← Κύπρος

A.G. LITHOTECHNIC LIMITED ν. ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 2188/16, 7/8/2019

A.G. LITHOTECHNIC LIMITED ν. ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 2188/16, 7/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A245 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2188/16 ΜΕΤΑΞΥ: A.G. LITHOTECHNIC LIMITED (HE15303) Εναγόντων Και ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ61970) Εναγομένων Ημερομηνία: 07/08/2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Μ. Χριστοφή για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση ο κ.Ν.Λαζάρου). Για Εναγόμενους: κα Γ. Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με βάση το κλητήριο ένταλμα που καταχώρισαν αξιώνουν από τους Εναγόμενους ποσό €2.446,85 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο υπόλοιπο χρεοπιστωτικού λογαριασμού ή και δυνάμει πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων ή και παροχής υπηρεσιών ή και δυνάμει τιμολογίων ή και ως συμφωνηθείσα ή και εύλογη αξία υπηρεσιών ή και δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον τόκο 9% ετησίως ή και νόμιμο τόκο. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λάρνακα εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Νόμο και ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την παροχή εργασιών εκτύπωσης ή και με άλλες συναφείς εργασίες. Η Εναγόμενη δε, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτισσα των Εναγόντων και αγόραζε ή και λάμβανε επί πιστώσει από τους Ενάγοντες κατά καιρούς και σε διάφορες ημερομηνίες εμπορεύματα ή και υπηρεσίες δυνάμει τιμολογίων σε πρώτη ζήτηση και προς τούτο οι Ενάγοντες άνοιξαν και διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι σχετικές χρεώσεις και πιστώσεις. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι ήταν ρητός ή και εξυπακουομένος όρος της μεταξύ τους συμφωνίας ότι η καθυστέρηση εξόφλησης οφειλής πέραν των τριάντα ημερών από την έκδοση τιμολογίου θα συνεπάγεται τη χρέωση τόκου προς 9% επί της οφειλής μέχρι εξόφλησης. Τέλος, ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 21.6.2016 ο λογαριασμός της Εναγόμενης Εταιρείας έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο €2.446,85 και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων η Εναγόμενη αμελεί ή και αρνείται ή και παραλείπει να εξοφλήσει την οφειλή της. Στην Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι είχαν συνεργαστεί με τους Ενάγοντες και προς τούτο διατηρούσαν και οι ίδιοι λογαριασμό ο οποίος ήταν πλήρως επιβεβαιωμένος και από τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, αρνούνται ότι υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία για πληρωμή τόκου 9% καθώς επίσης ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό και ισχυρίζονται ότι έχουν εξοφλήσει κάθε οφειλόμενο ποσό προς τους Ενάγοντες από τη μεταξύ τους εργασία και ακριβώς επειδή δεν όφειλαν οποιοδήποτε ποσό ουδέποτε οχλήθηκαν από τους Ενάγοντες. Στο απαντητικό τους δικόγραφο οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων. Εφόσον το επίδικο ποσό της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000 η υπόθεση εκδικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης υπόθεση δυνάμει της νέας Δ.30 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Γι' αυτό, αφού προηγουμένως έγινε αποκάλυψη εγγράφων από τα μέρη, ακολούθως δόθηκαν οδηγίες για εκατέρωθεν καταχώρηση της ένορκης μαρτυρίας τους. Για την πλευρά των Εναγόντων δε, κατατέθηκε στις 13.2.2018 έγγραφη μαρτυρία της XXXXX Γεωργίου, ενώ στις 29.3.2018 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν γραπτή μαρτυρία του XXXXX Γεωργοσόπουλου. Η κα Γεωργίου αναφέρει συγκεκριμένα στη μαρτυρία της τα εξής: «Εγώ, η XXXXX Γεωργίου από τη Λάρνακα, καταθέτω ενόρκως τα πιο κάτω σε σχέση με την απαίτηση των εναγόντων.

  1. Είμαι η υπεύθυνη λογιστηρίου της εταιρείας A.G. LITHOTECHNIC LIMITED με αρ. εγγραφής ΗΕ15303 και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα κατάθεση εκ μέρους των εναγόντων. Έχω προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και για όσα γεγονότα δεν έχω προσωπική γνώση αποκαλύπτω την πηγή των γνώσεών μου. Για θέματα, δε, αμιγώς νομικά έλαβα νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των εναγόντων.
  2. Οι ενάγοντες ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λάρνακα, εγγεγραμμένη σύμφωνα με το Νόμο, η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την παροχή τυπογραφικών υπηρεσιών και συναφών εργασιών. Καταθέτω ηλεκτρονική έρευνα από την επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη σε σχέση με την ενάγουσα εταιρεία ως «Τεκμήριο Α».
  3. Οι εναγόμενοι ήταν πελάτες των εναγόντων και εντός των πλαισίων της συνεργασίας τους με τους ενάγοντες αγόραζαν και παραλάμβαναν διάφορα εμπορεύματα και προϊόντα έναντι της υπογραφής τους ή των αντιπροσώπων τους επί των εκάστοτε εκδοθέντων τιμολογίων.
  4. Πάγια πολιτική της ενάγουσας εταιρείας από την ημέρα ιδρύσεως της μέχρι σήμερα είναι να έχει ο κάθε πελάτης τον δικό του εμπορικό λογαριασμό στον οποίο να καταχωρούνται οι μεταξύ των μερών δοσοληψίες. Για κάθε συναλλαγή εκδίδονται τιμολόγια, τα οποία παραδίδονται στον πελάτη κατά τη μεταφορά των προϊόντων από τον αρμόδιο υπάλληλο της ενάγουσας. Οι καταχωρήσεις στο λογιστικό σύστημα των εναγόντων γίνονταν από εμένα προσωπικά σαν υπεύθυνη του λογιστηρίου όπου ελέγχω και παρακολουθώ τους λογαριασμούς των πελατών των εναγόντων.
  5. Στα πλαίσια της ως άνω πολιτικής οι ενάγοντες άνοιξαν και διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό στο όνομα των εναγομένων που καταχωρούνταν όλες οι περιοδικές χρεώσεις και πιστώσεις των εναγομένων. Εγώ προσωπικά, είχα ανοίξει στο όνομα της εναγομένης εταιρείας τον χρεοπιστωτικό λογαριασμό που φέρει αρ. D
  6. Η εναγομένη ήταν ενήμερη για τον εμπορικό λογαριασμό που τηρείτο αφού περιοδικά απέστελλα αντίγραφο κατάστασης του λογαριασμού. Καταθέτω κατάσταση λογαριασμού ως «Τεκμήριο Β».
  7. Όσο αφορά τον τρόπο πληρωμής οι εναγόμενοι κατά διαστήματα κατέβαλλαν διάφορα ποσά έναντι του λογαριασμού τους και πίστωναν ανάλογα τη σχετική κατάσταση αφού εξέδιδαν προς τούτο σχετική απόδειξη η οποία παραδιδόταν στους εναγομένους.
  8. Ήταν ρητός όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ο οποίος αναγραφόταν επί του εκάστοτε εκδοθέντος τιμολογίου πως η καθυστέρηση εξόφλησης οφειλής πέραν των 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου θα συνεπάγεται χρέωση τόκου προς 9% ετησίως επί της οφειλής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Καταθέτω δέσμη τιμολογίων ως «Τεκμήριο Γ».
  9. Περί τον Ιούνιο του 2016 οι εναγόμενοι σταμάτησαν να αγοράζουν εμπορεύματα από τους ενάγοντες αλλά σταμάτησαν ταυτόχρονα και τις πληρωμές έναντι του υπολοίπου τους.
  10. Στις 21/06/2016, ο λογαριασμός της εναγομένης εταιρείας παρουσίαζε χρωστικό υπόλοιπο εκ €2.446,85.-. Καταθέτω ανάλυση λογαριασμού την οποία ετοίμασα στο λογιστικό πρόγραμμα των εναγόντων ως «Τεκμήριο Δ».
  11. Οι ενάγοντες ενοχλούσαν τακτικά τους εναγομένους και δη εγώ προσωπικά ως υπεύθυνη του λογιστηρίου ζητούσα τηλεφωνικώς από τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο της οφειλής τους ή τουλάχιστον εάν αδυνατούσαν για την άμεση εξόφληση να πληρώνουν έναντι κάποιο ποσό σε τακτά χρονικά διαστήματα.
  12. Αντιπρόσωπος της εναγομένης εταιρείας, του οποίο το όνομα δυστυχώς δε θυμάμαι, σε πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί του, παραδέχθηκε την οφειλή της εταιρείας στο ύψος του ποσού των €2.446,
  13. Εντούτοις, αξίωσε όπως χαριστεί το οφειλόμενο υπόλοιπο και συνεχιστεί η συνεργασία των διαδίκων στη βάση νέας συμφωνίας συνεργασίας. Το αίτημα αυτό δεν έγινε αποδεκτό από την ενάγουσα εταιρεία.
  14. Ενόψει της παράλειψης των εναγομένων να εξοφλήσουν την οφειλή τους από το Μάιο του 2014, οι ενάγοντες απευθύνθηκαν σε δικηγόρους για λήψη των απαραίτητων δικαστικών μέτρων.
  15. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων η εναγομένη εταιρεία κανένα ποσό δεν κατέβαλε με αποτέλεσμα να παραμένει σήμερα υπόλοιπο €2.446,
  16. Τα πιο πάνω τα ορκίζομαι εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω.» Ο κ. Γεωργοσόπουλος δε, αναφέρει τα εξής: «Ο υπογεγραμμένος XXXXX Γεωργοσόπουλος, από τη Λάρνακα, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  17. Είναι Διευθυντής των εναγομένων και γνωρίζω τα γεγονότα προσωπικά λόγω της θέσης μου και των εγγράφων που έχουν οι εναγόμενοι στην κατοχή τους και από πληροφορίες που συνέλεξα στα πλαίσια της εργασίας μου και από συναδέλφους και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους εναγομένους να προβώ στην παρούσα κατάθεση. Για τη νομική πτυχή της υπόθεσης έλαβα νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των εναγομένων και για όσα αναφέρω πιο κάτω για τα οποία δεν έχω προσωπική γνώση, αναφέρω την πηγή πληροφόρησης μου.
  18. Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι τις παραγράφους 1 και 2 της κατάθεσης - δήλωσης της XXXXX Γεωργίου εκ μέρους των εναγόντων (η «Κατάθεση») καθότι δεν γνωρίζω την ομνύουσα και τυχόν σχέση της με τους ενάγοντες. Περαιτέρω, δεν γνωρίζω ποια είναι η νομική υπόσταση των εναγόντων και σε κάθε περίπτωση, ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των εναγομένων, δεν επιτρέπεται στους ενάγοντες να παρουσιάσουν το Τεκμήριο Α καθότι το εν λόγω έγγραφο δεν αποκαλύφθηκε στις αποκαλύψεις εγγράφων ου έγιναν εκ μέρους των εναγόντων παρά το γεγονός ότι προέβηκαν και σε συμπληρωματική αποκάλυψη με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό αυτό να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.
  19. Από την παράγραφο 3 παραδέχομαι μόνο ότι οι εναγόμενοι είχαν συνεργασία με τους ενάγοντες καθότι οι τελευταίοι παρείχαν στους εναγομένους υπηρεσίες διαφήμισης. Κατά τα λοιπά αρνούμαι την παράγραφο 3 της κατάθεσης.
  20. Αρνούμαι τις παραγράφους 4 και 5 της κατάθεσης και λέγω ότι οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν για την ύπαρξη οποιουδήποτε λογαριασμού στο όνομα τους τον οποίο κατ' ισχυρισμό διατηρούσαν οι ενάγοντες και ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε κάτι τέτοιο.
  21. Η ομνύουσα επισυνάπτει στην κατάθεση της ως τεκμήριο μία κατάσταση λογαριασμού την οποία δεν εξηγεί στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα, μελετώντας την να επιβεβαιώνεται η θέση των εναγομένων ότι κανένα ποσό οφείλουν προς τους ενάγοντες. Κατ' αρχάς με μία απλή ανάγνωση της κατάστασης, φανερώνεται ότι σε αυτήν υπάρχουν καταχωρήσεις τιμολογίων ενώ από κάποιο σημείο και μετά αρχίζουν καταχωρήσεις στο όνομα «Prinos», άλλες στο όνομα «Agromarket» και άλλες στο όνομα «Prinos (Larnaca)», «Prinos Lahanagora» και «Agromarket Prinos» που είναι διαφορετικές εταιρείες. Είναι μάλιστα άξιο απορίας το γεγονός ότι οι ενάγοντες, όπως θα αναπτύξω και πιο κάτω, επέλεξαν να παρουσιάσουν μερικά τιμολόγια από κάθε χρονιά χωρίς όμως να παρουσιάζουν για παράδειγμα τις καταχωρήσεις με όνομα «Agromarket» ή «Agromarket Prinos». Το μόνο σίγουρο είναι ότι όλα αυτά τα ονόματα στα οποία γίνονταν οι διάφορες καταχωρήσεις, δεν είναι οι εναγόμενοι όπως προκύπτει ολοφάνερα. Από ότι φαίνεται, οι ενάγοντες χρέωναν το λογαριασμό που, όπως λένε, διατηρούσαν για τους εναγόμενους, με τιμολόγια άλλων πελατών τους.
  22. Αρνούμαι τις παραγράφους 6, 7 και 8 της κατάθεσης και λέγω ότι οι εναγόμενοι κανένα ποσό οφείλουν στους ενάγοντες και ως εκ τούτου οποιαδήποτε ισχυριζόμενη επιπλέον χρέωση τόκου είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι οι ενάγοντες επισυνάπτουν ως Τεκμήριο διάφορα τιμολόγια (όχι όλα) που αφορούν τα έτη 2009 - 2014 χωρίς να τα επισυνάπτουν όλα και χωρίς να εξηγούν γιατί δεν παρουσιάζονται όλα και γιατί επέλεξαν να επισυνάψουν τα συγκεκριμένα ενώ οι ίδιοι αναφέρουν ότι η συνεργασία τερματίστηκε τον Ιούνιο του
  23. Το κυριότερο όμως το οποίο είναι άξιο απορίας, είναι το γεγονός ότι ενώ ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι έκαναν πληρωμές έναντι του λογαριασμού, ουσιαστικά δεν επισυνάπτουν τα οφειλόμενα τιμολόγια. Δηλαδή, με μια απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου Β προκύπτει, ως οι ισχυρισμοί των εναγόντων πάντα,: (α) Το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο είναι €2.446,
  24. (β) Λαμβανομένου υπόψη της θέσης των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι προέβαιναν σε πληρωμές έναντι του Τεκμηρίου Β και όχι έναντι συγκεκριμένων τιμολογίων, συμπεραίνεται ότι τα τιμολόγια τα οποία υποτίθεται ότι παραμένουν οφειλόμενα, είναι τα τελευταία τα οποία φαίνονται καταχωρημένα στο Τεκμήριο Β. Δηλαδή τα τιμολόγια: · Υπ' αριθμό 13898 ημερομηνίας 17.3.2016 για το ποσό των €261,80 · Υπ' αριθμό 13195 ημερομηνίας 22.09.2015 για το ποσό των €1.666 · Υπ' αριθμό 12666 ημερομηνίας 29.05.2015 για το ποσό των €354 · Μέρος του τιμολογίου υπ' αριθμό 12635 ημερομηνίας 27.05.2015 για το ποσό των €1499,
  25. Ενώ λοιπόν οι ενάγοντες παρουσιάζονται ως να έχουν στην κατοχή τους υπογεγραμμένα τιμολόγια, εντούτοις, παραλείπουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο τα τιμολόγια μέσα από τα οποία προκύπτει η ισχυριζόμενη οφειλή κάτι το οποίο ενισχύει τη θέση των εναγομένων ότι δεν υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο. Μάλιστα προκαλεί απορία το γεγονός ότι ενώ οι ενάγοντες αποκαλύπτουν στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 02.08.2017 επιταγή με αριθμό XXXXX2743, ένα από τα προαναφερόμενα τιμολόγια και συγκεκριμένα το τιμολόγιο με αριθμό 13898 ημερομηνίας 17.03.2016 αλλά και μία απόδειξη με αριθμό 559567 ημερομηνίας 28.11.2016, δεν τα παρουσιάζουν προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Είναι η θέση των εναγομένων ότι από το γεγονός αυτό προκύπτει ολοφάνερα ότι το εν λόγω τιμολόγιο δεν αφορά τους εναγομένους και για αυτό και δεν παρουσιάζεται ενώ η απόδειξη ημερομηνίας 28.11.2016 προφανώς έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό των ιδίων ότι οι πληρωμές των εναγομένων σταμάτησαν τον Ιούνιο του 2016 αφήνοντας υπόλοιπο. Δεν είναι σε οποιαδήποτε περίπτωση λογικό να έγινε τελευταία πληρωμή από τους εναγόμενους τον Ιούνιο του 2016 και να εκδόθηκε απόδειξη από τους ενάγοντες 5 ολόκληρους μήνες μετά.
  26. Αρνούμαι την παράγραφο 9 της κατάθεσης και το Τεκμήριο Δ το οποίο καμία ανάλυση αποτελεί. Αντιθέτως η μελέτη του προκαλεί περαιτέρω σύγχυση από το Τεκμήριο Β αφού δεν είναι κατανοητό πως από τη μία οι ενάγοντες ισχυρίζονται πως γίνονταν από τους εναγομένους πληρωμές έναντι λογαριασμού και από την άλλη μέσα από το Τεκμήριο Δ να προκύπτει ότι η ομνύουσα επέλεξε ποιαν απόδειξη θα θέσει μετά από κάποια τιμολόγια χωρίς μάλιστα να παρουσιάζει τις σχετικές αποδείξεις για να φαίνεται ότι όντως η σχετική πληρωμή έγινε για συγκεκριμένα τιμολόγια.
  27. Αρνούμαι τις παραγράφους 10 και 11 τα κατάθεσης και λέγω ότι ουδέποτε οχλήθηκαν οι εναγόμενοι ακριβώς γιατί δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Αν ήταν αληθή τα όσα ισχυρίζεται η ομνύουσα, τα οποία απορρίπτω κατηγορηματικά, όχι μόνο θα θυμόταν το όνομα του προσώπου με το οποίο υποτίθεται ότι συνομίλησε από τους εναγομένους, αλλά θα είχε παρουσιάσει στο Δικαστήριο και σχετικά αποδεικτικά των οχλήσεων των εναγόντων προς τους εναγόμενους ενόψει και της υποχρέωσης τους να το πράξουν αφού όπως οι ίδιοι αναφέρουν και δικογραφούν η πληρωμή των τιμολογίων ήταν σε πρώτη ζήτηση.
  28. Καταληκτικά, αρνούμαι τις παραγράφους 12, 13 και 14 της κατάθεσης και ισχυρίζομαι ότι στη βάση των θέσεων που ανέπτυξα πιο πάνω, είναι ολοφάνερο ότι οι εναγόμενοι κανένα ποσό οφείλουν στους ενάγοντες οι οποίο δεν κατάφεραν να αποδείξουν οποιαδήποτε οφειλή.
  29. Με βάση τα πιο πάνω ζητώ την απόρριψη της αγωγής, με έξοδα υπέρ των εναγόντων.» Η εκδίκαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών, ενώ σημειώνω εδώ ότι αν και οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, εντούτοις καμία τέτοια αντεξέταση επιχειρήθηκε. Η προσκομισθείσα μαρτυρία επομένως, θα προσεγγιστεί με γνώμονα και τις αρχές που αφορούν στις συνέπειες που η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιωδών ισχυρισμών συνεπάγεται, ήτοι ότι «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας

(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Στρέφομαι τώρα στα γεγονότα της υπόθεσης. Θα πρέπει κατ' αρχή να σημειώσω ότι τα εξής γεγονότα προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών να είναι κοινώς αποδεκτά. (α) Οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λάρνακα εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Νόμο και ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την παροχή εργασιών εκτύπωσης ή και με άλλες συναφείς εργασίες. Σημειώνεται εδώ πως η σχετική παράγραφος 1 της έκθεσης απαίτησης δεν τυγχάνει άρνησης από τους εναγόμενους στην υπεράσπιση και συνεπώς είναι αποδεκτή (βλ. τη Δ.19 Θ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Οπότε η άρνηση από τον Γεωργοσόπουλο της παραγράφου 2 της ΕΔ Γεωργίου για το ίδιο θέμα δεν θα ληφθεί υπόψη αφού είναι εκτός δικογράφων, ενώ όσα αναφέρει περί του τεκμ.Α δεν μπορούν να εξεταστούν. (β) Οι Εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτες των Εναγόντων και αγόραζαν ή και λάμβαναν επί πιστώσει από τους Ενάγοντες κατά καιρούς και σε διάφορες ημερομηνίες εμπορεύματα ή και υπηρεσίες δυνάμει τιμολογίων σε πρώτη ζήτηση και προς τούτο οι Ενάγοντες άνοιξαν και διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό στον οποίο καταχωρούνταν όλες οι σχετικές χρεώσεις και πιστώσεις. Σημειώνεται εδώ πως η σχετική παράγραφος 2 της έκθεσης απαίτησης ή και οι περιεχόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί δεν τυγχάνουν άρνησης από τους εναγόμενους στην υπεράσπιση και συνεπώς είναι αποδεκτή (βλ. τη Δ.19 Θ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Αντίθετα, θα έλεγα ότι με την παράγραφο 1 της υπεράσπισης τους, εάν είναι τελικά στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης που αναφέρονται, οι εναγόμενοι δέχονται ότι είχαν συνεργασία με τους ενάγοντες, ενώ με τη φράση «..και προς τούτο διατηρούσαν και οι ίδιοι λογαριασμό.» δείχνουν θεωρώ ακριβώς την αποδοχή διατήρησης λογαριασμού από τους ενάγοντες. Οπότε η άρνηση από τον Γεωργοσόπουλο της διατήρησης λογαριασμού από τους ενάγοντες και η αναφορά του πως δεν γνώριζαν για την ύπαρξη λογαριασμού στο όνομα τους δεν θα ληφθούν υπόψη αφού είναι εκτός δικογράφων. Παρεμβάλλω εδώ όμως, έχοντας υπόψη τις πιο πάνω θέσεις των εναγόμενων υπό (α) και (β) που είναι εκτός δικογράφων, ότι με βάση αυτά προκύπτει γενικότερα θα έλεγα μια αναξιοπιστία της υπεράσπισης. Για τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Έχοντας υπόψη αυτά, αναφέρεται πως επίδικο θέμα στην προκειμένη περίπτωση είναι το κατά πόσο οι εναγόμενοι οφείλουν πράγματι το αξιούμενο ποσό στους ενάγοντες, πλέον τόκο 9%. Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω περαιτέρω θα ήθελα να ξεκαθαριστεί ότι η αξίωση των εναγόντων δεν βασίζεται σε εκκαθαρισμένο λογαριασμό. Στην Πολ.Εφ.205/12, Κουρουκλάρης v. Κωνσταντίνου, ημερ.06/12/17, αναφέρθηκαν τα εξής: " Ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός συνιστά ξεχωριστή ενοχική αξίωση και αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως account stated, που εδράζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου (Ττόκου ν. Σεργίου
(1993)1 ΑΑΔ 60). Όπως συνοψίζεται σχετικά επί του προκειμένου στην Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610, 615: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Αυτή είναι η έννοια του παραδεδεγμένου λογαριασμού, ως αυτοτελούς αγώγιμου δικαιώματος. Στην υπό κρίση υπόθεση, όντως, δεν βρισκόμαστε ενώπιον τέτοιας περίπτωσης. Δεν τέθηκε ούτε υπό τύπο δικογράφησης στην ΄Εκθεση Απαίτησης, αλλά ούτε και μέσω της μαρτυρίας που προσφέρθηκε, ζήτημα εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Η όποια συμφωνία μεταξύ των εμπλεκομένων μερών ως προς την ύπαρξη καθορισμένου οφειλόμενου υπολοίπου, αφορούσε προγενέστερο χρόνο, ήτοι τον Αύγουστο του 2007. Από το χρονικό αυτό σημείο μέχρι και τη διακοπή των εμπορικών σχέσεων των δύο μερών, την 21.6.2008, μεσολάβησαν, όπως συνιστά κοινό τόπο, εκτεταμένες συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων, για τις οποίες ο Εφεσείοντας δεν επικαλέστηκε την ύπαρξη συμφωνίας, ως προς το τελικό υπόλοιπο. Εν πάση δε περιπτώσει, τα τεκμήρια 1 και 2 ουδέποτε κοινοποιήθηκαν στον Εφεσίβλητο, ούτε και του παραδόθηκε οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού προς τελική συμφωνία. " Με την έκθεση απαίτησης δεν προωθείται κάτι τέτοιο. Ούτε όμως μελετώντας την γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των εναγόντων εντοπίζεται τέτοια θέση. Εν πάση περιπτώσει τα στοιχεία που τίθενται μέσω της μαρτυρίας Γεωργίου δεν συνηγορούν σε κάτι τέτοιο. Αρκεί να σημειώσω πως η Γεωργίου δεν αναφέρει συγκεκριμένα πότε απέστειλε τελευταία φορά κατάσταση λογαριασμού στους εναγόμενους, ούτε γενικότερα εξηγεί πειστικά με ποιο τρόπο αυτό γινόταν από την ίδια, αλλά ούτε και μπορεί σημειώνω να γίνει αποδεκτή ως συμφωνία για το υπόλοιπο η ισχυριζόμενη παραδοχή κάποιου αντιπροσώπου της εταιρείας το όνομα του οποίου δεν θυμάται. Από εκεί και πέρα, ερχόμενος στην ουσία του πράγματος, παρατηρώ ότι οι ενάγοντες βασίζουν την αξίωση τους στον χρεοπιστωτικό λογαριασμό που τηρούσαν κατά τη συνεργασία τους με τους εναγόμενους δηλ. το τεκμ.Β, σε συνάρτηση με τα τιμολόγια τεκμ.Γ. Παρατηρείται όμως σοβαρό κενό στη μαρτυρία των εναγόντων. Εξηγώ. Κατ' αρχήν ως διαπιστώνεται από μελέτη του τεκμ.Γ, και ως παραδέχονται οι ενάγοντες μέσω της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων τους (βλ. σελ.7 - 2η παράγραφος πριν το τέλος), δεν επισυνάπτονται όλα τα τιμολόγια που αφορούν τη συνεργασία τους με τους εναγόμενους. Η Γεωργίου σημειώνω στη μαρτυρία της καμία εξήγηση δεν δίνει για τούτο. Η δικαιολογία δε που δίνεται στην αγόρευση των συνηγόρων των εναγόντων βεβαίως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού ως είναι πάγια νομολογημένο η αγόρευση δεν προσφέρεται για παρουσίαση μαρτυρίας. Παρεμβάλλω όμως σε κάθε περίπτωση ότι η αναφορά στην αγόρευση πως δεν παρουσιάστηκαν τα υπόλοιπα τιμολόγια επειδή έχουν εξοφληθεί δεν έχει καμία λογική, από τη στιγμή που ζητείται το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού, η ορθότητα του οποίου μπορεί να διαπιστωθεί μόνον με τη διασταύρωση των εκδοθέντων τιμολογίων και των σχετικών αποδείξεων πληρωμής. Την ίδια στιγμή δε υπενθυμίζεται πως η Γεωργίου αναφέρει στην παράγραφο 6 της μαρτυρίας της ότι οι πληρωμές γίνονταν έναντι του λογαριασμού. Αναφέρω επίσης εδώ ότι κατά την κρίση μου τα γεγονότα της Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 462, εις την οποία παραπέμπουν οι συνήγοροι των εναγόντων ως προς τη μη παρουσίαση συγκεκριμένων τιμολογίων που λένε ότι έχουν εξοφληθεί, δεν έχουν καμία σχέση με την παρούσα. Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο θεώρησε ότι η μη προσκόμιση των στοιχείων πριν την 01/01/02, οπότε ξεκινούσε ο λογαριασμός, δεν επηρέαζε την υπόθεση των εφεσίβλητων αφού ο ΜΕ1 κατέθεσε ότι όλα τα προηγούμενα ήταν πληρωμένα και οι όποιες οφειλές αφορούσαν τα τιμολόγια για το
  1. Στο τεκμήριο 21 αναγράφονταν τα απλήρωτα τιμολόγια για το 2004, το ποσό των οποίων ανερχόταν στις £11.523,
  2. Ούτε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 αμφισβητήθηκε το αρχικό ποσό της κατάστασης λογαριασμού, έτσι προφανώς ήταν αποδεκτή από τους εφεσείοντες η ορθότητα του αρχικού υπολοίπου. Ούτε ο μόνος μάρτυρας υπεράσπισης, ο Μ.Υ.1, στη μαρτυρία του αμφισβήτησε το αρχικό υπόλοιπο, αλλά επικεντρώθηκε σε τιμολόγια του 2002 έως 2004, που αφορούσαν εμπορεύματα που όπως ισχυρίστηκε δεν παρέλαβε. Εδώ όμως τα πράγματα διαφέρουν ουσιωδώς. Διότι δεν ισχυρίζονται οι ενάγοντες για παράδειγμα ότι παρουσιάζουν όλα τα τιμολόγια μετά το 2014, επειδή τα προηγούμενα έχουν εξοφληθεί. Ο λογαριασμός ξεκινά από την 01/01/09 και στη δέσμη των τιμολογίων τεκμ.Γ υπάρχουν τιμολόγια από διάφορες χρονιές μεταξύ 2009 και
  3. Αυτά συμποσούνται σε κάποιες χιλιάδες ευρώ, ενώ το οφειλόμενο με βάση την κατάσταση είναι μόνον €2.446,
  4. Αυτό σημαίνει ότι και άλλα πολλά τιμολόγια έχουν εξοφληθεί. Εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες δεν έχουν παρουσιάσει αποδείξεις πληρωμής από πλευράς των εναγόμενων και δεν ξεκαθαρίζουν τη θέση τους. Με τα πιο πάνω υπόψη δεν μπορεί να γίνει αντιπαραβολή των εν λόγω στοιχείων ήτοι τιμολογίων και αποδείξεων μαζί με την κατάσταση λογαριασμού για να επιβεβαιωθεί η ορθότητα της (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Επίσης, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να υπάρξει κατάληξη ως προς την ύπαρξη οιασδήποτε οφειλής βάση τιμολογίων. Υπενθυμίζω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, ο ενάγων έχει γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσης του στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν το έχει καταφέρει αυτό ο ενάγοντας, τότε το ερώτημα είναι αν ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με τη δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Το ερώτημα επομένως στην παρούσα υπόθεση, το οποίο συνιστά και τη βάση για την υπόθεση των εναγόντων, είναι αν προσκομίστηκε τέτοια αποδεκτή μαρτυρία, που στη βάση της απλής πιθανολόγησης, αρκεί για να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) ότι η άλλη πλευρά οφείλει να τους αποζημιώσει. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, βρίσκω ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους τους και συνεπώς απέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή τους εναντίον των εναγόμενων. Συναφώς η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και εναντίον των εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.