γίνει καθ΄ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας και κατά παράβαση των Συμφωνιών Εγκαθίδρυσης των Εμπιστευμάτων, δεν επιφέρουν οποιαδήποτε αποτελέσματα (δέστε παράγραφο 38.1 Ένορκης Δήλωσης Κασίνη). Στη βάση της πιο πάνω θέσης που διατύπωσαν τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και οι Διευθυντές της Εναγόμενοι αρ.2 και 3 αρνήθηκαν να παραδώσουν οποιαδήποτε έγγραφα ή πληροφορίες στον κ. Χατζημιχαήλ και σε εκπρόσωπο της Ενάγουσας αρ.9. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 55.1 της Ένορκης Δήλωσης Κασίνη, τους είχαν ενημερώσει ότι, ενόψει της θέσης τους περί διορισμού του Προστάτη και του Νέου Επιτρόπου καθ΄ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας, είχαν πρόθεση να κινηθούν νομικά στη βάση του Άρθρου 11Α του Ν.69(Ι)/1992 (δέστε παράγραφο 55.2 Ένορκης Δήλωσης Κασίνη). Οι ίδιοι οι Ενάγοντες, όπως προκύπτει και από την παράγραφο 9.3.2.3 της Ένορκης Δήλωσης Αβραάμ που συνοδεύει την Ένσταση τους, αναγνωρίζουν και παραδέχονται ότι η εγκυρότητα του διορισμού του Προστάτη και του Νέου Επιτρόπου είναι υπό αμφισβήτηση και ότι αποτελούν επίδικα ζητήματα τα οποία θα αποφασιστούν από το Δικαστήριο στο πλαίσιο εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. Επισημαίνεται, εν προκειμένω, ότι μέσω του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος η αναγνώριση των εν λόγω διορισμών καθώς και της απομάκρυνσης της Εναγόμενης 1 από τη θέση του Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων αποτελούν τις τελικές θεραπείες στην Αγωγή τις οποίες επιζητούν μέσω Δηλωτικών Αποφάσεων του Δικαστηρίου (δέστε αξιώσεις υπό στοιχεία Α, Β και Γ). Με βάση το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου 69(Ι)/1992 ο όρος «Επίτροπος» ερμηνεύεται ως το πρόσωπο το οποίο κατέχει ή στο οποίο έχει μεταβιβαστεί ή εξυπακούεται ότι κατέχει ή ότι του έχει μεταβιβαστεί ή αναμένεται να του παραδοθεί η κατοχή ή να του μεταβιβαστεί περιουσία Εμπιστεύματος για να την κατέχει είτε προς όφελος δικαιούχου είτε για οποιοδήποτε σκοπό. Το ερώτημα εδώ είναι κατά πόσο η Ενάγουσα αρ.9 εμπίπτει εντός της ερμηνείας του όρου «Επίτροπος». Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την παράγραφο 39 της Ένορκης Δήλωσης Κασσίνη όταν ο κ. XXXXX Πέτρου παρουσιάστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας 9 στα γραφεία της Εναγόμενης 1 για να του παραδοθούν όλα τα έγγραφα και η περιουσία που αφορούν τα Εμπιστεύματα, ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε να του παραδώσει οτιδήποτε σε σχέση με τα Εμπιστεύματα. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι με βάση την παράγραφο Ε του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της Αγωγής οι Ενάγοντες εξαιτούνται την έκδοση Διατάγματος διατάττον την Εναγομένη 1 να παραδώσει, μεταξύ άλλων, «την εξουσία ή τον έλεγχο που ανήκει ή σχετίζεται με τα Εμπιστεύματα» [Ε.(γ)] και «όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν ή κατέχονται ή ελέγχονται από τα Εμπιστεύματα» [Ε.(δ)]. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η Ενάγουσα αρ.9 ούτε κατέχει αλλά ούτε της έχει μεταβιβαστεί η περιουσία των Εμπιστευμάτων και ότι αυτή «η περιουσία» κατέχεται από την Εναγόμενη 1, εξ ου και καταχωρήθηκε η παρούσα Αγωγή με την οποία η Ενάγουσα 9 διεκδικεί το δικαίωμα να κατέχει την περιουσία των Εμπιστευμάτων. Με άλλα λόγια δεν είναι νοητό να υποστηρίζεται ότι η Ενάγουσα αρ.9 (της οποίας η κατοικία βρίσκεται στην Επαρχία Λάρνακας) είναι το πρόσωπο στο οποίο «αναμένεται» να της παραδοθεί η περιουσία των Εμπιστευμάτων εφόσον κάτι τέτοιο προϋποθέτει ότι οι Ενάγοντες έχουν επιτύχει την έκδοση Απόφασης υπέρ τους με βάση τα αιτητικά Δ και Ε του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο είχε προαποφασίσει το ζήτημα του διορισμού του νέου Επιτρόπου παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο αποτελεί αξίωση η οποία προβάλλεται από τους Ενάγοντες ως τελική θεραπεία στην παρούσα Αγωγή. Κατάληξη Kατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα στην παρούσα υπόθεση. Τέτοια αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ως αποτέλεσμα θα πρέπει να δοθούν οδηγίες για να παραπεμφθεί η παρούσα υπόθεση στο κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο. Σχετικές είναι εν προκειμένω οι πρόνοιες του Άρθρου 21
(4)του Ν.14/60 οι οποίες διαλαμβάνουν τα εξής: «
(4)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη ή καταχωρίστηκε η αγωγή δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), μπορεί να παραπέμψει την αγωγή ή την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο». Σε ό,τι αφορά τα μονομερώς εκδοθέντα στην υπό κρίση Αίτηση Διατάγματα, όπως έχει νομολογηθεί, με δεδομένο ότι η εγκυρότητα των διαταγμάτων συναρτάται άμεσα με την τοπική και καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου[12] , το παρόν Δικαστήριο δεν έχει πλέον εξουσία να διατάξει την ανανέωση της ισχύος τους προτού η υπόθεση παραπεμφθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο[13]. Ως εκ τούτου η διαδικασία στο παρόν Δικαστήριο αναστέλλεται και εκδίδεται Διάταγμα παραπομπής της παρούσας υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας που είναι το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της. Ο Πρωτοκολλητής να φροντίσει για τη διαβίβαση του φακέλου και για οποιαδήποτε άλλη αναγκαία ενέργεια. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Στην υπόθεση Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689, στη σελίδα 698 αναφέρονται τα εξής: "The jurisdiction of the inferior Courts in this country must be traced in the statute establishing them. Trial and decision by an inferior Court on a matter on which it has no jurisdiction is a nullity. The question of jurisdiction is one for the Court, and it is our plain duty to decide whether there has been an absence of jurisdiction if satisfied that it is so. It is always the duty of the Court to take notice of a point which goes to the jurisdiction of the Court of trial - (R. v. Dennis
(1924)1 K.B. 867). Simpson and Another v. Crowle & Others
(1921)3 K.B. 243. Δέστε, επίσης. Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέα Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447 και Βουνού ν.Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168." [2] Δέστε Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 [3] Δέστε Άρθρο 10 [4] Δέστε Άρθρο 11 [5] Δέστε Άρθρο 11Α [6] Δέστε SEVEGEP LTD v. UNITED SEA TRANSPORT LTD και άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 729. [7] Δέστε INTERAMERICAN INSURANCE CO LIMITED v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529. [8] Δέστε Ε. (α) και (β). [9] Δέστε Ε. (γ). [10] Δέστε Ε. (δ). [11] Δέστε, επίσης, την έρευνα που διεξάχθηκε και από τις 2 πλευρές στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιριών - Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ Αθάνατου και Τεκμήριο 3 στην Ε/Δ Κασίνη. [12] Δέστε Αίτηση του Σταύρου Θεοδούλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 438. [13] Δέστε Αναφορικά με την Αίτηση του Χρ. Θεοδώρου Εμπορευόμενου υπό την Εμπορική Επωνυμία P. Th. Survival
(2010)1A.A.Δ. 572. Όπως έχει, μεταξύ άλλων, τονιστεί στην υπόθεση Chloe Garment Industry Ltd v. John Vassiliades Services Ltd
(1997)1 A.A.Δ. 1579, όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν έχει τοπική αρμοδιότητα οφείλει να μην προχωρήσει πιο πέρα γιατί, όντας αναρμόδιο, η απόφαση του σε οποιαδήποτε πτυχή επί της ουσίας της υπόθεσης δεν θα μπορούσε να έχει νόημα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο