ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. Επι τοις αφορώσι την ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Αίτησης: 12/2018, 18/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ,Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 12/2018 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΕΙΟΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Επι τοις αφορώσι την XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΛΛΩΣ ΑΝΔΡΕΟΥ XXXXX (Δ.Τ. XXXXX2717) XXXXX 9, Λάρνακα ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Αίτηση ημερ. 12/2/2019 για Παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης Ημερομηνία: 18 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Οφειλέτιδα: Χ. Σκορδής για Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ων η Αίτηση/Πιστωτές: Δρ Α. Π. Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια/Οφειλέτιδα επιδιώκει την έκδοση Διατάγματος που να επιτρέπει και/ή διατάττει την ακύρωση και/ή παραμερισμό προηγούμενης εκδοθείσας εναντίον της Αίτησης για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Στις 28/11/2018 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφεξής καλούμενη οι Καθ΄ης η Αίτηση) καταχώρησε Αίτηση με την οποία εξαιτείτο την έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης εναντίον της Παναγιώτας Ανδρέου (εφεξής καλουμένης η Αιτήτρια). Σύμφωνα με την Ειδοποίηση Πτώχευσης η Αιτήτρια οφείλει στην Καθ΄ης η Αίτηση το ποσό των €666.564,41με τόκο προς 6,5% ετησίως από 1/1/2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον το ποσό των εξόδων €14.583 δυνάμει δικαστικής απόφασης που ελήφθη στην Αγωγή 1331/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 30/10/2014. Αντίγραφο της Απόφασης στην Αγωγή υπ. αρ. 1331/2008 επισυνάπτεται στην Ειδοποίηση. Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η ακύρωση και/ή παραμερισμός της Ειδοποίησης Πτώχευσης αρ.12/2018 στη βάση του ότι αυτή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας με μόνο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας και βλάβης στο πρόσωπο της Αιτήτριας/Οφειλέτιδας ώστε να πεισθεί και να εξοφλήσει ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Ένορκη Δήλωση Αιτήτριας Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ε.Δ. της Αιτήτριας στην οποία αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Η Αιτήτρια αμφισβητεί την απαίτηση των πιστωτών και το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό. Προς το σκοπό αυτό καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων στην Αγωγή 1331/2008 του Ε.Δ. Λάρνακας κατά της τελικής Απόφασης ημερ. 30/102014 η Πολιτική Έφεση 393/2014 στο Ανώτατο Δικαστήριο (Τεκμήριο 1). Στη βάση δε νομικής συμβουλής της οποίας η Αιτήτρια τυγχάνει από τους δικηγόρους της, η Πολιτική Έφεση που έχει καταχωρηθεί έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και, ως εκ τούτου, υφίσταται μεγάλο ενδεχόμενο η Πιστωτής Τράπεζα να μη θεωρείται πλέον πιστωτής και να κωλύεται από του να προωθεί την παρούσα διαδικασία. · Όταν εκδόθηκε η ανωτέρω πρωτόδικη Απόφαση ημερ. 30/10/2014 οι Πιστωτές προσπάθησαν να προβούν σε λήψη μέτρων εκτέλεσης για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που αναφέρονται σε αυτή. Εναντίον αυτών των ενεργειών καταχωρήθηκε η Αίτηση/Εφεση με αρ. 36/2017 στο Ε.Δ. Λάρνακας στις 23/5/2017 (Τεκμήριο 3). Τελικώς, στις 30/6/2017 αποσύρθηκε η εν λόγω Αίτηση/Εφεση και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ διά των δικηγόρων της στην εν λόγω υπόθεση δήλωσε στις 30/6/2017 ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν θα προχωρούσε με την πώληση των ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της ως άνω Πολιτικής Έφεσης αρ. 393/2014, δεχόμενοι μάλιστα να καταβάλουν και τα δικηγορικά έξοδα της διαδικασίας Αίτησης /Έφεσης. · Η παρούσα Αίτηση είναι, συνεπώς, εκδικητική, καταχρηστική με μόνο σκοπό να εξαναγκάσει την Οφειλέτιδα να εξοφλήσει ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. · Στην περίπτωση που εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον της οφειλέτιδας οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές αφού θα αποστερηθεί του δικαιώματος να πραγματοποιεί διάφορες οικονομικές συναλλαγές. Επίσης, σε μια τέτοια περίπτωση, εάν δηλαδή εκδοθεί διάταγμα παραλαβής, η Τράπεζα με κανένα τρόπο δεν πρόκειται να ωφεληθεί περαιτέρω. · Όπως πληροφορείται η ομνύουσα από τους δικηγόρους της, η παρούσα διαδικασία είναι μέτρο που χρησιμοποιείται κατ΄ εξαίρεση και νοουμένου ότι εξαντλήθηκαν όλα τα ένδικα μέτρα με τα οποία δυνατόν να διασφαλίζεται η απαίτηση. Διαφαίνεται ότι η Τράπεζα προχώρησε στη διαδικασία αυτή εναντίον της οφειλέτιδας ως μέτρο εκτέλεσης της Απόφασης πράγμα μη επιτρεπτό και επίσης καταχρηστικό, ιδιαίτερα μάλιστα όταν έχει δημιουργηθεί εξ υποσχέσεως κώλυμα λόγω της δήλωσης της Τράπεζας για μη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων στη διαδικασία Αίτησης/Έφεσης. · Είναι σαφές ότι στην παρούσα Αίτηση δεν ικανοποιούνται οι βασικές προϋποθέσεις που ο Νόμος απαιτεί για την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της οφειλέτιδας και οι Αιτητές δεν προβαίνουν στην παρούσα Αίτηση καλόπιστα. Ένσταση- Λόγοι Ένστασης Στην πιο πάνω Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Σωφρονίου. Στο σώμα της Αίτησης εξειδικεύονται ως Λόγοι Ένστασης οι ακόλουθοι: ► Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και οι Κανονισμοί για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. ► Δεν αποκαλύπτονται ουσιαστικοί ή βάσιμοι λόγοι για τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. ► Η Αίτηση είναι παράτυπη και αντίθετη με την εν ισχύ νομοθεσία και κανονισμούς. ► Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. ► Η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη και/ή καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. ► Η Ειδοποίηση Πτώχευσης είναι καθόλα νομότυπη, σφραγίστηκε δεόντως, χρονολογήθηκε και υπεγράφη από τον Πρωτοκολλητή. ► Η Απόφαση επί της οποίας στηρίζεται η Ειδοποίηση Πτώχευσης δεν έχει ανασταλεί. ► Έχει διαπραχθεί πράξη πτώχευσης. ► Η Τράπεζα δεν είναι εξασφαλισμένοι Πιστωτές. Ένορκη Δήλωση Μ. Σωφρονίου Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του XXXXX Σωφρονίου, υπαλλήλου των Καθ΄ ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση και Αιτητών στην κυρίως Αίτηση. Σε αυτή, εν πρώτοις, υιοθετεί τους Λόγους Ένστασης που διαλαμβάνονται στην Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι το ποσό στο οποίο στηρίζεται η Ειδοποίηση Πτώχευσης αφορά εξ Αποφάσεως χρέος όπου η Απόφαση ουδέποτε αναστάληκε. Επιπλέον, προβάλλει ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική αφού η Αιτήτρια προσπάθησε να εξασφαλίσει την ίδια θεραπεία με Ένορκη Δήλωση ημερ. 21/12/2018 η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέλος, υποστηρίζει ότι τα όσα αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση της Οφειλέτιδας /Αιτήτριας δεν αποτελούν λόγο για έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Εν πρώτοις κρίνεται σκόπιμη η σκιαγράφηση των νομικών αρχών που διέπουν την υπό κρίση υπόθεση. Το Άρθρο 3
(1)(ε) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 καθορίζει ως πράξη πτώχευσης την εντός επτά ημερών μη συμμόρφωση σε ειδοποίηση πτώχευσης[1]. Ο χρεώστης θα πρέπει, εντός επτά ημερών από της επίδοσης της ειδοποίησης, είτε να συμμορφωθεί προς ό,τι απαιτείται με την ειδοποίηση, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτώχευσης Κανονισμών ο χρεώστης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία όπου εξασφαλίστηκε η απόφαση που αφορά την ειδοποίηση[2]. Η ένορκη αυτή δήλωση λειτουργεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και θα πρέπει δε να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη σε περιπτώσεις που η επίδοση γίνεται στη Δημοκρατία[3]. Ο χρεώστης δεν μπορεί να εγείρει με την ένορκή του δήλωση οποιοδήποτε άλλο θέμα πέρα αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Σχετική είναι η υπόθεση Λάρκος ν. Κατσαρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1694 στην οποία λέχθηκε ότι η περίπτωση που παρέχεται για αμφισβήτηση της ειδοποίησης πτώχευσης δυνάμει του Κανονισμού 40
(2)είναι η ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού που υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος. Οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(1)(ε) του Νόμου και του Κανονισμού 40
(2)είναι σαφείς καθορίζοντας περιοριστικά τις ενστάσεις που ένας χρεώστης μπορεί να προβάλει με την ένορκη δήλωση. Το λεκτικό του Νόμου, ως προς αυτή την πράξη πτώχευσης, ερμηνεύεται και εφαρμόζεται αυστηρά με αναφορά στην τεχνική του έννοια[4]. Αν ο παραμερισμός της ειδοποίησης πτώχευσης ζητείται για άλλους λόγους από τους προβλεπόμενους στο Άρθρο 3
(1)(ε) και τον Κανονισμό 40
(2)σε μια τέτοια περίπτωση η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης για παραμερισμό που διέπεται από τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18 και όχι υπό μορφή ένορκης δήλωσης που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2)[5]. Σχετική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση του Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Αναφορικά με τον Κύπρο Καραβιώτη, Πτωχευτική Ειδοποίηση Αρ. 1805/06, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερομηνίας 21/5/07, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 5 της απόφασης: «. . . όπου ο χρεώστης επιθυμεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα, πέραν των αναφερομένων στο Άρθρο 3
(1)(g) του Κεφ.5, που σχετίζονται με ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό, όπως εξόφληση ή αναστολή, τότε είναι δυνατό να καταχωρίσει ειδική προς τούτο αίτηση, δηλαδή αίτηση προς ακύρωση, οπότε και η προθεσμία των τριών ημερών μέσα στην οποία πρέπει να καταχωρίσει ένορκη δήλωση, η οποία επενεργεί ως μέτρο ακύρωσης, δεν ισχύει. Σχετικές είναι οι υποθέσεις In re Costas Louca
(1987)2 J.S.C 428 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 788, καθώς και οι αναφορές στα συγγράμματα των O. Griffiths: The Law Relating to Bankruptcy, 8η έκδ., σελ. 14-15 και Williams on Bankruptcy, 18η Έκδ. σελ. 44.» Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Προβάλλεται από μέρους της Αιτήτριας/Οφειλέτιδας ότι η υπό κρίση Ειδοποίηση Πτώχευση είναι εκδικητική και καταχρηστική, με μόνο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας στο πρόσωπο της Οφειλέτιδας ώστε να πειστεί να εξοφλήσει ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Επικαλείται δε δήλωση των Δικηγόρων της Τράπεζας ότι δεν θα προχωρούσαν σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων εναντίον της πρωτόδικης Απόφασης στην Αγωγή 1331/2008 του Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 30/10/2014. Προβλήθηκε, ακόμη, ότι η Τράπεζα προχώρησε στη διαδικασία της Ειδοποίησης Πτώχευσης εναντίον της Οφειλέτιδας/Αιτήτριας ως μέτρο εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης και χωρίς να έχουν εξαντληθεί όλα τα ένδικα μέτρα εκτέλεσης γεγονός που το χαρακτηρίζει ως καταχρηστικό. Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, ακόμη, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της[6]. Στην υπόθεση Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 A.A.Δ. 133 έγινε αναφορά σε Αγγλική νομολογία όπου κρίθηκε ότι δεν είναι παραδεκτή η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης όπου τούτο θα αποτελούσε μέσο καταπιεστικό για τα δικαιώματα του χρεώστη. Εφόσον στοιχειοθετείται καταπίεση, η διαδικασία αναστέλλεται προς διαφύλαξη του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το δικονομικό μέτρο. Επισημάνθηκε δε στην εν λόγω νομολογία ότι ο κανόνας ο οποίος διατυπώθηκε σε διαδικασίες πτώχευσης - ότι, δηλαδή, αποτελεί κατάχρηση η χρήση ή απειλή χρήσης της διαδικασίας πτώχευσης για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται (The so-called 'rule' in bankruptcy) - δεν συνιστά ιδιαιτερότητα της διαδικασίας πτώχευσης, αλλά κανόνα καθολικής εφαρμογής, προς περιφρούρηση του κύρους των δικαστικών διαδικασιών, απαρέγκλιτα συνυφασμένου με το σκοπό για τον οποίο παρέχεται.[7] Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, αφού έγινε σχετική ανασκόπηση της νομολογίας επί του ζητήματος της κατάχρησης, τονίστηκε ότι η δικαστική διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ή να απειλείται η χρησιμοποίηση της για σκοπούς εξασφάλισης, για το πρόσωπο που την χρησιμοποιεί ή προβαίνει στην απειλή, κάποιου παρεμφερούς πλεονεκτήματος για το ίδιο, και όχι για το σκοπό για τον οποίο τέτοια διαδικασία ορθά προορίζεται και υφίσταται. Επισημάνθηκε δε ότι ο διάδικος ο οποίος χρησιμοποιεί με αυτό τον τρόπο ή απειλεί την χρησιμοποίηση τέτοιας διαδικασίας θα υπόκειται να κριθεί ένοχος κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου και, επομένως, θα αποκλείεται από του να επικαλείται τις εξουσίες του Δικαστηρίου με διαδικασία την οποία έχει καταχραστεί. Βεβαίως η ίδια η ειδοποίηση πτώχευσης εμπεριέχει στο λεκτικό της την παραίνεση εξόφλησης της απόφασης, πλην όμως αυτή από μόνη της δεν είναι δυνατό να εξισώνεται με κατάχρηση δεδομένου ότι κάθε πιστωτής έχει εκ του νόμου, μεταξύ άλλων δικαιωμάτων, και αυτό της έκδοσης τέτοιας ειδοποίησης. Χωρίς άλλα στοιχεία λοιπόν η άσκηση ενός τέτοιου δικαιώματος δεν μπορεί να κριθεί ως καταχρηστική. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 1311 για να αποδειχθεί κατάχρηση πρέπει να υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η πτωχευτική διαδικασία αποβλέπει στην εξασφάλιση πλεονεκτήματος από τον οφειλέτη κατά αθέμιτο τρόπο. Όπως συναφώς τονίσθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή/πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή. Υπενθυμίζεται ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν είναι διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων[8] αλλά είναι μια "suis generis" διαδικασία oιωνεί ποινικού χαρακτήρα. Οι μέθοδοι εκτέλεσης μιας απόφασης προδιαγράφονται από το Άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 το οποίο δεν περιλαμβάνει τη διαδικασία πτώχευσης. Σε ό,τι αφορά τη θέση της Αιτήτριας περί μη εξάντλησης των ενδίκων μέσων εκτέλεσης και τα περί κατάχρησης, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι πιστωτές δεν κωλύονται να προβούν σε διαδικασία πτώχευσης εναντίον ενός εξ αποφάσεως χρεώστη έστω και αν δεν έχουν προβεί προηγουμένως σε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης υπέρ τους εναντίον του πρωτοφειλέτη και άλλων εξ αποφάσεως χρεωστών. Όπως δε έχει αναφερθεί στην υπόθεση Αρέστη ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1258 παρέχεται η δυνατότητα σε πιστωτές να επιδιώξουν την έκδοση διατάγματος παραλαβής χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να επιχειρήσουν και να επιτύχουν έκδοση διατάγματος για την εξόφληση του χρέους με μηνιαίες δόσεις. Με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου η έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν προϋποθέτει την προηγούμενη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Ωστόσο, ο πιστωτής νομιμοποιείται να προωθήσει τη διαδικασία της πτώχευσης ώστε να επιτύχει με την παραλαβή και διαχείριση της περιουσίας του υπό πτώχευση προσώπου την ικανοποίηση του προς αυτόν χρέους από τον χρεώστη. Επιπλέον να επισημάνω ότι η προσπάθεια ενός πιστωτή να κηρύξει μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας ένα χρεώστη πτωχεύσαντα δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε και να χαρακτηρισθεί ως κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον πρόκειται για διαδικασία που ο Νόμος προνοεί. Νομιμοποιείται ο πιστωτής να προωθήσει τη διαδικασία της πτώχευσης ώστε να πετύχει με την παραλαβή της περιουσίας του χρεώστη, την ικανοποίηση του χρέους που οφείλεται προς αυτόν από το χρεώστη. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας δεν είναι άλλος από την προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του χρεώστη, ώστε αυτή να μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση καθ' ολοκληρία ή μερικά και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών[9]. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να κριθεί από το Δικαστήριο ότι οι Πιστωτές έχουν ενεργήσει καθ΄οιονδήποτε τρόπο ώστε να διαφαίνεται η πρόθεση τους για εξασφάλιση οποιουδήποτε αθέμιτου πλεονεκτήματος ή χρήση της παρούσας διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο που ο Νόμος προβλέπει. Ειδικότερα με βάση τα γεγονότα και στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει καταδειχθεί ότι σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι άλλος από εκείνο που ο Νόμος ορίζει, ήτοι, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, την ικανοποίηση καθ' ολοκληρία ή μερικά και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί έφεση εναντίον της απόφασης στην Αγωγή 1331/2008 του Ε.Δ. Λάρνακας - ανεξαρτήτως των πιθανοτήτων επιτυχίας - δεν αποτελεί λόγο για να μην προωθήσει η Πιστωτής/ Τράπεζα την παρούσα διαδικασία. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η Απόφαση στην πιο πάνω Αγωγή όσον αφορά το χρηματικό μέρος δεν έχει ανασταλεί παρά την προσπάθεια που κατεβλήθη από την Αιτήτρια μέσω της καταχώρησης αίτησης για αναστολή εκτελέσεως της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Ούτε, επίσης, το γεγονός ότι δεν «εξαντλήθηκαν», όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της οφειλέτιδας, «όλα τα ένδικα μέσα» - αναφερόμενη, όπως προκύπτει από την Αγόρευση, στην εξάντληση όλων των ενδίκων μέσων εκτέλεσης - για σκοπούς διασφάλισης της απαίτησης, συνιστά βάσιμο λόγο που, είτε να μην δικαιολογεί την προώθηση της παρούσας διαδικασίας, είτε να αποκαλύπτει οποιοδήποτε στοιχείο καταχρηστικής συμπεριφοράς από πλευράς πιστωτών. Ούτε η αναφορά σε δήλωση των δικηγόρων των πιστωτών για την μη προώθηση της πώλησης των ενυποθήκων ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης εναντίον της Απόφασης στην Αγωγή 1331/2008 του Ε.Δ. Λάρνακας δημιουργεί οποιοδήποτε κώλυμα στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί κάτι τέτοιο, κατά την κρίση μου, να θεωρηθεί ως κατάχρηση της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει ο σχετικός ισχυρισμός όχι μόνο αμφισβητήθηκε από πλευράς των Καθ΄ων η Αίτηση/Πιστωτών αλλά, με βάση τα Τεκμήρια που η ίδια η Αιτήτρια επεσύναψε στην ένορκη δήλωση της, προκύπτει ότι το Δικαστήριο με ενδιάμεση Απόφαση του στην Αγωγή 1331/2008 ημερ. 11/2/2015 ανέστειλε μέχρι εκδικάσεως της έφεσης μόνο το μέρος της Απόφασης του που αφορά στη διαταγή για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Επισημαίνεται ότι καθόσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της Απόφασης, ήτοι το χρηματικό μέρος αυτής, η αίτηση αναστολής εκκρεμούσης της έφεσης απερρίφθη. Κατά συνέπεια δεν είναι αντιληπτή η θέση της Αιτήτριας πως η προώθηση της παρούσας διαδικασίας σε συνάρτηση με την μη προώθηση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων συνιστά κατάχρηση. Με άλλα λόγια η μη προώθηση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων δεν αποτελεί τίποτα άλλο από συμμόρφωση στην εν λόγω ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 11/2/2015. Δεν είναι, επίσης, άνευ σημασίας, στο γενικότερο πλαίσιο που η υπό κρίση Αίτηση εξετάζεται και την προσπάθεια από μέρους της Οφειλέτιδας να αποδώσει αλλότρια κίνητρα στην πλευρά των Πιστωτών και το γεγονός ότι η παρούσα Ειδοποίηση Πτώχευσης έχει καταχωρηθεί τέσσερα και πλέον έτη μετά την έκδοση της Απόφασης στην πιο πάνω Αγωγή. Όσον αφορά τη θέση ότι υφίσταται παρατυπία στην Ειδοποίηση Πτώχευσης λόγω του ότι πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι δικηγόροι του Πιστωτή είναι και εκπρόσωποι του για σκοπούς πληρωμής και είσπραξης θεωρώ ότι στερείται οποιουδήποτε ερείσματος. Η σχετική αναφορά στην Ειδοποίηση είναι σαφής. Καταγράφεται ότι «η πληρωμή υπό του χρεώστη μπορεί να γίνει σε εμάς», ήτοι την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, «φ/δι των δικηγόρων μας Ανδρέα Π. Ποιητή & Σία ΔΕΠΕ». Στη βάση όλων των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι τα όσα έχει προβάλει η πλευρά της Αιτήτριας/Οφειλέτιδας αποδίδοντας στους Καθ΄ων η Αίτηση/Πιστωτές κατάχρηση της διαδικασίας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι επιχειρείται από τους Καθ΄ων η Αίτηση η αποκόμιση κάποιου πλεονεκτήματος ή αθέμιτου οφέλους μέσω της προώθησης της επίδικης Ειδοποίησης Πτώχευσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω πως δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος για παραμερισμό της Ειδοποίησης. Κατάληξη Ως εκ τούτου η Αίτηση για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης απορρίπτεται. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας/Οφειλέτιδας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] (ε) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγµα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγµατος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού µε άδεια του ∆ικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόµου αυτού και µέσα σε επτά ηµέρες µετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού µέσα στον καθορισµένο από το διάταγµα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συµµορφώνεται µε τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το ∆ικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωµα συµψηφισµού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δύνατο να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγµα. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νοµιµοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγµα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγµα· [2]"40
(2)There shall also be indorsed an intimation to the debtor that if he has a counterclaim, set-off, or cross demand which equals or exceeds the amount of the judgment debt or sum ordered to be paid, and which he could not have set up in the action or proceedings in which the judgment or order was obtained, he must within the time specified in the notice file an affidavit to that effect with the Registrar. Such affidavit shall be indorsed with an address within the town in which the registry of the Court is situated at which notices to the debtor may be left by the Registrar.» [3] "
- The filing of such affidavit shall operate as an application to set aside the bankruptcy notice, and thereupon the Registrar shall fix a day for hearing such application, and not less than three days before the day so fixed shall give notice thereof both to the debtor and the creditor at the addresses given by them under rule
- If the application cannot be heard until after the expiration of the time specified in the bankruptcy notice as the day on which the act of bankruptcy will be complete, the Court shall extend the time, and no act of bankruptcy shall be deemed to have been committed under the notice until the application has been heard and determined." [4] Δέστε Re Chinery, Ex parte Chinery
(1884)12 QBD 342, Re Collier
(1891)64 L.T.
- [5] Δέστε Αναφορικά με την ΧΧΧΧ Οδυσσέως Πολιτική Έφεση αρ. 61/2013, ημερ. 23/5/2019 και Ιωάννης Αλεξάνδρου v. Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ECLI:CY:AD:2016:A18, Πολιτική Έφεση αρ. 5/2012 και 62/2012, ημερ. 15/1/
- [6] Δέστε Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ 911, Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ 133 και Αίτηση Evands Promotions Ltd κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ 1175. [7] "The so-called 'rule' in bankruptcy is, in truth, no more than an application of a more general rule that court proceedings may not be used or threatened for the purpose of obtaining for the person so using or threatening them some collateral advantage to himself, and not for the purpose for which such proceedings are properly designed and exist; and a party so using or threatening proceedings will be liable to be held guilty of abusing the process of the court, and therefore, disqualified from invoking the powers of the court by proceedings which he has abused." [8] Δέστε Γ. Αρέστης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ 1258, Στέλιος Εργατίδης, ν. 1. Πανίκκου Εργατίδη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 741. [9] Δέστε London Clubs Ltd κ.α. v. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1699. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο