Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ ν. Καλοδίκης Πάρκινγκ Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1992/16, 24/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1992/16 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση και
- Καλοδίκης Πάρκινγκ Λίμιτεδ
- XXXX Καλοδίκη
- XXXX Δημήτρη Καλοδίκη
- XXXX Γεώργιος Καραμανώλης Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση Ημερομηνίας 25.1.2019 Ημερομηνία: 24.4.
- Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 3 και 4 - Αιτητές: κα Λ. Χ" Ξενοφώντος για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (κα Γ. Αριστείδου για να ακούσει απόφαση). Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Σ. Κόκκινος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. (κα Γ. Στυλιανού για να ακούσει απόφαση). ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 21.11.16 και με αυτήν αξιώνονται, μεγάλα χρηματικά ποσά που οι Ενάγοντες παραχώρησαν υπό μορφή δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1 Εταιρεία με την εγγύηση των Εναγομένων 2, 3 και 4, και διατάγματα εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων που οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 παραχώρησαν προς εξασφάλιση των Εναγόντων (Υ5292/09). Στις 20.3.17 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση επιδιώκοντας την ακύρωση των συμφωνιών δανείου, πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγυήσεων και υποθηκών, επικαλούμενοι δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις των Εναγόντων στη σύναψη των συμφωνιών τις οποίες οι εναγόμενοι εξαναγκάστηκαν - όπως διατείνονται - ουσιαστικά λόγω οικονομικών προβλημάτων να υπογράψουν, θέματα που εγείρουν και θεραπείες που αξιώνουν κατά των Εναγόντων και με την προγενέστερα καταχωρηθείσα αγωγή τους εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσιβλήτων την 735/15 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η αγωγή μετά το κλείσιμο των δικογράφων ορίστηκε στις 29.10.18 για ακρόαση στις 5.3.
- Στις 25.1.19 οι Εναγόμενοι 3 και 4 αιτήθηκαν με μονομερή αίτηση της οποίας διατάχθηκε από το Δικαστήριο επίδοση την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: A. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στην Ενάγουσα, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXX, Φ/Σχ 41/33Ε2/3, Τεμ. 9X1, Χρυσοπολίτισσα, Λάρνακα και του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXX, Φ/Σχ 41/570101/3, Τεμ. 6X8, Σκάλα, Λάρνακα που επιβαρύνονται με την υποθήκη με αριθμό Υ5292/2009, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στην Ενάγουσα, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα με αριθμό εγγραφής XXXX, Φ/Σχ 41/33Ε2/3, Τεμ. 9X1, Χρυσοπολίτισσα, Λάρνακα και του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXX, Φ/Σχ 41/570101/3, Τεμ. 6X8, Σκάλα, Λάρνακα με βάση την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ημερομηνίας 26/11/2018 και με βάση την Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ ημερομηνίας 26/11/2018 και/ή οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Ενάγουσα, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων με αριθμό εγγραφής XXXX, Φ/Σχ 41/33Ε2/3, Τεμ. 9X1, Χρυσοπολίτισσα, Λάρνακα και του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXX, Φ/Σχ 41/570101/3, Τεμ. 6X8, Σκάλα, Λάρνακα με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44(Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου." Η αίτηση συνοδεύεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση της XXXXX Αριστείδου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του κ. XXXXX Μελά που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους, η οποία αναφέρει ότι ο λόγος που προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση είναι γιατί οι Εναγόμενοι 3 και 4 - Αιτητές "είναι μόνιμοι κάτοικοι Αθηνών και δεν μπορούσαν να μεταβούν στην Κύπρο για την υπογραφή της ένορκης δήλωσης" (παρ. 2 ένορκης δήλωσης). Στις παραγράφους 6, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης της η κα XXXXX Αριστείδου που παραθέτω αυτούσιες κατωτέρω, εκθέτει τους λόγους που κατέστησαν αναγκαία και κατεπείγουσα την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων: "
- Η παρούσα αίτηση είναι κατεπείγουσα αφού πλέον, με την ισχύουσα νομοθεσία, μόνο με την άμεση έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα μπορέσουν οι Αιτητές να καταχωρήσουν την προβλεπόμενη από τον Νόμο Αίτηση-Έφεση, ζητώντας τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ και ΙΒ και κατ΄ επέκταση την ακύρωση του πλειστηριασμού που ορίστηκε για τις 06/05/
- Η Αίτηση-Έφεση πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της επιβεβαιωμένης αποστολής της ειδοποίησης ΙΑ. Όπως προανέφερα οι ειδοποιήσεις παραλήφθηκαν στις 18/01/
- Δηλαδή εντός 30 ημερών από τις 18/01/2019 (ημερομηνία επιβεβαιωμένης αποστολής ειδοποίησης Τύπου ΙΑ) μπορούν να καταχωρήσουν την αίτηση έφεση. Δηλαδή μέχρι τις 17/2/
- Μέχρι την ημερομηνία αυτή, θα πρέπει να έχουν ήδη εξασφαλίσει τα αιτούμενα διατάγματα. Για να μπορούν να καταχωρήσουν Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο με την οποία θα παραμεριστεί η ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης θα πρέπει να εξασφαλίσουν προσωρινό διάταγμα που θα σταματά την εκποίηση και να επισυνάπτουν το διάταγμα αυτό στην Αίτηση Έφεσης που πρέπει να καταχωρηθεί μέχρι τις 15/2/2019 (ημέρα Παρασκευή) ως επεξήγησα ανωτέρω.
- Στο σημείο αυτό, αναφέρω ότι ο λόγος για τον οποίο οι Αιτητές δεν καταχώρησαν νωρίτερα αίτηση ζητώντας τα αιτούμενα διατάγματα, είναι διότι η ειδοποίηση τύπου Ι, είχε επιδοθεί στους Αιτητές στις 18/05/2018, την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο
- Οπόταν, βάσει του προϋπάρχοντος νομοθετικού καθεστώτος, μπορούσαν να καταχωρήσουν Αίτηση-Έφεση και να επιτύχουν σε αυτήν, με μόνη την προϋπόθεση της εκκρεμοδικίας. Με την πρόσφατη τροποποίηση του Νόμου, οι προϋποθέσεις επιτυχίας της αίτησης έφεσης έχουν αλλάξει και έτσι αποτελούσε μονόδρομο η καταχώρηση της παρούσας." Στην καταχωρηθείσα ένσταση τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν τους ακόλουθους 8 λόγους ένστασης που εξειδικεύονται με συνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Σωφρονίου, δικαστηριακού λειτουργού στη μονάδα αναδιάρθρωσης και ανάκτησης χρεών των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση: "
- Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή καταχρηστική.
- Η δικονομική και/ή άλλως πως συμπεριφορά των Αιτητών είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και/ή είναι τέτοιας φύσεως που δεν τους επιτρέπει να αξιώνουν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας και/ή οι Αιτητές ηθελημένα και/ή εσκεμμένα επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ή δεν προέβηκαν σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο και/ή εσκεμμένα παρουσίασαν στο Δικαστήριο μία παραπλανητική και/ή αναληθή κατάσταση πραγμάτων.
- Οι Αιτητές κωλύονται από το να αμφισβητούν την νομιμότητα και/ή εγκυρότητα των συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή των επίδικων Συμφωνιών και Εγγράφων Υποθήκης καθ΄ ότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους και/ή με την υπογραφή και/η αποδοχή των τροποποιητικών Συμφωνιών έδωσαν στην Τράπεζα στην εύλογη υπό τις περιστάσεις εντύπωση ότι αποδέχονται και/ή δεν αμφισβητούν τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή τις Συμβάσεις Υποθηκών και η Τράπεζα στηριζόμενη στις πιο πάνω συμπεριφορά των Αιτητών προέβηκε σε πράξεις και/ή παραλείψεις οι οποίες ήσαν δυσμενείς και/ή επιζήμιες προς τα έννομα συμφέροντα της.
- Οι Αιτητές κωλύονται από το να εξαιτούνται την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού και/ή την αναστολή του δικαιώματος της Τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση των επίδικων ακινήτων καθ΄ ότι σύμφωνα με τα έγγραφα υποθηκών η Τράπεζα σε περίπτωση υπερημερίας και/ή μη εξόφλησης και/ή καταβολής των προβλεπόμενων από τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων δόσεων (η οποία υπερημερία είναι παραδεκτό από τους Αιτητές ότι έχει επέλθει) έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με όποιο τρόπο ήθελε επιλέξει χωρίς να ειδοποιήσει και/ή ενημερώσει τους Αιτητές.
- Οι Αιτητές στην συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση προβαίνουν σε ουσιαστικές παραδοχές και/ή παραδέχονται ότι οι Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων είναι έγκυρες και/ή νόμιμες και/ή νομότυπες και/ή παραδέχονται ότι οφείλουν στην Τράπεζα ένα ποσό της τάξης των €1.860.000,00 περίπου το οποίο ουδέποτε προσέφεραν και/ή κατέβαλαν στην Τράπεζα και ως εκ τούτου ουσιαστικά έχουν αποσύρει την Ανταπαίτηση τους και/ή την αγωγή 735/15 και/ή το μόνο επίδικο ζήτημα που έχει παραμείνει είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού και/ή ορθά η Τράπεζα έχει ξεκινήσει την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή έχει κινηθεί δικαστικά εναντίον τους και/ή κωλύονται από το να αμφισβητούν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού.
- Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην αγωγή, (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (γ)Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Τράπεζας, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας και της απόρριψης της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης." Όπως φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Αιτητών κύρια θέση και ισχυρισμός των Εναγομένων 3 και 4 - Αιτητών όπου και βασίζουν τόσο την ανταπαίτηση τους στην παρούσα αγωγή, όσο και την αξίωση τους στην αγωγή 735/15 εναντίον της τράπεζας είναι σε γενικές γραμμές η θέση τους ότι η τράπεζα (τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων), τους ξεγέλασε και εξώθησε να υπογράψουν τις επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και παρεπόμενες συμφωνίες εγγυήσεων και υποθηκών χρησιμοποιώντας δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις επιβάλλοντας στους Αιτητές παράνομους και καταχρηστικούς όρους ενώ περαιτέρω συμπεριφέρθηκε κακόπιστα και εκμεταλλεύτηκε την δεσπόζουσα οικονομική της θέση για να αποκομίσει παράνομα οικονομικά οφέλη αρνούμενη την αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων των Αιτητών εκτός και εάν οι Αιτητές αποδέχονταν να υπογράψουν νέες επαχθείς προς τα συμφέροντα τους συμφωνίες. Περαιτέρω είναι η δικογραφημένη θέση των Αιτητών ότι η τράπεζα και οι υπαλλήλοι της ήσαν αμελείς τόσο κατά την εξέταση της αίτησης τους για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων όσο και κατά την παροχή συμβουλών προς αυτούς για τις πιστωτικές διευκολύνσεις (και τους όρους αυτών) που ήταν οι πλέον κατάλληλοι για τους Αιτητές και οι Αιτητές στηρίχθηκαν στις αμελείς συμβουλές των υπαλλήλων της τράπεζας με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές και βλάβες. Με βάση τις πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις τους, οι Αιτητές ουσιαστικά αξιώνουν/ανταπαιτούν μεταξύ άλλων (α) την ακύρωση όλων των συμφωνιών (πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγυήσεων, εξασφαλίσεων, υποθηκών κλπ) λόγω ισχυριζόμενης απάτης, δόλου και ψευδών παραστάσεων, (β) αποζημιώσεις, (γ) την ακύρωση των όποιων οφειλόμενων ποσών ήθελε διαφανεί ότι υφίστανται λόγω εμπλοκής της τράπεζας σε παρανομία και (δ) διάφορα άλλα διατάγματα, αναγνωριστικά και μη. Στη βάση των ισχυρισμών που προωθούνται μέσα από την ένορκη δήλωση της κας Αριστείδου και αφορούν και γεγονότα που έλαβαν χώρα τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών (πιστωτικών διευκολύνσεων, τροποποιητικών συμφωνιών, εξασφαλίσεων και υποθηκών), τους όρους των συμφωνιών και τις ισχυριζόμενες χρεώσεις και ανατοκισμούς με τις οποίες επιβαρύνθηκαν οι Αιτητές, διαφαίνεται ότι ενδεχομένως η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 να πληρείται, με την έννοια ότι αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση η οποία όμως αφορά τη συμφωνία δανείου και το ύψος του οφειλόμενου ποσού και όχι τη συμφωνία υποθήκης που εξασφαλίζει την οφειλή. Ενδεχομένως και στη βάση των ίδιων ισχυρισμών των Αιτητών, το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή ότι με βάση τους ισχυρισμούς που προωθούνται εκ μέρους των Αιτητών αυτοί έχουν καταδείξει, στον περιορισμένο πάντοτε βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, ότι όντως η ανταπαίτηση τους και η αγωγή 735/15 έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο διαφοροποίησης του οφειλόμενου υπόλοιπου σε περίπτωση που επιτύχουν να αποδείξουν παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 όπως αναφέρεται μέσα από την ένορκη δήλωση Σωφρονίου, κύριος ισχυρισμός των Αιτητών όσον αφορά το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης που θα υποστούν εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι ότι ". θα υποστούν ανεπανόρθωτες βλάβες υπό την μορφή ότι η Ανταπαίτηση τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου αφού εάν πουληθούν τα ενυπόθηκα ακίνητα και καθορισθεί το νομίμως οφειλόμενο ποσό θα είναι πολύ δύσκολο να καθορισθεί η αποζημίωση που οι Αιτητές θα δικαιούνται ενώ επίσης ισχυρίζονται ότι θα απωλέσουν τα ακίνητα τους." (βλ. παρ.31 της ένορκης δήλωσης Σωφρονίου). Αυτό όμως που θα πρέπει να αποφασισθεί και να καθορισθεί και το οποίο αμφισβητείται δια της ανταπαίτησης είναι κατά πόσον η τράπεζα δικαιούται σε απόφαση για ολόκληρη την απαίτηση της (ήτοι ένα ποσό της τάξης των €2.100.000 περίπου πλέον τόκους από τον Οκτώβριο του 2016) ή μόνο για τα ποσά που οι Αιτητές παραδέχονται ότι της οφείλουν που ανέρχονται σε ένα ποσό της τάξης του €1.860.
- Συνεπώς, δεν μπορεί να εγείρεται ζήτημα ότι η ανταπαίτηση θα καταστεί άνευ αντικειμένου από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Αιτητές ουσιαστικά έχουν αποσύρει όλους τους ισχυρισμούς τους περί δήθεν παράνομων πράξεων της τράπεζας αφού στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Αριστείδου παραδέχονται την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, την μη καταβολή των δόσεων τους, παραδέχονται ότι υπέβαλαν αιτήματα για αναδιάρθρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων και επίσης παραδέχονται ότι οφείλουν €1.860.000 (Τεκμήριο 6 στην αίτηση). Οι ίδιοι οι Αιτητές περιόρισαν τις διαφορές τους με την τράπεζα στο ύψος του οφειλόμενου ποσού μόνο και όχι στην ύπαρξη ή νομιμότητα των επίδικων συμφωνιών, ενώ σημειώνω το αυτονόητο ότι η διαδικασία και ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού είναι παντελώς ανεξάρτητη διαδικασία που εδράζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 με τις τροποποιήσεις αυτού και η οποία δεν επηρεάζει τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, η οποία θα εκδικασθεί στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων και δεν αποτελεί βεβαίως διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Όσον αφορά τη θέση της κας Αριστείδου περί απώλειας των ενυπόθηκων ακινήτων, με βάση τον ρητό όρο 5 των εγγράφων υποθήκης, ο κίνδυνος απώλειας της ακίνητης περιουσίας των Αιτητών υπήρχε πάντοτε από την αρχή της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και δεν είναι ένα καινούργιο δημιούργημα του τροποποιητικού Νόμου 87(Ι)/2018, αφού με τη νέα νομοθεσία δεν δόθηκαν νέα δικαιώματα στους ενυπόθηκους οφειλέτες, ήτοι ο νέος Νόμος δεν δημιούργησε ένα νέο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να πωλεί την ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία το οποίο δεν είχε προηγουμένως δυνάμει των συμβάσεων υποθήκης και δυνάμει του άρθρου 37 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου Ν.9/1965, παρά μόνο δημιούργησε ένα νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή το οποίο είχε να πωλεί την ακίνητη ιδιοκτησία που ο ενυπόθηκος οφειλέτης είχε υποθηκεύσει προς όφελος του προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που αυτός είχε λάβει. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανεπανόρθωτη βλάβη όταν το δικαίωμα της τράπεζας να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα υπήρχε πάντοτε και της δόθηκε από τους ίδιους τους Αιτητές οι οποίοι είναι υπερήμεροι και παραδέχονται ότι οφείλουν στην τράπεζα ποσό ύψους €1.860.000 περίπου με αποτέλεσμα να έχει ενεργοποιηθεί το δικαίωμα της τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως των όσων αναφέρω πιο πάνω, φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την ένορκη δήλωση Αριστείδου, ότι οι δήθεν ανεπανόρθωτες βλάβες που θα υποστούν οι Αιτητές εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι χρηματικής και μόνο φύσεως και μπορούν πολύ εύκολα να εκτιμηθούν και να αποτιμηθούν σε χρήμα (είτε μέσω εκτιμήσεως των ακινήτων που θα πουληθούν είτε της τιμής πώλησης) και άρα είναι ανακτήσιμες και εύκολα αποζημιώσιμες. Τονίζω ότι όπως άλλωστε αναφέρει ο κ. Σωφρονίου στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση και δεν αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές, ότι η τράπεζα είναι ένα εύρωστο και υγιές οικονομικό πιστωτικό ίδρυμα και είναι σε θέση να καλύψει πλήρως τις όποιες ζημιές τυχόν υποστούν οι Αιτητές από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα στοιχεία για την οικονομική ευρωστία της τράπεζας. Κατά συνέπεια δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση των διαταγμάτων. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφές υπέρ της μη έκδοσης των διαταγμάτων και δεν ικανοποιείται επίσης το κατεπείγον που αποτελεί δικαιοδοτικό όρο όταν επιδιώκεται θεραπεία με μονομερή αίτηση, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, όπου η αίτηση έγινε 3 χρόνια μετά την ανταπαίτηση και μετά την επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ (18.1.19) και αφού δεν υπήρξε καμία αντίδραση των Αιτητών στην επίδοση της ειδοποίησης τύπου Ι (18.5.18) ούτε και μετά την τροποποίηση του Νόμου 9/65 με τον Ν.87(Ι)/18 (13.7.18) που έθετε ως προϋπόθεση επιτυχίας αίτησης-έφεσης την ύπαρξη απαγορευτικού διατάγματος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32 του Ν.14/
- Συγκεκριμένα και ειδικότερα, από το κείμενο του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 και του τροποποιητικού αυτού Νόμου φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ύπαρξη του απαγορευτικού διατάγματος είναι μια εκ των 6 (έξι) προϋποθέσεων για την επιτυχία της Αίτησης-Έφεσης και όχι προϋπόθεση για την καταχώρηση της, όπως λανθασμένα και παραπλανητικά αναφέρει η κα Αριστείδου στις παραγράφους 6-8 της ένορκης δήλωσης της. Μια ειδοποίηση τύπου ΙΑ δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται μόνο με Αίτηση-Έφεση που καταχωρείται εντός 30 ημερών από την επίδοση της για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 44(Γ)
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/65όπως αυτός τροποποιήθηκε με τους Ν.142(Ι)/14και 87(Ι)/18. Μεταξύ των λόγων παραμερισμού της ειδοποίησης τύπου ΙΑ είναι να: "(δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου". Το λεκτικό του άρθρου 44(Γ)3(δ) παραπέμπει σαφώς σε ύπαρξη απαγορευτικού διατάγματος σε παρελθόντα χρόνο. Η φράση "έχει εκδοθεί" υποδηλοί ότι τουλάχιστον ένα τέτοιο διάταγμα έχει εκδοθεί πριν την επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ που άρχεται ο χρόνος των 30 ημερών για τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της με Αίτηση-Έφεση. Σε περίπτωση που ειδοποίηση τύπου ΙΑ επιδοθεί και αρχίζει να τρέχει ο χρόνος των 30 ημερών οποιαδήποτε προσπάθεια του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξασφαλίσει απαγορευτικό διάταγμα συνιστά καταχρηστική διαδικασία με την έννοια ότι γίνεται προσπάθεια να απενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του Ειδικού Νόμου (περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος) σε αντίθεση με τον Γενικό Νόμο που προβλέπει την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων (περί Δικαστηρίων Νόμος) με την εκ των υστέρων ικανοποίηση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το άρθρο 44(Γ)
(3)(δ) και που καθιστούν στο τέλος αχρείαστο να καταχωρηθεί Αίτηση-Έφεση για παραμερισμό και/ή ακύρωση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ. Ουσιαστικά γίνεται προσπάθεια εφόσον η αίτηση γίνεται πολύ καθυστερημένα να απενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρο 44(Γ)
(3)(δ) που προνοούν την καταχώρηση Αίτησης-Έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και της προηγούμενης έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος που μπορεί να επιτευχθεί αν ικανοποιηθεί το Δικαστήριο, πριν ή έστω μετά την ειδοποίηση τύπου Ι αλλά όχι μετά την επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ κατά την οποία πλέον η μη αντίδραση του ενυπόθηκου οφειλέτη στην ειδοποίηση τύπου Ι οδηγεί στον προγραμματισμό του πλειστηριασμού. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, συνιστά προαπαιτούμενο για να καταστεί επιτυχής ο παραμερισμός των ειδοποιήσεων ΙΑ στα πλαίσια Αίτησης-Έφεσης, όμως, εν προκειμένω, η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την προβλεπόμενη από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο διαδικασία, αφής στιγμής οι Αιτητές δεν καταχώρισαν Αίτηση-Έφεση. Αντίθετη θεώρηση θα οδηγούσε σε αχρησία την προβλεπόμενη από το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου διαδικασία αλλά και των προθεσμιών που τίθενται σ΄ αυτή καθότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης θα μπορούσε, όπως και εν προκειμένω, να καταχωρίσει αίτηση για προσωρινό διάταγμα προκειμένου να αναστείλει τις σκοπούμενες πωλήσεις, καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, παρότι δεν καταχώρισε Αίτηση-Έφεση σύμφωνα με της πρόνοιες του Νόμου. Ως έχει νομολογηθεί, οι τιθέμενες από το Νόμο και τους Θεσμούς προθεσμίες αποτελούν το υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος και της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και γι΄ αυτό θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά (βλ. Κληρίδης ν. Σταυρίδης
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1348, Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1Β ΑΑΔ 1190). Η παράλειψη των Αιτητών να καταχωρίσουν Αίτηση-Έφεση δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να νομιμοποιήσει την προώθηση της υπό κρίσης αίτησης αφού σε μία τέτοια περίπτωση θα καθίστατο δυνατή η αναζήτηση των αιτούμενων θεραπειών καταχρηστικά με εναλλακτικές μεθόδους και διαδικασίες, παρά το γεγονός ότι ο νομοθέτης, διά του μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, έχει προβλέψει συγκεκριμένο ένδικο μέσο για τον παραμερισμό των ειδοποιήσεων των δια δημόσιου πλειστηριασμού εκποιήσεων ενυπόθηκων ακινήτων. Στην υπό κρίση περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η νομική αρχή "lex specialis derogate legi generali", δια της οποίας ο Ειδικός Νόμος υπερισχύει του γενικού. Εν προκειμένω, ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος είναι ειδικός νόμος και υπερισχύει έναντι του γενικού Νόμου, ο οποίος εν προκειμένω είναι ο περί Δικαστηρίων Νόμος (άρθρο 32) και κατά συνέπεια τούτου υπερισχύουν και τα προβλεπόμενα στον εν λόγω Νόμο ένδικα μέσα προσβολής οποιασδήποτε πράξης. Κατά συνέπεια η αίτηση αποτυγχάνει και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο