ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. R.J. ECO HOMES (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ.Αγωγής: 2807/2012, 8/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A229 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 2807/2012 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και- 1. R.J. ECO HOMES (CYPRUS) LTD 2. XXXXX XXXXX WILSON Εναγομένων ____________________________________________________________________________ Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2019. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Ε. Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη 1: Ουδεμία εμφάνιση. Για τον Εναγόμενο 2: κα Μ. Σιακού για Νέστορα Αδάμου Νικηφόρου ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως πρωτοφειλέτιδα δυνάμει των ακόλουθων Συμφωνιών Δανείου: · Συμφωνία Δανείου ημερ. 18/4/2005 για την παραχώρηση δάνειου για ποσό Λ.Κ.1.100.000 (ισάξιο σε €1.879,46) υπό τους όρους που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης. · Συμφωνία Δανείου ημερ. 15/2/2006 για την παραχώρηση δανείου για ποσό Λ.Κ.300.000 (ισάξιο σε €512.580,43) υπό τους όρους που αναφέρονται στις παραγράφους 12 και 13 της Έκθεσης Απαίτησης. · Η Συμφωνία Δανείου ημερ. 11/12/2008 για την παραχώρηση δανείου για ποσό €475.000 υπό τους όρους που αναφέρονται στις παραγράφους 20 και 21 της Έκθεσης Απαίτησης. Προς εξασφάλιση των πιο πάνω δανείων ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε γραπτώς την πληρωμή των εν λόγω δανείων (παράγραφοι 9, 17 και 25) μετά των αναλογούντων τόκων, προμηθειών και τραπεζικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως πρωτοφειλέτιδα σε Συμφωνία Παροχής Πιστωτικών Διευκολύνσεων ημερ. 18/4/2005 σε τρεχούμενο λογαριασμό με χορήγηση ορίου παρατραβήγματος Λ.Κ.100.000 (ισάξιο σε €170.860) υπό τους όρους που αναφέρονται στις παραγράφους 30, 31 και 32 της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού υπογράφησαν οι Συμφωνίες ημερ. 11/12/2008 και 29/6/2010. Ο Εναγόμενος 2 με Συμφωνία Εγγύησης ημερ. 11/12/2018 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι ποσού €204.000 πλέον τόκους, προμήθειες, και άλλα τραπεζικά, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα.[1] Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων της η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε δυνάμει των υποθηκών Υ1854/2005, Υ3112/2005 και Υ3912/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας τα ακίνητα που περιγράφονται στην παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης και εκχώρησε, επίσης, προς την Ενάγουσα Τράπεζα τα πωλητήρια έγγραφα δυνάμει των οποίων πώλησε ακίνητα σε τρίτα πρόσωπα έναντι συμφωνηθείσας τιμής τα οποία περιγράφονται στην παράγραφο 39(
- i)- 39(
- iv)της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω η Εναγόμενη 1 δυνάμει Ομολόγου Επιβαρύνσεως ημερ. 6/5/2005 παραχώρησε προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας κυμαινόμενη επιβάρυνση επί της περιουσίας της ύψους Λ.Κ.168.000 (ισάξιο σε €207.045,04). Σύμφωνα με την αξίωση η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού καθώς και τους όρους αποπληρωμής των επίδικων Δανείων, οπότε η Ενάγουσα Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 7/3/2012 τερμάτισε τη λειτουργία τόσο των προαναφερθέντων λογαριασμών Δανείου όσο και του τρεχούμενου λογαριασμού αξιώνοντας από τους Εναγόμενους την πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου. Σύμφωνα πάντα με την αξίωση τα οφειλόμενα υπόλοιπα των λογαριασμών Δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού έχουν ως εξής: ▬ Σε σχέση με το Δάνειο ημερ. 12/4/2005 ποσό €2.229.152,97 πλέον τόκο 9% ετησίως επί ποσού €2.225.814,24 από 6/7/2012 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. ▬ Σε σχέση με το Δάνειο ημερ. 15/2/2006 ποσό €581.443,61 πλέον τόκο 9% ετησίως επί ποσού €580.572,76 από 6/7/2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. ▬ Σε σχέση με το Δάνειο ημερ. 11/12/2008 ποσό €568.906,87 πλέον τόκο προς 9,50% ετησίως επί ποσού €568.157,21 από 5/7/2012 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. ▬ Σε σχέση με τη Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεως σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερ. 18/4/2005 ποσό €194.375,50 πλέον τόκο προς 9,50% ετησίως επί ποσού €193.914,96 από 9/7/2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Περαιτέρω εναντίον της Εναγόμενης 1 αξιώνεται Διάταγμα που να διατάσσει την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που υποθηκεύτηκαν προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της τόσο σε σχέση με τα Δάνεια όσο και με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 2 προβάλλει εν πρώτοις ότι η Ενάγουσα κωλύεται δια της συμπεριφοράς της να εγείρει την παρούσα Aγωγή, επικαλούμενος την ύπαρξη συνήθους πρακτικής που υπήρχε μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας Τράπεζας. Συγκεκριμένα, προβάλλει ότι τα δάνεια και ο τρεχούμενος λογαριασμός της Εναγόμενης 1 δεν υπόκειντο σε αποπληρωμή βάσει σταθερών δόσεων αλλά με ποσά που λαμβάνονταν από την πώληση κατοικιών από μέρους της Εναγόμενης 1. Επιπλέον, προβάλλει ότι η Ενάγουσα γνώριζε ότι, όποτε η Εναγόμενη 1 αντιμετώπιζε δυσκολίες στην πώληση κατοικιών, η Εταιρεία R.W. RBCH Ltd (R.W. Royal Bay Care Homes Ltd), η οποία ευρίσκετο υπό τον έλεγχο των Εναγομένων 1 και 2, προέβαινε στην αγορά κατοικιών από την Εναγόμενη 1 και με αυτό τον τρόπο η Εναγόμενη 1 μπορούσε να καταβάλει διάφορα ποσά στην Ενάγουσα για αποπληρωμή των δανείων και του τρεχούμενου. Όπως είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός, η ανωτέρω συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών αποτελούσε συνήθη πρακτική και η Ενάγουσα λάμβανε κατά διαστήματα διάφορα ποσά από την πώληση ακινήτων τόσο από την Εταιρεία R.W. RBCH. Ltd, όσο και από ανεξάρτητους αγοραστές. Ειδικότερα, προστίθεται, όταν η Εναγόμενη 1 δεν πωλούσε ακίνητα τότε η Ενάγουσα προέβαινε στην έγκριση δανείου προς την Εταιρεία R.W. RBCH Ltd, προκειμένου να αγοράσει η τελευταία ακίνητα από την Εναγόμενη 1 και με αυτό τον τρόπο να αποπληρώνονται τα δάνεια της Εναγόμενης 1. Η σύναψη των τριών επίδικων Συμφωνιών Δανείου και της Συμφωνίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων με παραχώρηση τρεχούμενου λογαριασμού είναι παραδεκτή όπως παραδεκτή είναι και η σύναψη Συμφωνιών Εγγύησης από μέρους του Εναγόμενου 2 προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 τόσο σε σχέση με τα επίδικα δάνεια όσο και σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Αναφορικά με τα Δάνεια ημερ. 18/4/2005 και 15/2/2006 καθώς και για τη Συμφωνία για Παραχώρηση Δανείου ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι: · Η Ενάγουσα Τράπεζα παρέλειψε να επεξηγήσει στην Εναγόμενη 1 για τη χρέωση του κυμαινόμενου επιτοκίου και ότι, αν η Εναγόμενη 1 ήταν ενήμερη για τη σχετική χρέωση, ουδέποτε θα είχε υπογράψει τις εν λόγω Συμφωνίες. · Το επιτόκιο είναι παράνομο και/ή υπερβολικό. · Επιβλήθηκαν από την Ενάγουσα μονομερώς δυσβάστακτοι όροι που συνιστούν παράνομες τραπεζικές πρακτικές βασισμένες στην εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της Ενάγουσας. · Ουδέποτε η Εναγόμενη 1 ενημερώθηκε για οποιαδήποτε προσαύξηση επιτοκίου. · Τα οφειλόμενα υπόλοιπα δεν είναι ορθά και υπάρχουν αυθαίρετες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις. Σε ό,τι αφορά τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 11/12/2008 ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι το εν λόγω δάνειο παραχωρήθηκε προς πλήρη εξόφληση των οφειλόμενων δεδουλευμένων τόκων του δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX7824 και του δανείου με αρ. λογαριασμού XXXXX8413, με αποτέλεσμα οι τόκοι των δύο αναφερομένων δανείων να είναι πλήρως εξοφλημένοι. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι το εν λόγω Δάνειο αποτελεί παράνομη πρακτική βασισμένη στην εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της Ενάγουσας και/ή αποτελεί παράνομη πρακτική της Ενάγουσας που αποδεικνύει την άσκηση απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων σε βάρος του Εναγόμενου 2 καθότι με το εν λόγω δάνειο τοκίζονταν οι τόκοι άλλων δανείων και/ή η Ενάγουσα προέβη σε παράνομο ανατοκισμό και/ή αυθαίρετες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα παρέλειψε α εξηγήσει στην Εναγόμενη 1 τη χρέωση του κυμαινόμενου επιτοκίου και ότι ουδέποτε ενημερώθηκε ο Εναγόμενος 2 για οποιαδήποτε προσαύξηση επιτοκίου. Όσον αφορά το οφειλόμενο υπόλοιπο, ισχυρίζεται ότι δεν είναι αληθές και ότι υπάρχει παράνομος ανατοκισμός καθώς και αυθαίρετες και αντισυμβατικές χρεώσεις. Αναφορικά με τις Υποθήκες ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε η Εναγόμενη 1 Εταιρεία παραχώρησε προς όφελος της Τράπεζας τις αναφερόμενες Υποθήκες και ότι, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπεγράφησαν οποιαδήποτε έγγραφα υποθήκης από την Εναγόμενη 1, η υπογραφή εξασφαλίστηκε κατόπιν αθέμιτης επιρροής και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης. Παρόμοιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και σε σχέση με το Ομόλογο Επιβάρυνσης ημερ. 6/5/2005 και την εκχώρηση πωλητηρίων εγγράφων. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον των Εναγομένων η Ενάγουσα Τράπεζα κάλεσε συνολικά πέντε μάρτυρες ως εξής: ▲ XXXXX Στυλιανού (Μ.Ε.1) ▲ XXXXX Αντωνιάδης (Μ.Ε.2) ▲ XXXXX Ιωάννου (Μ.Ε.3) ▲ XXXXX Σωφρονίου (Μ.Ε.4) ▲ XXXXX Βαβατσινιώτης (Μ.Ε.5) Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν δύο μάρτυρες ως ακολούθως: · Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) · XXXXX Γρηγορίου (Μ.Υ.2) Λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία δεν προώθησε την Υπεράσπιση της παρά μόνο ο Εναγόμενος 2, η ακροαματική διαδικασία αφορούσε μόνο τον Εναγόμενο 2 και στο πλαίσιο αυτής προωθήθηκε η διαδικασία απαίτησης της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1. Σύνοψη μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας. Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 59). Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε την Κεντρική Υπηρεσία Εκτελέσεων των Κέντρων Εξυπηρέτησης Μικρομεσαίων και Μεγάλων Επιχειρήσεων Λάρνακας - Αμμοχώστου της Ενάγουσας. Ήταν υπεύθυνος για τη σύνταξη και αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών και επιστολών τερματισμού. Κατέθεσε αναφορικά με την ετοιμασία και αποστολή των επιστολών προ τερματισμού (Τεκμήρια 46, 48, 50 και 52) και τερματισμού (Τεκμήρια 47, 49, 51 και 53) στους Εναγόμενους, περιγράφοντας τη διαδικασία που είχε ακολουθηθεί. Μ.Ε.3 Ο Μ.Ε.3 από το 2007 μέχρι σήμερα υπηρετεί στο Τμήμα Μεγάλων Επιχειρήσεων της Τράπεζας ασκώντας τα καθήκοντα Λειτουργού Εξυπηρέτησης. Στη μαρτυρία του (Έγγραφο 3) κατέθεσε ότι ήταν αρμόδιος Λειτουργός για την προώθηση των σχετικών αιτημάτων της Εναγόμενης 1 για τη χορήγηση σε αυτή των πιστωτικών διευκολύνσεων που της παραχωρήθηκαν μετά το έτος 2007. Απέρριψε τη θέση περί ύπαρξης πρακτικής για την πληρωμή των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, ήτοι για παραχώρηση παράτασης χρόνου αποπληρωμής σε περίπτωση πώλησης κατοικιών. Αρνήθηκε, επίσης, ότι υπήρχε πρακτική και/ή συνεννόηση η Τράπεζα να χρηματοδοτεί την Εταιρεία R.W. Royal Bay Care Homes Ltd για να αγοράζει κατοικίες και το τίμημα αγοράς να κατατίθεται στις επίδικες υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1. Μ.Ε.4 Ο Μ.Ε.4 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας Τράπεζας στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Κατέθεσε μέσω του Εγγράφου 4 αναφορικά με την ετοιμασία από τον ίδιο αναδομημένων Καταστάσεων του κάθε λογαριασμού δανείου (Τεκμήρια 54, 55 και 56) στις οποίες αφαίρεσε κάθε χρέωση εξόδων, προμήθειας ή τραπεζικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 60, 61, 62 και 64. Μ.Ε.5 Ο ΜΕ.5 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας Τράπεζας. Έδωσε μαρτυρία αναφορικά με τη χορήγηση δύο δανείων στην Εταιρεία R.W. Royal Care Homes Ltd τον Ιούλιο 2005 και τον Ιούλιο 2010 για αγορά κατοικιών από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Κατέθεσε ότι δεν υπήρχε θέμα είτε προέγκρισης, είτε χορήγησης δανείου στο πλαίσιο πρακτικής ή συνεννόησης και ότι η κάθε περίπτωση χρηματοδότησης εξετάζετο ξεχωριστά. M.Y.1 Eίναι ο Εναγόμενος 2 και Διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Στη μαρτυρία του (Έγγραφο 5) αναφέρθηκε στις επίδικες Δανειακές Συμβάσεις που η Εναγόμενη 1 Εταιρεία, η οποία ασχολείτο με την ανέγερση και πώληση κατοικιών στη Λάρνακα, είχε συνάψει με την Ενάγουσα Τράπεζα. Σε σχέση με τον τρόπο αποπληρωμής ήταν η θέση του ότι είχε συμφωνηθεί όπως με κάθε πώληση κατοικίας, στην οποία η Εναγόμενη 1 θα προέβαινε, αφού θα αφαιρείτο το ποσό των εξόδων το υπόλοιπο θα καταβάλλετο στην Ενάγουσα Τράπεζα προς εξόφληση των επίδικων δανείων, πράγμα που γινόταν και για το σκοπό αυτό η Ενάγουσα παρέτεινε το χρόνο εξόφλησης των εν λόγω Συμφωνιών. Ισχυρίστηκε παράνομο τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών όπως και παράνομο ανατοκισμό για αδικαιολόγητες τραπεζικές χρεώσεις. Μ.Υ.2 Ο Μ.Υ.2 είναι ορκωτός Ελεγκτής. Κατέθεσε ότι ετοίμασε, κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου 2, Έκθεση στην οποία υπολόγισε το επιτόκιο τόκου βάσει διαιρέτη 365 ημερών και βάσει διαιρέτη 360 ημερών και κατέγραψε τις τραπεζικές χρεώσεις που έγιναν στους επίδικους λογαριασμούς. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[2] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[3] Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους πέντε μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα ήταν απόλυτα θετική. Όλοι τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι όλοι τους με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία τους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Ένα μέρος της αντεξέτασης των μαρτύρων που κάλεσε η Ενάγουσα αφορούσε το ζήτημα κατά πόσο υφίστατο πρακτική με την Εναγόμενη 1 να παραχωρεί η Ενάγουσα δάνειο στην RW προκειμένου η εταιρεία αυτή να αγοράζει κατοικίες από την Εναγόμενη 1 και τα ποσά που λαμβάνονταν από την πώληση να καταβάλλονταν προς αποπληρωμή των επίδικων δανείων. Ο Μ.Ε.1 ήταν, κατά την εκτίμηση μου, απόλυτα ειλικρινής για το θέμα αυτό δηλώνοντας ότι δεν είχε γνώση για κάτι τέτοιο. Παράλληλα ήταν κατηγορηματικός ότι, όταν υπήρχε δυσκολία ή αδυναμία αποπληρωμής από την Εναγόμενη 1, κατόπιν σχετικών αιτημάτων που αυτή υπέβαλε, είχαν δοθεί παρατάσεις στο χρόνο αποπληρωμής των δανείων ούτως ώστε να καταφέρει η Εναγόμενη 1 να βρει αγοραστές για τις κατοικίες της και να δυνηθεί, με αυτό τον τρόπο, να αποπληρώσει τις οφειλές της. Για το ίδιο θέμα απόλυτα διαφωτιστικός ήταν ο Μ.Ε.3, ο οποίος ήταν ο αρμόδιος τραπεζικός λειτουργός για την προώθηση των σχετικών αιτημάτων της Εναγόμενης 1 για τη χορήγηση σε αυτή πιστωτικών διευκολύνσεων μετά το
- Εξήγησε, πειστικά, στη βάση ποιων δεδομένων εξετάζονταν τα αιτήματα παράτασης που η Εναγόμενη 1 υπέβαλλε απορρίπτοντας κατηγορηματικά τη θέση του Εναγόμενου 2 για ύπαρξη πρακτικής να δίδεται παράταση εφόσον πωλούνταν κατοικίες καθώς και τη θέση ότι η Τράπεζα χρηματοδοτούσε την RW για να αγοράζει κατοικίες και το τίμημα αγοράς να κατατίθεται στις επίδικες υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Παράλληλα διευκρίνησε και ένα άλλο γεγονός, ήτοι το ότι η όποια χρηματοδότηση της RW εξετάζετο από ξεχωριστό Τμήμα της Τράπεζας, το IBU (International Banking Unit) και ότι για το σκοπό αυτό αξιολογείτο η οικονομική κατάσταση της εν λόγω εταιρείας καθώς και η δυνατότητα αποπληρωμής. Περαιτέρω αναφορικά με τη θέση του Εναγόμενου 2 ότι, όταν δεν πωλούσε ακίνητα η Εναγόμενη 1, η Τράπεζα προέβαινε σε έγκριση δανείου προς την RW προκειμένου η τελευταία να αγοράσει ακίνητα από την Εναγόμενη 1 και με αυτό τον τρόπο να αποπληρώσει η Εναγόμενη 1 τα δάνεια της, ο Μ.Ε.5 ήταν κατηγορηματικός και ξεκάθαρος ότι τέτοιου είδους «προέγκριση», όπως την χαρακτήρισε, δεν διδόταν και ότι κάθε αίτημα εξετάζετο ξεχωριστά στη βάση των δεδομένων που υπήρχαν σε κάθε περίπτωση. Εξήγησε δε με σαφήνεια ποια δεδομένα λαμβάνονταν υπόψη από την Τράπεζα για το σκοπό αυτό. Η μαρτυρία του επί των πιο πάνω θεμάτων ήταν πειστική και απόλυτα λογική. Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία των μαρτύρων Υπεράσπισης. Έχοντας αξιολογήσει τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 με κάθε δυνατή προσοχή στο σύνολο της και αξιολογώντας την σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων και των σχετικών τεκμηρίων, ήτοι με την απαραίτητη διασταύρωση και αντιπαραβολή και πάντοτε με την υπόλοιπη μαρτυρία, λέω εξαρχής ότι δεν έχει πείσει το Δικαστήριο για τους λόγους που αναλυτικά και σε έκταση αναφέρονται κατωτέρω. Επισημαίνεται εν πρώτοις ότι η μαρτυρία του και οι απαντήσεις που έδιδε σε αρκετά ερωτήματα κατά την αντεξέταση χαρακτηρίζονταν από έλλειψη σαφήνειας και θετικότητας. Στις πλείστες περιπτώσεις οι απαντήσεις του δεν ήταν άμεσες ούτε επί του προκειμένου εφόσον απέφευγε να απαντήσει το συγκεκριμένο ερώτημα που του ετίθετο, επιλέγοντας να προωθήσει τους δικούς του ισχυρισμούς που αρκετές φορές δεν είχαν άμεση συνάφεια με το αντικείμενο της ερώτησης. Ήταν φανερή η προσπάθεια του καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου, να προωθήσει την εκδοχή εκείνη που ο ίδιος θεωρούσε ότι τον απάλλαττε, ουσιαστικά, από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Πλείστα όσα ανέφερε, ωστόσο, δεν συνάδουν με όσα στοιχεία και έγγραφα έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι μέρος της εκδοχής που προσπάθησε να προωθήσει δεν συνάδει ούτε ακόμη και με τις ίδιες τις δικογραφημένες του θέσεις, ενώ προέβαλε ουσιώδεις ισχυρισμούς εκ των υστέρων, ήτοι χωρίς να έχουν αυτοί τεθεί στην αντίδικη πλευρά και στους μάρτυρες της για να μπορέσουν να δώσουν και τη δική τους εκδοχή. Αποτέλεσμα τούτου του γεγονότος ήταν να υπάρξει σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του μια μονόπλευρη και εκ των υστέρων εκδοχή η οποία, επαναλαμβάνω, ουδέποτε προηγουμένως είχε τεθεί σε μάρτυρες της Ενάγουσας για να τοποθετηθούν. Θα δοθούν κάποια παραδείγματα στη συνέχεια τα οποία είναι ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας που ο Εναγόμενος 2 πρόσφερε. Η εκδοχή που προωθήθηκε αναφορικά με το ποια ήταν η πρακτική και/ή συνεννόηση μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης εταιρείας αρ.1 την οποία, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, η Ενάγουσα παραβίασε δεν συνάδει ούτε και με τις δικογραφημένες του θέσεις στην Υπεράσπιση που καταχώρησε. Συγκεκριμένα στην Υπεράσπιση προβάλλεται ότι η πρακτική που υπήρχε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 σε ό,τι αφορά την αποπληρωμή των επίδικων δανείων ήταν, όταν υπήρχε δυσκολία στην πώληση κατοικιών από την Εναγόμενη 1, να εγκρίνεται από την Ενάγουσα δάνειο στην RW προκειμένου η τελευταία να αγοράσει κατοικίες από την Εναγόμενη και τα ποσά που θα λαμβάνονταν από την πώληση να καταβάλλονται προς αποπληρωμή των επίδικων δανείων[4]. Το δε παράπονο του Εναγόμενου 2 συνίστατο στο ότι, ενώ εκκρεμούσε αίτηση για δανειοδότηση της RW, η Ενάγουσα προχώρησε στον τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών. Στη μαρτυρία του, ωστόσο, η εκδοχή ήτο διαφορετική. Ισχυρίστηκε ότι η πρακτική που υπήρχε σε σχέση με τον τρόπο αποπληρωμής των δανείων ήταν με κάθε πώληση κατοικίας που η Εναγόμενη 1 προέβαινε να καταβάλλεται έναντι των δανείων το ποσό είσπραξης αφαιρουμένων των αναγκαίων εξόδων[5]. Και ότι η Ενάγουσα παραβιάζοντας την εν λόγω πρακτική το 2010 απαίτησε την καταβολή ολόκληρου του ποσού των εισπράξεων χωρίς, δηλαδή, την αφαίρεση των αναγκαίων εξόδων, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1 να μην μπορεί να ανταπεξέλθει έναντι των υποχρεώσεων της προς την Ενάγουσα[6]. Επιπλέον ισχυρίστηκε και πάλι κατά τρόπο αντίθετο με τις δικογραφημένες του θέσεις ότι όποτε υπήρχε έλλειψη χρημάτων ήταν ιδέα της Τράπεζας, μέσω δανεισμού της RW, η τελευταία να αγοράζει κατοικίες από την Εναγόμενη 1 και τα ποσά της αγοράς να κατατίθενται έναντι των δανείων της Εναγόμενης
- Η σχετική αναφορά κατά την αντεξέταση του έχει ως εξής: «A. Κάθε φορά που δεν υπήρχαν χρήματα, υπήρχε έλλειψη χρημάτων, τότε η τράπεζα κανόνιζε για αγορές να γίνονται από την RW και αυτά τα χρήματα, για να παν στους λογαριασμούς των εμπορικών δανείων. Ακόμα και μέχρι το 2012 το έκαναν. Ήταν δική τους ιδέα να αγοράσουμε κατοικίες, μια κατοικία και μετά ζήτησαν να το κάνουμε
- Η τράπεζα το ξεκίνησε, το οδηγούσε αυτό. Ακόμη όμως και η θέση του Εναγόμενου 2 όπως στην πορεία την διαφοροποίησε ότι, δηλαδή, όταν η Εναγόμενη 1 δεν πωλούσε ακίνητα τότε η Ενάγουσα προέβαινε σε έγκριση δανείου προς την RW προκειμένου η τελευταία να αγοράσει ακίνητα από την Εναγόμενη 1 αποπληρώνοντας με αυτό τον τρόπο τα δάνεια της Εναγόμενης 1, με βάση το Τεκμήριο 58 κατ΄ ουσίαν διαψεύδεται. Συγκεκριμένα, εξέταση του Τεκμηρίου 58 αποκαλύπτει ότι, ενώ το 2005 δεν υπήρχε πρόβλημα στις πωλήσεις κατοικιών από την Εναγόμενη 1, υπήρξαν τρεις πωλήσεις προς την RW η αγορά των οποίων μάλιστα φαίνεται να είχε αποφασιστεί πριν ακόμη χορηγηθεί το Δάνειο Α (0581-13-007824)[7]. Επιπλέον, στις επόμενες χρονιές μέχρι το 2010 δεν προκύπτει να αγοράστηκε οποιαδήποτε κατοικία από την RW και παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχαν αρκετές πωλήσεις κατοικιών στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Περαιτέρω, με βάση το Τεκμήριο 64Β, προκύπτει ότι από το προϊόν του δανείου που δόθηκε στην RW Λ.Κ.460.000 μόνο ποσό Λ.Κ.110.000 κατατέθηκε έναντι του μεγάλου δανείου της Εναγόμενης 1 (Δάνειο Α). Επιπλέον εξέταση του Τεκμηρίου 64Α, που αποτελεί Έγγραφο Έγκρισης Χορήγησης Δανείου στην RW ημερομηνίας 29/6/2010, αποκαλύπτει ότι η RW είχε συμφωνήσει να της χορηγηθεί δάνειο ύψους €890.000, με σκοπό: (α) την εξόφληση των δικών της υποχρεώσεων προς την Τράπεζα και (β) για την αγορά της κατοικίας με αρ.15 από την Εναγόμενη 1 χωρίς, ωστόσο, να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για πληρωμή ποσού έναντι των υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Το εν λόγω έγγραφο θεωρώ πως επιβεβαιώνει και τη θέση του Μ.Ε.3 ότι η χορήγηση δανείου στην RW είχε τύχει ξεχωριστού χειρισμού και ότι οι πληρωμές που έγιναν στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 δεν ήταν αποτέλεσμα οποιασδήποτε συνεννόησης της Τράπεζας με την Εναγόμενη 1 αλλά καθαρά θέμα απόφασης της άλλης Εταιρείας, δηλαδή της RW[8]. Ενώ στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου αναφέρεται ότι ο ίδιος είχε ζητήσει από την Ενάγουσα Τράπεζα σε συνάντηση που έγινε το Απρίλη του 2012 να εγκρίνουν δάνειο στην RW για αγορά μιας οικίας για ποσό €350.000 από την Εναγόμενο και το ποσό αυτό να καταβληθεί στην Ενάγουσα προς πληρωμή των επίδικων δανείων, στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοροποίησε την εκδοχή του λέγοντας ότι ήταν η πλευρά της Τράπεζας που είχε προτείνει στην εν λόγω συνάντηση τον εν λόγω μηχανισμό για σκοπούς αποπληρωμής των χρεών της Εναγόμενης 1, ήτοι την αγορά κατοικιών από την RW. Ενώ ο Εναγόμενος 2 επικαλέστηκε συγκεκριμένες αναφορές του Μ.Ε. 1 κατά τη συνάντηση του Απριλίου του 2012, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 δεν υποβλήθηκε σε αυτόν οτιδήποτε το σχετικό με τη συνάντηση αυτή και το τι διεμήφθη με αποτέλεσμα η εκδοχή του να είναι μονόπλευρη και εκ των υστέρων. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ένα ουσιαστικό ζήτημα. Σχετικό είναι το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μοσχάτου v. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785: « .. Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψιν τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διατυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με την μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου. Επιπλέον εξέταση του Τεκμηρίου 59 αποκαλύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος των εισπράξεων της Εναγόμενης 1 από την πώληση κατοικιών δεν πληρώθηκε έναντι των επίδικων δανείων αλλά πληρώθηκαν με τραπεζικές επιταγές στον εργολάβο του έργου Permanent Homes. Δεν είναι άνευ σημασίας ότι στο Τεκμήριο 7, δυνάμει του οποίου δόθηκε η τελευταία παράταση αποπληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1, ουδεμία αναφορά γίνεται σε είσπραξη από πωλήσεις κατοικιών αλλά δίδεται παράταση για αποπληρωμή των δανείων και ταυτόχρονα καθορίζεται ρητά η ημερομηνία αποπληρωμής του κάθε δανείου και μάλιστα εφάπαξ. Ειδικότερα, ουδεμία αναφορά ή σύνδεση γίνεται μεταξύ της αποπληρωμής των δανείων της Εναγόμενης 1 με τις εισπράξεις από πωλήσεις κατοικιών. Ενώ ο Εναγόμενος 2 είχε ισχυριστεί στη μαρτυρία του ότι με βάση την επικαλούμενη πρακτική και/ή συνεννόηση με την Τράπεζα με κάθε πώληση κατοικίας στην οποία η Εναγόμενη προέβαινε, το προϊόν των εισπράξεων αφαιρουμένων των εξόδων που προέκυπταν καταβάλλετο προς εξόφληση των επίδικων δανείων, στο Τεκμήριο 6 ρητά διαλαμβάνετο η υποχρέωση κατάθεσης έναντι των επίδικων δανείων όλων των εισπράξεων και, άρα, χωρίς οποιαδήποτε αφαίρεση εξόδων. Μάλιστα στην υποβολή που του έγινε ότι αυτή η συγκεκριμένη πρόνοια είχε συμφωνηθεί από τον Δεκέμβριο του 2008, ήτοι «όλες οι εισπράξεις να κατατίθενται στο λογαριασμό καταθέσεις σε εγγύηση και ταυτόχρονα κατευθείαν στα δάνεια της εταιρείας», ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε το διαφορετικό ή το αντίθετο. Κατ΄ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης σημείων η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν ήταν αξιόπιστη και, επομένως, δεν γίνεται δεκτή. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, όπως προέκυψε και δεν αμφισβητήθηκε, είναι εγκεκριμένος λογιστής στον οποίο η Υπεράσπιση ανέθεσε την ετοιμασία Έκθεσης για: α. Προσδιορισμό των τραπεζικών χρεώσεων με τους οποίους επιβαρύνθηκαν οι λογαριασμοί των επίδικων δανειακών Συμβάσεων και Τρεχούμενου Λογαριασμού, β. Υπολογισμό του τόκου στη βάση τόσο του διαιρέτη 365 ημερών όσο και του διαιρέτη 360 ημερών καθώς και καθορισμό της διαφοράς που προέκυπτε στους επίδικους λογαριασμούς, γ. Προσδιορισμό των τόκων υπερημερίας που χρεώθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί. Τόσο η ειδικότητα του μάρτυρα όσο και η εμπειρία του στον τομέα της εργασίας του ως εγκεκριμένου λογιστή δεν έχει τύχει αμφισβήτησης από πλευράς Υπεράσπισης. Πέραν και ανεξάρτητα τούτου τα δεδομένα που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναμφίβολα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Μ.Υ.2 λόγω του επαγγέλματος του είναι ειδικός σε θέματα ανάλυσης και υπολογισμού τραπεζικών εξόδων και τόκων που χρεώθηκαν σε λογαριασμούς δανείων και τρεχούμενων λογαριασμών και υπό αυτή την ιδιότητα θα προσεγγιστεί η μαρτυρία του. Κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της Έκθεσης του ο Μ.Υ.2 ήταν απόλυτα σαφής και επεξηγηματικός. Με κατατοπιστικό τρόπο περιέγραψε εν πρώτοις τους όρους εντολής του και στη συνέχεια τις διεργασίες που ακολούθησε με σκοπό τον προσδιορισμό των τραπεζικών χρεώσεων και τόκων, βασιζόμενος στις επίδικες Δανειακές Συμβάσεις καθώς επίσης και τις Καταστάσεις Λογαριασμού που τις αφορούσαν. Ο τρόπος δε με τον οποίο ο Μ.Υ.2 ανέλυσε ενώπιον του Δικαστηρίου την όλη διαδικασία που ακολούθησε και τα αποτελέσματα τα οποία κατέληξε, άφησε το Δικαστήριο με πολύ καλές εντυπώσεις. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 πέραν του ότι ήταν σαφής και θετική δεν έτυχε από πλευράς Υπεράσπισης οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του επιδιώχθηκε μόνο η εξασφάλιση κάποιων περαιτέρω διευκρινίσεων τις οποίες ο μάρτυρας με την ίδια άνεση και σαφήνεια που χαρακτήριζε την κυρίως εξέταση του έδωσε και σε αυτό το στάδιο. Όπως προέκυψε, λοιπόν, ο Μ.Υ.2. έχοντας ενώπιον του τα σχετικά έγγραφα που αναφέρθηκαν ανωτέρω προέβη απλώς στην αποτύπωση σε κατηγορίες των διαφόρων χρεώσεων που έγιναν καθώς και του αθροίσματος των τόκων υπερημερίας. Επιπλέον προέβη σε υπολογισμό της διαφοράς τόκων που προκύπτει αν χρησιμοποιούσε η Τράπεζα ως διαιρέτη τις 365 μέρες αντί τις 360 που χρησιμοποίησε. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Οι Συμφωνίες των Διαδίκων Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Ενάγουσας ο οποίος εργάζεται σήμερα στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας στη Λάρνακα (Recoveries). Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 59). Επισημαίνεται εξαρχής ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση ούτε ή ύπαρξη, ούτε η εγκυρότητα των επίδικων Συμφωνιών καθώς και εξασφαλίσεων. Αντίθετα υπήρξε αποδοχή τόσο της σύναψης όσο και της εγκυρότητας τους από τον Εναγόμενο 2 κατά την κυρίως εξέταση του[9]. à Δάνειο με αριθμό XXXXX7824 (Δάνειο Α) Στις 18/4/2005 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 όπως η πρώτη χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των Λ.Κ.1.100,000 (Τεκμήριο 4)[10]. Της υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας Δανείου προηγήθηκε αίτηση της Εναγόμενης 1 και η Επιστολή/Έγγραφο της Ενάγουσας ημερ. 7/4/2005 (Τεκμήριο 3) το οποίο υπεγράφη από την Εναγόμενη 1[11]. Με τη χορήγηση του επίδικου Δανείου η Ενάγουσα άνοιξε επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 το λογαριασμό δανείου με αριθμό XXXXX7824[12]. Όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από την Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 54 και δεν έχει αμφισβητηθεί το δάνειο των Λ.Κ.1.100,000 καταβλήθηκε στην Εναγόμενη 1 μέσω σταδιακών αναλήψεων, όπως αυτές καταγράφονται στα σχετικά εντάλματα πληρωμής ημερ. 6/5/2005, 12/5/2005, 17/5/2005 και τη χρεωστική σημείωση ημερ. 23/4/2007 (αρ. 063382). Πρόκειται για τα Τεκμήρια 9, 10, 13 και 14 αντίστοιχα. Την ίδια ημέρα που υπεγράφη η πιο πάνω Συμφωνία Δανείου, ήτοι στις 18/4/2005 υπεγράφη από τον Εναγόμενο 2 Συμφωνία Εγγύησης η οποία ήταν ενσωματωμένη στην πιο πάνω Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 4)[13]. Με βάση την πιο πάνω Συμφωνία Δανείου συμφωνήθηκε ότι το δάνειο ήταν πληρωτέο την 31/3/2008. Κατόπιν αιτήσεως της Εναγόμενης 1 συμφωνήθηκαν στις 12/6/2008, 11/12/2008 και 29/6/2010 παρατάσεις του χρόνου αποπληρωμής του δανείου με τελευταία συμφωνηθείσα ημερομηνία αποπληρωμής την 1/1/2011)[14]. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 5, 6, 7 και 8. à Δάνειο με αρ. 0581-13-008413 (Δάνειο Β) Περαιτέρω, στις 13/2/2006 κατόπιν αίτησης τη Εναγόμενης 1 Εταιρείας και Επιστολής/Εγγράφου της Ενάγουσας της ίδιας ημερομηνίας, την οποία η Εναγόμενη 1 απεδέχθη, συμφωνήθηκε στις 15/2/2006 όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για ποσό Λ.Κ.300.000, πληρωτέο την 31/12/2006[15]. Την ίδια ημέρα που υπεγράφη η πιο πάνω Συμφωνία, ήτοι στις 15/2/2006, υπεγράφη από τον Εναγόμενο 2 Συμφωνία Εγγύησης η οποία ήταν ενσωματωμένη στην εν λόγω Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 17)[16]. Με βάση την πιο πάνω Συμφωνία Δανείου συμφωνήθηκε ότι το δάνειο ήταν πληρωτέο την 31/12/2006. Κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 1 δυνάμει Εγγράφου/Επιστολής της Ενάγουσας την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε, την 1/11/2008 συμφωνήθηκε όπως η ημερομηνία εξόφλησης του δανείου παραταθεί μέχρι την 1/1/2010 και εν τω μεταξύ να καταβληθούν οι δεδουλευμένοι τόκοι κατά την 31/12/2009 και 30/6/2010. Κατόπιν Αίτησης της Εναγόμενης 1 συμφωνήθηκαν στις 12/2/2007, 6/7/2007, 12/6/2008 και 29/6/2010 (Τεκμήρια 5, 6 και 7) παρατάσεις του χρόνου αποπληρωμής με τελευταία συμφωνηθείσα ημερομηνία αποπληρωμής την 1/1/2011 με εφάπαξ πληρωμή και εντω μεταξύ να καταβληθούν οι δεδουλευμένοι τόκοι κατά την 31/12/2009 και 30/6/2010 εκ €14.000 αντίστοιχα 2011[17]. Με τη χορήγηση του επίδικου δανείου η Ενάγουσα άνοιξε επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 τον λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX8413[18]. Όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από την Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 55 και δεν έχει αμφισβητηθεί το εν λόγω δάνειο εκ ποσού Λ.Κ300.000 καταβλήθηκε στην Εναγόμενη 1 με κατάθεση του ποσού στον τρεχούμενο λογαριασμό της με αρ. XXXXX9153, όπως φαίνεται και στο σχετικό Ένταλμα Πληρωμής (Τεκμήριο 22). à Δάνειο με αρ. 0581-13-011082 (Δάνειο Γ) Περαιτέρω κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 1 εταιρείας και Επιστολής/Εγγράφου της Ενάγουσας Τράπεζας την οποία η Εναγόμενη 1 απεδέχθη στις 11/12/2008 συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 δάνειο για ποσό €475.000[19]. Την ίδια ημερομηνία που υπεγράφη η πιο πάνω Συμφωνία, ήτοι 11/12/2008, υπεγράφη από τον Εναγόμενο 2 Συμφωνία Εγγύησης η οποία είναι ενσωματωμένη στην εν λόγω Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 25)[20]. Με την χορήγηση του επίδικου δανείου η Ενάγουσα άνοιξε επ΄ονόματι της Εναγόμενης 1 λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX1082. Όπως προέκυψε τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από την Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 56 και δεν έχει αμφισβητηθεί το εν λόγω δάνειο εκ ποσού €475.000 κατεβλήθη στην Εναγόμενη 1 με καταθέσεις σε λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 ως ακολούθως: Ü Στο λογαριασμό με αρ. XXXXX7824 (Δάνειο Α) ποσό €120.000 ως η χρεωστική σημείωση αρ.462007 (Τεκμήριο 26). Ü Στο λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX8413 (Δάνειο Β) ποσό €118.000 ως η χρεωστική σημείωση αρ. 462008 (Τεκμήριο 27). Ü Στον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. XXXXX9153 ποσό €237.000 ως η χρεωστική σημείωση αρ. 462009 (Τεκμήριο 28). Με βάση τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 11/12/2008 (Τεκμήριο 25) συμφωνήθηκε ότι το ρηθέν δάνειο θα εξοφλείτο στις 31/12/2009. Κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 1 εταιρείας συμφωνήθηκε στις 29/6/2010 όπως παραταθεί ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου στις 31/12/2010 με εφάπαξ πληρωμή και εν τω μεταξύ να καταβληθούν στις 30/6/2010 οι δεδουλευμένοι τόκοι εκ €22.000 (Τεκμήριο 7). à Τρεχούμενος Λογαριασμός XXXXX9153 Περαιτέρω δυνάμει του Τεκμηρίου 3 συμφωνήθηκε και η χορήγηση στην Εναγόμενη 1 ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.100.000 υπό τους όρους και εξασφαλίσεις που διαλαμβάνονται στο εν λόγω Τεκμήριο. Επίσης υπεγράφη και η Συμφωνία ημερ. 18/4/2005 (Τεκμήριο 31) στην οποία καταγράφονται οι όροι που διέπουν την παροχή της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης. Δυνάμει της Συμφωνίας αυτής η Ενάγουσα Τράπεζα άνοιξε προς όφελος και επ΄ονόματι της Εναγόμενης 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. XXXXX9153. Κατόπιν αιτήσεως της Εναγόμενης 1 ακολούθησαν αυξομειώσεις του εν λόγω ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού όπως προκύπτει από τα ακόλουθα Τεκμήρια: ð Τεκμήριο 32 ημερ. 6/2/2008 - Προσωρινή αύξηση εκ €256,290 πέραν του εκ €170,860 μονίμου ορίου λήξης 31/3/2008. ð Τεκμήριο 5 ημερ. 29/5/2008 - Προσωρινή αύξηση εκ €269.000 πέραν του εκ €170,860 μονίμου ορίου λήξης 30/9/2008. ð Τεκμήριο 6 ημερ. 15/12/2008 - Μείωση του ορίου από €170.860 σε €170.000. ð Τεκμήριο 7 ημερ. 4/6/2010 - Επανέγκριση υφιστάμενου ορίου τρεχούμενου λογαριασμού. Το τελευταίο εγκεκριμένο όριο, όπως προκύπτει, είναι αυτό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 7, ήτοι €170.000 στο πλαίσιο του οποίου υπεγράφη η τελευταία Συμφωνία ημερ. 29/6/2010 (Τεκμήριο 34) η οποία περιέχει τους όρους που διέπουν τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού[21]. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε το Εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 11/12/2008, Τεκμήριο 35, με το οποίο εγγυήθηκε την πληρωμή μέχρι ποσού €204.000, το οποίο, όπως με σαφήνεια διευκρίνισε ο Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του, αφορά μόνο τον Τρεχούμενο λογαριασμό αφού τα υπόλοιπα δάνεια εξασφαλίζονται από άλλα εγγυητήρια έγγραφα που ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε ξεχωριστά για κάθε δανειακή Σύμβαση[22]. Επισημαίνεται ότι κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος 2 αναγνώρισε την υπογραφή του επί του εν λόγω Εγγυητήριου εγγράφου. Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους των πιο πάνω Συμφωνιών η Εναγόμενη 1 παραχώρησε στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα αποδέχθηκε τις ακόλουθες Υποθήκες οι οποίες δεόντως δηλώθηκαν και εγγράφηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας με τα σχετικά έγγραφα υποθηκών:
- i)Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ1854/05 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας ημερ. 5/5/2005 δια ποσόν Λ.Κ. 1.100.000,00 (ισάξιο με €1.879.461,59) επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με Αρ. Εγγραφής 0/7XX4, Φ/Σχ 41/17, Τεμ. 9X5 στη Βορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας (Τεκμήριο 37).
- ii)Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ3112/05 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας ημερ. 12/7/2005 δια ποσόν Λ.Κ. 1.500.000,00 (ισάξιο με €2.562.902,16) επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με Αρ. Εγγραφής 0/7XX4, Φ/Σχ 41/17, Τεμ. 9X5 στη Βορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας (Τεκμήριο 38). iii) Αριθμός Δηλώσεως Υποθήκης Υ3912/06 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας ημερ. 29/6/2006 δια ποσόν Λ.Κ. 800.000,00 (ισάξιο με €1.366.881,15) επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 με Αρ. Εγγραφής 0/7XX4, Φ/Σχ 41/17, Τεμ. 985 στη Βορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας (Τεκμήριο 39). Προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους των πιο πάνω Συμφωνιών η Εναγόμενη 1 δυνάμει σχετικών εγγράφων εκχώρησης, εκχώρησε προς όφελος της Ενάγουσας όλα τα δικαιώματα της τα οποία πηγάζουν από αγοραπωλητήρια έγγραφα δυνάμει των οποίων πώλησε ακίνητα σε τρίτα πρόσωπα έναντι συμφωνηθείσας τιμής (Τεκμήριο 42). B. Δικαίωμα Τερματισμού Δάνειο με αρ.XXXXX7824 (Α ΔΑΝΕΙΟ) Με βάση τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 18/4/2005 (Τεκμήριο 4) συμφωνήθηκε ότι όλο το ρηθέν δάνειο θα εξοφλείτο στις 31/3/2008. Ακολούθως στις 12/6/2008, 11/12/2008 και 29/6/2010 συμφωνήθηκαν παρατάσεις του χρόνου αποπληρωμής του δανείου με τελευταία συμφωνηθείσα ημερομηνία αποπληρωμής την 1/1/2011 με εφάπαξ πληρωμή και εν τω μεταξύ να καταβληθούν οι δεδουλευμένοι τόκοι κατά την 31/12/2009 και 30/6/2010 εκ €50.000 αντίστοιχα (Τεκμήριο 7). Όπως προέκυψε λοιπόν τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από εκείνη του Μ.Ε.3 την οποία έχω αποδεχτεί ως πλήρως αξιόπιστη και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, η Εναγόμενη εταιρεία 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τον συμφωνηθέντα τρόπο αποπληρωμής του δανείου αφού παρέλειψε να καταβάλει τους δεδουλευμένους τόκους και να αποπληρώσει το δάνειο κατά τη τελευταία συμφωνηθείσα ημερομηνία αποπληρωμής, ήτοι την 1/1/2011. Στην παράγραφο 5 της Συμφωνίας Δανείου διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "As soon as the said loan or any balance thereof is demanded by the Bank it shall thereupon be settled and the customer must pay in full forthwith any amount due to the Bank, including principal, interest, interest at the default rate, commission and all other costs, charges and expenses. Failure by the customer to settle the amounts due, shall give the right to the Bank to institute legal proceedings for the payment of the whole debt plus interest (as above), plus legal and other expenses whatever, up to full and final settlement". Επιπλέον στην παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 4 διαλαμβάνεται και η ακόλουθη επιφύλαξη: " [.] Provided always that the Bank has the right at any time to demand payment of the said loan or any balance thereof where upon the said loan or any balance thereof becomes immediately payable [.] ". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι ενώ η Υπεράσπιση ουδόλως αμφισβήτησε το γεγονός της παράλειψης της να συμμορφωθεί με την αποπληρωμή του επίδικου δανείου κατά την ημερομηνία της τελευταίας παράτασης, επικαλέστηκε, ωστόσο, την ύπαρξη πρακτικής να παρατείνεται ο χρόνος αποπληρωμής μέσω της πώλησης από την Εναγόμενη 1 κατοικιών και της καταβολής των ποσών που εισπράττονταν έναντι του δανείου. Το θέμα αυτό έχει ήδη καλυφθεί ανωτέρω κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας με την απόρριψη αυτής της εκδοχής της Υπεράσπισης. Έπεται ότι και η συνακόλουθη θέση της Υπεράσπισης περί παράνομου τερματισμού από πλευράς Ενάγουσας δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προκύπτει λοιπόν και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την 7/3/2012 οι Εναγόμενοι 1 και 2 λόγω παράλειψης αποπληρωμής του πιο πάνω δανείου κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία είχαν διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως στις 7/3/2012 που η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τη Συμφωνία είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Δάνειο με αρ.XXXXX8413 (Β ΔΑΝΕΙΟ) Με βάση τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 15/2/2006 (Τεκμήριο 17) συμφωνήθηκε ότι όλο το ρηθέν δάνειο θα εξοφλείτο στις 31/12/2006. Κατόπιν αίτησης της Εναγομένης 1 δυνάμει επιστολής/εγγράφου της Ενάγουσας την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε την 12/2/2007 συμφωνήθηκε όπως η ημερομηνία εξόφλησης του δανείου παραταθεί μέχρι την 31/7/2007 (Τεκμήριο 18). Κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 1 δυνάμει επιστολής/εγγράφου της Ενάγουσας, την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε την 6/7/2007 συμφωνήθηκε όπως η ημερομηνία εξόφλησης του δανείου παραταθεί μέχρι την 31/1/2008 (Τεκμήριο 19). Kατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 1 δυνάμει επιστολής/εγγράφου της Ενάγουσας την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε την 26/2/2008, συμφωνήθηκε όπως η ημερομηνία εξόφλησης του δανείου παραταθεί μέχρι την 30/6/2008 (Τεκμήριο 32). Κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 1 δυνάμει επιστολής/εγγράφου της Ενάγουσας την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε την 12/6/2008 συμφωνήθηκε όπως η ημερομηνία εξόφλησης του δανείου παραταθεί μέχρι 1/1/2009 (Τεκμήριο 5). Όπως προκύπτει και είναι παραδεχτό, στην παράγραφο 14 της Υπεράσπισης όπου γίνεται παραδοχή της παραγράφου 11 της Έκθεσης Απαίτησης, κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 1 δυνάμει εγγράφου/επιστολής της Ενάγουσας, την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε την 11/12/2008 συμφωνήθηκε όπως η ημερομηνία εξόφλησης του εν λόγω δανείου παραταθεί μέχρι την 1/1/2010 και εν τω μεταξύ να καταβάλλονται οι δεδουλευμένοι τόκοι εξαμηνιαία, ήτοι €23.000 την 30/6/2009 (Τεκμήριο 6). Ακολούθως, κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 1 δυνάμει επιστολής/εγγράφου της Ενάγουσας την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε την 29/6/2010 συμφωνήθηκε όπως η ημερομηνία εξόφλησης του πιο πάνω δανείου παραταθεί από 1/1/2010 μέχρι την 1/1/2011 με εφάπαξ αποπληρωμή και εν τω μεταξύ να καταβάλλονται οι δεδουλευμένοι τόκοι κατά την 31/12/2009 και 30/6/2010 εκ €14.000 αντίστοιχα (Τεκμήριο 7). Η τελευταία συμφωνηθείσα ημερομηνία αποπληρωμής ήταν η 1/1/2011 με εφάπαξ πληρωμή ή και εν τω μεταξύ να καταβληθούν οι δεδουλευμένοι τόκοι κατά την 31/12/2009 και 30/6/2010 (Τεκμήριο 7). Όπως προέκυψε λοιπόν η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τον συμφωνηθέντα τρόπο αποπληρωμής αφού παρέλειψε να καταβάλει τους δεδουλευμένους τόκους και να αποπληρώσει το δάνειο κατά την τελευταία συμφωνηθείσα ημερομηνία αποπληρωμής, ήτοι την 1/1/2011. Στην παράγραφο 5 της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 15/2/2006 (Τεκμήριο 17) αναφέρονται τα εξής: "5. As soon as the said loan or any balance thereof is demanded by the Bank it shall thereupon be settled and the customer must pay in full forthwith any amount due to the Bank, including principal, interest, interest at the default rate, commission and all other costs, charges and expenses. Failure by the customer to settle the amounts due. shall give the right to the Bank to institute legal proceedings for the payment of the whole debt plus interest (as above), plus legal and other expenses whatever, up to full and final settlement." Επιπλέον στην παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 17 διαλαμβάνεται και η ακόλουθη επιφύλαξη: "[.] Provided always that the Bank has the right at any time to demand payment of the said loan or any balance thereof where upon the said loan or any balance thereof becomes immediately payable [.] ". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Επαναλαμβάνω τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω σε σχέση με τη θέση της Υπεράσπισης περί παράνομου τερματισμού τα οποία έχουν απορριφθεί με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την 7/3/2012 οι Εναγόμενοι 1 και 2 λόγω παράλειψης αποπληρωμής του πιο πάνω δανείου κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία είχαν διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως στις 7/3/2012 που η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τη Συμφωνία είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Δάνειο με αρ. XXXXX1082 (Γ ΔΑΝΕΙΟ) Με βάση τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 11/12/2008 (Τεκμήριο 25) συμφωνήθηκε όπως το ρηθέν δάνειο θα εξοφλείτο στις 31/12/2009. Κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης 1 Εταιρείας συμφωνήθηκε στις 29/6/2010 όπως παραταθεί ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου (ήτοι από την 31/12/2009 στις 31/12/2010) για ακόμα δύο μήνες μέχρι 31/12/2010 με εφάπαξ πληρωμή και εν τω μεταξύ να υποβληθούν κατά την 31/12/2009 και 30/6/2010 οι δεδουλευμένοι τόκοι εκ €22.000 (Τεκμήριο 7). Όπως προέκυψε το επίδικο δάνειο δεν εξοφλήθηκε την 31/12/2010. Συγκεκριμένα, όπως προέκυψε, η Εναγόμενη 1 Εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί με τον συμφωνηθένα τρόπο αποπληρωμής του δανείου αφού παρέλειψε να καταβάλει τους δεδουλευμένους τόκους και να αποπληρώσει το δάνειο κατά την τελευταία συμφωνηθείσα ημερομηνία αποπληρωμής, ήτοι την 31/12/2010. Στην παράγραφο 5 της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 25) διαλαμβάνονται τα εξής: «5. Μόλις το ρηθέν δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος τούτου ήθελε ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίσταται απαιτητό και θα εξοφλείται και ο Χρεώστης οφείλει να πληρώσει προς την Τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του Χρεώστη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης». Επιπλέον στην παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 25 διαλαμβάνεται και η ακόλουθη επιφύλαξη: «[.]Νοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχη το δικαίωμα να απαίτηση καθ' οιανδήποτε στιγμήν την αποπληρωμήν του ρηθέντος δανείου ή οιουδήποτε υπολοίπου τούτου, οπότε το ρηθέν δάνειον ή οιονδήποτε υπόλοιπον αυτού καθίσταται αμέσως πληρωτέον και απαιτητόν». Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Τράπεζα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Τράπεζα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου, με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφληση του ανά πάσα στιγμή έστω και αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σχετικά με την απόρριψη της θέσης της Υπεράσπισης περί παράνομου τερματισμού επαναλαμβάνονται και σε σχέση με την εν λόγω Δανειακή Σύμβαση. Προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά την 7/3/2012 οι Εναγόμενοι 1 και 2 λόγω παράλειψης αποπληρωμής του πιο πάνω δανείου κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία είχαν διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως στις 7/3/2012 που η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τη Συμφωνία είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Τρεχούμενος Λογαριασμός με αρ. XXXXX9153 Δυνάμει του όρου 4 του Τεκμηρίου 34 διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: «4. Η Τράπεζα δικαιούται όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση προς τον Πελάτη, να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη Τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε ή που θα παραχωρηθεί στον Πελάτη και να ζητήσει από τον Πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία ο Πελάτης οφείλει στην Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα χρεώσεις ή δαπάνες....». Σε σχέση με τον τερματισμό των συμφωνιών πολύ κατατοπιστική είναι η υπόθεση Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στην οποία ο σχετικός όρος στην επίδικη Συμφωνία προέβλεπε τα εξής: «
- Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή αλλάς Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζήτηση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπανάς." Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου ότι «το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους.» Αναφέρθηκε ακόμη ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, όπως επισημάνθηκε, στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού «ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.» Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Στην προκειμένη περίπτωση προέκυψε ότι τα δύο επίδικα δάνεια (Δάνειο Α και Δάνειο Β) θα έπρεπε τα μεν δύο να αποπληρωθούν το αργότερο μέχρι την 1/11/2011 το δε τρίτο (Δάνειο Γ) το αργότερο μέχρι την 31/12/
- Αυτά δεν αποπληρώθηκαν μέχρι τότε με αποτέλεσμα να καταστούν πληρωτέα και απαιτητά και η πρωτοφειλέτιδα Εναγόμενη 1 Εταιρεία είχε υποχρέωση να τα εξοφλήσει. Τούτου δοθέντος δεν ήταν καν αναγκαίο να υπάρξει τερματισμός για να στοιχειοθετηθεί η υποχρέωση αποπληρωμής. Για να είναι υπόχρεος ο εγγυητής να καταβάλει το χρέος και συνεπώς να μπορεί να εναχθεί πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Το χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από τον δανειστή προς τον εγγυητή αν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης Εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει[23]. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Με δεδομένο ότι στο ενσωματωμένο στις επίδικες Συμφωνίες Δανείου Εγγυητήριο του Εναγόμενου 2 δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε πρόνοια για υποβολή προς αυτόν απαίτησης για την αποπληρωμή του από την Ενάγουσα Τράπεζα, δεν ήταν αναγκαία η αποστολή οποιωνδήποτε επιστολών τερματισμού είτε προς την πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία, είτε προς τον Εγγυητή[24]. Ανεξαρτήτως, όμως, της πιο πάνω κατάληξης κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού κοινοποιήθηκαν εφόσον στην Υπεράσπιση των Εναγομένων υπάρχει άρνηση παραλαβής της επιστολής τερματισμού (δέστε παράγραφο 22 της Υπεράσπισης). Εν πρώτοις να επισημάνω ότι αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 4 στις Συμβάσεις Δανείου Τεκμήριο 4 (Δάνειο Α) και Τεκμήριο 17 (Δάνειο Β) ο οποίος έχει ως εξής: "Any notice under this agreement may be given in writing to the customer by ordinary mail or by delivery by hand at the address stated hereunder or any new address notified in writing by the customer to the Bank, or at his last known address". Περαιτέρω στη Σύμβαση Δανείου Τεκμήριο 25 (Δάνειο Γ) σχετικός είναι ο όρος 10 ο οποίος έχει ως εξής: «Πάσα ειδοποίησις βάσει του παρόντος εγγράφου δύναται να δοθεί εις τον Χρεώστην, διά συνήθους ταχυδρομείου ή ιδιοχείρως εις την εν τη παρούσή δηλουμένην διεύθυνση ή εις οιανδήποτε νέαν διευθυνσιν ήθελε δώσει ο Χρεώστης προς την Τράπεζαν ή εις την τελευταιαν γνωστήν του διεύθυνσιν.» Όσον αφορά τη Συμφωνία Τεκμήριο 31 που περιέχει τους όρους που διέπουν τη Συμφωνία για χορήγηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό σχετικός είναι ο όρος 14 ο οποίος έχει ως εξής: «Κάθε κοινοποίηση/ειδοποίηση βάσει του παρόντος εγγράφου μπορεί να δοθεί στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή στο χέρι στη διεύθυνση που είναι δηλωμένη εδώ ή σ' οποιαδήποτε διεύθυνση τυχόν δώσει ο πελάτης στην Τράπεζα, ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση». Όσον αφορά το Εγγυητήριο έγγραφο με το οποίο ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πληρωμή του τρεχούμενου λογαριασμού για ποσό που δεν υπερβαίνει το ποσό των 204.000 πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα, Τεκμήριο 35 δυνάμει του όρου 2 του εν λόγω εγγράφου ανέλαβε, μόλις του ζητηθεί, να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο προς την Ενάγουσα σε σχέση με τον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό πλέον τόκους μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση προς ποσοστό επιτοκίου το οποίο ήθελε συμφωνηθεί από καιρού εις καιρό μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και/ή άλλα έξοδα που ήθελε υποστεί η Ενάγουσα σε σχέση με την Πρωτοφειλέτιδα, Εναγόμενη 1 ή την εγγύηση του. Αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 10 του Εγγυητηρίου, Τεκμήριο 35 ο οποίος έχει ως εξής: «Οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει της παρούσας συμφωνίας μπορεί να δοθεί σε μένα ιδιοχείρως ή με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στην παρούσα συμφωνία ή εις οποιαδήποτε νέα διεύθυνση δώσω στην Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή μου διεύθυνση». Όπως κατέθεσε ο Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε, τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και οι επιστολές τερματισμού έχουν σταλεί στους Εναγόμενους χωρίς να επιστραφούν. Επιπλέον επισημαίνεται ότι στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 είναι παραδεκτό ότι παρελήφθησαν οι προειδοποιητικές επιστολές[25]. Επιπλέον απόλυτα σχετική ήταν η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ο οποίος είχε αναλάβει την αποστολή των ως άνω επιστολών στους Εναγόμενους. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του η οποία ήταν απόλυτα θετική και σαφής, αυτός ήταν το άτομο που είχε ετοιμάσει τις εν λόγω επιστολές, τις είχε τοποθετήσει σε φακέλους στους οποίους κατέγραψε το όνομα του παραλήπτη και τη διεύθυνση στην οποία επρόκειτο να σταλούν. Επίσης ο Μ.Ε.2 ήταν το άτομο που παρέδωσε τις πιο πάνω επιστολές στον κλητήρα της Τράπεζας ο οποίος είναι υπεύθυνος κάθε πρωί να παραλαμβάνει όλες τις επιστολές της Τράπεζας που έχουν τοποθετηθεί στο σακίδιο που βρίσκεται σε κάθε τμήμα της Τράπεζας και να τις ταχυδρομεί είτε με ασφαλισμένο ταχυδρομείο, είτε με συνηθισμένο, ανάλογα με το τι γράφει σε κάθε φάκελο. Οι προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 9/11/2011 (Τεκμήρια 46, 48, 50 και 52) στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο, ενώ οι επιστολές τερματισμού ημερ. 7/3/2012 (Τεκμήρια 47, 49, 51 και 53) με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Όπως ξεκάθαρα κατέθεσε ο Μ.Ε.3, έχοντας ελέγξει τους φακέλους των πελατών Εναγόμενης 1 διαπίστωσε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε επιστροφή οποιασδήποτε επιστολής. Εξήγησε δε με απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο ότι, σε περίπτωση επιστροφής οποιασδήποτε από τις επιστολές, αυτή θα επιστρέφετο στην Τράπεζα και το πρωτότυπο που αποστάληκε μαζί με τον φάκελο θα αρχειοθετείτο στο φάκελο του πελάτη, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει γίνει. Στην υπόθεση Barclays Bank Pic κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726, 1733, αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Proof of posting .The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is pnma facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ...." Αφ' ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο[26]. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους 1 και 2 στις ορθές διευθύνσεις και, εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι, όχι μόνο ο Εναγόμενος 2 δεν ανέτρεψε το μαχητό τεκμήριο παραλαβής των επιστολών τερματισμού, αλλά, αντίθετα, στην αντεξέταση του παραδέχτηκε την παραλαβή των επιστολών ημερ. 7/3/2012 αφού παραδέχτηκε ότι η συνάντηση του Απρίλη 2012 είχε γίνει αφότου παραλήφθηκαν οι επιστολές τερματισμού. Το πιο κάτω απόσπασμα από την αντεξέταση του Εναγόμενου 2 είναι σχετικό: «Κα Ανδρέου: Συμφωνείτε επίσης μαζί μου ότι η συνάντηση του Απριλίου του 2012 έγινε αφού τερματίστηκαν οι πιστωτικές διευκολύνσεις, σωστά; A. Μάλιστα. E. Είχετε ήδη παραλάβει τις επιστολές τερματισμού; A. Μάλιστα. Είχαμε μεταφερθεί στο Τμήμα Ανάκτησης. Διαφορετικό τμήμα της τράπεζας με το οποίο είχα επαφές». Δ. Οφειλόμενο υπόλοιπο Στην Υπεράσπιση τους μέσω των παραγράφων 10, 19, 28, 35 και 44Α οι Εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους 8, 16, 24 και 33 της Έκθεσης Απαίτησης οι οποίες αναφέρονται στα οφειλόμενα υπόλοιπα των τριών λογαριασμών δανείου καθώς και του τρεχούμενου λογαριασμού. Ανάμεσα λοιπόν στα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη των διεκδικούμενων υπολοίπων. Για το σκοπό αυτό η πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε Καταστάσεις Λογαριασμού ως ακολούθως: ð Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση με αριθμό λογαριασμού XXXXX7824 (Δάνειο Α) το Τεκμήριο
- ð Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση με αριθμό λογαριασμού XXXXX8413 (Δάνειο Β) το Τεκμήριο
- ð Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση με αριθμό λογαριασμού XXXXX1082 (Δάνειο Γ) το Τεκμήριο
- ð Αναφορικά με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό XXXXX9153 το Τεκμήριο
- Σε σχέση με τον Τρεχούμενο Λογαριασμό επισημαίνεται ότι σε κατοπινό στάδιο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού την 31/12/2015 ανερχόταν σε €208.272,01 σεντ πλέον τόκο προς 8,5% επί του ιδίου ποσού από 1/1/2016 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Οι πιο πάνω Καταστάσεις Λογαριασμού Τεκμήρια 54 - 55, οι οποίες κατατέθηκαν από τον Μ.Ε.1 κατά το στάδιο της αντεξέτασης του αμφισβητήθηκαν μόνο σε ό,τι αφορά τις τραπεζικές χρεώσεις που υπήρχαν σε αυτές. Περαιτέρω τέθηκε στον Μ.Ε.1 η θέση της Υπεράσπισης ότι παρανόμως η Τράπεζα υπολόγιζε τον τόκο με διαιρέτη 360 ημέρες αντί 365, ενώ αμφισβητήθηκε και το δικαίωμα χρέωσης τόκου υπερημερίας. Σε κατοπινό στάδιο της ακρόασης η πλευρά της Ενάγουσας Τράπεζας μέσω του Μ.Ε.4 παρουσίασε αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού αναφορικά με τις τρεις Δανειακές Συμβάσεις στις οποίες περιλαμβάνονταν οι αναλήψεις του κάθε δανείου, πιστώσεις καθώς και χρεώσεις τόκων ενώ αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις εξόδων, προμήθειας ή τραπεζικών δικαιωμάτων. Να επισημάνω εδώ ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικές υποθέσεις είναι η Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Οι εν λόγω Καταστάσεις Λογαριασμού (οι αναδομημένες) κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 60, 61 και 62 ως ακολούθως: · Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση με αριθμό λογαριασμού XXXXX7824 το Τεκμήριο
- · Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση με αριθμό λογαριασμού XXXXX8413 το Τεκμήριο
- · Αναφορικά με τη Δανειακή Σύμβαση με αριθμό λογαριασμού XXXXX1082 το Τεκμήριο
- Επισημαίνεται ότι ο Μ.Ε.4 κατέθεσε στη συνέχεια νέα αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού σε σχέση με τον εν λόγω λογαριασμό αφού διαπίστωσε κάποιο λάθος σε σχέση με την ημερομηνία κατάθεσης μιας πίστωσης προσαρμόζοντας του τόκους ανάλογα προς όφελος των Εναγομένων. Πρόκειται για το Τεκμήριο 64[27]. Οι Καταστάσεις Λογαριασμού που οι εν λόγω μάρτυρες παρουσίασαν, ο μεν Μ.Ε.1 τις αρχικές χωρίς αφαίρεση οποιωνδήποτε χρεώσεων και ο δε Μ.Ε.4 τις Αναδομημένες Καταστάσεις στις οποίες είχαν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις που υπήρχαν, έγιναν αποδεκτές δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ.9, η αποδεικτική αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Συνοδεύονται οι πιο πάνω Καταστάσεις με Πιστοποιητικά τα οποία είναι υπογεγραμμένα, τα μεν Τεκμήρια 54, 55 και 56 από τον Μ.Ε.1, τα δε Τεκμήρια 60, 61, 62 και 64 από τον Μ.Ε.
- Τα Πιστοποιητικά διαβεβαιώνουν ότι οι παρουσιασθείσες Καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποτελούν απόσπασμα του Ηλεκτρονικού Αρχείου της Τράπεζας. Οι μάρτυρες Μ.Ε.1 και Μ.Ε.4 αναφέρουν ότι είναι αρμόδιοι υπάλληλοι της Ενάγουσας Τράπεζας σε σχέση με το Ηλεκτρονικό Αρχείο της Τράπεζας στο οποίο έχουν δυνατότητα άμεσης πρόσβασης. Αναφέρουν, επίσης, ότι έχουν ελέγξει τις καταχωρήσεις που περιέχουν οι επισυνημμένες Καταστάσεις Λογαριασμού και βεβαιώνουν ότι συνάδουν πλήρως με τις αρχικές καταχωρήσεις του Ηλεκτρονικού Αρχείου της Τράπεζας. Ικανοποιούνται, συνεπώς, οι προϋποθέσεις του Άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και. Συνιστούν, επομένως, οι Καταστάσεις αποδεικτικό στοιχείο των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν, η αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Η αποτίμηση αυτή ασκείται δικαστικά και συνυπολογίζονται όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου[28]. Στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία αμφισβήτηση έγινε είτε αναφορικά με την ανάληψη των ποσών των δανείων, είτε αναφορικά με τα ποσά που καταβλήθηκαν έναντι. Με άλλα λόγια δεν προβλήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου 2 ότι δεν έγιναν οι αναλήψεις ή οι μεταφορές που αναφέρονται στις Καταστάσεις Λογαριασμών ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν είτε στο λογαριασμό των επίδικων Δανείων είτε στον τρεχούμενο λογαριασμό[29]. Η αμφισβήτηση που υπήρξε ήταν καθόσον αφορά τις αρχικές Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήρια 54 - 57) σε σχέση με τις διάφορες τραπεζικές χρεώσεις πλην των τόκων, ενώ σε ό,τι αφορά τόσο τις αρχικές Καταστάσεις όσο και τις αναδομημένες υπήρξε αμφισβήτηση σε σχέση με τη χρήση από πλευράς της Ενάγουσας Τράπεζας του διαιρέτη 360 ημερών αντί 365 για σκοπούς υπολογισμού του τόκου καθώς και σε σχέση με το κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούτο να απαιτεί την πληρωμή τόκου υπερημερίας. Βασικά, η θέση της Υπεράσπισης συνίστατο στο ότι τόσο ο υπολογισμός των τόκων με διαιρέτη 360 ημερών όσο και η συμπερίληψη τόκου υπερημερίας επέφεραν λανθασμένα χρεωστικά υπόλοιπα. Με δεδομένο ότι πλέον στις αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήρια 60, 61, 62 και 64) δεν περιλαμβάνονται χρεώσεις εξόδων η σχετικότητα της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 περιορίζεται ουσιαστικά στην καταγραφή: (α) της διαφοράς των τόκων που χρεώθηκαν στη βάση του διαιρέτη 360 αντί 365 και (β) του συνόλου του τόκου υπερημερίας που χρεώθηκε από 7/3/2012. Κατ΄επέκταση ό,τι αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο 2 σε ό,τι αφορά τις Καταστάσεις Λογαριασμού Τεκμήρια 60, 61, 62 και 64 είναι : i. Οι χρεώσεις που προκύπτουν από τη χρήση διαιρέτη 360 ημερών και ii. Η χρέωση τόκου υπερημερίας. Διαιρέτης 360 ημερών Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 ο διαιρέτης που χρησιμοποιήθηκε για την ετοιμασία των αναδομημένων Καταστάσεων ήταν μέχρι τον Απρίλιο του 2015 ο διαιρέτης των 360 ημερών και, από τον Απρίλιο του 2015 και εντεύθεν, κατόπιν πρωτοβουλίας της Ενάγουσας Τράπεζας, χρησιμοποιήθηκε ο διαιρέτης των 365 ημερών. Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι σε όλες τις επίδικες Συμφωνίες παρείχετο συμβατικά πρόνοια για τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών. Ειδικότερα: ▬ Στη Δανειακή Σύμβαση (Δάνειο Α) με αρ. λογαριασμού XXXXX7824 (Τεκμήριο 4) σχετικός είναι ο όρος 4(a), ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: ".[..] Interest will be on daily balances and in calculating the interest the number of days of each month shall be taken as the case may be, but the financial year shall be computed at the fixed divisor of 360 days. Provided that the Bank may appropriate any payments made against the loan from time to time first in full and partial payment of any interest accrued to the date the payment is made, commission and ledger fees, and the remaining balance (if any) against the capital". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) ▬ Στη Δανειακή Σύμβαση (Δάνειο Β) με αρ. λογαριασμού XXXXX8413 (Τεκμήριο 17) σχετικός είναι ο όρος 4(a), ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: " [..]Interest will be on daily balances and in calculating the interest the number of days of each month shall be taken as the case may be, but the financial year shall be computed at the fixed divisor of 360 days. Provided that the Bank may appropriate any payments made against the loan from time to time first in full and partial payment of any interest accrued to the date the payment is made, commission and ledger fees, and the remaining balance (if any) against the capital". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) ▬ Στη Δανειακή Σύμβαση (Δάνειο Γ) με αρ. λογαριασμού XXXXX1082 (Τεκμήριο 25) σχετικός είναι ο όρος 4, ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: « .[..] Ο τόκος υπολογίζεται επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και για υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Νοείται ότι η Τράπεζα θα δικαιούται να καταλογίζει τα ποσά που κατατίθενται κάθε φορά έναντι του δανείου πρώτον προς εξόφληση ή μερική εξόφληση των δεδουλευμένων τόκων μέχρι την ημερομηνία της κατάθεσης, προμηθειών και δικαιωμάτων, και τυχόν υπόλοιπο έναντι του κεφαλαίου [..]». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) ▬ Στη Συμφωνία ημερ. 18/4/2005 (Τεκμήριο 31-Τρεχούμενος Λογαριασμός) στην οποία καταγράφονται οι όροι που διέπουν την χορήγηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ. 100.000 (Τεκμήριο 3) σχετικός είναι ο όρος 2 ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «.[..] Ό τόκος υπολογίζεται επί ημερησίων χρεωστικών' υπολοίπων και για υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες.[..]». ( Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Ζαρτάρ Παχατουριάν ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 322, το Δικαστήριο εξέτασε σχετικό όρο υπολογισμού τόκου πανομοιότυπο με αυτόν που περιλαμβάνετο στις επίδικες Συμφωνίες ο οποίος, όπως αναφέρεται στη σελ. 326 της εν λόγω Απόφασης είχε ως εξής: «Προς υπολογισμό του τόκου θα λογίζονται οι μήνες προς όσας έκαστος τούτων έχει ημέρας, προς εύρεση δε του τόκου θα λαμβάνεται ως διαιρέτη το εκ 360 ημερών εμπορικόν έτος». Τόσο το Πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο δεν θεώρησαν τον όρο αυτό ως επιλήψιμο. Στην υπόθεση Archbold Investments Ltdκ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084 υπήρχε επίσης πρόνοια περί τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος των 360 ημερών και το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο τρόπος υπολογισμού του τόκου επί 360 ημερών αντί 365 δεν οδηγούσε σε χρέωση πέραν του 9%. Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Archbold (ανωτέρω) διαλαμβάνετο τόκος 8,5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας και 9% από τον τερματισμό της Συμφωνίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η χρέωση τόκου με τον πιο πάνω τρόπο υπολογισμού δεν υπερέβαινε το 8,5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω αυτός ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, ήτοι με διαιρέτη 360 ημερών, ο οποίος οδηγεί σε χρέωση μεγαλύτερου ποσού τόκου, είναι επιτρεπτός στην έκταση που δεν οδηγεί σε χρέωση πέραν του επιτρεπόμενου ποσοστού επιτοκίου. Στην προκειμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εφόσον στις επίδικες Συμφωνίες Δανείων τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, Νόμος 160(Ι)/99, ο οποίος κατήργησε τον περί Τόκου Νόμο του 1977, Ν.2(Ι)/1997 και τους περιορισμούς που υπήρχαν σε διάφορα θέματα όπως το ανώτατο επιτόκιο και το θέμα του ανατοκισμού. Με άλλα λόγια, στις επίδικες Συμφωνίες δεν ισχύει οποιοσδήποτε περιορισμός στη χρέωση του τόκου όπως ίσχυε στην περίπτωση Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ.1) 1011 1 Α.Α.Δ. 253, όπου τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του τότε σε ισχύ περί Τόκου Νόμου και η χρέωση με διαιρέτη 360 ημέρες οδήγησε σε χρέωση τόκου που υπερέβαινε το τότε μέγιστο επιτρεπόμενο επιτόκιο του 9%. Στη βάση των πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επιβολή τόκου στους λογαριασμούς δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού με τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών, όπως προνοείται στις σχετικές Συμφωνίες, δεν οδήγησε σε παράνομες χρεώσεις τόκων. Τόκος Υπερημερίας Η Ενάγουσα Τράπεζα δεν διεκδικεί το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας που αναφέρεται στην Αγωγή. Διεκδικεί επιτόκιο υπερημερίας 2% τόσο για τα χρεωστικά υπόλοιπα δανείων όσο και αυτό του τρεχούμενου λογαριασμού. Για το Δάνειο Α, Τεκμήριο 4 (XXXXX7824), περιορίζεται σε συνολικό επιτόκιο 8% (1% βασικό + 5% περιθώριο + 2% τόκος υπερημερίας). Για το Δάνειο Β, Τεκμήριο 17 (XXXXX8413), περιορίζεται, επίσης, σε επιτόκιο 8% (1% βασικό + 5% περιθώριο + 2% τόκος υπερημερίας). Για το Δάνειο Γ, Τεκμήριο 25 (XXXXX1082), περιορίζεται σε συνολικό επιτόκιο 8,5% (4,75% βασικό + 1,75% περιθώριο + 2% τόκος υπερημερίας). Για τον Τρεχούμενο Λογαριασμό, Τεκμήριο 31, περιορίζεται, επίσης, σε συνολικό επιτόκιο 8,5% (4,75% βασικό + 1,75% περιθώριο + 2% τόκος υπερημερίας). Σε σχέση με το Δάνειο Α και Δάνειο Β σχετικός είναι ο όρος 4 του Τεκμηρίου 4, ο οποίος έχει ως εξής: "In any amount payable in respect of this agreement is not paid when due (including any amount payable under this clause), the customer shall pay interest at the default rate from the date on which the amount was due until it is paid to the Bank. The default rate shall be determined by the Bank and will be communicated to the Customer and will be a percentage per annum higher than the rate of interest that would normally apply". Σε σχέση με το Δάνειο Γ σχετικός ο όρος 4 του Τεκμηρίου 25, ο οποίος έχει ως εξής: «Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, (συμπεριλαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο Χρέωστης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας ετησίως («Τόκος Υπερημερίας») από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης». Όπως προκύπτει τόσο από τον όρο 4 του Τεκμηρίου 4 όσο και από τον όρο 4 του Τεκμηρίου 25, δεν αναφέρεται συγκεκριμένο ποσοστό επιτοκίου υπερημερίας παρά μόνο ότι τόκος υπερημερίας θα χρεωνόταν επί οποιουδήποτε ποσού που θα καθίστατο πληρωτέο και δεν πληρωνόταν την ημερομηνία που καθίστατο πληρωτέο. Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 6 και 7 το ύψος του τόκου υπερημερίας συμφωνήθηκε στο ποσοστό του 5,25%. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 6 προνοούνται τα εξής αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας: «Σε περίπτωση υπερβάσεων/καθυστερήσεων στους τρεχούμενους λογαριασμούς/ δάνεια σας, οι τρεχούμενοι λογαριασμοί/δάνεια σας θα επιβαρύνονται επιπρόσθετα του Συνολικού Επιτοκίου και με τόκο υπερημερίας εκ 5,25% επί του ποσού υπέρβασης/καθυστερήσεων». Επίσης στο Τεκμήριο 7 προνοούνται τα εξής: «Σε περίπτωση καθυστερήσεων/υπερβάσεων στους τρεχούμενους λογαριασμούς/δάνεια σας, αυτοί θα επιβαρύνονται επιπρόσθετα του συνολικού επιτοκίου και με τόκο υπερημερίας εκ 5,25% επί του ποσού υπέρβασης/ καθυστερήσεων. Με το ίδιο ποσοστό τόκου υπερημερίας θα επιβαρύνονται και τυχόν υφιστάμενες υποχρεώσεις σας». Επομένως, ήταν συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας να χρεώνει με επιτόκιο υπερημερίας το χρεωστικό υπόλοιπο των επίδικων δανείων όταν αυτό καθίστατο πληρωτέο. Για το υπό εξέταση ζήτημα σχετικό είναι το Άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης χου Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Νόμος 160(Ι)/1999 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «(Ια) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιοσδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η επίδικη Σύμβαση έχει τερματιστεί στις 7/3/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(α) του Άρθρου 3 ανωτέρω. Τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(β) του ίδιου Άρθρου. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, η επιβολή τόκου υπερημερίας καθώς και το ύψος του προνοείτο ρητά στις επίδικες Συμφωνίες. Αποτελούσε με άλλα λόγια συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας η χρέωση επιτοκίου υπερημερίας. Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010 ημερ. 8/7/2014 επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% λόγω του ότι προβλέπετο στη σχετική Συμφωνία το συγκεκριμένο ποσοστό. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Ιωαννίδης (ανωτέρω): «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν ότι η συμφωνία ορθά ερμηνευόμενη δεν επέτρεπε στους Εφεσιβλήτους να χρεώνουν επιβάρυνση 3% επί του δανείου. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι μια τέτοια επιβάρυνση αντίκειται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), καθώς και στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Τέλος θεωρούν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρερμήνευσε τα αποφασισθέντα στη Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων απαντάται από την ίδια τη Συμφωνία ημερ. 12.8.2004 (Τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα από τον όρο Δ΄ ο οποίος αφορά σε «Προμήθειες/ Επιβαρύνσεις-Τραπεζικά Δικαιώματα». Η υποπαράγραφος (γ) του όρου Δ΄ προβλέπει ότι:- «(γ) Σε περίπτωση τυχόν υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% (Τρία τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού.» Επομένως είναι εντελώς ανεδαφικός ο ισχυρισμός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν εξουσία να επιβάλουν μια τέτοια χρέωση». Στην υπό εξέταση περίπτωση καταλήγω ότι η Ενάγουσα Τράπεζα δικαιούται στη διεκδίκηση τόκου υπερημερίας 2% εφόσον στις επίδικες Συμφωνίες Δανείου η επιβολή τέτοιου διαλαμβάνετο σε αυτές (αν και σε υψηλότερο ποσοστό τόκου υπερημερίας). Ε. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί εκδίδεται: (Ι) Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (Α) €3.033.196,34 σεντ πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί ποσού €2.932.914,76 σεντ από 5/6/2018 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, (Β) €792.724,57 σεντ πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί ποσού €766.516,02 σεντ από 5/6/2018 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, (Γ) €829.588,37 σεντ πλέον τόκο προς 8,50% ετησίως επί ποσού €796.833,30 σεντ από 26/6/2018 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. (Δ) €208.272,01 σεντ πλέον τόκο προς 8,5% επί ποσού €208.272,01 σεντ από 1/1/2016 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. (ΙΙ) Διατάγματα εκποίησης των Υποθηκών Υ1854/05 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, Υ3112/05 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και Υ3912/06 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της Εναγόμενης 1 που αναφέρεται στην παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης έναντι και/ή προς ικανοποίηση των δια των Υποθηκών εξασφαλισμένων υποχρεώσεων μετά τόκων και εξόδων. (ΙΙΙ) Αναγνωριστική Απόφαση ότι η Ενάγουσα δικαιούται να ασκήσει με νέα Αγωγή όλα τα δικαιώματα της που κατέχει και/ή πηγάζουν από τις πρόνοιες των εγγράφων εκχώρησης ημερ. 6/5/2005 και/ή πιο πάνω αναφερόμενων πωλητηρίων εγγράφων. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε παράγραφο 34 της Έκθεσης Απαίτησης. [2] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [3] Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [4] Δέστε παράγραφο 2Γ της Υπεράσπισης: «Γ. Η ανωτέρω συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών αποτελούσε συνήθης πρακτική και οι Ενάγοντες λάμβαναν κατά διαστήματα διάφορα ποσά από την πώληση ακινήτων τόσο από την εταιρεία RW RBCH LTD όσο και από ανεξάρτητους αγοραστές. Ειδικότερα όταν οι Εναγόμενοι 1 δεν πωλούσαν ακίνητα τότε οι Ενάγοντες προέβαιναν στην έγκριση δανείου για την εταιρεία RW RBCH LTD προκειμένου να αγοράσει ακίνητα από τους Εναγόμενους 1 και μ' αυτό τον τρόπο πληρώνονται τα δάνεια των Εναγόμενων 1». [5] Δέστε παράγραφο 14 του Εγγράφου 5: «Μάρτυρας: Εν τω μεταξύ όσον αφορά τον τρόπο αποπληρωμής των αναφερόμενων Συμφωνιών Δανείων η Ενάγουσα συμφώνησε με την Εναγόμενη 1 όπως η Εναγόμενη 1 με κάθε πώληση κατοικίας στην οποία θα προέβαινε θα αφαιρείτο το ποσό των εξόδων τα οποία προέκυπταν από κάθε πώληση (έξοδα ολοκλήρωσης ανέγερσης της κατοικίας, δικηγορικά έξοδα, κτηματομεσιτικά έξοδα κ.τ.λ.) και ακολούθως το υπόλοιπο ποσό θα καταβαλλόταν στην Ενάγουσα προς εξόφληση των ως άνω αναφερόμενων δανείων, γεγονός το οποίο έπραττε η Εναγόμενη 1 και προς τούτο η Ενάγουσα παρέτεινε τον χρόνο εξόφλησης των αναφερόμενων Συμφωνιών Δανείου και η Εναγόμενη 1 ήταν συμμορφωμένη απέναντι στις υποχρεώσεις της έναντι της Ενάγουσας μέχρι και το τέλος του 2010». [6]Δέστε παράγραφο 22 του Εγγράφου 5: Μάρτυρας: Σημειώνω ότι η πρακτική η οποία ακολουθείτο από την ημερομηνία σύναψης της επίδικης δανειακής Σύμβασης μέχρι και τα τέλη του 2010 ήταν ότι μόλις έληγε ο χρόνος αποπληρωμής των δανειακών Συμβάσεων προχωρούσαν και τα δύο μέρη στην ανανέωση τους αφού η Εναγόμενη 1 από την κάθε πώληση κατοικίας κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό που λάμβανε από την πώληση της κατοικίας αφαιρουμένων των εξόδων τα οποία προέκυπταν από την πώληση ως περιγράφω ανωτέρω. Να σημειώσω ότι η πρακτική αυτή ξεκίνησε από το 2005 και συνεχίστηκε μέχρι και το τέλος του 2010 και ουδέποτε η Εναγόμενη 1 παρέκκλινε της Συμφωνίας και της πρακτικής που ακολουθούσε με την Ενάγουσα και ήταν πλήρως συμμορφωμένη απέναντι στην Ενάγουσα. Δέστε παράγραφο 23 του Εγγράφου 5: «Η Εναγόμενη 1 δεν ήταν σε θέση να καταβάλει από δικά της κεφάλαια τα έξοδα τα οποία θα προέκυπταν από την κάθε πώληση κατοικίας και κατ' επέκταση δεν θα ήταν σε θέση να προβαίνει σε πώληση των κατοικιών με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταπεξέλθει έναντι των υποχρεώσεων της προς την Ενάγουσα». [7] Δέστε Τεκμήριο 3, 3η σελίδα (κάτω από τον τίτλο Λοιποί όροι και Προϋποθέσεις): «Αποσύρσεις από το δάνειο να επιτραπούν με την παρουσίαση και εκχώρηση τουλάχιστον δύο
(2)αγοραπωλητηρίων συμβολαίων (πέραν των τριών κατοικιών που θα αγοραστούν από εταιρίες του Russel Wilson)..». [8] Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από τα πρακτικά(κυρίως εξέταση Μ.Ε.3): Ε. Το 2010 φαίνεται ότι έγιναν, να σας παραπέμψω στο Τεκμήριο 54, που είναι το δάνειο, statement δανείου, του 007824 και βλέπουμε ότι υπάρχουν πληρωμές. 30/06/2010, δύο πληρωμές 50.000 ευρώ και 95.000 ευρώ και είναι η θέση της άλλης πλευράς ότι ήταν από πώληση κατοικίας, από αγορά, φαίνεται να είναι καταθέσεις από πώληση κατοικίας στην Royal Bay Care Homes Ltd. Εσείς έχετε οποιανδήποτε ανάμειξη στο πού θα κατατεθούν τα λεφτά και πώς σαν λειτουργός εξυπηρέτησης; A. Όχι. Ήταν απόφαση της εν λόγω εταιρείας που θα καταθέσει τα λεφτά της. Της Royal Bay Care Homes Ltd.» [9] Δέστε παραγράφους 6-13 του Εγγράφου
- [10] Δέστε, επίσης, παράγραφο 5 της Υπεράσπισης όπου γίνεται παραδοχή της σύναψης της επίδικης δανειακής Σύμβασης. [11] Δέστε παράγραφο 5 της Υπεράσπισης. [12] Δέστε παράγραφο 8 της Υπεράσπισης. [13] Δέστε παράγραφο 11 της Υπεράσπισης. [14] Δέστε παράγραφο 5 της Υπεράσπισης. [15] Δέστε, επίσης, παράγραφο 14 της Υπεράσπισης όπου γίνεται παραδοχή της σύναψης της επίδικης δανειακής Σύμβασης και των παρατάσεων του χρόνου εξόφλησης. [16] Δέστε παράγραφο 20 της Υπεράσπισης όπου γίνεται παραδοχή της σύναψης της Εγγύησης από τον Εναγόμενο
- [17] Δέστε παράγραφο 14 Υπεράσπισης. [18] Δέστε παράγραφο 17 Υπεράσπισης. [19] Δέστε παράγραφο 22 της Υπεράσπισης όπου γίνεται παραδοχή της σύναψης της επίδικης δανειακής Σύμβασης. [20]Δέστε παράγραφο 29 της Υπεράσπισης όπου γίνεται παραδοχή της σύναψης της Εγγύησης από τον Εναγόμενο
- [21] Δέστε παράγραφο 31 της Υπεράσπισης όπου γίνεται παραδεκτή η σύναψη συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό καθώς και οι αυξομειώσεις που ακολούθησαν. [22] Δέστε Τεκμήρια 4, 17 και
- [23] Δέστε Savvides ν. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303 και Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ.
- [24] Δέστε "Guarantee given for a specific amount" στο Τεκμήριο 4, "Guarantee given for a specific amount" στο Τεκμήριο 17 και «Εγγυητήριο για περιορισμένο ποσό» στο Τεκμήριο
- [25] Δέστε παραγράφους 12, 21, 30 και 37 της Υπεράσπισης. [26] Δέστε, επίσης, Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/
- [27] Δέστε πρακτικά ημερ. 27/6/
- [28] Δέστε Άρθρο 35
(1)του Κεφ.9. [29] Δέστε Π. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company LTD
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Χρήστος Θεοδώρου v. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο