ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Μαθηκολώνης, Αγωγή αρ.: 4764/2013, 24/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4764/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας Και XXXXX Μαθηκολώνης, εκ Λάρνακας Εναγόμενου -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 24 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Εναγόμενος εμφανίζεται προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, μεταξύ των ετών 2007 και 2012, συνομολογήθηκαν συμφωνίες δανείου με τις οποίες η ενάγουσα (από τώρα θα καλείται η τράπεζα), χορήγησε στον εναγόμενο δάνεια και για περαιτέρω εξασφάλιση ο τελευταίος παραχώρησε, προς όφελος της τράπεζας, τις υποθήκες με αρ. ΥXXX8/07 και ΥXXX0/12 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας. Ο εναγόμενος, ως προβάλλεται, παρέλειψε να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και έτσι η τράπεζα τερμάτισε τις συμφωνίες δανείου και αξιώνει, όπως περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, το ποσό των: (
- i)€295.769,70, με τόκο 8,75% επί ποσού €286.251,83 από 14.11.2013 μέχρι εξόφλησης, (
- ii)€13.683,03 με τόκο 8,75% επί ποσού €13.381,49 από 3.10.2017 μέχρι εξόφλησης και (iii) €103.650,83 με τόκο 10% επί ποσού €103.443,94 από 11.7.2013 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, πλέον έξοδα, ως επίσης και διάταγμα εκποίησης των πιο πάνω ενυπόθηκων ακινήτων. Πέραν των πιο πάνω, η τράπεζα την 3.7.2007 παραχώρησε στον εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό και με την παρούσα αγωγή η τράπεζα επιζητούσε την επιδίκαση και του ποσού των €17.997,54, πλην όμως η εν λόγω αξίωση εγκαταλείφθηκε ενόψει του γεγονότος ότι ο εναγόμενος την έχει εξοφλήσει. 2. Ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπιση παραδέχεται ότι συνομολογήθηκαν οι επίδικες συμφωνίες και ότι παραχώρησε τις πιο πάνω εξασφαλίσεις προς όφελος της τράπεζας. Προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι ο όρος που αφορά το δικαίωμα της τράπεζας να μεταβάλλει το επιτόκιο είναι καταχρηστικός και κατ' επέκταση άκυρος. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι οι υποθήκες που παραχωρήθηκαν είναι άκυρες καθότι παραβιάζουν τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, το χρηματικό ποσό που υπέχει υποχρέωση να καταβάλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης ως επίσης και ο τόκος δεν καθορίζονται ή και δεν δύνανται να προσδιοριστούν, όπως επιβάλλεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου, ως επίσης οι επίδικες υποθήκες καλύπτουν υποχρεώσεις που είναι εκτός των προνοιών που τίθενται από το πιο πάνω άρθρο. Έτσι, ανταπαιτητικώς, αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες. 3. Η ενάγουσα, για στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της, κάλεσε συνολικά εννέα μάρτυρες, τους XXXX Σωφρονίου, XXXX Σωτηρίου, XXXX Μιχαήλ, XXXX Αντωνιάδη, XXXX Αντωνιάδη, XXXX Στυλιανού, XXXX Δημητρίου, XXXX Κασιανού και XXXX Νικολάου. Από την άλλη, ο εναγόμενος κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες, τους XXXX Ιερόπουλο, οικονομικό σύμβουλο και σύμβουλο αφερεγγυότητας και την υπάλληλο της Κεντρικής Τράπεζας κα XXXX Λάμπρου. 4.1 Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο εναγόμενος σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις συνομολόγησε συμφωνίες δανείου με την τράπεζα. Η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από την ενάγουσα, σε σχέση με τις πιο πάνω συμφωνίες, έχει ως ακολούθως: 4.2 Το δάνειο του 2007 (
- i)Στις 14.6.2007 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία η τράπεζα χορήγησε στον εναγόμενο δάνειο για το ποσό των €384.435,32 (Λ.Κ.225.000) (βλ. Τεκ. 1, από τώρα θα καλείται το δάνειο του 2007). Η εν λόγω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και στην περίπτωση που δεν υπήρχε απαίτηση άμεσης αποπληρωμής, θα αποπληρωνόταν με 120 μηνιαίες δόσεις από €4.463,86 (Λ.Κ.2.612,58) η κάθε μία. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα στις 6.7.2007 και όλες οι υπόλοιπες την 6η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 6.6.2017. Το δάνειο έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας το οποίο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 4,5%, προσαυξημένο κατά 2,5%, ήτοι σύνολο 7%. Ο δε τόκος θα κεφαλαιοποιείτο την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Στην περίπτωση που δεν πληρωνόταν οποιοδήποτε ποσό που καθίστατο πληρωτέο, ο εναγόμενος θα κατέβαλλε τόκο υπερημερίας. Περαιτέρω η τράπεζα είχε το δικαίωμα να τερματίσει το επίδικο δάνειο και να το καταστήσει απαιτητό και στην περίπτωση που ο εναγόμενος παρέλειπε να το εξοφλήσει τότε θα μπορούσε να αξιώσει την αποπληρωμή του. (
- ii)Ακολούθως, την 25.11.2009 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων με την οποία τροποποιήθηκε η τιμολόγηση του πιο πάνω δανείου. Η πιο πάνω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείτο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την τράπεζα βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο κατά 1,5%. Κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας το βασικό επιτόκιο ήταν 5,25%. Έτσι το συνολικό συμφωνηθέν επιτόκιο, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ανερχόταν συνολικά στο 6,75% ετησίως. Περαιτέρω η εν λόγω συμφωνία προνοούσε ότι εκτός αν η τράπεζα ζητήσει άμεση εξόφληση, το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 60 δόσεις από €535,32 η κάθε μία. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 30.12.2009 και οι υπόλοιπες την 30η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 30.11.2014. (iii) Στις 22.6.2012, με σκοπό την ομαλοποίηση των υποχρεώσεων του εναγόμενου συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η τροποποίηση των όρων αποπληρωμής του δανείου του 2007 και ειδικότερα, στην περίπτωση που δεν υπήρχε απαίτηση άμεσης αποπληρωμής, το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 12 δόσεις των €1.700 η κάθε μία, η πρώτη πληρωτέα την 6.8.2012 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, οι οποίες θα κάλυπταν τους δεδουλευμένους τόκους. Στη λήξη της πιο πάνω περιόδου το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 46 δόσεις από €6.650 η κάθε μία και στη συνέχεια με μία δόση εκ €7.486,84, πληρωτέα κατά την τελική εξόφληση του δανείου την 6.6.2017 (βλ. Τεκ. 3). (
- iv)Στις 28.6.2012 τροποποιήθηκε η συμφωνία δανείου του 2007 με την οποία το κυμαινόμενο επιτόκιο του δανείου αποτελείτο από το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας ανερχόταν στο 1%, προσαυξημένο κατά 6,5%. Έτσι το συνολικό ποσό επιτοκίου του δανείου του 2007, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ήταν 7,5% ετησίως (βλ. Τεκ. 4). 4.3 Το δάνειο του 2009 (
- i)Στις 25.11.2009 συνομολογήθηκε συμφωνία με την οποία η τράπεζα χορήγησε στον εναγόμενο δάνειο για το ποσό των €27.000 με τους όρους που αναφέρονται σε αυτήν (βλ. Τεκ. 5, από τώρα θα καλείται το δάνειο του 2009). Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι εκτός εάν ή τράπεζα ζητήσει άμεση πληρωμή, το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 60 μηνιαίες δόσεις από €535,32 η κάθε μία. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 30.12.2009 και οι υπόλοιπες την 30η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 30.11.2014. Το πιο πάνω δάνειο έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 1,5%. Κατά την σύναψη της συμφωνίας το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 6,75%, το οποίο αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο 5,25% πλέον 1,5% προσαύξηση. Ο δε τόκος θα κεφαλαιοποιείτο την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο. Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, δεν πληρωθεί, ο εναγόμενος θα πλήρωνε τόκο υπερημερίας μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του. Η τράπεζα θα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του δανείου, οπότε το οποιοδήποτε υπόλοιπο του δανείου θα καθίστατο αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και τότε ο εναγόμενος θα όφειλε να πληρώσει προς την τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό. Παράλειψη του να προβεί σε εξόφληση θα έδιδε το δικαίωμα στην τράπεζα να απαιτήσει την πληρωμή του χρέους. 4.4 Το δάνειο του 2012 (
- i)Στις 28.6.2012 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου με την οποία η τράπεζα χορήγησε στον εναγόμενο δάνειο για το ποσό των €100.000, με τους όρους που περιγράφονται σ' αυτήν (βλ. Τεκ. 6 και 7, από τώρα θα καλείται το δάνειο του 2012). Η εν λόγω συμφωνία διαλάμβανε, μεταξύ άλλων ότι, εκτός εάν η τράπεζα ζητήσει άμεση αποπληρωμή, το δάνειο θα πληρωνόταν με 12 δόσεις εκ €750 η κάθε μία, οι οποίες θα αντιπροσώπευαν τους δεδουλευμένους τόκους και στη συνέχεια με 53 δόσεις από €2.266,76 κάθε μία. Η πρώτη δόση θα καταβαλλόταν την 1.8.2012 και όλες οι υπόλοιπες θα ήταν πληρωτέες κατά την ίδια ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 1.12.2017. (
- ii)Το δάνειο έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας προσαυξημένο κατά 2,75%. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας το βασικό επιτόκιο ήταν 5,75% και με την προσαύξηση το συνολικό επιτόκιο ήταν 8,5% ετησίως. (iii) Στην περίπτωση που ο εναγόμενος δεν κατέβαλλε οποιοδήποτε πληρωτέο ποσό τότε θα κατέβαλλε τόκο υπερημερίας μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του. Περαιτέρω, όταν το δάνειο ήθελε απαιτηθεί από την τράπεζα, θα εξοφλείται και ο εναγόμενος οφείλει να πληρώσει κάθε οφειλόμενο ποσό. Παράλειψη του να το πράξει δίνει το δικαίωμα στην τράπεζα να απαιτήσει την πληρωμή του. 4.5 Όλες οι πιο πάνω συμφωνίες ρητά προνοούσαν ότι η τράπεζα είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, τον τόκο υπερημερίας και τα τραπεζικά δικαιώματα και η μεταβολή αυτή θα ήταν δεσμευτική για τον εναγόμενο ο οποίος θα λάμβανε γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ανακοίνωση ειδοποίησης. Περαιτέρω, οποιαδήποτε ειδοποίηση μπορούσε να δοθεί στον εναγόμενο γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με το χέρι στην διεύθυνση που δηλώθηκε σε αυτές ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση δώσει ο εναγόμενος. 4.6 Ο εναγόμενος για περαιτέρω εξασφάλιση των πιο πάνω δανείων, που χορηγήθηκαν σε αυτόν, παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας τις υποθήκες με αρ. ΥXXX0/12 (βλ. Τεκ. 8) και ΥXXX8/07 (βλ. Τεκ. 9), του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, με τους όρους που περιγράφονται σ' αυτές. 5. Ο εναγόμενος, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν, παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, όπως απορρέουν από όλες τις πιο πάνω συμφωνίες και ειδικότερα δεν κατέβαλε τις συμφωνηθείσες δόσεις κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες. Έτσι η τράπεζα, με τρεις επιστολές της ημερ. 2.11.2012, οι οποίες αντιστοιχούν σε κάθε δάνειο, ζήτησε από τον εναγόμενο να καταβάλει το καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό του κάθε δανείου, πράγμα το οποίο τελικά δεν έπραξε (βλ. Τεκ. 10). Ενόψει των πιο πάνω, η τράπεζα με τρεις επιστολές της ημερ. 10.7.2013 τερμάτισε τις πιο πάνω συμφωνίες και κατέστησε απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του κάθε δανείου (βλ. Τεκ. 11). Όλες οι πιο πάνω επιστολές αποστάληκαν στις διευθύνσεις του εναγόμενου που αναγράφονται στις πιο πάνω συμφωνίες δανείου. 6.1 Ο κ. XXXX Σωφρονίου, υπάλληλος της ενάγουσας, δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην χορήγηση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων στον εναγόμενο πλην όμως είχε στην κατοχή του τα πιο πάνω έγγραφα (βλ. Τεκ. 1-11), τα οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω κατέθεσε ανακοινώσεις της τράπεζας στον ημερήσιο τύπο (α) ημερ. 12.11.2013, με την οποία μειώθηκε το επιτόκιο κατά 0,25% στα δάνεια που χορηγήθηκαν πριν την 1.1.2008 και τα οποία ήταν συνδεδεμένα με το βασικό επιτόκιο της τράπεζας (βλ. Τεκ. 12) και (β) ημερ. 26.4.2013, με την οποία μειώθηκε το βασικό επιτόκιο κατά 0,5% με ισχύ από 1.5.2013 έτσι ώστε το βασικό επιτόκιο της τράπεζας να διαμορφώνεται σε 5,25% (βλ. Τεκ. 13). Σε εκείνο που είχε ουσιαστική εμπλοκή ήταν στην ετοιμασία των σχετικών καταστάσεων λογαριασμών των επίδικων δανείων και των αναδομημένων καταστάσεων αυτών (βλ. Τεκ. 15, 16 και 17), αλλά και του τρεχούμενου λογαριασμού ο οποίος εξοφλήθηκε (βλ. Τεκ. 14) ως επίσης και στην ετοιμασία του σχετικού πιστοποιητικού δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου (βλ. Τεκ. 18). Επεσήμανε ότι σύγκρινε τις καταχωρήσεις των πιο πάνω εκτυπωμένων καταστάσεων, οι οποίες αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς, με τις καταχωρήσεις του τραπεζικού βιβλίου που τηρεί η ενάγουσα και διαπίστωσε ότι αποτελούν ορθή αναπαραγωγή του τραπεζικού βιβλίου. Σε σχέση με το τελευταίο το Δικαστήριο θα επανέλθει όταν θα εξετάζεται το συγκεκριμένο ζήτημα που τέθηκε από τον εναγόμενο. 6.2 Ανέφερε ότι, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμών, μετά τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής πληρώθηκε μόνο το ποσό των €4.817, το οποίο πιστώθηκε στο δάνειο του
- Ο εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε άλλο ποσό και έτσι οφείλει (α) για το δάνειο του 2007 το ποσό των €295.769,70, με τόκο 8,75% επί ποσού €286.251,83 από 14.11.2013 μέχρι εξόφλησης, (β) για το δάνειο του 2009 το ποσό των €13.683,03 με τόκο 8,75% επί ποσού €13.381,49 από 3.10.2017 μέχρι εξόφλησης και (γ) για το δάνειο του 2012 το ποσό των €103.650,83 με τόκο 10% επί ποσού €103.443,94 από 11.7.2013 μέχρι εξόφλησης. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στα συγκεκριμένα ζητήματα όταν θα εξετάζει τις επιμέρους εισηγήσεις.
- Η κα XXXX Μιχαήλ, κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών εργαζόταν ως λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών στην τράπεζα και ανέλαβε την αξιολόγηση των αιτημάτων που υπέβαλε ο εναγόμενος για την χορήγηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Αναφορικά με τις δανειοδοτήσεις του εναγόμενου, αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι συζητήθηκαν οι επιλογές που υπήρχαν. ΄Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο, ανέφερε: «Εγώ αρνούμαι λέω ότι συζητήθηκαν, συμφωνήθηκαν, ήσασταν ΧΧΧΧ αντιλαμβάνεστουν δεν ήσασταν κάποιος τυχαίος, αντιλαμβάνεστουν ακριβώς τι συνέβαινε.» Το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν υπεύθυνο για την εξυπηρέτηση του εναγόμενου και είχε επικοινωνία μαζί του για οποιοδήποτε ζήτημα προέκυπτε, ως επίσης επέβλεπε τους επίδικους λογαριασμούς. Ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και διαφόρων άλλων εγγράφων (βλ. Τεκ. 1-8). Περαιτέρω παρουσίασε στο Δικαστήριο το πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο η κα XXXX Αναστασίου, υπάλληλος του εναγόμενου, ενέγραψε εκ μέρους του εναγόμενου την υποθήκη με αρ. ΥXXX0/12 (βλ. Τεκ. 20) και το πρωτότυπο του πληρεξουσίου εγγράφου με το οποίο ο εναγόμενος εξουσιοδότησε την κα XXXX Κλεάνθους, υπάλληλο στο ΧΧΧΧ γραφείο του εναγόμενου, να εγγράψει, προς όφελος της τράπεζας, την υποθήκη ΥXXX8/07 (βλ. Τεκ. 21). Περαιτέρω δε δήλωσε ότι στα πλαίσια των αναδιαρθρώσεων του δανείου του 2007 συμφωνήθηκε αυξημένη τιμολόγηση η οποία στη συνέχεια μειώθηκε σημαντικά. Στη μαρτυρία της επισήμανε ότι το προϊόν του κάθε δανείου εκταμιεύθηκε πλήρως στον εναγόμενο και οι καταστάσεις λογαριασμών αποστέλλονταν σ' αυτόν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Επομένως ο εναγόμενος γνώριζε το εκάστοτε υπόλοιπο του κάθε δανείου. Περαιτέρω, στα πλαίσια των καθηκόντων της, είχε επανειλημμένες επικοινωνίες μ' αυτόν, επισημαίνοντας του το πρόβλημα που δημιουργήθηκε από τις καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των δανείων και του ζήτησε να τις καταβάλει. Επίσης, πριν τερματιστούν οι επίδικοι λογαριασμοί, συναντήθηκε με τον εναγόμενο όπου συζητήθηκε το πρόβλημα που προέκυψε από τις πιο πάνω καθυστερήσεις για να εξεταστούν τρόποι επίλυσης του. Ήταν η θέση της ότι ο εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού και την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών. Αντιθέτως, αναγνώριζε και αποδεχόταν το ύψος των οφειλών του και προσπάθησε να εξεύρει εναλλακτικούς τρόπους αποπληρωμής, ζητώντας πίστωση χρόνου. Παρόλο που η τράπεζα έδωσε χρόνο σε αυτόν, αδυνατούσε να αποπληρώσει τις οφειλές του με αποτέλεσμα οι επίδικες συμφωνίες να τερματιστούν την 10.7.2013 και να ανατεθούν στο τμήμα ανάκτησης χρεών για περαιτέρω χειρισμό. Έκτοτε δεν χειρίστηκε την παρούσα υπόθεση.
- Η κα XXXX Σωτηρίου, υπάλληλος της τράπεζας, ανέφερε ότι ο εναγόμενος στην παρουσία της υπέγραψε την συμφωνία δανείου του 2007 (βλ. Τεκ. 1), ως επίσης η ίδια υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής του. Περαιτέρω, ο εναγόμενος, με σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 13.6.2007, εξουσιοδότησε την κα XXXX Κλεάνθους όπως εγγράψει υποθήκη επί συγκεκριμένου ακινήτου προς όφελος της τράπεζας (βλ. Τεκ. 19). Έτσι η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του εναγόμενου, στην παρουσία της, υπέγραψε την σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου (βλ. Τεκ. 9) και η ίδια υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών. 9.1 Η κα XXXX Κασιανού, υπάλληλος του κτηματολογίου, ανέφερε ότι ο εναγόμενος, μέσω αντιπροσώπου του, ενέγραψε την 14.6.2007 την υποθήκη ΥXXXX8/07, αφού έγινε αποδεχτή από την ίδια (βλ. Τεκ. 9). Δεν είχε στην κατοχή της το πρωτότυπο του πληρεξουσίου καθότι βρισκόταν στην αποθήκη που πλημμύρισε και όλα τα έγγραφα βρίσκονται στην διαδικασία αφύγρανσης. Επισήμανε ότι έγινε έρευνα και διαπιστώθηκε ότι δεν ανακλήθηκε το πληρεξούσιο. Ανέφερε ότι στην περίπτωση που εγγράφεται υποθήκη μέσω πληρεξουσίου συμπληρώνεται σχετικό έντυπο (βλ. Τεκ. 28), πράγμα το οποίο έγινε και στην προκείμενη περίπτωση. 9.2 Η κα XXXX Νικολάου, υπάλληλος του κτηματολογίου, ανέφερε ότι στην παρουσία της την 28.6.2012 ο εναγόμενος, μέσω αντιπροσώπου του, ενέγραψε την υποθήκη ΥXXX0/12, αφού έγινε αποδεχτή από την ίδια (βλ. Τεκ. 8). Παρουσίασε στο Δικαστήριο τον σχετικό φάκελο του κτηματολογίου στον οποίο εμπεριέχονται η σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου, το έγγραφο υποθήκης, το πληρεξούσιο και η υπεύθυνη δήλωση του αντιπροσώπου (βλ. Τεκ. 29).
- Ο κ. XXXX Αντωνιάδης, πιστοποιών υπάλληλος κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανέφερε ότι ο εναγόμενος, στην παρουσία του, υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 25.6.2012 με το οποίο εξουσιοδότησε την κα XXXX Αναστασίου να εγγράψει υποθήκη προς όφελος της τράπεζας και πιστοποίησε την υπογραφή του (βλ. Τεκ. 20).
- Ο κ. XXXX Αντωνιάδης από το 1999 εργάζεται στο τμήμα εκτελέσεων της τράπεζας. Ήταν το πρόσωπο που ετοίμασε τόσο τις τρεις επιστολές ημερ. 2.11.2012, με τις οποίες η τράπεζα ζητούσε από τον εναγόμενο όπως εξοφλήσει το καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό του κάθε δανείου όσο και τις επιστολές ημερ. 10.7.2013 με τις οποίες τερματίστηκαν οι επίδικες συμφωνίες (βλ. Τεκ. 11). Όλες οι πιο πάνω ταχυδρομήθηκαν στη διεύθυνση του εναγόμενου από τον υπεύθυνο αλληλογραφίας της τράπεζας και ως ανέφερε, δεν επιστράφηκαν.
- Ο κ. XXXX Στυλιανού, εργάζεται στην υπηρεσία διακανονισμών χρεών της τράπεζας και στο πλαίσιο της μαρτυρίας του παρουσίασε στο Δικαστήριο τις συμφωνίες που σχετίζονται με τον τρεχούμενο λογαριασμό του εναγόμενου (βλ. Τεκ. 23, 24, 25.1 και 25.2) ως επίσης και την σχετική κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκ. 22). Η συμφωνία τερματίστηκε την 10.7.2013 (βλ. Τεκ. 26). Ο πιο πάνω λογαριασμός την 31.1.2018 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο ενόψει των καταθέσεων που προηγήθηκαν. Περαιτέρω παρουσίασε στο Δικαστήριο ανακοινώσεις της τράπεζας στον ημερήσιο τύπο αναφορικά με τις διακυμάνσεις του επιτοκίου στις οποίες έκαμε αναφορά (βλ. Τεκ. 27).
- Η κα XXXX Δημητρίου, υπάλληλος της τράπεζας, ήταν το πρόσωπο το οποίο χειρίστηκε την υπόθεση του εναγόμενου από την ημερομηνία τερματισμού. Επισήμανε ότι συναντήθηκαν με σκοπό να εξεύρουν λύση, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Διευκρίνισε ότι για πρώτη φορά συναντήθηκαν την 16.12.2013 και μετά από συζήτηση η τράπεζα συμφώνησε να μεταβιβαστούν τα ενυπόθηκα ακίνητα και ο εναγόμενος να καταβάλει το ποσό των €600.000 σε διάρκεια επτά ετών και θα εκδιδόταν εκ συμφώνου απόφαση. Ο εναγόμενος όμως δεν μπόρεσε να την υλοποιήσει. Ανέφερε ότι ουδέποτε αμφισβήτησε το χρέος και σε αρκετές περιπτώσεις του δόθηκαν καταστάσεις λογαριασμού. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι οι μεταξύ τους συζητήσεις γίνονταν χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων της κάθε πλευράς.
- Ο κ. XXXX Ιερόπουλος, ο οποίος κλήθηκε από τον εναγόμενο, έχει πτυχία στην λογιστική, τραπεζικά ως επίσης κατέχει και μεταπτυχιακό δίπλωμα στην διοίκηση επιχειρήσεων. Εργάστηκε για αρκετά χρόνια σε τραπεζικά ιδρύματα, όπου αποχώρησε τον Οκτώβριο του
- Είναι οικονομικός σύμβουλος και κατέχει άδεια συμβούλου αφερεγγυότητας από το
- Ανέφερε ότι μετά την ένταξη της Κύπρου στην ευροζώνη, σε σχέση με δάνεια σε λίρες που θα μετατρέπονταν σε ευρώ, το βασικό επιτόκιο πρέπει να είναι συνδεδεμένο με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Παρουσίασε στο Δικαστήριο εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και σχετικούς πίνακες που αφορούν την διακύμανση του επιτοκίου (βλ. Τεκ. 30-36). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε πως διακυμάνθηκε το επιτόκιο στην προκείμενη περίπτωση και δεν γνώριζε κατά πόσο παραβιάστηκε οποιαδήποτε εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας.
- Περαιτέρω ο εναγόμενος κάλεσε ως μάρτυρα την κα XXXX Λάμπρου, η οποία εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από το
- Επισήμανε ότι από το 2008 η νομισματική πολιτική του ευροσυστήματος καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και με την σειρά της η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μεριμνά να εφαρμόζεται. Παρουσίασε ανακοινώσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου οι οποίες, όπως διευκρίνισε, αφορούν την χρηματοδότηση των πιστωτικών ιδρυμάτων από το ευροσύστημα (βλ. Τεκ. 37). Μετά την είσοδο της Κύπρου στην ευροζώνη το βασικό επιτόκιο των τραπεζών είναι το εκάστοτε επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης που αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αντεξεταζόμενη δεν γνώριζε να αναφέρει κατά πόσο οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας λαμβάνονται υπόψη από τα πιστωτικά ιδρύματα για να καθορίσουν το εκάστοτε βασικό τους επιτόκιο.
- Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι η τελευταία έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό και συνακόλουθα δικαιολογείται η έκδοση απόφασης ενώ αντιθέτως η ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του εναγόμενου ο οποίος επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι οι όροι των επίδικων συμφωνιών, με τους οποίους παρεχόταν στην τράπεζα το δικαίωμα να μεταβάλλει, κατά την κρίση της και οποτεδήποτε το επιτόκιο, είναι καταχρηστικοί. Οι δε επίδικες υποθήκες, ως ανέφερε, είναι άκυρες καθότι: (α) τα πληρεξούσια έγγραφα δεν παρείχαν εξουσιοδότηση για την κατάρτιση και την εγγραφή τους και (β) οι όροι τους είναι αντίθετοι με τις επιτακτικές πρόνοιες των άρθρων 5 και 21(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου και ειδικότερα ο χρόνος πληρωμής του ενυπόθηκου χρέους, το χρηματικό ποσό που πρέπει να αποπληρωθεί και οι τόκοι δεν καθορίζονται και δεν μπορούν να προσδιοριστούν. Επιπρόσθετα, περιορίζουν το αναφαίρετο εξ επιεικείας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει και να εξαλείψει την υποθήκη. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει το οφειλόμενο ποσό και ότι ο τερματισμός ήταν παράτυπος υπό τις περιστάσεις.
- Η απαραίτητη αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).
- Το Δικαστήριο έχει διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή και ενδελέχεια το σύνολο της μαρτυρίας, το οποίο δεν χρήζει επανάληψης. Όλοι οι μάρτυρες που κλήθηκαν από μέρους της ενάγουσας δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθ' οιονδήποτε τρόπο. Παρέθεσαν τα γεγονότα όπως τα γνώριζαν, με αντικειμενικότητα και χωρίς υπερβολή. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία τους χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό. Τα ίδια ισχύουν και για τους δύο μάρτυρες που κλήθηκαν από μέρους του εναγόμενου, κ. XXXX Ιερόπουλο και κα XXXX Λάμπρου, η μαρτυρία των οποίων ουσιαστικά περιστράφηκε στο να παρουσιάσουν εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και σχετικούς πίνακες αναφορικά με την διακύμανση των επιτοκίων. Ο δε κ. XXXX Ιερόπουλος δεν γνώριζε πως διακυμάνθηκε το επιτόκιο στην προκείμενη περίπτωση και κατά πόσο παραβιάστηκε οποιαδήποτε εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας. Όπως έχει επισημανθεί, η μαρτυρία των δύο πιο πάνω προσώπων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από μέρους της ενάγουσας. Ανεξάρτητα όμως από το πιο πάνω γεγονός, δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ικανή αντίφαση που να κλονίσει την αξιοπιστία τους. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και συνακόλουθα η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της, ως επίσης θα εξεταστούν και οι εισηγήσεις του εναγόμενου. Εισήγηση για καταχρηστικότητα των όρων των συμβάσεων.
- Ο εναγόμενος εισηγήθηκε ότι οι όροι των επίδικων συμφωνιών με τους οποίους παρεχόταν το δικαίωμα στην τράπεζα να μεταβάλλει, κατά την κρίση της και οποτεδήποτε το επιτόκιο, μέσα στα πλαίσια που καταγράφονται σ' αυτές, είναι καταχρηστικοί. Περαιτέρω, στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας τέθηκε από μέρους του εναγόμενου ότι στις επίδικες συμφωνίες δανείου αναφέρεται ότι ο τόκος υπολογίζεται επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων και για τον υπολογισμό του τόκου οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες ημέρες έχει ο κάθε ένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι τόσο ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (Ν93
(1)/96) (από τώρα για σκοπούς της παρούσας ενότητας θα καλείται ο Νόμος) όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (από τώρα θα καλείται η Οδηγία). Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς επειδή βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει ακόμη και αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία. (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω. Οι έννοιες του καταναλωτή, του προμηθευτή και του πωλητή καθορίζονται στον Νόμο. Στην Οδηγία καθορίζονται οι έννοιες του καταναλωτή και του επαγγελματία. Καταναλωτής «σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του». Προμηθευτής «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προμηθεύει αγαθά ή υπηρεσίες και το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος, ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησής του». Πωλητής «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο πωλεί αγαθά και το οποίο κατά τη σύναψη σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του.»(βλ. άρθρο 2 του Νόμου και Οδηγίας). Ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. άρθρο 3
(1)και 3
(5)αντίστοιχα του Νόμου). Όταν ρήτρα σύμβασης είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμία αμφισβήτηση του θεμιτού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται, εφόσον αυτή αφορά (α) τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ή (β) την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν (βλ. άρθρο 3
(2)του Νόμου). Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. (βλ. άρθρο 5
(1)του Νόμου και 3
(1)της Οδηγίας). Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που την περιβάλλουν, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. (βλ. άρθρο 5
(2)του Νόμου και 4
(1)της Οδηγίας). Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα: (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. (βλ. άρθρο 5
(3)του Νόμου). Το παράρτημα του πιο πάνω Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Στην υπόθεση Ruxandra Paula Andricicu κ.ά. ν. Banca Romaneasca SA (C186/16 απόφαση ημερ. 20.9.2017 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) επισημάνθηκε ότι το άρθρο 4
(2)της Οδηγίας έχει την έννοια ότι η απαίτηση μια συμβατική ρήτρα να είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό επιτάσσει, στις περιπτώσεις συμβάσεων δανείου, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Η δε εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας πρέπει να γίνεται με βάση τον χρόνο σύναψης της επίμαχης σύμβασης, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων. Παρά τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου και άρθρο 6
(1)της Οδηγίας και Kasler και Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt, C-26/13, ημερ. 30.4.2014 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Στην υπό κρίση περίπτωση, οι επίδικες συμφωνίες δανείων συνομολογήθηκαν κατά τα έτη 2007, 2009 και 2012 (βλ. Τεκ. 1, 5 και 6). Με τον Νόμο 49
(1)/2016, ο οποίος δημοσιεύτηκε την 22.4.2016 και τέθηκε σε ισχύ 30 ημέρες μετά, κατέταξε ως καταχρηστική ρήτρα κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών, αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Συνεπώς, κατά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, τον τερματισμό τους αλλά και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, δεν είχε ισχύ ο πιο πάνω Νόμος. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω θα εξεταστεί κατά πόσο ο συγκεκριμένη ρήτρα είναι καταχρηστική στα πλαίσια των υπόλοιπων προνοιών του Νόμου. Περαιτέρω, όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι επίδικες συμφωνίες δανείων διαλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ότι θα χρεώνονται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας πλέον προσαύξηση, η δε τράπεζα δικαιούται να μεταβάλει κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα και η αλλαγή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον εναγόμενο που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που διακυμάνθηκαν τα συνολικά επιτόκια στα επίδικα δάνεια. Αναφορικά με το δάνειο του 2007 το συνολικό επιτόκιο κατά την 14.6.2007, ημερομηνία συνομολόγησης της συμφωνίας, ήταν 7%. Στη συνέχεια και μέχρι την 27.6.2012 το συνολικό επιτόκιο διακυμάνθηκε και δεν ήταν μεγαλύτερο του 7%. Αντιθέτως, για κάποια περίοδο ήταν 4,75% (13.5.2009). Ακολούθως, στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας, την 28.6.2012 συνομολογήθηκε συμφωνία (βλ. Τεκ. 4) με την οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, τροποποιήθηκε το επιτόκιο και ειδικότερα κατά την υπογραφή της το βασικό επιτόκιο καθορίστηκε στο 1% και η προσαύξηση στο 6,5%. Έτσι το συνολικό επιτόκιο κατά την 28.6.2012 ανήλθε στο 7,5%. Στη συνέχεια την 11.7.2012 μειώθηκε στο 7,25% και στις 8.5.2013 στο 7%. Αναφορικά με το δάνειο του 2009 το συνολικό επιτόκιο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 6,75% (5,25% βασικό επιτόκιο πλέον 1,5% προσαύξηση). Ακολούθως την 15.5.2011 το συνολικό επιτόκιο ανήλθε στο 7,25% και την 2.5.2013 μειώθηκε και ήταν 6,75%. Το συνολικό επιτόκιο του δανείου του 2012, κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ήταν 8,5% το οποίο την 2.5.2013 μειώθηκε με αποτέλεσμα να ήταν 8%. Η τράπεζα, με τον τερματισμό όλων των επίδικων συμφωνιών δανείου (10.7.2013), επέβαλε σε κάθε δάνειο τόκο υπερημερίας 2%. Αναφορικά με το δάνειο του 2007, η ενάγουσα την 13.11.2013 μείωσε το επιτόκιο από 9% σε 8,75%. Στην προκείμενη περίπτωση ο εναγόμενος είναι ΧΧΧΧ και ήταν το πρόσωπο που αιτήθηκε την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Όπως έχει νομολογηθεί, επαφίεται στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος και τον τρόπο μεταβολής του επιτοκίου (βλ. Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1Α A.A.Δ, 194) και έτσι έπραξαν στην προκείμενη περίπτωση στα πλαίσια της ισχύουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο νομοθεσίας. Η ευχέρεια που παρέχεται στην τράπεζα να μεταβάλλει, μεταξύ άλλων, το βασικό επιτόκιο, περιθώρια και άλλα, δεν είναι απεριόριστη. Πρέπει, ως αναφέρεται στις επίδικες συμφωνίες, να είναι «. μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος .». Πέραν των πιο πάνω, όπως έχει επισημανθεί, ο σχετικός Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Η κα XXXX Μιχαήλ, υπάλληλος της τράπεζας, η οποία ήταν το πρόσωπο που ανέλαβε την αξιολόγηση των αιτημάτων του εναγόμενου για χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων, δήλωσε κατά τρόπο σαφή και πειστικό, ότι συζητήθηκαν οι επιλογές που υπήρχαν αναφέροντας χαρακτηριστικά: «. ήσασταν XXXX αντιλαμβάνεστουν δεν ήσασταν κάποιος τυχαίος αντιλαμβάνεστουν ακριβώς τι συνέβαινε.». Επίσης, στα πλαίσια των αναδιαρθρώσεων του δανείου του 2007 και για ομαλοποίηση των συγκεκριμένων υποχρεώσεων του συμφωνήθηκε αυξημένη τιμολόγηση η οποία στη συνέχεια, όπως έχει ήδη αναφερθεί, μειώθηκε. Δεν αμφισβητήθηκε από μέρους του εναγόμενου η ιδιότητα του και ότι αυτός δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε. Πέραν δε τούτου, δικαιωματικά δεν προσκομίστηκε από μέρους του οποιαδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρία. Στην προκείμενη περίπτωση, ο εναγόμενος ήταν αυτός που αιτήθηκε την παροχή των πιστωτικών διευκολύνσεων. Από την μια υφίστατο ένας τραπεζικός οργανισμός και από την άλλη ένας ΧΧΧΧ που μόνο τυχαίος δεν είναι, ως ανέφερε η κα XXXX Μιχαήλ, ο οποίος γνώριζε και αντιλαμβανόταν το τι ακριβώς συνέβαινε. Κατόπιν διαπραγμάτευσης, δηλαδή με την διεξαγωγή συζήτησης για διεκπεραίωση των αιτημάτων του εναγόμενου για δανειοδότηση, καταρτίστηκαν οι επίδικες συμφωνίες. Πέραν των πιο πάνω, δεν ήταν αποδέκτης οποιωνδήποτε παροτρύνσεων για να συμφωνήσει στις συγκεκριμένες ρήτρες, οι οποίες δεν δημιουργούν σε βάρος του εναγόμενου σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τις συμβάσεις. Εν κατακλείδι, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, δεν καταδεικνύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι οι συγκεκριμένες ρήτρες είναι καταχρηστικές και συνακόλουθα η σχετική, περί του αντιθέτου, εισήγηση του εναγόμενου απορρίπτεται. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, οι πιο πάνω ρήτρες δεν οδηγούν στην ακυρότητα των συμβάσεων αφού δύνανται να υφίστανται και χωρίς αυτές με τον τότε συμφωνηθέντα τόκο πλην όμως, όπως έχει επισημανθεί, αυτές δεν κρίνονται ως καταχρηστικές. Εισήγηση ότι οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες. 20.1 Ο εναγόμενος, στο στάδιο των αγορεύσεων, εισηγήθηκε ότι τα πληρεξούσια έγγραφα δεν παρείχαν εξουσιοδότηση για την κατάρτιση και την εγγραφή των επίδικων υποθηκών. Ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του παραδέχεται ότι για περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας, τις υποθήκες ΥXXX0/12 και ΥXXX8/07, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και ισχυρίζεται ότι αυτές θα πρέπει να ακυρωθούν καθότι το χρηματικό ποσό που υπέχει υποχρέωση να καταβάλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης και το ποσοστό επιτοκίου δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί, όπως επιβάλλεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου. Περαιτέρω, επιζητείται η ακύρωση των πιο πάνω υποθηκών καθότι καλύπτουν υποχρεώσεις που είναι εκτός των προνοιών ή περιορισμών του πιο πάνω άρθρου. Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από την δικογραφία. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται σε αυτήν (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, Παφίτης και άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154 και Ayia Napa Nissi Development Ltd και άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549). Στην προκείμενη περίπτωση δεν δικογραφείται οποιοσδήποτε ισχυρισμός από μέρους του εναγόμενου ότι οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες καθότι τα πληρεξούσια έγγραφα του εναγόμενου δεν παρείχαν εξουσιοδότηση για την κατάρτιση και εγγραφή των επίδικων υποθηκών. Έτσι η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει. Ο εναγόμενος με ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 13.6.2007 (βλ. Τεκ. 21), εξουσιοδότησε υπάλληλο του να εγγράψει υποθήκη προς όφελος της τράπεζας για το ποσό των Λ.Κ.248.000 και πράγματι εγγράφηκε η υποθήκη ΥXXX8/2007 την 14.6.07 για το πιο πάνω ποσό, πλέον τόκους. Περαιτέρω ο εναγόμενος με πληρεξούσιο έγγραφο του ημερ. 25.6.2012 εξουσιοδότησε την υπάλληλο του να εγγράψει προς όφελος της τράπεζας υποθήκη για το ποσό των €150.000 επί συγκεκριμένου κτήματος (βλ. Τεκ. 20) και την 28.6.2012 εγγράφηκε η υποθήκη ΥXXX0/2012 για το πιο πάνω ποσό, πλέον τόκους. Από το περιεχόμενο των πληρεξουσίων (βλ. Τεκ. 20 και 21), δεν καταδεικνύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι δεν παρείχαν εξουσιοδότηση για την εγγραφή των πιο πάνω υποθηκών και συνακόλουθα η σχετική εισήγηση, ότι οι υποθήκες είναι άκυρες, απορρίπτεται. 20.2 Περαιτέρω, ο εναγόμενος εισηγήθηκε ότι οι όροι των επίδικων υποθηκών είναι αντίθετοι με τις επιτακτικές πρόνοιες των άρθρων 5 και 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου. Ειδικότερα, ως ανέφερε, από το περιεχόμενο τους, ο χρόνος πληρωμής του ενυπόθηκου χρέους, το χρηματικό ποσό που πρέπει να αποπληρωθεί και οι τόκοι δεν καθορίζονται και δεν μπορούν να προσδιοριστούν, όπως ρητά επιβάλλει το άρθρο 21
(1)(γ) του πιο πάνω Νόμου. Περαιτέρω, ως ανέφερε, οι όροι των επίδικων υποθηκών περιορίζουν το αναφαίρετο εξ επιεικείας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει και εξαλείψει την υποθήκη, όπως αυτό εκπηγάζει από το πιο πάνω άρθρο. Έτσι, ήταν η θέση του ότι οι υποθήκες είναι άκυρες υπό τις περιστάσεις. Το άρθρο 5
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, ρητά προνοεί ότι καμία μεταβίβαση ή υποθήκευση ακινήτου είναι έγκυρη εκτός αν γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω Νόμου. Το άρθρο 21
(1), του πιο πάνω Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: «21
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: ..... (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη.» Στην προκείμενη περίπτωση, στη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου με αρ. ΥXXX8/2007 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ενυπόθηκος δανειστής οφείλει να καταβάλει «. στις 17.6.2007 το ποσό των Λ.Κ.248.000 μαζί με απλούν/σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό των Λ.Κ.248.000,00 προς 7,0000 τα εκατόν από τις 14 .6.2007 και σε περίπτωση που θα ληφθούν νόμιμα μέτρα για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου, τα σχετικά έξοδα. Νοείται ότι το παρόν θα διέπεται από τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου σημερινής ημερομηνίας το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας υποθήκης. Το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο και αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας, προσαυξημένο κατά 2,500%. Με βάση τα παραπάνω ο τόκος ανέρχεται σήμερα σε Βασικό Επιτόκιο: 4,500% το χρόνο, Προσαύξηση: 2,500% το χρόνο, Σύνολο τόκου: 7,000% το χρόνο. .» (βλ. Τεκ. 9). Στη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου με αρ. ΥXXX0/2012, αναφέρεται ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης οφείλει να καταβάλει «. στις 1.7.2012 το ποσό των EUR150.000,00 μαζί με σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό των EUR150.000,00 προς 7,5000 τα εκατόν από τις 28.6.2012 και σε περίπτωση που θα ληφθούν νόμιμα μέτρα για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου, τα σχετικά έξοδα. Νοείται ότι το παρόν θα διέπεται από τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου σημερινής ημερομηνίας το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας υποθήκης. Το δάνειο θα χρεώνεται με: Κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το Βασικό Επιτόκιο Επιχειρήσεων της Τράπεζας, προσαυξημένο κατά 2,750% ετησίως. Κατά την εκτύπωση/ετοιμασία της παρούσας συμφωνίας το επιτόκιο ανέρχεται σε: Βασικό Επιτόκιο Επιχειρήσεων: 4,750% Προσαύξηση: 2,750% Σύνολο: 7,500% ετησίως. .» (βλ. Τεκ. 8). Σε όλες τις υποθήκες το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο, το οποίο αποτελείται από το εκάστοτε καθοριζόμενο από την τράπεζα βασικό επιτόκιο, πλέον την προσαύξηση. Επομένως, το εκάστοτε συνολικό επιτόκιο μπορούσε να προσδιοριστεί. Η αναφορά στα έγγραφα υποθήκης σε προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υποθηκών. Δεν αναφέρεται στο άρθρο 21 ότι είναι επιβεβλημένο να περιλαμβάνονται στα έγγραφα υποθήκης, αλλά ούτε ότι τέτοιες αναφορές καθιστούν την υποθήκη άκυρη. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, μπορούν και πάλι να προσδιοριστούν. Με βάση τα όσα εκτίθενται στις συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτων, οι οποίες διέπονται και από τους όρους των επισυνημμένων εγγράφων υποθήκης, διαπιστώνεται ότι προσδιορίζεται το χρηματικό ποσό που υπέχει υποχρέωση να καταβάλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή ακόμη μπορεί να καθοριστεί ως επίσης προσδιορίζεται και ο χρόνος καταβολής του. Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραβίαση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου και περαιτέρω οι υποθήκες δεν καλύπτουν υποχρεώσεις και είναι εκτός των προνοιών του Νόμου, όπως εισηγήθηκε ο εναγόμενος. 20.3 Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι οι όροι των επίδικων υποθηκών περιορίζουν το αναφαίρετο εξ επιείκειας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει και εξαλείψει την υποθήκη. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι στη δικογραφία ο εναγόμενος δεν προβάλλει τον συγκεκριμένο ως λόγο ακύρωσης της υποθήκης, πλην όμως στο στάδιο των αγορεύσεων ήταν η θέση του ότι το πιο πάνω δικαίωμα εκπηγάζει από το άρθρο 21
(1)(γ) του Νόμου και στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης προβάλλεται ότι οι υποθήκες είναι άκυρες καθότι παραβιάζουν, μεταξύ άλλων και τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, (4η έκδοση, Reissue), στις σελ. 161, 502 και 517 αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- Mortgagor's equity of redemption. Incident to every mortgage is the right of the mortgagor to redeem, a right which is called his equity of redemption, and which continues notwithstanding that he fails to pay the debt in accordance with the proviso for redemption. This right arises from the transaction being considered as a mere loan of money secured by a pledge of the estate. Any provision inserted in the mortgage to prevent redemption on payment of the debt or performance of the obligation for which the security was given is termed a clog or fetter on the equity of redemption, and is void. The right to redeem is so inseparable an incident of a mortgage that it cannot be taken away by an express agreement of the parties that the mortgage is not to be redeemable or that the right is to be confined to a particular time or to a particular description of persons. ." "
- . This right of a mortgagor to redeem his property was, until the changes made by the Law of Property Act 1925, not a mere right, but an equitable estate or interest in the property mortgaged. Although the mortgagor had mortgaged his property, he might still deal with it in any way consistent with the rights of the mortgagee. It is still true that the mortgagor may deal with the property in any way that is consistent with the rights of the mortgagee. He has still also an equitable right to redeem the property after the day fixed for payment has gone by, but his right or equity of redemption is no longer strictly an equitable estate or interest, although it is still in the nature of an equitable interest. ..." "
- Clog on the equity of redemption. On the principle of once a mortgage always a mortgage, a clog or fetter on the equity of redemption is void. No agreement between mortgagor and mortgagee contained in the mortgage can make a mortgage irredeemable. .." Στην προκείμενη περίπτωση, από τους όρους των επίδικων δηλώσεων και συμβάσεων υποθηκών (βλ. Τεκ. 8 και 9), δεν καταδεικνύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι αποστερείται το εξ επιεικείας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει τα ενυπόθηκα χρέη και να εξαλείψει τις υποθήκες. Δεν υφίσταται οποιοδήποτε εμπόδιο ή περιορισμός στο πιο πάνω δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει τα ενυπόθηκα χρέη του και να εξαλείψει τις πιο πάνω υποθήκες. Συνακόλουθα, η σχετική εισήγηση του εναγόμενου απορρίπτεται. Πέραν των πιο πάνω, ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος αναγνωρίζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 36 και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής αρνείται ή αμελεί να προβεί στην εξάλειψη της υποθήκης όταν η εξασφαλιζόμενη υποχρέωση εξοφλήθηκε ή έπαψε να υφίσταται ως επίσης και στην περίπτωση που αρνείται να αποδεχτεί πληρωμή του ποσού, για το οποίο συστήθηκε η υποθήκη, αφού αυτό καταστεί πληρωτέο. Η παρούσα υπόθεση δεν είναι η περίπτωση όπου ο εναγόμενος εξόφλησε το ενυπόθηκο χρέος ή ότι η τράπεζα δεν αποδέχτηκε την πληρωμή και αρνήθηκε να εξαλείψει τις επίδικες υποθήκες. 20.4 Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, οι εισηγήσεις του εναγομένου για ακυρότητα των επίδικων υποθηκών απορρίπτονται και συνακόλουθα σφραγίζουν και το αποτέλεσμα της ανταπαίτησης του. Εισηγήσεις για παράβαση εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας και ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τις αξιώσεις της. 21.1 Ο εναγόμενος εισηγήθηκε ότι, με βάση της εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκ. 30-37) αλλά και τις δημοσιεύσεις της ενάγουσας (βλ. Τεκ. 12, 13 και 27), η τελευταία όφειλε να χρεώνει τους επίδικους λογαριασμούς και ιδιαίτερα τον λογαριασμό που αφορά το δάνειο του 2007, με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πράγμα το οποίο δεν έπραξε αφού, όπως επισήμανε, σε διάφορες ημερομηνίες χρέωνε τον πιο πάνω συγκεκριμένο λογαριασμό με επιτόκιο από 4,75% μέχρι και 9%. Καμία άλλη συγκεκριμένη αναφορά δεν έγινε από μέρους του, σε σχέση με τα άλλα δύο δάνεια του 2009 και
- Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αποφάσισε ότι με την εφαρμογή των περί της υιοθέτησης του Ευρώ Νόμων του 2007 τα υφιστάμενα δάνεια σε κυπριακές λίρες, τα υπόλοιπα των οποίων από την 1.1.2008 θα μετατραπούν σε Ευρώ, θα έχουν ως βασικό επιτόκιο το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η εγκύκλιος στην οποία έγινε αναφορά από μέρους του εναγόμενου αφορά τα δάνεια που μετατράπηκαν από λίρες Κύπρου σε Ευρώ. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το δάνειο που συνομολογήθηκε την 14.6.2007 έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας, το οποίο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 4,5%, προσαυξημένο κατά 2,5%, ήτοι σύνολο 7%. Η δε τράπεζα είχε το δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να μεταβάλλει κατά την κρίση της το βασικό επιτόκιο και τις προσαυξήσεις. Πράγματι, το δάνειο χρεώθηκε με τα πιο πάνω ποσοστά επιτοκίου που έκανε αναφορά ο εναγόμενος, πλην όμως αφορούσαν το συνολικό επιτόκιο του δανείου στο οποίο περιλαμβανόταν το βασικό επιτόκιο της τράπεζας και η προσαύξηση. Τα πιο πάνω ποσοστά επιτοκίου δεν αφορούσαν το βασικό επιτόκιο της τράπεζας. Πέραν δε τούτου, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όλες οι διακυμάνσεις του βασικού επιτοκίου του δανείου του 2007 έγινε σε πλήρη συνάρτηση με την διακύμανση του ελάχιστου επιτοκίου προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης, ως οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκ. 12, 15 και 27). Και κάτι ακόμη σημαντικό. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ., 1131: «. οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας αι του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση.» Εν κατακλείδι, δεν έχει καταδειχθεί παράβαση οποιασδήποτε εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας που να δημιουργεί κώλυμα στην τράπεζα στο να αξιώσει και να εισπράξει τα χρεωστικά υπόλοιπα του δανείου του 2007 αλλά και των υπολοίπων δανείων. 21.2 Οι χρεώσεις των τόκων, όπως κάθε άλλη επιβάρυνση στους λογαριασμούς, θα πρέπει να είναι απότοκο των όρων των συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Στην προκείμενη περίπτωση οι διακυμάνσεις του βασικού επιτοκίου και της προσαύξησης όλων των επίδικων δανείων έγιναν σύμφωνα με τους όρους της κάθε συμφωνίας και κοινοποιήθηκαν στον εναγόμενο, μέσω ανακοινώσεων στον τύπο (βλ. Τεκ. 27). Δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε σφάλμα στην χρέωση του επιτοκίου. Εξάλλου, δεν έγινε και οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά από μέρους του εναγόμενου. 21.3 Αγορεύοντας ο εναγόμενος εισηγήθηκε ότι η τράπεζα απέτυχε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου που να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Όπως έχει νομολογηθεί, η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Οι προϋποθέσεις ώστε αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο να γίνει δεχτό ως απόδειξη, δυνάμει του άρθρου 22, εμπεριέχονται στα εδάφια 2 και 3 του πιο πάνω Νόμου και έχουν ως ακολούθως: Το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας. Η καταχώρηση να έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Το βιβλίο να βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο της τράπεζας και · Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Ο κ. XXXX Σωφρονίου, υπάλληλος της ενάγουσας, επισήμανε ότι η τράπεζα διατηρούσε, καθ' όλη την περίοδο λειτουργίας των πιο πάνω λογαριασμών, βιβλίο τήρησης λογαριασμών για τον κάθε πελάτη της στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Στον κάθε λογαριασμό γίνεται συνεχής ενημέρωση και καταχώρηση κάθε χρέωσης ή πίστωσης. Η δε κατάσταση λογαριασμού του κάθε πελάτη αποτυπώνεται εγγράφως με εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το πιο πάνω τραπεζικό βιβλίο, από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών είναι ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της τράπεζας, στον οποίο οι καταχωρήσεις γίνονται κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας και το οποίο φυλασσόταν και συνεχίζει να φυλάσσεται στις κτιριακές της εγκαταστάσεις. Βρίσκεται υπό τον έλεγχο της και σε αυτό έχουν πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και το πιο πάνω πρόσωπο, το οποίο εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή τις καταστάσεις λογαριασμών των επίδικων δανείων (βλ. Τεκ. 14-17). Ανέφερε ότι σύγκρινε τις καταχωρήσεις των πιο πάνω εκτυπωμένων καταστάσεων λογαριασμών, που αφορούν τα επίδικα δάνεια, με τις καταχωρήσεις του τραπεζικού βιβλίου που τηρεί η τράπεζα και διαπίστωσε ότι αυτές αποτελούν ορθή αναπαραγωγή του τραπεζικού βιβλίου. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, παρουσίασε και σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου (βλ. Τεκ. 18). Στην πρόσφατη απόφαση Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολ. Εφ. 294/12 ημερ. 18.6.2019), οι μάρτυρες της τράπεζας κατέθεσαν έγγραφα ως μέρος της τραπεζικής πρακτικής και των αρχείων. Τονίστηκε ότι δεν ήταν ανάγκη να είχαν για το κάθε τι προσωπική γνώση και ανάμειξη δεδομένου ότι ήταν φορείς κατάθεσης των γεγονότων εκ μέρους του οργανισμού. Από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το πιστοποιητικό που κατατέθηκε δυνάμει του άρθρου 35 του πιο πάνω νόμου τηρεί όλα τα εχέγγυα της νομοθεσίας και επιβεβαιώνει τις καταστάσεις λογαριασμών ως μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης των τραπεζικών λογαριασμών. Περαιτέρω οι καταστάσεις λογαριασμών των επίδικων δανείων (βλ. Τεκ. 15, 16 και 17), ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου. Συνεπώς, οι καταστάσεις λογαριασμού είναι αποδεκτές ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σε αυτές. Ο εναγόμενος δεν ισχυρίστηκε ότι δεν έγιναν οι αναλήψεις των ποσών που αναφέρονται στις καταστάσεις λογαριασμών ή ότι πέραν των όσων καταγράφονται υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν σε οποιουσδήποτε από τους επίδικους λογαριασμούς (βλ. Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd. Π.Ε. 340/2009, ημερ. 21.11.2013). Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/2009, ημερ. 17.10.2014, σε σχέση με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Ο εφεσίβλητος στην ύπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕΙ επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου.» Σε περίπτωση που η τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1138) (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιώργος Οικονόμου, Πολ.Έφ. 335/09, ημερ. 17.10.14). Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390, το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση επισήμανε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι καταστάσεις λογαριασμού δεν επεξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παρέμειναν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απολήγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Στο ίδιο πνεύμα και η απόφαση Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 846, στην οποία υπήρχε κενό στην κίνηση του λογαριασμού. Στην προκείμενη περίπτωση οι καταστάσεις λογαριασμών (βλ. Τεκμ. 15, 16 και 17) είναι αναλυτικές και δείχνουν τις χρεοπιστώσεις και τον τόκο από την ημερομηνία χορήγησης των πιστωτικών διευκολύνσεων μέχρι και τον Οκτώβριο του 2017, ως επίσης έχουν επεξηγηθεί με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται. Έτσι η παρούσα διαφοροποιείται από τις υποθέσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού και Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ήταν η θέση του εναγόμενου ότι η τράπεζα ακόμη και μετά τον τερματισμό συνέχισε να μεταβάλλει το επιτόκιο, με βάση τους όρους των επίδικων συμφωνιών. Τα συνολικά επιτόκια των δανείων, κατά τον τερματισμό, είχαν ως ακολούθως: (α) για το δάνειο του 2007 ήταν 7%, (β) για το δάνειο του 2009 ήταν 6,75% και (γ) για το δάνειο του 2012 ήταν 8%. Σε όλους τους επίδικους λογαριασμούς επιβλήθηκε τόκος υπερημερίας 2%, ο οποίος όχι μόνο συνάδει με τους όρους των επίδικων συμφωνιών αλλά βρίσκεται και σε πλήρη αρμονία με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999-
- Η τράπεζα σε σχέση με το δάνειο του 2007 μετά τον τερματισμό μείωσε το επιτόκιο από 9% σε 8,75%. Το εν λόγω γεγονός είναι προς το συμφέρον του ιδίου του εναγόμενου και δεν πρέπει να παραπονείται γι' αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι χρεώσεις που καταγράφονται στο σύνολο των επίδικων λογαριασμών είναι δικαιολογημένες και ορθές και τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του είναι ικανά να καταδείξουν ότι το υπόλοιπο του δανείου του 2007 είναι €295.769,70, με τόκο 8,75% επί ποσού €286.251,83 από 14.11.2013 μέχρι εξόφλησης, του δανείου του 2009 €13.683,03 με τόκο 8,75% επί ποσού €13.381,49 από 3.10.2017 μέχρι εξόφλησης και του δανείου του 2012 €103.650,83 με τόκο 10% επί ποσού €103.443,94 από 11.7.2013 μέχρι εξόφλησης. Εισήγηση ότι ο τερματισμός ήταν παράτυπος υπό τις περιστάσεις και ότι το χρέος δεν κατέστη απαιτητό.
- O εναγόμενος, στο στάδιο των αγορεύσεων εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι τερμάτισε νομότυπα τις επίδικες συμφωνίες. Δεν υφίσταται μαρτυρία ότι ταχυδρομήθηκαν οι επιστολές τερματισμού και σε τέτοια περίπτωση ότι δεν επιστράφηκαν στην τράπεζα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση αλλά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου την 14.6.2007 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου η οποία τροποποιήθηκε, όπως εκτίθεται πιο πάνω (βλ. Τεκ. 1-4). Ακολούθως την 25.11.2009 και 28.6.2012 καταρτίστηκαν συμφωνίες με τις οποίες η τράπεζα χορήγησε δάνεια στον εναγόμενο με τους όρους που περιγράφονται σε αυτές (βλ. Τεκ. 5 και 6). Ο τελευταίος για περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε, προς όφελος της τράπεζας, τις δύο πιο πάνω υποθήκες. Ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ειδικότερα δεν κατέβαλλε τις μηνιαίες του δόσεις, ως όφειλε. Έτσι η τράπεζα, με τρεις επιστολές της ημερομηνίας 2.11.2012, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε κάθε δάνειο, ζητούσε από τον εναγόμενο όπως εξοφλήσει τα καθυστερημένα οφειλόμενα ποσά του κάθε δανείου (βλ. Τεκ. 10). Ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις και έτσι η τράπεζα με επιστολές της ημερομηνίας 10.7.2013 (βλ. Τεκ. 11), τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες. Όλες οι πιο πάνω επιστολές ετοιμάστηκαν από τον υπάλληλο της τράπεζας κ. XXXX Αντωνιάδη και δόθηκαν στον υπεύθυνο της αλληλογραφίας της τράπεζας για να ταχυδρομηθούν, πράγμα το οποίο έπραξε. Το πιο πάνω πρόσωπο επισήμανε ότι όταν επιστρέφονται οι επιστολές που ταχυδρομούνται, αρχειοθετούνται στον φάκελο της υπόθεσης και στην προκείμενη περίπτωση, μετά από έρευνα, διαπίστωσε ότι δεν επιστράφηκαν. Δεν κλήθηκε ως μάρτυρας το πρόσωπο που ταχυδρόμησε τις πιο πάνω επιστολές, πλην όμως στο στάδιο της αντεξέτασης δεν αμφισβητήθηκε ότι ταχυδρομήθηκαν. Όλες οι πιο πάνω επιστολές στάληκαν στον εναγόμενο στη διεύθυνση που περιγράφεται στις επίδικες συμφωνίες και δεν επιστράφηκαν. Ο τελευταίος δεν γνωστοποίησε στην τράπεζα οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση του. Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, η μη επιστροφή επιστολής η οποία αποστέλλεται κανονικά συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, δηλ. τον εναγόμενο (βλ. Χριστοδούλου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ανωτέρω, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ. Έφεση 163/2006, ημερ. 5.5.2009, Barclays Bank PLC v. JGL (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Γ Α.Α.Δ. 1726, Alpha Bank Cyprus Ltd v Arena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ.Έφ. 84/09, ημερ. 2.10.15, και Ανδρέου ν. P.& D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1521). Στην προκείμενη περίπτωση οι επιστολές στάληκαν στον εναγόμενο και δεν επιστράφηκαν ως ανεπίδοτες. Τα πιο πάνω γεγονότα όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται καθιστούν υπό τις περιστάσεις νομότυπο τον τερματισμό. Και κάτι ακόμη εξίσου σημαντικό. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, δηλαδή να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί οι επιστολές τερματισμού στη διεύθυνση του εναγόμενου, η καταχώριση της αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό των επίδικων συμφωνιών δανείων και απαίτησης πληρωμής των οφειλόμενων ποσών (βλ. Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 2029). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτεται.
- Στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι συνομολογήθηκαν συμφωνίες με τις οποίες η τράπεζα χορήγησε στον εναγόμενο τα δάνεια που περιγράφονται πιο πάνω και με τους όρους που περιγράφονται σ' αυτές (βλ. Τεκ. 1-4, 5 και 6). Ο τελευταίος για περαιτέρω εξασφάλιση των πιο πάνω υποχρεώσεων του παραχώρησε, προς όφελος της τράπεζας, τις υποθήκες με αρ. ΥXXX8/2007 (βλ. Τεκ. 9) και ΥXXX0/2012 (βλ. Τεκ. 8). Παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις με αποτέλεσμα η τράπεζα να τερματίσει τις επίδικες συμφωνίες. Τα οφειλόμενα ποσά, έχουν ως ακολούθως: · για το δάνειο του 2007 είναι €295.769,70, με τόκο 8,75% επί ποσού €286.251,83 από 14.11.2013 μέχρι εξόφλησης, · για το δάνειο του 2009 είναι €13.683,03 με τόκο 8,75% επί ποσού €13.381,49 από 3.10.2017 μέχρι εξόφλησης και · για το δάνειο του 2012 είναι €103.650,83 με τόκο 10% επί ποσού €103.443,94 από 11.7.2013 μέχρι εξόφλησης Περαιτέρω δικαιολογείται και η κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου.
- Οι δύο πλευρές μόλις σήμερα, όταν η υπόθεση ορίστηκε για να δοθεί απόφαση, ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι οι επίδικες υποθήκες έχουν εξαλειφθεί και ως εκ τούτου ο συνήγορος της ενάγουσας εγκατέλειψε την αξίωση για εκποίηση των επίδικων υποθηκών. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση της ενώ αντιθέτως η ανταπαίτηση του εναγόμενου είναι έκθεση σε απόρριψη.
- Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για τα ακόλουθα ποσά: i) €295.769,70, με τόκο 8,75% επί ποσού €286.251,83 από 14.11.2013 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, πλέον ii) €13.683,03 με τόκο 8,75% επί ποσού €13.381,49 από 3.10.2017 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, πλέον iii) €103.650,83 με τόκο 10% επί ποσού €103.443,94 από 11.7.2013 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται, χωρίς έξοδα, λαμβανομένου ότι συνεκδικάστηκε με την απαίτηση. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Τράπεζα - δάνεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο