Εφόρου Φορολογίας ν. Κρασιά, Αρ. Υπόθεσης: 5453/16, 5/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A179 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5453/16 Μεταξύ: Εφόρου Φορολογίας Κατηγόρου - ν - XXXXX Κ. Κρασιά Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 5.6.2019 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο꞉ κ. Χρ. Καρύδης Για τον Κατηγορούμενο꞉ κ. Π. Χατζηπαναγιώτου Ο Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος είναι αντιμέτωπος με 55 κατηγορίες. Διακρίνονται τέσσερις ομάδες κατηγοριών꞉ Η πρώτη ομάδα Οι κατηγορίες, υπ' αριθ. 1 έως 21 αφορούν στο αδίκημα της «Παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση των άρθρων 46
(14), 46
(9), 20
(1)και 48 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, όπως έχει τροποποιηθεί, καθώς και του Κανονισμού 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/2002).». Τα αδικήματα αφορούν σε διάφορα ποσά, όπως περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου, για την περίοδο από 1/11/2006 μέχρι 31/7/2014. Η δεύτερη ομάδα. Οι κατηγορίες αρ. 22 έως 24 αφορούν στο αδίκημα της «Παράλειψης υποβολής φορολογικής δήλωσης κατά παράβαση των άρθρων 46
(10)και 20
(1)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, όπως έχει τροποποιηθεί, καθώς και του Κανονισμού 17
(1)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (ΚΔΠ 314/01 και ΚΔΠ 51/2002).». Τα αδικήματα αυτά αφορούν τις δηλώσεις για τις φορολογικές περιόδους από 1/2/2015 μέχρι 31/10/2015. Η τρίτη ομάδα. Οι κατηγορίες αρ. 25, 29, 31, 34, 35, 38, 41, 45, 47, 54 και 55 αφορούν στο αδίκημα της «Παράλειψης καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης λόγω μη έγκαιρης υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένη φορολογική περίοδο, κατά παράβαση των άρθρων 46
(10), 46(10Α) και 20
(1)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, όπως έχει τροποποιηθεί, καθώς και των κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (ΚΔΠ 314/01 και ΚΔΠ 51/2002).». Τα αδικήματα αφορούν σε χρηματική επιβάρυνση για μη εμπρόθεσμη υποβολή φορολογικής δήλωσης για διάφορες φορολογικές περιόδους όπως περιγράφονται στο κατηγορητήριο από 1.5.2007 μέχρι 31.1.2015. Η τέταρτη ομάδα. Οι κατηγορίες, 26 - 28, 30, 32 - 33, 36 - 37, 39 - 40, 42 - 44, 46, 48 - 53 αφορούν στο αδίκημα της «Παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου από παράλειψη καταβολής ΦΠΑ που φαίνεται σε φορολογική δήλωση ως καταβλητέος, κατά παράβαση των άρθρων 46(10Α), 46
(10), 46
(9)και 20
(1)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, όπως έχει τροποποιηθεί, καθώς και των κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (ΚΔΠ314/01 και ΚΔΠ 51/2002)». Τα αδικήματα αφορούν σε παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου, χρηματικής επιβάρυνσης και τόκου που επιβλήθηκαν λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής ΦΠΑ για διάφορες φορολογικές περιόδους, όπως περιγράφονται στο κατηγορητήριο από 1.8.2007 μέχρι 31.7.
- Ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε άμεση παραδοχή όλων των κατηγοριών στις 15.6.2016 και η υπόθεση εκκρεμούσε για σκοπούς συμμόρφωσης και, εν τέλει, για επιβολή ποινής. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως εξής꞉ Υπάρχει συμμόρφωση στο κατηγορητήριο όσον αφορά τις κατηγορίες 22 -
- Οι φορολογικές δηλώσεις έχουν υποβληθεί στις 20.12.
- Υπάρχει, επίσης, μερική συμμόρφωση στην 1η κατηγορία για το ποσό των €
- Το συνολικό ποσό που εξακολουθεί να οφείλεται και να είναι καταβλητέο, όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο, ανέρχεται σε €31.124,11σ., το οποίο αναλύεται σε φόρο €21.273,40σ. και επιβαρύνσεις €9.850,71σ.. Ζητεί η Κατηγορούσα Αρχή την έκδοση διατάγματος εναντίον του κατηγορούμενου για την καταβολή των ποσών όπως αναλυτικά προσδιορίζονται ανά κατηγορία στο σχετικό έντυπο, το οποίο κατατέθηκε ως Δικαστήριο ως Έγγραφο Α. Ο Κατηγορούμενος είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. Διευκρίνισε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ότι, παρά το γεγονός ότι το κατηγορητήριο φαίνεται να αφορά σε φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από 1.11.2006 και αυτό να καταχωρήθηκε στις 4.5.2016, δηλαδή μετά πάροδο σχεδόν 10 ετών, εντούτοις τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος υπέβαλε τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις μόλις στις 8.12.2015, οπόταν τότε μόνο μπορούσε η Κατηγορούσα Αρχή να κινήσει τις διαδικασίες και να καταχωρήσει την συγκεκριμένη ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου. Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι, βάσει αυτής της εικόνας, έπεται ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Από την άλλη, ο συνήγορος Υπεράσπισης αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής δήλωσε ότι εδώ ο Κατηγορούμενος υπέβαλε μια φορολογική δήλωση στις 8.12.2015, αλλά θα μπορούσε να υπήρχε κατηγορητήριο πολύ ενωρίτερα για τη μη υποβολή φορολογικής δήλωσης, για να μην φτάναμε σε τέτοιου μεγέθους καθυστέρηση. Επ'αυτού του σημείου, επανήλθε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής για να πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι διώχθηκε ποινικά ο Κατηγορούμενος για τη μη υποβολή φορολογικών δηλώσεων στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 1119/15, στην οποία του επιβλήθηκε χρηματική ποινή στις 09.12.
- Το κατηγορητήριο αφορούσε τις φορολογικές δηλώσεις για τις τριμηνίες από 1.08.2006 μέχρι 31.7.
- Υποβλήθηκαν οι φορολογικές δηλώσεις στις 8.12.2015 και, κατόπιν τούτου, στις 9.12.2015 επιβλήθηκε η ποινή στον Κατηγορούμενο. Επέμεινε ο κος Χατζηπαναγιώτου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι αυτή είναι μια ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε το 2016 για φορολογικές δηλώσεις του
- Όσον αφορά τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο συνήγορος Υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Επεσήμανε προς το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι ένα πρόσωπο που τον κτύπησε πολύ άσχημα η μοίρα. Παραθέτω όσα ανέφερε ο κ. Χατζηπαναγιώτου꞉ «Η σύζυγος του έχει αποβιώσει το 2008 από μια κληρονομική ασθένεια με την οποία διαγνώσθηκε σε ηλικία 36 ετών, την ασθένεια «Huntington». Είχε ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ. Το αντιλήφθηκε στα αρχικά στάδια της ασθένειας, όταν στάληκε δείγμα για ανάλυση στο Ινστιτούτο Γενετικής. Άφησε πίσω της 4 παιδιά. Όταν ο μεγαλύτερος υιός τους νυμφεύθηκε, δεν ανέφερε ο κατηγορούμενος στον υιό του μέχρι τότε ότι ήταν κληρονομική η ασθένεια, γνώριζε ο υιός τους βέβαια ότι η μητέρα του απεβίωσε, αλλά δεν γνώριζε ότι ήταν από κληρονομική ασθένεια, τον έστειλε για να κάνει εξετάσεις για να αποτρέψει και να προλάβει να μην κάνουν παιδιά με την ίδια πάθηση. Δυστυχώς, και ο υιός του κατηγορουμένου διαγνώσθηκε με την ίδια ασθένεια και έτσι αναγκάστηκε να χωρίσει από την σύζυγο του. Τα συμπτώματα της ασθένειας ξεκίνησαν, αλλά δεν είναι τόσο έντονα, αυξάνονται όμως. Ξοδεύτηκαν πάρα πολλά λεφτά γι΄ αυτόν τον λόγο, αλλά και για την ψυχολογική κατάσταση του ιδίου που αντιμετωπίζει εκ νέου την ίδια κατάσταση με τον υιό του από τότε που διαγνώσθηκε και αυτός με την ίδια πάθηση. Ο ίδιος αντιμετωπίζει πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα ως φαίνεται και από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αφού οφείλει αρκετά χρήματα στην Αστυνομία για εντάλματα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία για να πουλήσει και να πληρώσει. Η πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να συμμορφωθεί, δεν τα κατάφερε, λόγω της πολύ άσχημης οικονομικής κατάστασης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Σήμερα εργάζεται, έχει μισθό περί τα €1200, ενοικιάζει διαμέρισμα. Τυχόν φυλάκιση του θα έχει άσχημες συνέπειες τόσο στον ίδιο όσο και στο μεγαλύτερο παιδί του, το οποίο βοηθά και έχει υπό την προστασία του. Θα γίνει προσπάθεια να δίνει με δόσεις, είναι έτοιμος να δίνει ένα ποσό μηνιαίως μέχρι εξοφλήσεως. Αν το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε οποιαδήποτε ποινή στερητικής της ελευθερίας, θα ζητήσω κάτω από αυτές τις συνθήκες και τις περιστάσεις του κατηγορουμένου όπως τις έχω αναφέρει, όπως ανασταλεί τυχόν ποινή φυλάκισης.». Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ. Η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 57 ετών, χήρος, αφού η σύζυγός του απεβίωσε το 2008 από τη νευροεκφυλιστική διαταραχή Huntington. Από το γάμο τους απέκτησαν 4 παιδιά, τα οποία είναι σήμερα από 23 ετών έως 38 ετών, με τα οποία διατηρεί αρμονικές σχέσεις ο Κατηγορούμενος. Εργάστηκε ως συγκολλητής μεταλλικών κατασκευών και διατηρεί μέχρι σήμερα δικό του εργαστήριο. Τα εισοδήματά του ανέρχονται σε €1200 μηνιαίως. Από αυτά καταβάλλει €250 για ενοίκιο για το στούντιο όπου διαμένει ο ίδιος, ενώ έχει επίσης μηνιαία δόση €500 για εξόφληση διαφόρων ενταλμάτων οφειλών που ανέρχονται συνολικά σε €65.
- Περαιτέρω έχει δάνειο €25.000 στην ΚΕΔΕΠΕΣ, το οποίο είναι μη εξυπηρετούμενο. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ. Οι κατηγορίες της πρώτης ομάδας εδράζονται στο άρθρο 46
(9)του Ν.95(Ι)/2000, το οποίο προβλέπει ότι꞉ «46.-
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543) ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.». Οι κατηγορίες της δεύτερης ομάδας εδράζονται στο άρθρο 46
(10)του Ν.95(Ι)/2000, το οποίο προβλέπει ότι꞉ «46.-
(10)οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543) ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.». Οι κατηγορίες της τρίτης ομάδας εδράζονται στο άρθρο 46(10Α) του Ν.95(Ι)/2000, το οποίο προβλέπει ότι꞉ «46.-(10Α) Οποιοδήποτε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.». Σε συνδυασμό με τα πιο πάνω άρθρα, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εφαρμόσει το άρθρο 46
(12), το οποίο προβλέπει τα εξής꞉ «
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.». Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποτελεί το υπόχρεο για εγγραφή υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, καθίσταται εμπιστευματοδόχος του Κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, το εν λόγω πρόσωπο έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο Κράτος. Σχετική απόφαση στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85. Η σοβαρότητα που προσδίδεται από το Νομοθέτη στο αδίκημα της παράλειψης καταβολής στο Κράτος του ποσού ΦΠΑ που καθίσταται καταβλητέο, διαφαίνεται μέσα από το ανώτατο όριο ποινής, όπως προδιαγράφονται από τις διατάξεις των άρθρων που παρέθεσα πιο πάνω. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία, όμως, εξατομίκευσης της ποινής δεν δύναται να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου για σκοπούς μετριασμού της ποινής το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται ενώπιον μου ως πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, βιοπαλαιστής, πατέρας τεσσάρων παιδιών τα οποία έμειναν σε νεαρή ηλικία ορφανά από μητέρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ως επιβαρυντικούς παράγοντες λαμβάνω υπόψη μου ότι, παρά το γεγονός ότι διέρρευσε χρονικό διάστημα 3 ετών από τότε που καταχωρήθηκε το υπό κρίση κατηγορητήριο, εντούτοις η συμμόρφωση του Κατηγορούμενου ανήλθε σε €500 ευρώ μόνο, έναντι ποσού €31.124,11σ. που εξακολουθεί να οφείλεται χωρίς ορατή προοπτική απόδοσης του ποσού αυτού στο Κράτος. Οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη, πλην όμως δεν μπορούν να αναιρέσουν το δυσμενή παράγοντα του ελλείμματος που παραμένει στα δημόσια ταμεία από την μη καταβολή φόρου που εισπράχθηκε και όχι απλώς φόρου που κερδήθηκε. Εν συνεχεία, όμως, αξιολογώ το χρόνο που έχει παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων (1.11.2006), μέχρι σήμερα που επιβάλλεται η ποινή (5.6.2019). Ο χρόνος αυτός αναλύεται, αφενός, στο χρονικό διάστημα, μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων και της καταχώρησης ποινικής υπόθεσης και, αφετέρου, από την ημερομηνία καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης, μέχρι σήμερα. Η καθυστέρηση που παρατηρείται από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία δίωξης του κατηγορούμενου και μέχρι την επιβολή ποινής σε αυτόν είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 υποδείκτηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται στο φως η αξιόποινη πράξη του αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και τη δίκαιη δίκη. Τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής και ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα v. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 υποδείχθηκε πως η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινή φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Ωστόσο, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223 τονίστηκε ότι η συμβολή κατηγορουμένου στην καθυστέρηση μετρά εναντίον του. Στην Λίνος Μελάς ν Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με την ισχυριζόμενη καθυστέρηση καταχώρησης κατηγορητηρίου꞉ «Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, με αναφορά σε υποθέσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το εύλογο του χρόνου εντός του οποίου θα πρέπει να διεκπεραιώνεται η δικαστική διαδικασία, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, χωρίς να υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Όμως, για τον καθορισμό του λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του διαδίκου, καθώς και αυτή των αρμόδιων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Στην προκειμένη περίπτωση, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στη διαδικασία αμφισβήτησης του φόρου από τους Εφεσείοντες, με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κακώς παραπονούνται οι Εφεσείοντες ότι η Υπηρεσία Φ.Π.Α. λανθασμένα ανέμενε το αποτέλεσμα της προσφυγής. Η διαδικασία εκείνη από μόνη της δεν αναστέλλει την είσπραξη του φόρου. Μπορεί τυπικά να είναι ορθό ότι η διαδικασία είσπραξης δεν αναστέλλεται αυτόματα με την καταχώρηση προσφυγής, αλλά εάν η διοίκηση εκκρεμούσης της αμφισβήτησης του φόρου με προσφυγή, προωθούσε ένδικα μέτρα για είσπραξη του φόρου, είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα περνούσε απαρατήρητο από τους Εφεσείοντες, εάν συνέβαινε. Μετά την έκδοση απόφασης στις 4.5.2004 στην αναθεωρητική έφεση που άσκησαν οι Εφεσείοντες, σε διάστημα 5 περίπου μηνών, ο εφεσίβλητος καταχώρησε το επίδικο κατηγορητήριο. Θεωρούμε ότι ο χρόνος που παρήλθε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι παράλογος.». Στην παρούσα υπόθεση, βάσει των λεγόμενων του κ. Καρύδη, τα οποία δεν αμφισβήτησε ο κ. Χατζηπαναγιώτου, ο κατηγορούμενος υπέβαλε τις φορολογικές του δηλώσεις για τη φορολογική περίοδο από 1.08.2006 μέχρι 31.7.2014, με καθυστέρηση πολλών ετών, ήτοι στις 8.12.
- Μέσα σε 5 μήνες, ήτοι στις 4.5.2016 ο Έφορος Φορολογίας στηριζόμενος στις εν λόγω φορολογικές δηλώσεις συνέταξε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Η περίοδος των 5 μηνών δείχνει ανταπόκριση του Εφόρου Φορολογίας εντός των ορίων του εύλογου χρόνου όπως έγινε αποδεκτό στην προμνησθείσα υπόθεση Λίνος Μελάς. Ωστόσο, θα συμφωνήσω με τον κ. Χατζηπαναγιώτου ότι, εδώ δεν χρειαζόταν να ανεχθεί η Υπηρεσία ΦΠΑ τόσο μεγάλη καθυστέρηση από πλευράς του Κατηγορούμενου. Θα έπρεπε να καταχωρούσε το αργότερο μέσα σε πέντε χρόνια από τη λήξη της προθεσμίας για υποβολή φορολογικών δηλώσεων, ποινική υπόθεση για την παράλειψη υποβολής των φορολογικών δηλώσεων, εφόσον το ποινικό δικαστήριο έχει αποστολή να εκδικάζει συνοπτικά τέτοιου είδους αδικήματα εντός ευλόγου χρόνου. Διαφοροποιείται η παρούσα υπόθεση από τη Λίνος Μελάς, ως προς το ότι δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε διαδικασία ενστάσεων ή προσφυγή κατά βεβαίωσης φόρου, έτσι που να ήταν θεμιτό να αναμένει ο Έφορος Φορολογίας την έκβασή της. Γι'αυτό και είμαι διατεθειμένη να δεχθώ εν μέρει ως μετριαστικό παράγοντα την καθυστέρηση 8 ετών που παρατηρήθηκε μεταξύ 2007 και 2015 για τη δίωξη του Κατηγορούμενου. Απεναντίας, για την καθυστέρηση από τότε που καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο στις 4.5.2016 μέχρι σήμερα, δεν μπορώ να αποδώσω καμία μετριαστική αξία προς όφελος του Κατηγορούμενου. Υπό το φως της ανωτέρω αξιολόγησης των επιβαρυντικών / μετριαστικών συνθηκών, καταλήγω να επιβάλλω στον Κατηγορούμενο, ο οποίος παρέμεινε υπό κράτηση ως υπόδικος για μία εβδομάδα από 29/5/2019 μέχρι σήμερα, τις ακόλουθες χρηματικές ποινές: Σε έκαστη εκ των κατηγοριών 1 έως 21, χρηματική ποινή €100, ήτοι σύνολο €
- Καμία ποινή στις κατηγορίες αρ. 22 έως 24, εφόσον υπήρξε πλήρης συμμόρφωση σε αυτές. Καμία ποινή στις κατηγορίες αρ. 25 έως 55, εφόσον οι καταβληθείσες χρηματικές επιβαρύνσεις, πρόσθετος φόρος και τόκος μπορούν να εισπραχθούν στη βάση διατάγματος που θα εκδώσω πιο κάτω, αλλά και για χάρην της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Εκδίδω διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου βάσει του άρθρου 46
(12)για πληρωμή προς το ταμείο του Εφόρου Φορολογίας꞉ όσον αφορά τις κατηγορίες 1 έως 21, του ποσού των €20.773,40σ. πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 10.2.2016 μέχρι εξοφλήσεως, και όσον αφορά τις κατηγορίες 25 - 55, του ποσού των €9.850 πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού €1.900,37σ. από 10.2.2016 μέχρι εξοφλήσεως. Να αφεθεί αμέσως ελεύθερος, εφόσον έχει αποπερατωθεί η υπόθεσή του. (υπ.) ......................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο