AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED υπό διαχείριση κ.α. ν. ΜΑΡΙΝΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2736/2014, 12/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2736/2014 Μεταξύ:
- AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED υπό διαχείριση
- XXXXX Φιλίππου ως Διαχειριστή και Παραλήπτη της εταιρείας AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και
- XXXXX ΜΑΡΙΝΟΣ
- XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
- XXXXX Ε. ΠΑΝΑΓΗΣ
- MARISMARE LTD
- XXXXX ΜΗΛΙΩΤΟΥ ΠΑΝΑΓΗ
- ADRASTEIA HOTELS LTD
- NIKE HOTELS LTD Εναγομένων Aίτηση ημερομηνίας 1/3/2019 για Τροποποίηση Υπεράσπισης Ημερομηνία: 12 Ιουνίου
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 - 3, 6 και 7/Αιτητές: Α. Αλεξόπουλος για Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση: Π. Πολυβίου για Χρυσαφίνης& Πολυβίου ΔΕΠΕ και Α. Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιζητούμενες θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται μέσω του Αιτητικού υπό στοιχείο (Α) άδεια και/ή διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 - 3, 6 και 7 η οποία καταχωρήθηκε την 21/3/2017, με την προσθήκη δύο νέων υποπαραγράφων 1(α) και 1(β) καθώς και την αναρίθμηση των υφιστάμενων υποπαραγράφων από 1(α) - (ε) σε 1(γ) - (ζ). Βασικά μέσω της υπό κρίση Αίτησης επιδιώκεται η προσθήκη δύο προδικαστικών ενστάσεων στην τροποποιημένη Υπεράσπιση των Αιτητών. Μέσω των εν λόγω προτεινόμενων για προσθήκη προδικαστικών ενστάσεων οι Αιτητές επιδιώκουν να προβάλουν: (α) Ότι η AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED (εφεξής AQS) και ο Παραλήπτης Διαχειριστής της Εταιρείας δεν νομιμοποιούνται να συνεχίζουν ή να προωθούν την παρούσα Αγωγή διότι η Τράπεζα Κύπρου συμφώνησε με τρίτους όπως πωλήσει ή εκχωρήσει τα επίδικα χρέη της AQS με αποτέλεσμα ο XXXXX Φιλίππου Παραλήπτης/Διαχειριστής των Εναγόντων να καθίσταται εξ αντικειμένου τερματισθείς και/ή ακυρωθείς και/ή πλεονάζων εφόσον ουδέν ποσό πλέον οφείλεται δυνάμει των Ομολόγων στη βάση των οποίων έχει διοριστεί προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. (β) Ότι η παρούσα Αγωγή δεν δύναται να προχωρήσει χωρίς την παρουσία όλων των απαραίτητων διαδίκων Εναγόντων. Νομική βάση Αίτησης Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ.25, θ.θ.1-6, Δ.48, θ.θ.2-8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.57, θ.θ.1-4 και Δ.64, θ.θ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου καθώς και στο Άρθρο 30 του Συντάγματος. Ένορκη Δήλωση Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Παναγή, Εναγόμενου 3, ενός εκ των διευθυντών και μεγαλομετόχου της Ενάγουσας 1 Εταιρείας. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Όπως ενημερώθηκε ο ομνύων από τους δικηγόρους του κατά την τελευταία εμφάνιση του στο Δικαστήριο, ήτοι στις 11/12/2018, ο δικηγόρος των Εναγομένων 4 και 5 ενημέρωσε το Δικαστήριο σχετικά με την πώληση των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή άλλων χρεών και/ή την πώληση χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων δανείων από την Τράπεζα Κύπρου σε επενδυτικά ταμεία. · Κατόπιν της πιο πάνω ενημέρωσης επικοινώνησαν μαζί με τον ομνύοντα οι δικηγόροι του και τον ρώτησαν αν είχε παραλάβει οποιαδήποτε επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου η οποία τον ενημέρωνε για τα πιο πάνω, όπως επίσης και αν μπορούσε να εξασφαλίσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό που να βεβαιώνει τα πιο πάνω, προκειμένου οι Εναγόμενοι να προβούν σε αίτηση τροποποίησης. · Δεδομένου ότι ο ομνύων είναι εγγυητής στα δάνεια της Τράπεζας Κύπρου του είχε όντως σταλεί γνωστοποίηση τόσο προς τον ίδιο όσο και σε εταιρείες που σχετίζονται με την Ενάγουσα αρ.1 σε σχέση με τα δάνεια η οποία αναφέρει ουσιαστικά ότι οι οφειλές της πρωτοφειλέτιδος AQUA SOL εκχωρήθηκαν και /ή μεταβιβάστηκαν και/ή πωλήθηκαν στην Apollo Management LLC. Αντίγραφα των εν λόγω γνωστοποιήσεων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- · Περαιτέρω, εξ όσων γνωρίζει ο ομνύοντας, έχει δημοσιευθεί και στον ημερήσιο τύπο στις 30/8/2018 από την εφημερίδα Φιλελεύθερος ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε προχωρήσει στην πώληση και/ή εκχώρηση δανείων προς όφελος τρίτης εταιρείας η οποία κατονομάστηκε ως Apollo Global Management LLC. Αντίγραφο της εν λόγω δημοσίευσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Επίσης στις 2/11/2018 δημοσιεύθηκε στο Φιλελεύθερο σχετική με τα πιο πάνω θέματα ενημέρωση με τίτλο «Χιλιάδες επιστολές για πώληση δανείων στην Apollo». Αντίγραφο της εν λόγω δημοσίευσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Όπως ο ομνύοντας ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του, οι δικηγόροι των Εναγομένων 4 και 5 εξ αφορμής των πιο πάνω δημοσιευμάτων, κατά τη διάρκεια ακρόασης της Αίτησης για αναστολή της διαδικασίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής, είχαν συνομιλία μαζί με τους δικηγόρους των Εναγόντων με τους οποίους συζήτησαν το θέμα αυτό. Όπως ο ομνύοντας ενημερώθηκε, οι συνήγοροι των Εναγόντων δεν αμφισβήτησαν τα ανωτέρω δημοσιεύματα. · Κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων του είναι η θέση του ομνύοντα ότι η Αγωγή που έχει καταχωρηθεί απώλεσε το αντικείμενο της καθότι: (α) Είτε η Ενάγουσα Aqua Sol διά του Παραλήπτη Διαχειριστή δεν νομιμοποιείται πλέον να προωθεί την παρούσα, (β) Είτε θα πρέπει να προστεθεί πρόσθετος διάδικος η εταιρεία και διάδικοι προς όφελος των οποίων εκχωρήθηκε η οφειλή, (γ) Ο Παραλήπτης/Διαχειριστής κατέστη πλεονάζων. · Ο λόγος για τον οποίο η Αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει ως είναι, είναι: (α) Ο ρόλος του Ενάγοντα 2 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή εδράζεται στην ύπαρξη των συγκεκριμένων δανείων και υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας οι οποίες δικαιολογούσαν και δικαιολογούν την ύπαρξη των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Εφόσον το όφελος των δανείων έχει όντως εκχωρηθεί και/ή μεταβιβαστεί στην Εταιρεία Apollo Management LLC και/ή σε τρίτο, τα ομόλογα καθίστανται άνευ αντικείμενου όπως και τα τυχόν δικαιώματα τα οποία αντλεί από αυτό ο Ενάγοντας 2 Παραλήπτης/Διαχειριστής. (β) Εν πάση περιπτώσει, εάν εκχωρήθηκε το όφελος των δανείων και /ή μεταβιβάστηκε στην Εταιρεία Global Management LLC ή σε οποιοδήποτε τρίτο θα πρέπει να προστεθεί το όνομα του νέου δικαιούχου ως διάδικου στη διαδικασία και ή η Ενάγουσα 1 ουδέν ποσό οφείλει δυνάμει των αρχικών υποχρεώσεων και/ή των Ομολόγων και ή άλλως πως. · Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω η τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι, υπό τις περιστάσεις, απαραίτητη και ενδεικνυόμενη. Ένσταση - Λόγοι Ενστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από τους Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση η οποία, μεταξύ άλλων, βασίζεται στις πρόνοιες της Δ.25 θ.θ.1-6, στα Άρθρα 4, 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 καθώς και στις σύμφυτες εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · H Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή ανυπόστατη και/ή αποσκοπεί στον περαιτέρω εκτροχιασμό της δίκης και στην περαιτέρω καθυστέρηση εκδίκασης της παρούσας αγωγής και τυχόν έγκριση της θα έχει αυτή τη συνέπεια. · Η αιτούμενη προσθήκη στην Υπεράσπιση είναι παντελώς ανυπόστατη και/ή αχρείαστη και/ή άσχετη με τα επίδικα της παρούσας Αγωγής ζητήματα και ουδεμία σχέση έχουν με τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Παραλήπτη/ Διαχειριστή να προωθεί την παρούσα αγωγή και/ή με τη νομιμότητα ή συνέχεια του διορισμού του. Ο Παραλήπτης/Διαχειριστής συνεχίζει να είναι ο μοναδικός αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 1 Εταιρείας και ουδόλως επηρεάζονται οι όροι εντολής του που καθορίζονται στα Ομόλογα στη βάση των οποίων έχει διοριστεί. · Χωρίς επηρεασμό των προαναφερθέντων η κατ΄ ισχυρισμό πώληση ή εκχώρηση ή μεταβίβαση των δανείων ή άλλων υποχρεώσεων της Ενάγουσας 1 Εταιρείας δεν έχει συντελεστεί και/ή ολοκληρωθεί. · Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση από τις 30/8/2018 όταν, όπως αναφέρεται, οι Αιτητές έλαβαν γνώση των δημοσιευμάτων που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση της Μ. Παναγή. Ένορκη Δήλωση Ενάγοντα 2 Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 2, Παραλήπτη/ Διαχειριστή της Aqua Sol Hotels Public Company Limited. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: ▲ Ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της ΑQS ο ομνύων δεν είναι σε θέση να έχει ιδία γνώση ως προς τις εσωτερικές διεργασίες ή δοσοληψίες ή συναλλαγές της Τράπεζας Κύπρου με τρίτα πρόσωπα είτε σε σχέση με πώληση ή εκχώρηση ή μεταβίβαση δανείων είτε άλλως πως. ▲ Το μόνο που ο ομνύων γνωρίζει είναι ότι και η AQS έλαβε επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου τον Νοέμβριο του 2018 (ημερομηνίας 30/10/2018 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1), με την οποία η Τράπεζα ενημέρωνε την AQS για την πρόθεση της να πωλήσει τις σχετικές πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρίτο πρόσωπο και με την οποία κάλεσε την AQS, αν το επιθυμούσε, να υποβάλει πρόταση για εξαγορά των πιστωτικών της διευκολύνσεων. ▲ Ανεξάρτητα των πιο πάνω, κατόπιν της λήψης της Αίτησης, ο ομνύων απευθύνθηκε σε αρμόδιους αξιωματούχους της Τράπεζας Κύπρου και πιο συγκεκριμένα τους κ.κ. XXXXX Tobey και XXXXX Έλληνα οι οποίοι τον πληροφόρησαν ότι δεν έχει μέχρι σήμερα ολοκληρωθεί ή συντελεστεί οποιαδήποτε πώληση ή μεταβίβαση ή εκχώρηση δανείων από την Τράπεζα Κύπρου με την Apollo Global Management LLC ή με θυγατρικές της παρά το ότι έχουν συμφωνηθεί οι όροι πώλησης πακέτου δανείων συμπεριλαμβανομένων αυτών της ΑQS. ▲ Εξ' όσων ο ομνύων πληροφορείται από τους δικηγόρους του, η αποστολή επιστολών στους δανειολήπτες και εγγυητές τον Οκτώβριο του 2018 έγινε στη βάση του Άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή θέματα Νόμου 169/
- Αφού ο ομνύων παραπέμπει στις πρόνοιες του Άρθρου 18 και ειδικότερα στα εδάφια
(2),
(3)(α) και
(4), προβάλλει περαιτέρω τους ακόλουθους ισχυρισμούς. § Δεν έχει συντελεστεί ή ολοκληρωθεί η μεταβίβαση ή εκχώρηση ή πώληση των δανείων της AQS προς τρίτη εταιρεία μέχρι σήμερα. § Όταν και εφόσον η σχετική συμφωνία ολοκληρωθεί ή συντελεστεί, τότε τα σχετικά δάνεια συμπεριλαμβανομένων αυτών που οφείλει η AQS, θα μεταβιβαστούν στον αγοραστή σύμφωνα με τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας. § Με την προτιθέμενη πώληση όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με τα σχετικά δάνεια θα μεταβιβαστούν/ εκχωρηθούν στο νέο αγοραστή συμπεριλαμβανομένων των εξασφαλίσεων, όπως τα Ομόλογα κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. § Συνεπώς, η συνομολόγηση συμφωνίας πώλησης πιστωτικών διευκολύνσεων δεν επηρεάζει με οιοδήποτε τρόπο την οφειλή της AQS ή την εγκυρότητα ή νομιμότητα ή περιεχόμενο των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης δυνάμει των οποίων ο ομνύων διορίστηκε ως Παραλήπτης/Διαχειριστής ή το διορισμό του ή την ικανότητα του να προωθεί την παρούσα Αγωγή. Ακολούθως, παραπέμποντας σε όρους των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης που η AQS παραχώρησε στην Τράπεζα Κύπρου και στη βάση των οποίων ο ομνύων διορίστηκε (Τεκμήρια 2, 3 και 4) ισχυρίζεται, έχοντας τύχει προηγουμένως νομικής συμβουλής ότι, ανεξαρτήτως και επιπρόσθετα από τις πρόνοιες του Νόμου, τα ίδια τα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης προνοούν ότι οι πρόνοιες τους καλύπτουν και εφαρμόζονται στους διαδόχους και εκδοχείς της Τράπεζας. Επιπλέον επισημαίνει ότι η παρούσα Αγωγή δεν είναι αγωγή από την Τράπεζα Κύπρου εναντίον της AQS για ανάκτηση των οφειλόμενων ποσών αλλά το αντικείμενο της είναι η εγκυρότητα των Συμφωνιών ενοικίασης ξενοδοχείων μεταξύ της Aqua Sol και της MarisMare και το κατά πόσο το περιουσιακό στοιχείο, ήτοι το δικαίωμα διαχείρισης των ξενοδοχείων το οποίο είχε μεταβιβαστεί στη MarisMare πριν το διορισμό του Παραλήπτη/Διαχειριστή πρέπει να επιστραφεί ή όχι στην υπό διαχείριση Εταιρεία. Ο ομνύων, συναφώς, προβάλλει ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν είναι, ούτε ήταν διάδικος στην παρούσα Αγωγή και ούτε επιδιώχθηκε από τους Εναγόμενους να προστεθεί ως διάδικος. Ενώ καμία ενέργεια ή απόφαση της Τράπεζας, κατόχου των πιο πάνω Ομολόγων, μπορεί να επηρεάσει ή να διαφοροποιήσει τον τρόπο που ο ομνύων ενεργεί ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της υπό διαχείριση Εταιρείας. Την Ένορκη Δήλωση του ομνύοντα ακολουθεί η παράθεση των λόγων απόρριψης της Αίτησης. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται αναφορά στο δικονομικό ιστορικό της Αγωγής και στις προσπάθειες των Αιτητών για αναβολή της ακρόασης της κυρίως υπόθεσης αναφέροντας ότι από αυτό προκύπτει ότι η καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αγωγής έχει καταστεί ο αυτοσκοπός των Αιτητών. Επιπλέον προβάλλει ζήτημα μη νομιμοποίησης των Αιτητών να προωθούν την Αίτηση στη βάση του ότι αυτή είναι φαινομενικά τρίτα πρόσωπα που εκμεταλλεύονται την περιουσία της Εταιρείας και ότι δεν είναι οι Διευθυντές της Εταιρείας που ζητούν την εισαγωγή των προδικαστικών ενστάσεων αλλά οι Αιτητές. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση Αίτηση έχει ως κύρια βάση της την Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως: p Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1] p Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] p Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. p Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα. p Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[3] p Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται[5]. p Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6]. p Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] p Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη. p Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στη σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81)." Εξέταση Θεμάτων που Εγείρονται Ενόψει των πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως αναπτύχθηκαν με τις αγορεύσεις τους, προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση τρία ουσιαστικά ζητήματα: Πρώτον κατά πόσο οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για σκοπούς προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων στην παρούσα Αγωγή. Δεύτερον κατά πόσον οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα επίδικα θέματα ή οδηγούν στον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς οι Ενάγοντες. Τρίτον κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα και τη σημειωθείσα στην υπόθεση καθυστέρηση. Ως βάση για την επιδιωκόμενη τροποποίηση οι Αιτητές επικαλούνται το δημοσίευμα στον ημερήσιο τύπο (Τεκμήριο 1) ημερ. 30/8/2018 συμφώνως του οποίου φέρεται η Τράπεζα Κύπρου να ανακοινώνει την επίτευξη Συμφωνίας με Επενδυτικά Ταμεία τα οποία διαχειρίζεται η εταιρεία Απόλλων για την πώληση χαρτοφυλακίου Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ). Μέσω δε του Τεκμηρίου 2 γνωστοποιείται μέσω του Τύπου ότι έχουν σταλεί από την Τράπεζα Κύπρου χιλιάδες επιστολές σε δανειολήπτες «τα προβληματικά δάνεια των οποίων θα πωληθούν στο Επενδυτικό Ταμείο Apollo Global Management LLC». Στην ίδια την Ανακοίνωση αναφέρεται ότι το Συγκρότημα έχει καταλήξει σε Συμφωνία για την πώληση χαρτοφυλακίου ΜΕΔ. Περαιτέρω μέσω του Τεκμηρίου 3 επισυνάπτονται επιστολές ημερ. 30/10/2018 που εστάλησαν στον εγγυητή XXXXX Παναγή, μεταξύ άλλων, του χρέους της Aqua Sol, Ενάγουσας
- Επικαλούμενοι οι Αιτητές τα πιο πάνω γεγονότα υποστηρίζουν ότι καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση της Υπεράσπισης για να συμπεριληφθούν οι νέες παραγράφοι 1(α) και 1(β). Αποτέλεσε, συναφώς, θέση των Αιτητών ότι ο ρόλος του Ενάγοντα 2 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή εδράζεται στην ύπαρξη συγκεκριμένων δανείων της πρωτοφειλέτιδας Ενάγουσας 1 εταιρείας τα οποία δικαιολογούσαν την ύπαρξη Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Με δεδομένο δε ότι το όφελος αυτών των δανείων έχει εκχωρηθεί και/ή μεταβιβαστεί στην εταιρεία Apollo το Ομόλογο καθίσταται πλέον, όπως είναι η σχετική εισήγηση, άνευ αντικειμένου όπως και τα τυχόν δικαιώματα που αντλεί από αυτό ο Εναγόμενος
- Εν ολίγοις το επιχείρημα των Αιτητών είναι ότι από τη στιγμή που η Τράπεζα Κύπρου έπαυσε, με την πώληση των δανείων της Ενάγουσας 1, να είναι πιστωτής, αυτοδικαίως έπαυσε να υφίσταται και ο διορισμός του Ενάγοντα 2 και το καθεστώς διαχείρισης. Οι Ενιστάμενοι Ενάγοντες διατείνονται από την άλλη ότι οι θέσεις των Αιτητών είναι τόσο πραγματικά όσο και νομικά εσφαλμένες. Σε σχέση με το πρώτο, προβάλλεται ότι με βάση τα στοιχεία που οι ίδιοι οι Αιτητές προσκόμισαν στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι η πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή εκχώρηση των δανείων και/ή άλλων υποχρεώσεων της Ενάγουσας μαζί με τις σχετικές εξασφαλίσεις ήδη συντελέστηκε και/ή ολοκληρώθηκε αλλά ότι, απλώς, αναφέρεται στα σχετικά έγγραφα ότι η Τράπεζα προτίθεται να προβεί σε πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή εκχώρηση. Όσον αφορά τη νομική πτυχή του θέματος, οι Καθ΄ων η Αίτηση/Ενάγοντες προβάλουν ότι εφόσον η σχετική πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή εκχώρηση δεν έχει συντελεστεί, τότε τα σχετικά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων αυτών που οφείλει η Aqua Sol, θα μεταβιβαστούν στον νέο αγοραστή σύμφωνα με τις πρόνοιες της κείμενης Νομοθεσίας. Προστίθεται δε ότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με τα σχετικά δάνεια θα μεταβιβαστούν και/ή εκχωρηθούν στο νέο αγοραστή συμπεριλαμβανομένων των εξασφαλίσεων όπως Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Εκείνο το οποίο έχει, κατά την άποψη μου, σημασία εν προκειμένω είναι ότι στη βάση του υλικού που οι Αιτητές έχουν επισυνάψει στην ένορκη δήλωση τους επιθυμούν να θέσουν θέμα ότι αυτό που συντελέστηκε και οι ίδιοι θεωρούν πώληση επηρεάζει τη νομιμότητα και δυνατότητα της περαιτέρω προώθησης της Αγωγής. Και τούτο στη βάση του ότι η νομιμοποίηση της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας υπό διαχείριση Aqua Sol και του διαχειριστή της εδράζετο στον διορισμό από τον αρχικό πιστωτή, την Τράπεζα Κύπρου και ότι ο διορισμός έπαψε να είναι σε ισχύ από τη στιγμή που το χρέος προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου έπαψε να υφίσταται. Βασικά μέσω της αιτούμενης τροποποίησης επιχειρείται η έγερση του πιο πάνω θέματος ή, καλύτερα, η συμπερίληψη του στη δικογραφία, ήτοι στην Υπεράσπιση τους, για να υπάρχει η δυνατότητα αυτό να τεθεί και να αποφασιστεί κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Με άλλα λόγια μέσω της υπό κρίση Αίτησης οι Αιτητές επιδιώκουν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή η πώληση έχει, ως πραγματικό γεγονός, λάβει χώρα και ότι έχει επιπτώσεις στην περαιτέρω πορεία της υπόθεσης επηρεάζοντας τη νομιμότητα και δυνατότητα της περαιτέρω προώθησης της Αγωγής. Δεν είναι, κατά την κρίση μου, επί του παρόντος που το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει ποια από τις δύο εντελώς αντίθετες θέσεις που έχουν προωθηθεί από τις αντίδικες πλευρές είναι η ορθή. Κάτι τέτοιο, επαναλαμβάνω, αποτελεί ζήτημα που θα κριθεί κατά την ακρόαση της παρούσας Αγωγής. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα που εγείρεται κρίνεται σκόπιμη η παράθεση εν συνόψει των θέσεων που οι διάδικοι προβάλλουν στα δικόγραφα που έχουν καταχωρήσει. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι η κάτοχος Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 24/11/2009 σε ολόκληρη την περιουσία της εταιρείας Aqua Sol Hotels Public Company Limited. Η Marfin Popular Bank Public Co Ltd ήταν και αυτή κάτοχος Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 25/11/2009 σε ολόκληρη την περιουσία της Aqua Sol. Μεταγενέστερα η Marfin μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Την 29/3/2013 δυνάμει του περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) τα περιουσιακά στοιχεία της πρώην Marfin μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Την 13/10/2014 η Τράπεζα Κύπρου, δυνάμει των όρων των πιο πάνω Ομολόγων, διόρισε τον XXXXX Φιλίππου, Ενάγοντα 2, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Aqua Sol. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 ήταν οι διευθύνοντες σύμβουλοι της Aqua Sol. Η Εναγόμενη 4 Εταιρεία έχει μοναδικό μέτοχο και διευθυντή την Εναγόμενη 5, σύζυγο του Εναγόμενου
- Η Εναγόμενη 6 είναι εταιρεία πλήρως εξαρτώμενη από την Aqua Sol ενώ η Εναγόμενη 7 είναι υπό τη διαχείριση του Ενάγοντα
- Σύμφωνα πάντα με την αξίωση, κατά παράβαση των όρων των Ομολόγων και χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας Κύπρου, η διαχείριση οκτώ ξενοδοχείων ιδιοκτησίας ή διαχείρισης της Aqua Sol, της Εναγόμενης 6 και της Εναγόμενης 7, ανατέθηκε, μεταβιβάστηκε, ενοικιάστηκε ή εκμισθώθηκε στην Εναγόμενη 4, η οποία και ανέλαβε τη διαχείριση και λειτουργία τους. Στη συνέχεια υπογράφηκαν και άλλες συμπληρωματικές συμφωνίες. Κατά τους Ενάγοντες, όλα τα ξενοδοχεία αποτελούν περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων υφίστανται οι εξασφαλίσεις δυνάμει των δύο Ομολόγων και όλες οι συμφωνίες είναι άκυρες γιατί συνομολογήθηκαν κατά παράβαση των όρων και προνοιών των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 24/11/2009 προς όφελος της Εναγόμενης 1 και του Ομολόγου ημερ. 25/11/2009 προς όφελος της Marfin Popular Bank Co Ltd, είναι παράνομες, προϊόν συνωμοσίας και προϊόν παράνομου και δόλιου σκοπού των Εναγομένων 1 - 5, με πρόθεση την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Aqua Sol με σκοπό να καταδολιευθούν οι πιστωτές της Ενάγουσας 1 και/ή έγιναν προς εταιρεία ελεγχόμενη προς τη σύζυγο του μεγαλομετόχου της Ενάγουσας 1, Εναγόμενη 5 για να στερηθούν των νομίμων δικαιωμάτων τους και/ή για διαφοροποίηση της σειράς προτεραιότητας των πιστωτών. Η αξίωση περιλαμβάνει και ποσό €965.409,27 περιουσία της Aqua Sol που οι Εναγόμενοι 1 - 5 φέρονται να μετέφεραν στην Εναγόμενη 4 χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα. Με την Αγωγή αξιώνονται Δηλωτικές Αποφάσεις ότι οι διάφορες συμφωνίες είναι παράνομες και άκυρες όπως και η μεταφορά του πιο πάνω ποσού από την AQUA SOL στην Εναγόμενη 4 και ότι όλα έγιναν με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών της Aqua Sol. Αξιώνονται ακόμα Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις. Αντικείμενο της Αγωγής είναι η εγκυρότητα των Συμφωνιών ενοικίασης ξενοδοχείων μεταξύ της Aqua Sol και της Marismare και το κατά πόσο το περιουσιακό στοιχείο, ήτοι το δικαίωμα διαχείρισης των ξενοδοχείων το οποίο είχε μεταβιβασθεί στην Marismare πριν το διορισμό του Παραλήπτη/Διαχειριστή, πρέπει να επιστραφεί ή όχι στην υπό διαχείριση εταιρεία. Με την Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε οι Εναγόμενοι αρνούνται τις αιτούμενες θεραπείες και, μεταξύ άλλων, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι νομίμως έγιναν οι σχετικές εκχωρήσεις, μεταβιβάσεις κλπ. Εκείνο που επιχειρείται, όπως διαπιστώνεται από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, είναι προσθήκη νέα βάσης υπεράσπισης, ήτοι μέσω της παραγράφου 1(α) η προσθήκη ένστασης ότι οι Ενάγοντες 1 και 2, δηλαδή η πρωτοφειλέτιδα Aqua Sol Hotels Public Company Ltd υπό διαχείριση και ο διαχειριστής αυτής Ενάγοντας 2, XXXXX Φιλίππου, δεν δικαιούνται να συνεχίζουν και/ή να προωθούν την Αγωγή καθότι το επίδικο χρέος προς όφελος της Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κατά/ή περί τον Αύγουστο 2018 εκχωρήθηκε και/ή πωλήθηκε προς τρίτο πρόσωπο και άρα το Ομόλογο του διορισμού του έπαυσε να έχει ισχύ και/ή κατέστη άνευ αντικειμένου. Επιπρόσθετα επιδιώκεται με την προσθήκη της παραγράφου 1(β) να εγερθεί θέμα αναγκαιότητας παρουσίας όλων των απαραίτητων διαδίκων Εναγόντων, δηλαδή και του νέου Αγοραστή δικαιούχου του επίδικου δανείου που βαρύνει την Εναγόμενη 1, προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης αλλά αποτελεί στοιχείο και/ή παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία σε πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 όπου είχε εγερθεί ως λόγος έφεσης ότι δεν θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιτρέψει την τροποποίηση Υπεράσπισης εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Παρατίθεται κατωτέρω η σχετική περικοπή: «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707)». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι σημαντικό δε να επισημάνουμε το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται τέτοιας φύσεως αίτημα για προσθήκη νέας βάσης Υπεράσπισης μέσω της προσθήκης των παραγράφων 1(α) και 1(β). Στην προκείμενη περίπτωση βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια της υπόθεσης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την προσκόμιση μαρτυρίας. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1958 στη σελ. 624 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο "Amendment by Either Party of his own Pleading": "Before the Hearing. - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position that he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v.North Metropolitan Tramways Co. 16 Q.B.D 556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs (see (n.) "Costs no remedy", infra). Thus, a plaintiff will be allowed to amend by adding a claim for special damage when proof of special damage is essential to the cause of action (Weldon v. Neal, 19 Q.B.D., 394) or to add a new claim which is "so germance to, and so connected with the original cause of action, that it would be a denial of justice" if leave to add it where refused (Att. Gen. v. West Hame Corporation)
(1910), 74 J.P. 196, C.A.). A plaintiff may add a new cause of action, the defendant a new defence. There will be difficulty, however, where there is ground for believing that the application is not made in good faith. Thus, if either party seeks to amend his pleading, by introducing for the first time allegations of fraud, etc., the Court will ask why this new case was not presented originally; and may require to be satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment (Lawrance v. Norreys, 39 Ch. D. 213; see judgment of Stirling, J., p. 221, and of Bowen, L. J. p. 235)". (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χωρίς αμφιβολία τα επίδικα θέματα διευρύνονται αλλά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία ακόμη δεν άρχισε, κρίνω ότι αυτό δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον των Αιτητών/Εναγομένων. Ως αποτέλεσμα δεν μπορεί να τίθεται θέμα εκτροχιασμού της πορείας της υπόθεσης όταν τροποποιήσεις αυτής της φύσεως επιζητούνται σ' ένα τέτοιο πρώιμο στάδιο. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Στρεφόμενη τώρα στο τρίτο ερώτημα που εγείρεται επισημαίνεται ότι ένας από τους λόγους Ένστασης αποτέλεσε και ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη με υπέρμετρη καθυστέρηση από τις 30/8/2018 που οι Αιτητές, όπως ισχυρίζονται, έλαβαν γνώση των δημοσιευμάτων που επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης. Σε ό,τι αφορά τη σημειωθείσα καθυστέρηση ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε ενημέρωση που ο Δικηγόρος των Εναγομένων 4 και 5 Ν. Πιριλλίδης είχε κάνει προς το Δικαστήριο κατά την εμφάνιση στις 11/12/2018 σχετικά με την πώληση χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων δανείων από την Τράπεζα Κύπρου σε επενδυτικά ταμεία. Όπως δε επισημαίνει, κατόπιν της εν λόγω ενημέρωσης επικοινώνησαν μαζί του οι Δικηγόροι του και τον ρώτησαν αν είχε παραλάβει οποιαδήποτε επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου η οποία τον ενημέρωνε για τα ως άνω καθώς και αν μπορούσε να εξασφαλίσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο υλικό που να βεβαιώνει τα πιο πάνω προκειμένου να προβούν οι Δικηγόροι του σε αίτηση τροποποίησης. Σ' ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έχει δε κατ' επανάληψη τονιστεί ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα[9]. Μια δε καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[10].Ο λόγος της καθυστέρησης, επομένως, δεν συνιστά πάντοτε αιτία απόρριψης της αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα με το υπάρχον υλικό ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ΄ ανάγκη με κακή πίστη. Όμως η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης[11]. Όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece κ.ά v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι «το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Όπως επισημάνθηκε στην πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου «σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου πάνω στο οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να στοιχειοθετηθεί με την κατάλληλη μαρτυρία, η εκδοχή των εφεσειόντων». Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα [1999] 1 Α.Α.Δ. 44 δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. Έστω και αν ακόμα οι παραλείψεις ή ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Στην υπό εξέταση περίπτωση εν πρώτοις διαπιστώνω ότι δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για το χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Επιπλέον επισημαίνω ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει καν ξεκινήσει και, επομένως, βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια. Δεν βλέπω εν προκειμένω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγομένων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίστανται σε αυτό το στάδιο οι Ενάγοντες, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της Υπεράσπισης θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ των Εναγομένων/Αιτητών. Συνεπώς, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η Αίτηση. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες μετά τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση σε 10 ημέρες μετά την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ών η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν μετά το πέρας της Αγωγής. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9] Δέστε την Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής:- «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it becomes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done therby can be compensated in money. That principles applies here." [10] Δέστε Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426. [11] Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1985 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων: «General principles for grant of leave to amend. It is a guiding principle of cardinal importance on the question of amendment that, generally speaking, all such amendments ought to be made ´ for the purpose of determining the real question in controversy between the parties to any proceedings or of correcting any defect or error in any proceedings´ (see per Jenkins LJ in G.L. Baker Ltd v. Medway Building & Supplies Ltd
(1958)1 W.L.R. 1216, p.1231;
(1958)3 All E.R. 540 p. 546). It is a well established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach the court not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace.. It seems to be that as such as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right (per Bowen LJ in Cropper v. Smith
(1883)26 Ch. D. 700, pp 710-711, with which observations A.L. Smith LJ expressed ´emphatic agreement´ in Shoe Machinery Co v. Cultan
(1896)1 Ch. 108, p.112)". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο