← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. PICO TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4712/13, 7/6/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. PICO TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4712/13, 7/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4712/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες και

  1. PICO TRADING LTD
  2. ΧΧΧΧ ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗΣ
  3. MATHICO NOMINEES LIMITED Εναγόμενοι Ημερομηνία: 7.6.
  4. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Γεωργία Καραμαλλή για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. (κα Α. Παπαευσταθίου για να ακούσει απόφαση). Για τους Εναγόμενους: κ. Ανδρέας Μαθηκολώνης (κα Κ. Αναστασίου για να ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες, με αγωγή που καταχώρισαν στις 11/12/2013 εξαιτούνται τα ακόλουθα: (α) Απόφαση εναντίον των Εναγόμενων, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως, για το ποσό των €1.026.535,96 πλέον τόκο προς 10% ετησίως επί πoσoύ €1.024.543,79 από 10/07/2013 μέχρι εξoφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. (β) Διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 διατάττον την εκποίηση της υποθήκης ΥΧΧΧΧ/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος της Εναγόμενης 1 που περιγράφεται σε αυτήν έναντι ή/και προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς την Εναγόμενη
  5. (γ) Διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 2 διατάττον την εκποίηση των υποθηκών ΥΧΧΧΧ/07 και ΥΧΧΧΧ/12 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων του Εναγόμενου 2 που περιγράφονται σε αυτές, έναντι ή/και προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς τον Εναγόμενο
  6. Με βάση τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, προκύπτει ότι η βάση της παρούσας αγωγής αφορά πιστωτική διευκόλυνση δυνάμει δανείου που χορηγήθηκε από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 με την αλληλέγγυα εγγύηση των Εναγόμενων 2 και 3 καθώς και άλλες συναφείς εξασφαλίσεις. Συγκεκριμένα, από την Έκθεση Απαίτησης, προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 28/06/2012 οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 δάνειο τακτής προθεσμίας για το ποσό των €970.000.- (η συμφωνία δανείου). Το ρηθέν δάνειο και o σχετικός λογαριασμός με αριθμό XXXXX0316, στον οποίο θα τηρούντο όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις του εν λόγω λογαριασμού, θα έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων των Εναγόντων, το οποίο κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου ήταν 4,75%, προσαυξημένο κατά 2,75%. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου και του συνόλου των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες, παρόντων και μελλοντικών, παραχωρήθηκαν προς τους Ενάγοντες οι ακόλουθες εξασφαλίσεις:
  7. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν γραπτώς τηv πληρωμή όλωv τωv υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1, παρόντων ή μελλοντικών, προς τους Ενάγοντες, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμέvως με αυτήν για ποσό €970.000 πλέον τόκους προς το εκάστοτε ποσοστό επιτοκίου πλέον έξοδα.
  8. Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία προσέφερε και οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν την υποθήκη YΧΧΧΧ/07 η οποία δεόντως δηλώθηκε και εγγράφηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας
  9. Ο Εναγόμενος 2 προσέφερε και οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν τις υποθήκες ΥΧΧΧΧ/07 και ΥΧΧΧΧ/12 οι οποίες δεόντως δηλώθηκαν και εγγράφηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Ενόψει της παράλειψης της Εναγόμενης 1 να καταβάλει ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις ή και να εξοφλήσει το επίδικο δάνειο κατά το χρόνο που κατέστη πληρωτέο, οι Ενάγοντες, με επιστολές τους προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 02/11/2012 και 10/07/2013, τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, και απαίτησαν από τους Εναγόμενους την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου δανείου πλέον τόκους και έξοδα, διαφορετικά θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους, πλην όμως οι Εναγόμενοι ουδέποτε συμμορφώθηκαν. Περί τις 10/07/2013 ο πιο πάνω λογαριασμός της Εναγόμενης 1 Εταιρείας παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €1.026.535,96 πλέον τόκοι επί ποσού €1.024.543,79 προς 10% από 10/07/2013 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Στις 11.12.13 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Με την τροποποιημένη τους υπεράσπιση οι Εναγόμενοι, προβάλλουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
  10. Παρά το γεγονός ότι παραδέχονται τη σύναψη της συμφωνίας δανείου ωστόσο ισχυρίζονται ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι όροι καταχρηστικοί ή/και ετεροβαρώς επαχθείς ή/και αόριστοι, παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι.
  11. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραδέχονται την υπογραφή των συμφωνιών εγγύησης. Εντούτοις, προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη καθότι καταρτίστηκε καθ' υπέρβαση των προνοιών του ιδρυτικού ή/και καταστατικού εγγράφου της Εναγόμενης 2 Εταιρείας (ultra vires).
  12. Η συμφωνία εγγύησης των Εναγόμενων 2 και 3 είναι άκυρη ή/και ακυρώσιμη ή/και δέον όπως ακυρωθεί ένεκα της ακυρότητας της υποθήκης.
  13. Χωρίς να αμφισβητούν την υπογραφή των επίδικων υποθηκών καθώς και το δικαίωμα των Εναγόντων να πωλήσουν τα επίδικα ακίνητα και να διαθέσουν το προϊόν της πωλήσεως αυτών προς εξόφληση των εξασφαλιζόμενων υποχρεώσεων (παράγραφος 6 της τροποποιημένης υπεράσπισης), ισχυρίζονται ότι οι επίδικες υποθήκες δεν παραχωρήθηκαν ή/και εγγράφηκαν έγκυρα ή/και νόμιμα ή/και ότι οι εν λόγω υποθήκες ή/και η εγγραφή τους είναι παράνομες ή/και άκυρες και ανεφάρμοστες με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 4

(1), 5
(1)και
(2), 8(α), (β) και (γ), 10 και 21
(1)(γ), (δ), (ε) και
(2)του Ν. 9/65 διότι το περιεχόμενο τους ή/και οι όροι τους δεν είναι σύμφωνες με τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1), (γ), (δ), (ε) και
(2)του Ν.9/65 και κατά συνέπεια η υποθήκευση των επίδικων ακινήτων είναι άκυρη ή/και έγινε παράνομα και θα πρέπει να ακυρωθεί για τους ακόλουθους λόγους: i. «το χρηματικό ποσό που υπέχει υποχρέωση να καταβάλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί όπως επιβάλλεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) και τούτο διότι με βάση τους όρους της δήλωσης υποθήκης ο ενυπόθηκος οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το ποσό της υποθήκης πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα που εν πάση περιπτώσει δεν καθορίζονται ούτε είναι δυνατό να υπολογιστούν και με αποτέλεσμα να δημιουργείται υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη να καταβάλει ποσό πέραν του ποσού της υποθήκης χωρίς να καθορίζεται παράλληλα το μέγιστο ποσό της πιθανής υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη». ii. «ο τόκος ή/και το ποσοστό επιτοκίου δεν είναι καθορισμένο ούτε και δυνάμενο να προσδιορισθεί όπως προβλέπεται στο σχετικό άρθρο της Νομοθεσίας που αναφέρεται ανωτέρω.» iii. «ο καθορισμός του επιτοκίου στις επίδικες δηλώσεις ή και συμβάσεις υποθηκών ως κυμαινόμενου ή και ως διαφοροποιημένου με βάση τις πρόνοιες των εν λόγω εγγράφων καθιστά το ποσοστό του επιτοκίου μη καθορισμένο ούτε δυνάμενο να προσδιοριστεί με αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό όπως επιβάλλεται από τη νομοθεσία.» iv. «η υποθήκη καλύπτει υποχρεώσεις που είναι εκτός των προνοιών ή και των περιορισμών που τίθενται με βάση το άρθρο 21
(1)(γ) του ως άνω νόμου με βάση το οποίο η υποθήκη επιτρέπεται να καλύπτει αποκλειστικά και μόνο συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου πλέον τόκο».
  1. Όλες οι επίδικες υποθήκες ή και οι δηλώσεις και συμβάσεις υποθηκών είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες και δέον όπως εξαλειφθούν διότι από το περιεχόμενο και τους όρους τους παραβιάζουν ή/και αποστερούν από τους ενυπόθηκους οφειλέτες το εξ επιεικείας δικαίωμα τους για πλήρη εξόφληση των εvυποθήκων χρεών και για εξάλειψη των επίδικων υποθηκών (the equitable right of redemption) για τους ακόλουθους λόγους: i. «Διότι οι επίδικες δηλώσεις ή/και συμβάσεις υποθηκών δεν περιλαμβάνουν οποιοδήποτε όρο ή πρόνοια που να παρέχει το πιο πάνω δικαίωμα στους ενυπόθηκους οφειλέτες εντούτοις στον όρο 4 των εγγράφων της σύμβασης υποθήκης παρέχεται το άνευ όρων δικαίωμα στην ενάγουσα τράπεζα όπως από την ημερομηνία που το ενυπόθηκο χρέος είναι πληρωτέο, να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα χωρίς οποιανδήποτε προειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή και ii. Διότι ένεκα της παρανομίας ή και της αοριστίας ή και ασάφειας ή και της ακυρότητας των όρων της δήλωσης ή και της σύμβασης υποθήκης σε σχέση με το ποσοστό του επιτοκίου ή και σε σχέση με τους τόκους υπερημερίας ή και προμήθειες ή και άλλα τραπεζικά δικαιώματα όπως προβλέπονται στην δήλωση ή και την σύμβαση υποθήκης ουσιαστικά και πάλιν ο ενυπόθηκος οφειλέτης αποστερείται του ως άνω εξ επιεικείας δικαιώματος του για εξόφληση ή και προεξόφληση του οποιουδήποτε ενυπόθηκου χρέους ή και iii. Διότι ένεκα της αοριστίας ή και ασάφειας ή και ακυρότητας του όρου 12 της Σύμβασης Υποθήκης ως προς το ύψος ή και το ποσοστό των τόκων ή και των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται από τις υποθήκες, και πάλιν αποστερείται ουσιαστικά το ως άνω εξ επιεικείας δικαίωμα των ενυποθήκων οφειλετών ή και iv. Διότι το ως άνω δικαίωμα των ενυπόθηκων οφειλετών (equitable right of redemption) παραβιάζεται ή και αποστερείται παράνομα από την ενάγουσα Τράπεζα.
  2. Αρνούνται τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών όπως επίσης και το οφειλόμενο ποσό και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των εν λόγω θέσεων τους. Πέραν της προαναφερόμενης υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι προωθούν παράλληλα και ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες υποθήκες είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες και εξαιτούνται διάταγμα που να διατάττει την ακύρωση και εξάλειψη τους. Περαιτέρω, εξαιτούνται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εγγύηση των Εναγόμενων 2 και 3 είναι άκυρη και ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν απαλλαγεί από οποιαδήποτε εξ εγγυήσεως ευθύνη τους. Ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της Ανταπαίτησης των Εναγομένων πλην των όσων αναφέρονται στην Υπεράσπιση τους. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι αυτή δεν έχει εγκαταλειφθεί μεν πλην όμως σε περίπτωση που πετύχει η υπεράσπιση των Εναγομένων ότι οι συμφωνίες δανείου, εγγυήσεων και υποθηκών είναι άκυρες, θα πρέπει να πετύχει και η ανταπαίτηση τους. Οι Ενάγοντες προσέφεραν στο Δικαστήριο τη μαρτυρία 4 συνολικά μαρτύρων ενώ αντίθετα οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν καμία μαρτυρία. Ο πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο πρώην υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας ΧΧΧΧ Σωφρονίου ο οποίος από τον Μάιο του 2013 εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Ενάγοντες). Στις 28.6.12 σύμφωνα με τον μάρτυρα συμφωνήθηκε η χορήγηση δανείου τακτής προθεσμίας από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία ύψους €970.000 με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 (Τεκμήριο 3). Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1, οι εναγόμενοι 1 και 2 προσέφεραν και οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν τις υποθήκες 1)ΥΧΧΧΧ/07 (27.12.07) των Εναγομένων 1 για το ποσό των €855.000, Τεκμήριο 5 2)ΥΧΧΧΧ/07 (27.12.07) του Εναγόμενου 2 για το ποσό των €155.000, Τεκμήριο 7 και 3)ΥΧΧΧΧ/12 (28.6.12) του Εναγόμενου 2 για ποσό €150.000, Τεκμήριο 8). Τα ακίνητα των δύο τελευταίων υποθηκών επωλήθησαν μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και ως εκ τούτοι οι Εναγόμενοι απέσυραν την απαίτηση τους να εκδοθεί διάταγμα εκποίησης τους (θεραπεία 13Δ στην έκθεση απαίτησης). Στις 2.11.12 οι Ενάγοντες ζήτησαν με επιστολή τους (Τεκμήριο 10) την πληρωμή του καθυστερημένου ποσού του δανείου (€18.504.60) και στις 10.7.13 με επιστολή τους (Τεκμήριο 11) τερμάτισαν τη λειτουργία του δανείου και απαίτησαν ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο (€1.027.103,71). Ο κ. Σωφρονίου κατέθεσε επίσης πρακτικά των Διοικητικών Συμβουλίων των Εναγομένων 1 και 3 Εταιρειών ημερ. 22.6.12 (Τεκμήρια 12 και 13) που αποφάσισαν η μεν Εναγόμενη 3 να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 Εταιρείας η δε Εναγόμενη 1 να αποδεχθεί τις εγκριθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις. Κατέθεσε επίσης ο Μ.Ε.1 κ. ΧΧΧΧ Σωφρονίου τον επίδικο λογαριασμό δανείου (Τεκμήριο 15) μαζί με αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού στον οποίο δεν χρεώνονται έξοδα με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο (Τεκμήριο 16) μαζί με σχετικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 17) ότι όλα τα κατατεθέντα έγγραφα αποτελούν μέρος του αρχείου της τράπεζας. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι από την Λαϊκή Τράπεζα μεταφέρθηκε στο τμήμα ανάκτησης χρεών της Τράπεζας Κύπρου και έχει το φάκελο της υπόθεσης αυτής τον τελευταίο χρόνο αλλά δεν ήταν παρών στην υπογραφή των συμβάσεων δανείου και/ή των εγγυήσεων. Το Τεκμήριο 15 (3 πρώτες σελίδες) ο ίδιος εκτύπωσε από το αρχείο της Τράπεζας η τελευταία σελίδα του οποίου (τέταρτη) είναι η αναδομημένη κατάσταση του λογαριασμού (Τεκμήριο 16) από την αρχή της εκταμίευσης του δανείου. Στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι το τραπεζικό "βιβλίο" από το οποίο εκτύπωσε τον επίδικο λογαριασμό άλλαξε όταν η διαχείριση του χαρτοφυλακίου της Λαϊκής Τράπεζας αναλήφθηκε από την Τράπεζα Κύπρου για να διαφωνήσει προσθέτοντας ότι το μόνο που άλλαξε είναι ο αριθμός του λογαριασμού και ότι στο ηλεκτρονικό βιβλίο της τράπεζας που τηρούνται οι λογαριασμοί δεν μπορούν να αλλοιωθούν, όπως ήταν η υποβολή του κ. Μαθηκολώνη παρά το ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με το δάνειο το 2007 όταν αυτό χορηγήθηκε. Το βασικό επιτόκιο που καθόρισε η Τράπεζα για επιχειρηματικά δάνεια ήταν αρχικά 4,75% και μειώθηκε σε 4,25% (Τεκμήριο 14) με ανακοινώσεις στον τύπο και ο μάρτυρας επέμενε ότι οι επιστολές απαίτησης και τερματισμού στάληκαν στις διευθύνσεις των Εναγομένων και δεν επεστράφησαν ως μη παραληφθείσες. Η ΜΕ2 ήταν η κα ΧΧΧΧ Παπαγιάννη Μιχαήλ. Ήταν όπως ανέφερε λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών των Εναγόντων και είχε προσωπική επαφή με τους Εναγόμενους 1 πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών στην οποία ήταν παρούσα και είχε την ευθύνη για την εξυπηρέτηση και την επίβλεψη του επίδικου λογαριασμού. Σύμφωνα με την ΜΕ2, ο Εναγόμενος 2 ήταν κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών και εξακολουθεί να είναι ο μοναδικός μέτοχος και Διοικητικός Σύμβουλος της Εναγόμενης 3 εταιρείας, η οποία είναι ο μοναδικός μέτοχος και αξιωματούχος της Εναγόμενης 1 Εταιρείας (Τεκμήριο 18 και 19). Η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 2 ΧΧΧΧ Αναστασίου υπέγραψε τα έγγραφα υποθήκευσης ακινήτων παραδίδοντας πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 Εταιρείας για το σκοπό αυτό ενώ όπως ανέφερε ο Εναγόμενος 2 παρέδωσε πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1 και 3 Εταιρειών (Τεκμήρια 12 και 13) με βάση τα οποία ο ίδιος εξουσιοδοτήθηκε να υπογράψει τις συμφωνίες για την χορήγηση της επίδικης διευκόλυνσης. Αναφέρθηκε επίσης η μάρτυρας για επανειλημμένες επικοινωνίες που είχε με τον Εναγόμενο 2 στον οποίο επεσήμανε το πρόβλημα στη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών από τις καθυστερήσεις και τη συμμετοχή της σε συναντήσεις στο υποκατάστημα των Εναγόντων στη Λάρνακα, πριν τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών όπου ενημερώθηκε ο Εναγόμενος 2 και ουδέποτε αμφισβήτησε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που ελάμβαναν δεν ήταν ορθές. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν πίστωση χρόνου στους Εναγόμενους αλλά αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν. Επίσης ουδέποτε αμφισβήτησαν την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών δανείου, εγγυήσεων και υποθηκών. Κατά την αντεξέταση της επανέλαβε ότι ουδέποτε ηγέρθη και συζητήθηκε θέμα εγκυρότητας των συμφωνιών. Οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης του δανείου απέτυχαν τον Ιούλιο του 2013 οπότε και τερματίστηκε ο λογαριασμός δανείου. Ο Μ.Ε.3 ΧΧΧΧ Αντωνιάδης βεβαίωσε ότι η επιστολή τερματισμού του επίδικου λογαριασμού δανείου (Τεκμήριο 11) στάληκε στον Πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές. Ο ίδιος ο μάρτυρας τις ετοίμασε, τις υπέγραψε και ταχυδρομήθηκαν αφού ο ίδιος τις παρέδωσε στον υπεύθυνο αλληλογραφίας για να τις ταχυδρομήσει την επόμενη εργάσιμη ημέρα και δεν επεστράφησαν ως μη παραληφθείσες από τους παραλήπτες τους. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι τα πρόσωπα που ήσαν εντεταλμένα για την ταχυδρόμηση των επιστολών ήταν ο ΧΧΧΧ Τουμάζου και ο ΧΧΧΧ Χατζηκωστή και οι επιστολές εστάλησαν με απλό ταχυδρομείο και όχι συστημένες. Τέλος η Μ.Ε.4 ΧΧΧΧ Δημητρίου ανέφερε καταθέτοντας ενόρκως (Διευθύντρια διαχειρίσεων μικρομεσαίων επιχειρήσεων των Εναγόντων στη Λάρνακα) ότι έχει διαχειριστεί την υπόθεση αυτή μετά τον τερματισμό του λογαριασμού και συζήτησε με τον Εναγόμενο 2 την πιθανότητα εξωδικαστικής διευθέτησης πριν την καταχώρηση αγωγής, χωρίς αποτέλεσμα. Μάλιστα η αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.12.13 και επεδόθη ένα χρόνο μετά (6.12.14) κατά παράκληση του Εναγόμενου 2 για να εξευρεθεί εξωδικαστική διευθέτηση πριν η αγωγή επιδοθεί. Όλοι οι μάρτυρες των Εναγόντων ήσαν μάρτυρες της αλήθειας στη μαρτυρία των οποίων μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο. Περαιτέρω, είναι φανερό ότι από τη δια ζώσης μαρτυρία που προσέφερε η πλευρά των Εναγόντων, επαληθεύονται πλήρως και αναντίλεκτα όλες οι θέσεις και αξιώσεις που προωθούνται με την παρούσα αγωγή ενώ παράλληλα καταρρίπτονται οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Εναγόμενων. Σε αυτά, προστίθεται το γεγονός ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την πλευρά των Εναγόμενων προς αντίκρουση των θέσεων και αξιώσεων των Εναγόντων. Οι επίδικες συμφωνίες και έγγραφα που αφορούν τη χορήγηση του επίδικου δανείου (Τεκμήρια 3, 4, 5, 7 και 8) υπογράφηκαν από τους Εναγόμενους. Η υπογραφή άλλωστε των επίδικων συμφωνιών και η χορήγηση του προϊόντος του επίδικου δανείου δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε χρόνο από την πλευρά των Εναγόμενων αλλά αντίθετα γίνεται παραδεκτή μέσα από την υπεράσπισή τους. Τα πιο πάνω έγγραφα και συμφωνίες έχουν υπογραφεί δεόντως και νομοτύπως από τους Εναγόμενους εκ των οποίων ο Εναγόμενος 2 είναι δικηγόρος με πολυετή πείρα (ο οποίος πολύ καλά γνωρίζει την έκταση των υποχρεώσεων που αναλάμβανε όπως επίσης και οι Εναγόμενες 1 και 3 Εταιρείες με την υπογραφή τους, έναντι των Εναγόντων) και επομένως παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα. Το γεγονός αυτό, το οποίο αναφέρθηκε κατά την ακρόαση από τους ΜΕ1 και ΜΕ2, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2 και ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς τους που να το ανατρέπει. Οι διάφοροι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην υπεράσπιση των Εναγόμενων δεν αποτελούν παρά εκ των υστέρων σκέψεις και επινοήσεις τους σε μια προσπάθεια αποποίησης των συμβατικών τους ευθυνών και καθυστέρησης της διαδικασίας. Είναι κατά συνέπεια εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους της Συμφωνίας Δανείου και Εγγυήσεων (βλέπε όρους 3 και 13 της συμφωνίας δανείου και όρο 1 της συμφωνίας εγγύησης) εφόσον παρέλειψαν να αποπληρώσουν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις με αποτέλεσμα να τους σταλεί αρχικά η προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 02/11/2012 (Τεκμήριο 10) και στη συνέχεια η επιστολή τερματισμού και απαίτησης εξόφλησης ολόκληρου του οφειλόμενου υπολοίπου του επίδικου δανείου (Τεκμήριο 11). Σε σχέση με αυτό, σημειώνω περαιτέρω ότι, το γεγονός του τερματισμού και της υποβολής απαίτησης εξόφλησης του επίδικου χρέους (Τεκμήρια 10 και 11) δεν αμφισβητείται με την υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και 2, ούτε τέθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς τους δια ζώσης και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς τους προς αντίκρουσή τους. Επομένως, σύμφωνα με τη γνωστή νομολογιακή αρχή, υπάρχει τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί (όπως εν προκειμένω) και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1906-7). Παράλληλα, τυγχάνουν εφαρμογής τα αναφερόμενα στην υπόθεση Μάριος Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 167/2010, ημερομηνίας 21/10/2015 ότι δηλαδή: "Δεν είναι δυνατόν καν να συζητηθεί ότι ο εφεσείων δεν έλαβε τις ειδοποιήσεις για τις καθυστερήσεις πληρωμής, από τη στιγμή που δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του κατά την ακροαματική διαδικασία, οι οποίοι παρέμειναν μέχρι τέλους παντελώς αστήρικτοι και κενοί περιεχομένου. Συνεπώς, ορθά, όπως υποστηρίζει και η πλευρά των εφεσιβλήτων, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν απασχόλησαν το Δικαστήριο: ουδεμία θετική μαρτυρία δόθηκε ως προς τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς (Ελληνική Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd
(1998)1(B) A.A.Δ. 843)». Τέλος, εξίσου σημαντικό είναι ότι ακόμη και να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί στις διευθύνσεις των Εναγόμενων οι επιστολές προ τερματισμού (Τεκμήριο 10) και τερματισμού (Τεκμήριο 11), κάτι που δεν συμβαίνει, η καταχώριση της παρούσας αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό των επίδικων συμφωνιών δανείου και απαίτησης πληρωμής των οφειλόμενων ποσών (Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Γ Α.Α.Δ. 2029). Αποδεχόμενος τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ΧΧΧΧ Σωφρονίου, θεωρώ ότι οι καταστάσεις του λογαριασμού δανείου (Τεκμήριο 15) συνιστούν πιστή αντιγραφή/αναπαραγωγή του τραπεζικού βιβλίου και απεικονίζουν το οφειλόμενο υπόλοιπο που μπορούν να διεκδικούν οι Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων. Ως προς το ζήτημα αυτό, να αναφέρω περαιτέρω τα ακόλουθα: Απόλυτα σχετική και με ιδιαίτερη σημασία στην απόδειξη του οφειλόμενου υπολοίπου είναι η μαρτυρία του ΜΕ1 (η οποία σε κανένα σημείο της δεν αμφισβητήθηκε), ο οποίος έκανε αναφορά στο Τραπεζικό Βιβλίο και σε γεγονότα που ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου ενώ παράλληλα διευκρίνισε ότι έλεγξε ότι κάθε καταχώριση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγόντων παρουσιάζεται στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού που κατέθεσε ως Τεκμήριο 15. Παράλληλα, προς απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου δανείου, ο ΜΕ1 παρουσίασε πιστοποιητικό (Τεκμήριο 17), το οποίο ετοίμασε βάσει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 που υπογράφεται από τον ίδιο και συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 35
(3)του Κεφ. 9. Είναι καλά νομολογημένο ότι ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και το Δικαστήριο θα πρέπει να περιορίζεται να αποφασίσει επί εκείνων των ζητημάτων που έχουν καταστεί επίδικα κατά το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων (βλ. Ανθή Φελλά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A630, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 94/2010 και 158/2010, ημερομηνίας 28/09/2015 και Ιωάννης Ευάνθη ν. Νικολάου Νεοφύτου κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A935, Πολιτική Έφεση αρ. 38/2010, ημερομηνίας 08/12/2014). Η κα Καραμαλλή με παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Κάτζιη ν. Φουκαρίδης & Σια Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοχρωματιστές, ECLI:CY:AD:2017:A258, Πολιτική Έφεση 40/2011, ημερομηνίας 11/07/2017 όπου αναφέρθηκε ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση, η υπεράσπιση της εφεσείουσας δε θα μπορούσε να ήταν πιο γενική, αφού αυτή, ως προς τον ουσιαστικό ισχυρισμό στην έκθεση απαιτήσεως, απλώς, αρνείται ότι η εφεσίβλητη της δάνεισε οποιοδήποτε ποσό. Δεν αντιπαραβάλλει, στην υπεράσπισή της, οποιοδήποτε θετικό ισχυρισμό, ο οποίος να αναιρεί τον πιο πάνω ισχυρισμό της εφεσίβλητης. Δεν αναφέρει, ειδικά, την εκδοχή της καταγγελίας στην Αστυνομία, για απόσπαση χρημάτων με απειλές. Στην υπόθεση Κοφτερού ν. Παναγίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2147, όπου αντιμετωπίστηκε ανάλογη περίπτωση, υποδείχθηκε, στη σελίδα 2150, πως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός «... δεν είχε προβληθεί στην υπεράσπιση και έτσι ήταν εκτός δικογράφων και δεν μπορούσε εν πάση περιπτώσει να θεωρηθεί ως επίδικο θέμα στην αγωγή που να ήταν αναγκαίο να επιληφθεί το δικαστήριο.»" Επομένως, οποιοδήποτε ζήτημα εγείρει στην αγόρευση τους η πλευρά των Εναγομένων, το οποίο δεν προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις που παρατίθενται στην υπεράσπιση τους, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Προβάλλεται σαν πρώτη θέση από την πλευρά των Εναγόμενων ότι η συμφωνία δανείου είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη καθότι καταρτίστηκε χωρίς τη νόμιμη ή/και οποιανδήποτε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 ή/και επειδή καταρτίστηκε καθ' υπέρβαση των προνοιών του ιδρυτικού ή/και καταστατικού της εγγράφου. Στην ίδια γραμμή προβάλλεται αντίστοιχη θέση σε σχέση με τη συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 3 καθώς επίσης και σε σχέση με τη συμφωνία υποθήκης της Εναγόμενης 1. Καθ' όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία δανείου, η συμφωνία εγγύησης της Εναγόμενης 3 και η συμφωνία υποθήκης της Εναγόμενης 1 καταρτίστηκε χωρίς νόμιμη ή/και οποιαδήποτε απόφαση του διοικητικού τους συμβουλίου, ο ισχυρισμός καταρρίπτεται ως αναληθής. Ειδικότερα, σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό, είναι αρκετό να παραπέμψω στην ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία (η οποία όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε δια ζώσης αλλά αντίθετα παρέμεινε αναντίλεκτη), από την οποία ξεκάθαρα προκύπτει ότι οι Εναγόμενες 1 και 3 προχώρησαν στην κατάρτιση των προαναφερόμενων συμφωνιών κατόπιν απόφασης του διοικητικού τους συμβουλίου που λήφθηκε στο πλαίσιο συνεδρίας που έγινε στην παρουσία όλων των αξιωματούχων τους, κάτι που προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά που παρουσιάστηκαν στη διαδικασία (Τεκμήρια 6, 12 και 13) επί των οποίων εντοπίζονται όλες οι σχετικές υπογραφές και σφραγίδες των προαναφερόμενων νομικών προσώπων και οι εξουσιοδοτήσεις που δόθηκαν για την υπογραφή των συμφωνιών δανείου εγγυήσεων και υποθηκών. Από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6, 12 και 13 καθώς και τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, έκδηλα προκύπτει ότι οι Εναγόμενες 1 και 3 προχώρησαν στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών κατόπιν απόφασης του διοικητικού τους συμβουλίου ενώ ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς Εναγομένων που να είναι σε θέση να υποστηρίξει τη θέση ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν λήφθηκαν νόμιμα ή νομότυπα. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση στην υπόθεση Μάριος Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 167/2010, ημερομηνίας 21/10/2015 στην οποία αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: "Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και δεν συνιστά ούτε μαρτυρία, ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών (Μαυρομιχάλη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530, 531 και 533). Δεν είναι δυνατόν καν να συζητηθεί ότι ο εφεσείων δεν έλαβε τις ειδοποιήσεις για τις καθυστερήσεις πληρωμής, από τη στιγμή που δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του κατά την ακροαματική διαδικασία, οι οποίοι παρέμειναν μέχρι τέλους παντελώς αστήρικτοι και κενοί περιεχομένου. Συνεπώς, ορθά, όπως υποστηρίζει και η πλευρά των εφεσιβλήτων, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν απασχόλησαν το Δικαστήριο: ουδεμία θετική μαρτυρία δόθηκε ως προς τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς (Ελληνική Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd
(1998)1(B) A.A.Δ. 843). Το αυτό ισχύει και για τον μετέωρο ισχυρισμό του εφεσείοντος: ότι είχε απαλλαγεί της συμφωνίας ως εγγυητής λόγω αλλαγών, τροποποιήσεων και ανανεώσεων επί των συμφωνιών. Και εδώ δεν είναι αρκετή αφ΄ εαυτής η γενική επίκληση του νομοθετήματος ώστε να οδηγήσει σε απαλλαγή. Απαιτείται θεμελίωση του δικαιώματος που παρέχει ο Νόμος ώστε να αποδοθεί και η ανάλογη προστασία στον επικαλούμενο το δικαίωμα και εδώ τον εφεσείοντα, ως εγγυητή. Θα έπρεπε να στοιχειοθετηθεί με μαρτυρία ούτως ώστε να καταδειχθεί ποιοι όροι της σύμβασης ουσιώδεις ή μη παραβλάφθηκαν και ποια δικαιώματα του εφεσείοντος εγγυητή παραβιάστηκαν κατά τρόπο που να θεωρείται ότι απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του, άρθρο 12 του Νόμου. Άλλωστε, όπως σημειώνει το Δικαστήριο, με το τεκμήριο 2, καταδεικνύεται ότι ο εφεσείων δυνάμει δεσμευτικής συμφωνίας εγγυήσεως, συμφώνησε με τους εφεσίβλητους και απεδέχθη ότι οι τελευταίοι δικαιούνταν να δίδουν παρατάσεις στον πρωτοφειλέτη, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση προς τους εγγυητές, οι οποίοι παρέμειναν υπεύθυνοι υπό την εν λόγω ιδιότητα τους, μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Το Δικαστήριο βασιζόμενο σε θετική μαρτυρία όπως προσφέρθηκε από την πλευρά των εφεσιβλήτων που είχαν και το βάρος απόδειξης, ορθά κατέληξε στα ευρήματα του (Α. Μιχαηλίδης ν. Α. Δημοσθένους Κακουλλή κ.α.
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 674) με αποτέλεσμα ως προς το στοιχείο αυτό να μην παρέχεται πεδίο επέμβασης". Προβάλλεται ως περαιτέρω θέση από την πλευρά των Εναγομένων ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι καταχρηστικοί ή και ετεροβαρώς επαχθείς ή και αόριστοι, παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι. Αφενός, η πιο πάνω θέση είναι εντελώς γενική και αόριστη εφόσον δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται ενώ παράλληλα ουδεμία σχετική και θετική μαρτυρία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της. Με δεδομένο επίσης ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς Εναγόμενων για την προώθηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην υπεράσπιση τους, είναι πρόδηλο ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Εναγομένων είναι υποκείμενοι σε απόρριψη και για αυτό το λόγο, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η ουσία τους (βλ. Μάριος Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ανωτέρω). Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω θέσεις, προβάλλεται στην υπεράσπιση των Εναγόμενων ότι οι Εναγόμενοι δεν παραχώρησαν ή/και ενέγραψαν έγκυρα και νόμιμα τις επίδικες συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκών. Αφενός, η θέση αυτή είναι τόσο γενική και αόριστη που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και, αφετέρου, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς Εναγόμενων που να υποστηρίζει τη θέση αυτή (βλ. Μάριος Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου [ανωτέρω]). Ό,τι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την παραχώρηση και εγγραφή των επίδικων υποθηκών είναι η καθ΄ όλα αποδεκτή και ξεκάθαρη μαρτυρία των Εναγόντων και ιδιαίτερα του ΜΕ1 (που κατέθεσε τα πρωτότυπα των επίδικων υποθηκών και τα σχετικά πληρεξούσια) και της ΜΕ2 που έκανε αναφορά στη διαδικασία υπογραφής των επίδικων υποθηκών από τα δεόντως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με βάση τα πληρεξούσια έγγραφα που έδωσαν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των ενυπόθηκων ακινήτων και στη συνέχεια η κατάθεση τους στο Κτηματολόγιο. Τέλος, οι Εναγόμενοι αρνούνται με την υπεράσπιση τους την παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης η οποία αναφέρεται στο οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου, χωρίς ωστόσο να προβάλλουν οποιοδήποτε συγκεκριμένο ισχυρισμό προς υποστήριξη της θέσης τους αυτής. Κατά συνέπεια και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αποδεχόμενος τη μαρτυρία των 4 μαρτύρων των Εναγόντων ως αληθή, εκδίδεται απόφαση προς όφελος Εναγόντων και εις βάρος Εναγομένων ως ακολούθως: (α) Απόφαση εναντίον των Εναγόμενων, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως, για το ποσό των €1.026.535,96 πλέον τόκο προς 10% ετησίως επί πoσoύ €1.024.543,79 από 10/07/2013 μέχρι εξoφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. (β) Διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 διατάττον την εκποίηση της υποθήκης ΥΧΧΧΧ/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος της Εναγόμενης 1 που περιγράφεται σε αυτήν έναντι ή/και προς ικανοποίηση του χρέους μετά τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς την Εναγόμενη 1. (γ) Έξοδα όπως θα υπολογιστούν από Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.