← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την εταιρείων ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης 74/2017, 26/8/2019

Επί τοις αφορώσι την εταιρείων ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης 74/2017, 26/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A251 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 74/2017 Επί τοις αφορώσι την εταιρείων ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ, εκ Λάρνακας και Επί τοις αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμον Κεφ. 113 άρθρα 211, 212, 213, και 214 Ημερομηνία: 26/08/2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές/Ενορία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου: κα Γιολάντα Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση η κα Γ. Δημητρίου). Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Γιώργος Λουκαϊδης για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Α. Πατσιάς). Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές-Ενορία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, ζητούν τη διάλυση των καθ' ων η αίτηση (προφανώς αυτό που στην πραγματικότητα ζητείται, έχοντας υπόψη και τη νομική βάση της αίτησης κατωτέρω, είναι η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας). Αναφέρονται στην αίτηση τα ακόλουθα: «

  1. Η εταιρεία ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ, εκ Λάρνακας (εν τοις εφεξής καλουμένης η εταιρεία) ενεγράφη εις Κύπρον την 30/12/2005 δυνάμει του περί εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης.
  2. Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ευρίσκεται στην Οδό Γιάννη Βλαχογιάννη, 3 MOUSKOU BUILDING, Διαμ./Γραφείο 202, 6050 Λάρνακα.
  3. Το ονομαστικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι €17.100,00 διηρημένο σε 10.000 συνήθεις μετοχές εκ €1,71 εκάστη. Το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι €1.710,000 διηρημένο σε 1.000 μετοχές εκ €1,71 εκάστη.
  4. Οι σκοποί για τους οποίους συνεστήθη η εταιρεία είναι οι ακόλουθοι:- α. Η εισαγωγή, εξαγωγή, πώληση και μεταπώληση χονδρικώς ή λιανικώς φρούτων και φθαρτών και παντός άλλου είδους, επί προμήθεια και/ή άλλως πως και η διεξαγωγή παντός είδους εμπορίου στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. β. Η διεξαγωγή παντός είδους εργασίας και επιχείρησης αντιπροσώπων επί προμήθεια (commission agents) παντός είδους στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. γ. Η διεξαγωγή παντός είδους εργασίας και επιχείρησης συμβούλων διαφήμισης (marketing consultants). δ. Να ιδρύει, διαχειρίζεται, διευθύνει, ελέγχει, χρηματοδοτεί και επιβλέπει οποιανδήποτε εταιρεία, συνεταιρισμό, οργανισμό ή επιχείρηση ή άλλη οντότητα με ή χωρίς νομική προσωπικότητα και επίσης να συμμετέχει σε οποιαδήποτε εταιρεία, συνεταιρισμό, οργανισμό ή επιχείρηση ή άλλη οντότητα με ή χωρίς νομική προσωπικότητα σαν ιθύνουσα εταιρεία ή σαν απλώς μέτοχος ή μέλος ή συνέταιρος ή συνεργάτης ή με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα ή σχέση και να προσφέρει υπηρεσίες διευθυντή, γραμματέα, διαχειριστή, συμβούλου, εκπροσώπου ή άλλης φύσης οποιασδήποτε εταιρείας, συνεταιρισμού, οργανισμού ή επιχείρησης ή άλλης οντότητας με ή χωρίς νομική προσωπικότητα.
  5. Η εταιρεία χρεωστεί να πληρώσει στους αιτητές το ποσόν των €510.941,22.- πλέον €96.142,13 δεδουλευμένους τόκους μέχρι 31/01/2017 πλέον τόκο 8% από 01/02/2017 μέχρι εξοφλήσεως επί €510.941,22 δυνάμει οφειλομένων ενοικίων για 4 υπό διαχείριση οικόπεδα στη Λάρνακα με Σύμβαση Μίσθωσης ημερ. 01/11/
  6. Στις 07/02/2017 επεδόθη Ειδοποίηση Απαιτήσεως των Αιτητών η οποία εστάλη προς την εταιρείαν και η καθ' ης η αίτηση εταιρεία παρέλειψεν εντός 3 (τριών) εβδομάδων να καταβάλει οιονδήποτε ποσόν προς τους αιτητές.
  7. Η εταιρεία δεν δύναται να πληρώσει τα χρέη της και είναι δίκαιο και σύμφωνο με τους κανόνες της επιείκειας να διαλυθεί.
  8. Υπό τις περιστάσεις είναι δίκαιο όπως η εταιρεία διαλυθεί.» Και οι Αιτητές εξαιτούνται ως ακολούθως:- «Α) Όπως η εταιρεία ΖΥΓΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΤΔ, εκ Λάρνακας διαλυθεί υπό του Δικαστηρίου ως προνοείται υπό του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  9. Β) Όπως το Δικαστήριον εκδώσει οιονδήποτε άλλον διάταγμα θεωρήσει πρέπον υπό τας περιστάσεις. Γ) Έξοδα.» Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Εταιρειών Νόμον Κεφ. 113 άρθρα 211(ε) και (στ) και 212(α) και (γ). Η αίτηση συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του κ. Φοίβου Φιλίππου, εις την οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο υπογεγραμμένος XXXXX Φιλίππου, από τη Λάρνακα, είμαι Ταμίας των αιτητών και ορκίζομαι και λέγω ότι οι δηλώσεις οι αναφερόμενες στην παράγραφο 5 και οι οποίες παρουσιάζονται τώρα ενώπιον μου είναι ορθές και αληθείς και οι δηλώσεις οι αναφερόμενες στις παραγράφους 1,2,3,4,6,7 και 8 εξ'όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω είναι αληθείς.» Η ένσταση Οι Καθ' ων η αίτηση αντέδρασαν στην εν λόγω αίτηση καταχωρώντας Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως, εις την οποία αναφέρουν ότι τα γεγονότα εις τα οποία αυτή στηρίζεται εμφαίνονται στη δικογραφία και στη συνημμένη ένορκη δήλωση του κύριου XXXXX Καλουτσίδη, εις την οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Καλουτσίδης ορκίζομαι και δηλώ τα ακόλουθα:
  10. Είμαι ο διευθυντής της πιο πάνω καθ' ης η αίτηση εταιρείας και έχω εξουσιοδοτηθεί προσηκόντως να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  11. Αρνούμαι ολόκληρη την αίτηση η οποία είναι κακόπιστη και εκδικητική.
  12. Η παρούσα αίτηση δεν γίνεται από υφιστάμενο νομικό πρόσωπο.
  13. Στην πραγματικότητα για την ίδια υπόθεση έχει καταχωρηθεί η αγωγή υπ' αρ. 1206/2014 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και η έκθεση απαίτησης της έχει ως το συνημμένο τεκμήριο «Α».
  14. Στην υπόθεση εκείνη κατεχώρησα υπεράσπιση τεκμήριο «Β».
  15. Την 16.5.2017 κατεχωρήθη αίτηση από τους εκεί ενάγοντες για τροποποίηση, μεταξύ των άλλων του ονόματος των εναγόντων εις τρόπον ώστε να γίνει «Ενορία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου πρώην Εκκλησία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου Σωτήρος, εκ Λάρνακας».
  16. Διερωτώμαι πώς είναι δυνατό τώρα: (α) Να μην είναι αιτητής ο κύριος XXXXX Κουμής. (β) Να μην είναι αιτητής ο Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου άλλως Εκκλησία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, οδός Αγίου Ιωάννου, από Λάρνακα. (γ) Να μην είναι Ενορία Αγίου Ιωάννη Θεολόγου πρώην Εκκλησία Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Λάρνακα.
  17. Τελικά οι αιτητές δεν ξέρουν ποιος είναι ο αναφερόμενος ή αντίστοιχα ενάγων.
  18. Περαιτέρω όμως οι αιτητές στην ένορκη δήλωση του κυρίου XXXXX Φιλίππου η οποία συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 16.5.2017 στην αγωγή 1206/2014 αναφέρει ότι υπάρχει νομική προσωπικότητα στην εταιρεία η οποία καθορίζεται από το Καταστατικό της Εκκλησίας της Κύπρου.
  19. Το γεγονός ότι το Καταστατικό της Εκκλησίας της Κύπρου αναφέρει ότι η ενορία αποτελεί νομικό πρόσωπο δεν δημιουργεί νομική προσωπικότητα στην ενορία.
  20. Αρνούμαι ότι η εταιρεία οφείλει οποιοδήποτε ποσό ή το ισχυριζόμενο από τους αιτητές. Στην πραγματικότητα όπως φαίνεται και από την έκθεση υπεράσπισης, τεκμήριο «Β», οι ενάγοντες οφείλουν στην εταιρεία. Το γεγονός ότι καταχωρείται τώρα η αίτηση είναι απλώς διότι οι ενάγοντες προσπαθούν να εκδικηθούν και να εκβιάσουν την εταιρεία.
  21. Αρνούμαι τις παραγράφους 6, 7, 8 της αίτησης και αξιώ απόρριψη της αίτησης.» Η ένσταση βασίζεται επί του Νόμου: Στον Περί Εταιρειών Διαδικαστικό Κανονισμό, Θεσμοί 3, 4, 6 και 8 και στους Περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς 1933-1938, Κανονισμό 92, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Διαταγή 48, Θεσμοί 1, 4, 5, 6 και 9, και Διαταγή 30, Θεσμοί 1, 2, 3, 4 και 5, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρο 214 και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση αιτητών Στις 4.10.2018 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επετράπη η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους Αιτητές. Στην εν λόγω συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση ημερ. 16/10/18 οι τελευταίοι αναφέρουν τα ακόλουθα: «Ο υπογεγραμμένος XXXXX XXXXX Φιλίππου, εκ Λάρνακος, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:-
  22. Είμαι εκ των μελών της διαχειριστής επιτροπής των αιτητών στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση, γνωρίζω τα γεγονότα προσωπικά εκτός όπου αναφέρω διαφορετικά και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  23. Περί την 13/09/2010 εισήχθη ο Νέος Καταστατικός Χάρτης, ο οποίος προέβλεπε την Ενοριακή Οργάνωση και στο Παράρτημα Α τις Ενορίες, Τεκμήρια ΙΑ και ΙΒ, η δε εκκλησία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου μετονομάστηκε και ενσωματώθηκε στην Ενορία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου.
  24. Περί την 1/11/2007 με συμφωνία ενοικίασης που καταρτίστηκε μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση, με την εγγύηση των XXXXX ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ, XXXXX ΚΟΡΙΑΝΟΓΛΟΥ, XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΗ και XXXXX ΚΑΛΟΥΤΣΙΔΗ, ενοικιάστηκαν 4 οικόπεδα επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/42, Φ/Σχ. 40/56Ε1, τμήμα 2, τεμάχιο 41, τοποθεσία Κουτζιηδες, ενορία Σωτήρος, Δήμος Λάρνακος για περίοδο 10 ετών με δικαίωμα ανανέωσης υπό όρους. Παρουσιάζω την εν λόγω συμφωνία ως τεκμήριο ΙΓ . Από την εν λόγω συμφωνία προκύπτει ότι σύμφωνα με τον όρο 9 οι καθ ών η αίτηση 1 θα ανήγειραν με δικά τους έξοδα κτίρια νοουμένου ότι θα είχαν εξασφαλίσει εκ των προτέρων όλες τις αναγκαίες προς τούτο άδειες.
  25. Περί την 23.06.2008 ενοικιάστηκε δια νέας τροποποιητικής συμφωνίας ακόμη 1 οικόπεδο επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/42, Φ/Σχ. 40/56Ε1, τμήμα 2, τεμάχιο 41, τοποθεσία Κουτζιηδες, ενορία Σωτήρος, Δήμος Λάρνακος με τους ίδιους όρους της αρχικής συμφωνίας. Επισυνάπτω την εν λόγω συμφωνία ως τεκμήριο ΙΔ.
  26. Ήταν επίσης όρος των εν λόγω συμφωνιών ότι μετά την πάροδο των 10 ετών η ενοικίαση θα ανανεωνόταν εάν οι αντισυμβαλλόμενοι- των αιτητών ήτοι οι καθ' ών η αίτηση, έδιδαν προς το σκοπό αυτό 6 μήνες πριν τη λήξη της πρώτης ενοικίασης γραπτή ειδοποίηση προς τούτο. Κάτι τέτοιο δεν έγινε.
  27. Περί την 03.04.2008 εκδόθηκε πολεοδομική άδεια με αριθμό ΠΑ116/2008 για την εν λόγω ανέγερση ήτοι ανέγερση φρουταρίας, φούρνου και ανθοπωλείου, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως τεκμήριο ΙΕ, με ισχύ μέχρι 2.4.
  28. Περί την 24.06.2008 εκδόθηκε και άδεια οικοδομής με αριθμό 173/2008, αντίγραφο της οποίες παρουσιάζω ως τεκμήριο ΙΣτ, με ισχύ μέχρι 03.04.
  29. Η εν λόγω άδεια εξ όσων φαίνεται από το ίδιο το τεκμήριο δεν βρίσκεται σε ισχύ.
  30. Οι καθ' ών η αίτηση κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ως αυτή τροποποιήθηκε ως ανωτέρω δεν κατέβαλλαν κανονικά τα ενοίκια, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί οφειλή για την περίοδο από 1.11.2008 μέχρι 30.10.2017 εκ €522,702 μείον ποσό εκ €11.760,78 που αναλογεί στην άμυνα και ποσό εκ €11.602 μηνιαίως για την περίοδο από 1.11.2017 μέχρι 30.6.2018 ήτοι €92.
  31. Παρουσιάζω κατάσταση λογαριασμού ως τεκμήριο ΙΖ.
  32. Οι αιτητές περί την 14.5.2018 επέδωσαν επιστολή στους καθ' ών η αίτηση, με την οποία τους επεσήμαναν ότι η περίοδος ενοικίασης είχε λήξει και δεν ανανεώθηκε και ζητούσαν τη παράδοση των επίδικων ακινήτων μέχρι την 30.6.
  33. Παρόλα αυτά οι καθ' ών η αίτηση δεν παρέδωσαν τα επίδικα υποστατικά, στερώντας την κατοχή αυτών από τους αιτητές ως ιδιοκτήτες τους και καθιστώντας τους εαυτούς τους παράνομους επεμβάσεις, για το οποίο κινήθηκε ανταπαίτηση σε αγωγή που ήγειραν οι καθ' ών η αίτηση, ζητώντας έξωση.
  34. Αναφέρω επίσης ότι περί τα έτη 2012 και 2013 οι καθ' ών η αίτηση απέστειλαν επιστολές προς αιτητές με τις οποίες αναγνώριζαν τις μέχρι τότε οφειλές τους, ζητούσαν μείωση, που δεν έγινε αποδεκτό και τερμάτιζαν την ενοικίαση από το
  35. Παρόλα δε αυτά συνεχίζουν να παραμένουν εντός των επίδικων ακινήτων και δεν τα παρέδωσαν ούτε και κατέβαλλαν οποιοδήποτε ποσό, πράγμα που πράττουν μέχρι σήμερα που η ενοικίαση έχει επιπλέον λήξει. Αντίγραφο των εν λόγω επιστολών επισυνάπτω ως τεκμήριο ΙΗ. Με την εν λόγω αλληλογραφία αναγνώριζαν το μέχρι τότε χρέος τους έναντι του οποίου καμία πληρωμή δεν έγινε έκτοτε.
  36. Περαιτέρω, παρουσιάζω τις οικονομικές καταστάσεις των καθ' ών η αίτηση για το 2014 και 2015, αντίγραφα των οποίων εξασφαλίσαμε κατόπιν έρευνας στο Έφορο Εταιρειών, τα οποία παρουσιάζω ως τεκμήριο ΙΘ, στις οποίες γίνεται συγκριτικά και αναφορά στο έτος 2013, και από τις οποίες φαίνεται ότι η εν λόγω εταιρεία, χωρίς καν να δηλωθεί το προς τους αιτητές χρέος από τα ενοίκια, το οποίο ως έχω εξηγήσει, ανέρχεται σε ποσό πέραν των €600.000, έχει συσσωρευμένες ζημιές που υπερβαίνουν τις €900.000, ενώ δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία εγγεγραμμένη επ' ονόματι της.
  37. Περαιτέρω, εξ όσων έχω πληροφορηθεί από τους δικηγόρους των αιτητών στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 5557/2018 λέχθηκε από το συνήγορο των καθ' ών η αίτηση ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να ξαναλειτουργήσουν τη φρουταρία, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία αυτοί βρίσκονται, η οποία και επιβάλλει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Καθ' ων η αίτηση Στις 4.10.2018 εκδόθηκε επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επετράπη η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους Καθ' ων η αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη τους δήλωση ημερ. 09/11/18 αναφέρουν τα ακόλουθα: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Καλουτσίδης ορκίζομαι και δηλώ τα ακόλουθα:
  38. Συμπληρωματικά της ως άνω ενόρκου δηλώσεως μου ημερομηνίας 10/9/2018 που συνοδευόταν στην αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 13/06/2017 λέγω τα ακόλουθα:
  39. Είμαι ο διευθυντής της πιο πάνω εταιρείας και γνωρίζω τα γεγονότα της υποθέσεως και έχω δεόντως εξουσιοδοτηθεί να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  40. Μετά την καταχώρηση της ένστασης μου έγιναν γεγονότα από τα οποία η εταιρεία έχει ήδη εναντίον των αιτητών τεράστια απαίτηση για την οποία κατεχωρήθη η αγωγη, όπως φαίνεται στη συνημμένη έκθεση απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετώ πλήρως (Τεκμήριο Α).
  41. Επιπροσθέτως, εξ' όσων με πληροφορεί ο δικηγόρος μου οι αιτητές δεν μπορούν να είναι διάδικοι, διότι δεν αποτελούν νομικό πρόσωπο.
  42. Γι' αυτό εξαιρούμαι ως η αίτηση.» Δεύτερη Συμπληρωματική ένορκη δήλωση αιτητών Στις 2.11.2018, κατόπιν προφορικού αιτήματος, εδόθη άδεια στην πλευρά των Αιτητών να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, έτσι ώστε να καταχωρηθούν στο φάκελο οι δημοσιεύσεις που έγιναν με οδηγίες του Δικαστηρίου. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ημερ. 06/11/18 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο υπογεγραμμένος XXXXX XXXXX Φιλίππου, από τη Λάρνακα ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:-
  43. Είμαι εκ των μελών της διαχειριστικής επιτροπής των αιτητών στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση, γνωρίζω τα γεγονότα προσωπικά εκτός όπου αναφέρω διαφορετικά και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  44. Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου σε προγενέστερο στάδιο οι αιτητές προχώρησαν σε Δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα καθώς και σε καθημερινή Εφημερίδα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 08/12/2017 και ως Τεκμήριο Β καθημερινή εφημερίδα ημερ. 05/12/2017 στις οποίες έχει γίνει δημοσίευση της παρούσας Αίτησης Διάλυσης ως οι οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου.» Δεύτερη Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Καθ' ων η αίτηση Την 01/02/19 δόθηκε επίσης άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση νέας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους Καθ' ων η αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη τους δήλωση ημερ. 01/02/19 αναφέρουν τα ακόλουθα: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος XXXXX Καλουτσίδης ορκίζομαι και δηλώ τα ακόλουθα:
  45. Είμαι ο διευθυντής της εναγούσης εταιρείας.
  46. Γνωρίζω τα γεγονότα και έχω δεόντως εξουσιοδοτηθεί να προβώ στην παρούσα συμπληρωματική ένορκο δήλωση.
  47. Η παρούσα συμπληρωματική ένορκος δήλωση γίνεται κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου.
  48. Μετά την καταχώρηση της αιτήσεως προέκυψαν τα ακόλουθα γεγονότα. Καταχώρησα την αγωγή 847/
  49. Καταθέτω: (α) Σαν τεκμήριο 1 αντίγραφο της εκθέσεως απαιτήσεως. (β) Σαν τεκμήριο 2 την έκθεση υπεράσπισης. (γ) Σαν τεκμήριο 3 αντίγραφο της αιτήσεως την οποία οι νυν αιτητές, εναγόμενοι στην αγωγή 847/2018 καταχώρησαν εναντίων της εταιρείας. (δ) Σαν τεκμήριο 4 αντίγραφο της ένστασης την οποία καταχώρησε η εταιρία στην πιο πάνω υπόθεση. (δ) Σαν τεκμήριο 5 την αγόρευση την οποία καταχώρησε η εταιρεία σχετικά με την πιο πάνω αίτηση για προσωρινό διάταγμα. (ε) Σαν τεκμήριο 6 την κατηγορία στην ποινική υπόθεση 5557/
  50. (στ) Σαν τεκμήριο 7 το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε το ποινικό Δικαστήριο. (ζ) Σαν τεκμήριο 8 την αγόρευση των δικηγόρων μας στο ποινικό Δικαστήριο για άρση του προσωρινού διατάγματος. (η) Σαν τεκμήριο 9 την απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. (θ) Σαν τεκμήριο 10 την τελική απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου.
  51. Από όλα τα πιο πάνω φαίνεται η κακοήθεια των αιτητών στην παρούσα υπόθεση.
  52. Γι' αυτό ζητώ την βοήθεια του Δικαστηρίου.» Ακρόαση της αίτησης και αγορεύσεις H ακρόαση της αίτησης έγινε με αγορεύσεις (γραπτές), στη βάση των όσων αναφέρονται ανωτέρω. Σημειώνω δε εδώ πως έχω μελετήσει ενδελεχώς τις αγορεύσεις των δύο πλευρών, αλλά δεν χρειάζεται να επαναλάβω όσα αναφέρουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους. Θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω αν τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στα άρθρα 211(ε)(στ) και 212(α)(γ) του περί Εταιρειών Νόµου, Κεφ. 113, τα οποία έχουν ως ακολούθως: «
  53. Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- .................................................................................................... (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία·
  54. Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, µε εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραµµένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται µε τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόµενες τρεις εβδοµάδες αµέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή ........... (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαµβάνει υπόψη τις ενδεχόµενες και µελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας· ή ...................................» Σύµφωνα µε τη νοµολογία το άρθρο 212 δεν είναι αυτοτελές αλλά εξειδικεύει το άρθρο 211(ε) και δεν παρέχει επιπρόσθετους λόγους για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης (βλ. Pan-Aman Hotels Limited v. Εφόρου Φόρου Προστιθέµενης Αξίας

(2002)1 Α.Α.Δ. 1796 και G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντής Τµήµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην G.I.P. Constructions Ltd υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν σχετικά από το πρωτόδικο Δικαστήριο δηλ. ότι: «Τα άρθρα 211 και 212 του δικού μας Νόμου είναι αντιγραφή του αντίστοιχου αγγλικού. Στην Αγγλία η έννοια των διατάξεων αυτών έχει φωτισθεί από νομολογία. Σύμφωνα με την αγγλική προσέγγιση, η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει την γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της από μια εταιρεία. Δηλαδή, οι εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα. Στην αγγλική νομολογία βρίσκει κανείς και τα εξής παραδείγματα. Απόδειξη από τον πιστωτή ότι το χρέος που του οφείλεται δεν έχει πληρωθεί από την εταιρεία εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυος: Re Globe New Patent Iron and Steel Co. [1875] L.R. 20 Eq.
  2. Το ίδιο είναι το αποτέλεσμα και όταν υπάρχει παραδοχή από την εταιρεια ότι δεν έχει περιουσία επί της οποίας θα μπορούσε να γίνει εκτέλεση: RE Flagstaff Silver Mining co. ofUtah [1875] L.R. 20 Eq.
  3. Σε αυτές τις περιπτώσεις όμως, η εταιρεία μπορεί να αποκρούσει την εκ πρώτης όψεως μαρτυρία με απόδειξη ότι δύναται στην πραγματικότητα να πληρώσει τα χρέη της: Re Bradford Tramways Co. [1876] 4 Ch. D. 18,
  4. Στην υπόθεση Re Capital Annuities Ltd. [1978] 3 All E.R. 704, στην σελ. 718, την εκφρασθείσα από το Δικαστήριο άποψη, ότι μαρτυρία που δείχνει ότι μια εταιρεία δεν έχει για την ώρα αρκετή ρευστότητα να πληρώσει όλα τα παρόντα χρέη της είτε έχουν είτε δεν έχουν ζητηθεί δεν σημαίνει από μόνη της και αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, πρέπει να την δει κανείς σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης και αφού περιπλέον επισημανθεί πως εν πάση περιπτώσει εκείνο που ο Δικαστής είχε υπόψη του ήταν πως εκεί επρόκειτο για εντελώς προσωρινή δυσκολία που θα μπορούσε να αρθεί μέσα σε λίγες ημέρες. Θεωρούμε πως και στα δικά μας άρθρα 211 και 212 πρέπει να δοθεί η ιδία ερμηνεία.» Ως δε λέχθηκε στην Δημήτρης Αυξεντίου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα) Λίμιτεδ ν. Hellenic BankPublic Company Limited, ECLI:CY:AD:2014:A877, Πολ. Έφεση 368/2009, ημερ. 20.11.2014, η απόδειξη της προϋπόθεσης της παραγράφου (α) του άρθρου 212 είναι αρκετή να επιφέρει την εκκαθάριση εταιρείας θεωρούμενης ανίκανης να πληρώσει τα χρέη της, χωρίς να αποκλείεται η προσκόμιση και άλλης μαρτυρίας που να αποδεικνύει την ανικανότητα αυτή. Με την ικανοποίηση της διάταξης αυτής, η εταιρεία φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δεν «αμέλησε» να πληρώσει την απαίτηση του πιστωτή διότι έχει κατά τα άλλα μια ουσιώδη και εύλογη υπεράσπιση, όπως ότι εξόφλησε την γενικότερη οφειλή. Εξ ου και ο πιστωτής είναι σοφότερο να εναγάγει την εταιρεία προηγουμένως, να εξασφαλίζει δικαστική απόφαση υπέρ του οπότε η εταιρεία θα εμποδίζεται από την απόφαση να αμφισβητήσει την αίτηση επί της ουσίας της (παραπέμπει και στο Pennington's Company Law, 3η έκδοση σελ. 674-675). Στην Μ. Mouletaris Machinery Co. Ltd. v. Ζήνωνος
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1649 επιβεβαιώθηκε ότι η G.I.P. Constructions Ltd αναλύει ορθά το Νόμο και τη νομολογία και προστέθηκε ότι στην περίπτωση που αποδεικνύονται τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 212, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια και διατάσσει την εκκαθάριση της εταιρείας, ενώ αν ικανοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 211 το Δικαστήριο διατηρεί τέτοια ευχέρεια. Στην Pan-Aman Hotels Limited η αίτηση επί της οποίας αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέγραφε στη νομική βάση τα άρθρα 211 και 212 του Κεφ. 113, χωρίς να προσδιορίζει σε ποιες πρόνοιες των εν λόγω άρθρων στηριζόταν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αν και αναγνώρισε ότι η νομολογία επέβαλλε εξειδίκευση της βάσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση, θεώρησε ότι η παράλειψη του εφεσίβλητου να πράξει τούτο δεν ήταν καταστροφική εφόσον στην αίτηση γινόταν προσδιοριστική αναφορά στους λόγους για τους οποίους ζητείτο το διάταγμα εκκαθάρισης και έκρινε ότι η αίτηση εδραζόταν στα άρθρα 212(α) και 211(ε). Έτσι αφού εξέτασε την αίτηση σε αυτή την βάση αποφάσισε ότι δεν συνέτρεχαν μεν οι προϋποθέσεις του άρθρου 212(α) αλλά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 211(ε) εφόσον το χρέος της εφεσείουσας προς τον εφεσίβλητο δεν είχε πληρωθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε πρωτοδίκως πλάνη που έγκειτο στην προσφυγή στο άρθρο 211(ε). Αυτό καθότι η μόνη αναφορά που υπήρχε στην αίτηση ήταν ότι "Η Εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της", κάτι που κρίθηκε μη επαρκές εφόσον θα έπρεπε να προσδιορίζεται για ποία από τις τρεις περιπτώσεις που προνοούνται στο άρθρο 212 επρόκειτο. Λέχθηκε δε ότι εάν επιδιώκετο να βασισθεί η αίτηση γενικά στην ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, τούτο μόνο σε συνάρτηση με το άρθρο 212(γ) μπορούσε να γίνει, οπότε δεν αρκούσε αναφορά σε αποτυχία της εταιρείας να πληρώσει χρέος της αλλά επιβαλλόταν αναφορά στην συνολική κατάσταση της εταιρείας, λαμβανομένων υπόψη όλων των υποχρεώσεων της περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών, στα πλαίσια στάθμισης της συνολικής φερεγγυότητας της. Έτσι η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε καθότι κρίθηκε λανθασμένο να θεωρηθεί ότι η αίτηση μπορούσε να εξετασθεί στα πλαίσια του άρθρου 211(ε) γενικά, ουσιαστικά δηλαδή στη βάση του άρθρου 212(γ), εφόσον ούτε επαρκής αναφορά έγινε στην αίτηση ούτε σχετική μαρτυρία δόθηκε ενώ ήταν και ακόλουθα λανθασμένο να αποφασισθεί η επιτυχία της αίτησης στην βάση αυτή με μόνο δεδομένο την αποτυχία πληρωμής του συγκεκριμένου χρέους. Στα πλαίσια της ίδιας νομολογίας στην Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Εταιρεία Σκυροποιίας «ΛΕΩΝΙΚ» Λτδ
(2009)1(B) Α.Α.Δ.1457 επαναλήφθηκε ουσιαστικά ότι σε αιτήσεις όπως την παρούσα το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι πρόνοιες συγκεκριμένης διάταξης του άρθρου 212 του Κεφ. 113, εφόσον δεν γίνεται ρητή επίκληση αυτής και δεν αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης. Κρίθηκε δε ορθή η πρωτόδικη κρίση ότι η απλή δήλωση ότι η εφεσίβλητη εταιρεία δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στους εφεσείοντες και ότι αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της, δεν ήταν επαρκής για να αποδειχθούν στο Δικαστήριο τα δεδομένα εκείνα αναφορικά με την κατάσταση της εταιρείας που θα βοηθούσαν το Δικαστήριο ενδεχομένως να καταλήξει κατά πόσο η εφεσίβλητη αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της. Εξέταση της Αίτησης 1. Θεωρώ ορθό να ξεκινήσω με την εξέταση της θέσης των αιτητών για παρατυπία της ένστασης ως εκ της μη αναφοράς λόγων ένστασης στο σώμα της και την εισήγηση ότι λόγω αυτού δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη (βλ. σελ. 2-8 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των αιτητών). Επί τούτου να πω κατ' αρχήν ότι δεν χωρεί αμφιβολία πως οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε διαδικασίες όπως η παρούσα, στο βαθμό που οι Περί Εταιρειών Θεσμοί (βλ. και τον Κανονισμό 3) ή οι Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί του 1933 (βλ. Κανονισμό 92) δεν προνοούν αναφορικά με συγκεκριμένα διαδικαστικά θέματα, εκτός βεβαίως αν προνοείται διαφορετικά. Ο έντιμος Πρόεδρος του Ε.Δ.Λευκωσίας κ. Χ. Πογιατζής, στην ενδιάμεση απόφαση του στην αίτηση 473/2011 Ε.Δ.Λευκωσίας, Αναφορικά την εταιρεία G. Paraskevaides
(1966)Ltd, ημερ.03/03/2015, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής, με τα οποία συμφωνώ: « ΠΟΙΟΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΤΥΓΧΑΝΟΥΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΣΕ ΕΤΑΙΡΙΚΕΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ Θεσμοί που αφορούν σε εταιρικές αιτήσεις είναι οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί, καθώς και οι Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί του 1933. Αμφότεροι όμως εμπεριέχουν πρόνοιες για εφαρμογή των εν ισχύ θεσμών πολιτικής δικονομίας όπου διαπιστώνεται κενό και όπου οι εν λόγω Κανονισμοί δεν συγκρούονται μεταξύ τους. Σχετικές πρόνοιες είναι ο Κανονισμός 3 των Περί Εταιρειών Θεσμών και ο Κανονισμός 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών του 1933, ο οποίος μάλιστα προχωρεί και ένα βήμα πάρακάτω προνοώντας για εφαρμογή ακόμη και των Περί Πτωχεύσεως Θεσμών σε κάποιες περιπτώσεις. K.M.C. Motors Ltd v. Jorephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 C.L.R. 390, Karaoglanian & Sons Ltd v. Karaoglanian and Another
(1976)12 J.S.C. 1875. Με δεδομένο όμως ότι οι Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί του 1933, εφαρμόζονται σε διαδικασίες μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, αυτό που θα απασχολήσει την παρούσα υπόθεση είναι οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί, οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ από τις 31.12.1953 και ισχύουν μέχρι και σήμερα. Θεωρώ δε σε συνέχεια αυτού ότι, όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στους εν λόγω Περί Εταιρειών Κανονισμούς, ακολουθούνται, κατά κανόνα οι πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Demades,πιο πάνω). Είναι μάλιστα στα πλαίσια αυτά που σε εταιρική αίτηση εκκαθάρισης λόγω καταπίεσης της μειοψηφίας το Δικαστήριο είχε εξετάσει αίτηση για διαγραφή της στα πλαίσια της Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246. Κατά συνέπεια καταλήγω ότι η φύση της διαδικασίας σε συνδυασμό με τους θεσμούς που τυγχάνουν εφαρμογής σε τέτοιες περιπτώσεις, επιτρέπουν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στη βάση της Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με τις προϋποθέσεις φυσικά, που θέτει η σχετική νομολογία.» Έχει σημασία να παρεμβάλλω εδώ πως οι καθ' ων η αίτηση δέχονται την εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τούτο προκύπτει εκ της νομικής βάσης της ένστασης τους. Πιο συγκεκριμένα αυτή βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον Θεσμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών, στον κανονισμό 92 των περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμών 1933 και στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με αυτό υπόψη και εφόσον η ένσταση έχει καταχωρηθεί με βάση τη Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σημειώνω πως πράγματι παρατηρείται παρατυπία στην ένσταση αφού στο σώμα της δεν εξειδικεύονται οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης (βλ. και τύπο 47). Σύμφωνα με την Δ.64, θ.1, η μη συμμόρφωση με τον «τύπο» οιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή θεωρείται παρατυπία. Το ερώτημα λοιπόν που ευθέως τίθεται είναι κατά πόσο αυτό είναι μοιραίο για την ένσταση όπως εισηγούνται οι αιτητές ή αν μιλούμε για θεραπεύσιμη παρατυπία με βάση τη Δ.64. Ευθέως αναφέρω ότι κατά την κρίση μου πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία με βάση τη Δ.64. Ήδη μέσα από την αρχική ένορκη δήλωση των καθ' ων η αίτηση η οποία συνοδεύει την ένσταση συνάγεται πως η απόρριψη της αίτησης ζητείται ουσιαστικά για τρείς λόγους. Επειδή δηλαδή :
(1)οι αιτητές δεν έχουν νομική προσωπικότητα και δεν μπορούν συνεπώς να είναι αιτητές στην παρούσα,
(2)το ισχυριζόμενο από τους αιτητές χρέος είναι αμφισβητούμενο και
(3)η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας έχοντας καταχωρηθεί εκδικητικά και εκβιαστικά. Με αυτό υπόψη και επειδή : (α) Η ένσταση έχει καταχωρηθεί στις 13/06/17 και δεν ετέθη ποτέ προηγουμένως τέτοιο θέμα από τους αιτητές, παρά μόνον στην τελική τους αγόρευση και παρόλο που αφενός έχουν καταχωρηθεί από μέρους τους δύο
(2)συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και περαιτέρω έγιναν στα πλαίσια της υπόθεσης αρκετές εμφανίσεις. Ούτε ζητήθηκε σημειώνω διαγραφή της ένστασης για τον πιο πάνω λόγο. Παρεμβάλλω πως αυτός είναι προφανώς και ο λόγος που οι καθ' ων η αίτηση δεν ασχολούνται καθόλου στην τελική τους αγόρευση με το συγκεκριμένο θέμα. (β) Δεν τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού των αιτητών αφού ενόψει και των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω αυτοί γνωρίζουν επακριβώς τι αντιμετωπίζουν, κάτι που φαίνεται και εκ της τελικής αγόρευσης των συνηγόρων τους οι οποίοι σχολιάζουν ένα προς ένα τους λόγους για τους οποίους ενίστανται οι καθ' ων η αίτηση. (γ) Με βάση όλα τα πιο πάνω θεωρώ άδικο για τους καθ' ων η αίτηση να μην λάβω υπόψη μου την ένσταση που καταχώρησαν, εκδίδω διάταγμα για άρση της παρατυπίας (βλ. Πολιτική Έφεση 10196 Karl Heinz Wunderlich v. Ευθύβουλου Παναγιώτου, ημερομηνίας 23.3.1999, Supreme Court Practice 1999 σελ.10, Θαλλασινός v. Δημοκρατίας
(1995)3 ΑΔΔ σελ 255, και Λοίζου v. Χαραλάμπους & Άλλου, Πολιτική Εφεση 8946, ημερ. 15.2.96).
  1. Ερχόμενος τώρα στο θέμα του κατά πόσο οι αιτητές έχουν ή όχι νομική προσωπικότητα και κατ' επέκταση αν αυτοί είχαν δικαίωμα να εγείρουν την παρούσα αίτηση αναφέρω τα εξής. Οι αιτητές παραπέμπουν κατ' αρχήν (βλ. στη σελ. 12 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων τους) στο άρθρο 110 του Συντάγματος και συγκεκριμένα στην 1η παράγραφο αυτού, που έχει ως εξής: «Η αυτοκέφαλος ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίσει έχουσα το αποκλειστικόν δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών αυτής υποθέσεων και της περιουσίας αυτής συμφώνως τοις Ιεροίς Κανόσι και τω εν ισχύϊ Καταστατικώ Χάρτη αυτής. Η ελληνική Κοινοτική Συνέλευσις δεν δύναται όπως ενεργεί αντιθέτως προς το ειρημένον δικαίωμα της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου.» Επίσης παραπέμπουν στο άρθρο 45 του νέου καταστατικού χάρτη της εκκλησίας και σε παράρτημα του τελευταίου αναφορικά με την μετονομασία της εκκλησίας Αγίου Ιωάννου Θεολόγου σε Ενορία Αγίου Ιωάννου Θεολόγου (βλ. τεκμ.ΙΑ και ΙΒ στην συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση ημερ.16/10/18), στη συμφωνία που καταρτίστηκε, στην αλληλογραφία και στην αγωγή 847/2018 που ήγειραν οι καθ'ων η αίτηση εναντίον των αιτητών. Οι καθ' ων η αίτηση με τη σειρά τους αναφέρουν πως οι αιτητές είναι ένα ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και με το άρθρο 45 του καταστατικού χάρτη της εκκλησίας απλά θεωρούνται από την εκκλησία νομικό πρόσωπο. Το νομικό πρόσωπο το καθορίζει ο Νόμος και δεν το ορίζει η εκκλησία (βλ. παρ. ΙΙΙ στις σελ.2-3 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων τους). Ο Καταστατικός Χάρτης του 2010 (νέος) προνοεί στο άρθρο 45 ότι: «
  2. Η Ενορία αποτελεί νομικό πρόσωπο, το οποίο απαρτίζεται από το σύνολο των Ορθοδόξων Χριστιανών, που κατοικούν μονίμως σε μια ορισμένη εκκλησιαστική περιφέρεια, εντός της Αρχιερατικής Επαρχίας.
  3. Η Ενορία ιδρύεται με απόφαση του οικείου Αρχιερέως ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Θρονικής Επιτροπής ..». Η εν λόγω Συνταγματική πρόνοια εις την οποία παραπέμπουν οι αιτητές δεν εξουσιοδοτεί βέβαια και δεν επιτρέπει στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου να δημιουργεί νομικά πρόσωπα, ενώ στην Ιερά Μονή Μαχαιρά κ.α ν. Κουβάτζια κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 436 αναφέρεται ότι ο Καταστατικός Χάρτης δεν έχει κυρωθεί από νόμο και δεν έχει ισχύ νόμου. Είναι εσωτερικός κανόνας της Εκκλησία της Κύπρου. Το γεγονός έχει την συνέπεια ότι καμιά διάταξη του δεν μπορεί αφ' εαυτής να επενεργεί ώστε να αναγνωρίζεται στην πολιτειακή τάξη νομικό πρόσωπο, εκτός και αν η νομοθεσία παραπέμπει προς τούτο στον Καταστατικό Χάρτη. Και σε αυτή την περίπτωση, η συνέπεια θα προκύπτει από τον νόμο. Περαιτέρω, ως ορθώς αναφέρει και ο κ.Μαλαχτός, ΠΕΔ, στην απόφαση του ημερ.29/03/19 στην αγωγή 6176/11 Ε.Δ.Λεμεσού, Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου κ.α. v. Πεύκου κ.α. : " Η ύπαρξη άλλης νομικής προσωπικότητας που να σχετίζεται με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου θα πρέπει να διαπιστωθεί σε νόμο και μόνο εφόσον διαπιστωθεί τέτοια, η αντιπροσώπευση και ο τρόπος που ενεργεί το πρόσωπο μπορεί να αναζητηθεί στους κανόνες της Εκκλησίας. Στην έκταση που ο νόμος αναγνωρίζει ως νομικό πρόσωπο Εκκλησιαστικό Οργανισμό γενικά, είναι ο Καταστατικός Χάρτης που θα καθορίσει κατά πόσο το υπό αναφορά «πρόσωπο» είναι Εκκλησιαστικός Οργανισμός. Από την άλλη, στην περίπτωση που ο νόμος αναγνωρίζει νομικό πρόσωπο σε σχέση με την Εκκλησία που η τελευταία δεν θεωρεί τέτοιο, δημιουργείται αδιέξοδο, αφού το νομικό πρόσωπο που ο νόμος αναγνωρίζει είναι, ενδεχομένως, αδύνατο να μπορεί να ενεργήσει." Επίσης το γεγονός για παράδειγμα ότι οι καθ'ων η αίτηση ήγειραν την αγωγή 847/18 εναντίον των αιτητών δεν αποκλείει το Δικαστήριο από του να εξετάσει κατά πόσο οι αιτητές έχουν νομική υπόσταση όταν το ζήτημα αφορά στο νόμο και όχι στα γεγονότα. Πρόκειται, άλλωστε, για ζήτημα δημόσιας τάξης που δεν μπορεί να παρακαμφθεί με συμφωνία των μερών. Παρεμβάλλω όμως εδώ για όποια σημασία έχει ότι με βάση την έκθεση απαίτησης τους στην εν λόγω αγωγή οι καθ'ων η αίτηση προφανώς αφήνουν ανοικτό το θέμα της νομικής υπόστασης των αιτητών (βλ. παρ.3 και 5 της έκθεσης απαίτησης - τεκμ.Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ.09/11/18 και τεκμ.1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 01/02/19). Εν πάση περιπτώσει αναφέρω ότι το θέμα που εξετάζει εδώ το Δικαστήριο έχει απασχολήσει και τον έντιμο Πρόεδρο του Ε.Δ.Λεμεσού κ.Μαλαχτό στην απόφαση του πιο πάνω. Στο σημείο αυτό δε παραθέτω σχετικό απόσπασμα. " Το Άρθρο 23 του Συντάγματος αφορά στο δικαίωμα της απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας. Η παράγραφος 9 του Άρθρου 23 προνοεί ότι: «Ουδεμία εν τούτοις επιβάλλεται αποστέρησις ή όρος, περιορισμός ή δέσμευσις του εις την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου προβλεπομένου δικαιώματος επί οιασδήποτε κινητής ή ακινήτου ιδιοκτησίας ανηκούσης εις οιανδήποτε επισκοπήν, μοναστήριον, ναόν ή οιονδήποτε άλλον εκκλησιαστικόν οργανισμόν, ή οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί αυτής, ειμή τη εγγράφω συναινέσει της αρμοδίας εκκλησιαστικής αρχής της εχούσης τον έλεγχον της ιδιοκτησίας ταύτης, η δε παρούσα διάταξις ισχύει και επί των περιπτώσεων, περί ων αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλην των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τετάρτης, έβδομης και ογδόης παραγράφου του παρόντος άρθρου..». Σαφώς αναγνωρίζεται ότι κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει σε Ναό και επίσης αναγνωρίζεται ότι ο Ναός είναι Εκκλησιαστικός Οργανισμός. Η θέση των Εναγομένων ότι οι αναφορές είναι περιγραφικής φύσεως και δεν αποδεικνύεται η νομική οντότητα του Ναού παραγνωρίζει το μη διφορούμενο λεκτικό του Άρθρου του Συντάγματος. Είναι, ωστόσο λογική η παρατήρηση τους πως ενδεχομένως ο Συνταγματικός νομοθέτης να είχε υπόψη ότι ο εν ισχύ Καταστατικός Χάρτης κατά το χρόνο σύνταξης του Συντάγματος προνοούσε ότι ο Ναός ήταν νομικό πρόσωπο. Στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ.224, στο ερμηνευτικό άρθρο 2, αναγνωρίζεται ως θρησκευτικός οργανισμός και το παρεκκλήσι. Αναφέρεται ότι «"θρησκευτικός οργανισµός" περιλαµβάνει θρησκευτικό κατάστηµα ή θρησκευτικό ίδρυµα κάθε δόγµατος καθώς και οποιοδήποτε θρόνο, εκκλησία, παρεκκλήσι, µονή, τέµενος, τεκκέ, τόπο λατρείας ή συναγωγή.» Στο άρθρο 41 γίνεται αναφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε θρησκευτικό οργανισμό. Η αναφορά σε κατοχή εκ μέρους ορισμένου θρησκευτικού οργανισμού εξυπακούει απαρέγκλιτα ότι θρησκευτικός οργανισμός μπορεί να κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία και συνεπώς δεν μπορεί παρά να είναι νομικό πρόσωπο, αφού για να έχει κάποιος το δικαίωμα να κατέχει ακίνητη περιουσία πρέπει, αν δεν είναι φυσικό πρόσωπο, να είναι νομικό πρόσωπο. Στους περί Φορολογίας Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόµους του 1980 έως 2016, στο άρθρο 2, αναφέρεται ότι ««Εκκλησία» σηµαίνει την Εκκλησία της Κύπρου και περιλαµβάνει το Κεντρικό Εκκλησιαστικό Ταµείο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, όλες τις Μητροπόλεις, τις Σταυροπηγιακές Μονές, τις Ενοριακές Μονές, τους Ναούς και τα Παρεκκλήσια». Όπου η νομοθεσία αναγνωρίζει Ναό ως νομικό πρόσωπο, δεν αναγνωρίζει ως τέτοιο το κτίσμα που αναμφίβολα δεν συνιστά τίποτα περισσότερο από περιουσιακό στοιχείο. Ο Ναός ως νομικό πρόσωπο είναι ο θρησκευτικός οργανισμός που εγκαθιδρύεται με τη δημιουργία ενός Ναού κατά τα θέσμια της Εκκλησίας. Ο Ναός ως θρησκευτικός οργανισμός μπορεί να είναι ιδιοκτήτης ή και κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας, του κτίσματος του Ναού και της γης στην οποία είναι κτισμένος, αλλά και άλλης ακίνητης περιουσίας. Όπως και η Μονή. Είναι νομικό πρόσωπο ο θρησκευτικός οργανισμός που η Μονή συνιστά και όχι τα κτίρια ή άλλοι χώροι στους οποίους εδρεύει και λειτουργεί. " Με αυτά υπόψη και αποδεχόμενο το Δικαστήριο τη θέση ότι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κύπρου του 2010 δεν αναγνωρίζει το Ναό ως νομικό πρόσωπο, κατέληξε ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, παρά το ότι η νομοθεσία αναγνώριζε τον Ναό ως νομικό πρόσωπο, εφόσον η Εκκλησία μετά το 2010 δεν του αποδίδει τέτοια υπόσταση, ο Ναός δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται και δεν μπορεί να ενεργεί. Αντίθετα, με αναφορά και στο άρθρο 45
(1)και
(2)του Καταστατικού Χάρτη πιο πάνω, κατέληξε ότι η Ενοριακή Επιτροπή Πέρα Πεδίου μπορούσε να καταχωρήσει και να προωθήσει την αγωγή. Κατ' αναλογία των όσων στην απόφαση πιο πάνω αναφέρθηκαν, με τα οποία συμφωνώ, βρίσκω ότι οι αιτητές έχουν νομική προσωπικότητα και θα μπορούσαν να καταχωρήσουν και προωθήσουν την υπόθεση. Παρεμβάλλω ότι αιτητές ως αναφέρονται στην αίτηση έχουν κατ'ουσία υποκαταστήσει, με βάση τον νέο καταστατικό χάρτη της εκκλησίας της Κύπρου (βλ. άρθρα 45 επ. και Παράρτημα Α. ΙΙΙ. Ιερά Μητρόπολη Κιτίου), τον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννη που αναφέρεται στη συμφωνία μίσθωσης και σε άλλα έγγραφα και συνεπώς δεν εντοπίζω οιονδήποτε συζητήσιμο θέμα αναφορικά με την ονομασία των αιτητών.
  1. Στην παρούσα, ως προκύπτει από την Αίτηση, αποδίδεται κατ' αρχήν στους Καθ' ων η Αίτηση ανικανότητα να πληρώσουν τα χρέη τους σύμφωνα με το άρθρο 211(ε) στην βάση του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 212(α) του Κεφ.
  2. Όσον δε αφορά το άρθρο 212(α) θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
  3. Οι Αιτητές να είναι πιστωτές της Καθ' ης η Αίτηση, µε εκχώρηση ή διαφορετικά.
  4. Η Καθ' ης η Αίτηση να χρωστάει στους Αιτητές ποσό το οποίο υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000).
  5. Οι Αιτητές να επέδωσαν στην Καθ' ης η Αίτηση, παραδίδοντας στο εγγεγραµµένο γραφείο της, απαίτηση η οποία απαιτεί από την Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει το ποσό που οφείλεται µε τον τρόπο αυτό.
  6. Να παρέλθει περίοδος τριών εβδομάδων από την επίδοση της απαίτησης χωρίς η Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή. Ξεκινώντας από την επίδοση απαίτησης, ν' αναφέρω εδώ ότι πέραν από την αναφορά στην παράγραφο 6 της αίτησης για επίδοση τέτοιας απαίτησης στις 07/02/2017 καμία σχετική μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί από τους αιτητές. Ούτε η ίδια η απαίτηση έχει παρουσιαστεί, προκειμένου το Δικαστήριο να γνωρίζει το περιεχόμενο της, ούτε και έχει εξηγηθεί με ποιο τρόπο έγινε η επίδοση ή έχει παρουσιαστεί ένορκη δήλωση επίδοσης της, αλλά ούτε και γνωρίζει το Δικαστήριο σε ποιο πρόσωπο επιδόθηκε και αν επρόκειτο για αξιωματούχο της εταιρείας ή αν τούτο έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Είναι δε σαφές ότι το κενό που προκύπτει αναφορικά με τη συγκεκριμένη προϋπόθεση και ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί δεν μπορεί να καλυφθεί με την γενική αναφορά του Φιλίππου στην αρχική του ένορκη δήλωση ότι η δήλωση της παραγράφου 6 είναι εξ'όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει αληθής. Εν πάση περιπτώσει να σημειώσω επίσης ότι η παράγραφος 6 της αίτησης τυγχάνει άρνησης από τους καθ'ων η αίτηση, οπότε οι αιτητές όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία για να αποδείξουν το περιεχόμενο της και θα μπορούσαν να το πράξουν μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά παρέλειψαν να το κάνουν. Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και με τη διαπίστωση ότι δεν πληρούται η συγκεκριμένη προϋπόθεση, είναι σαφές ότι δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 212(α).
  7. Επίσης οι αιτητές ισχυρίζονται, με παραπομπή στο άρθρο 212 (γ) ανωτέρω, ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της ένεκα «γενικότερης αφερεγγυότητας». Προς υποστήριξη δε αυτής της γενικότερης αφερεγγυότητας της εταιρείας παραπέμπουν στις παραγράφους 10, 11 και 12 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των αιτητών ημερ. 16/10/18 και πιο συγκεκριμένα σε οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για τα έτη 2014 και 2015 (βλ. σελ. 14-15 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων τους). Ευθέως όμως αναφέρω πως με βάση όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 212(γ). Κατ' αρχήν όσα αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι γενικά. Εν πάση περιπτώσει οι αιτητές, με δεδομένο ότι ο Φιλίππου δεν αναφέρει κάτω από ποια ιδιότητα ή με ποιές γνώσεις εξηγεί το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων και το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι είναι σε θέση να το πράξει, δεν έχουν παρουσιάσει ένορκη δήλωση/μαρτυρία εγκεκριμένου λογιστή ή ελεγκτή για να εξηγήσει το περιεχόμενο των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων, προκειμένου να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη μαρτυρία του και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Επίσης να σημειωθεί ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία για την γενικότερη κατάσταση της εταιρείας τον ουσιώδη χρόνο της καταχώρησης της αίτησης και το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει καθαρή εικόνα ενώπιον του για όσα προβλέπει το άρθρο 212(γ) για να μπορέσει να ασκήσει ορθά την κρίση του. Τέλος, έχοντας υπόψη τις σοβαρές πλέον διαφορές μεταξύ των αιτητών και των καθ'ων η αίτηση, με απαιτήσεις και ανταπαιτήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ εκατέρωθεν, το Δικαστήριο έχοντας μελετήσει το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του και έχοντας προβληματιστεί θεωρεί, έχοντας υπόψη και όσα αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω και χωρίς σε καμία περίπτωση να έχουν διαφύγει οι επιστολές τεκμ. ΙΗ στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Φιλίππου ημερ.16/10/18, ότι δεν είναι σε θέση να καταλήξει ότι η εταιρεία, τουλάχιστον από ένα σημείο και έπειτα, δεν πληρώνει ενοίκια επειδή είναι ανίκανη να το πράξει ή απλά αυτό συμβαίνει λόγω ακριβώς των διαφορών που προέκυψαν. Υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν θεωρώ πως παρέλκει η εξέταση άλλων θεμάτων. Κατάληξη Η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.