← Κύπρος

Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί Εργολάβοι Λτδ κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 816/2019, 9/7/2019

Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί Εργολάβοι Λτδ κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 816/2019, 9/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 816/2019 Μεταξύ:

  1. Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί Εργολάβοι Λτδ Ενάγοντας και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενη _____________________________________________________________________ Μονομερής Αίτηση ημερ. 28/6/2019 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερ. 9 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Π. Βορκάς για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ε. Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Από Έδρας) Εισαγωγή Με Κλητήριο Γενικά Οπισθογραφημένο, που η Ενάγουσα Εταιρεία καταχώρησε στις 28/6/2019, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α) Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι η παραχωρηθείσα από τους Ενάγοντες προς τους Εναγομένους υποθήκη υπ΄ αρ. Υ2068/1995 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας ύψους Ευρώ 103.727,03 (Λ.Κ.60.000,00) έχει πλήρως εξοφληθεί. (Β) Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι το μέγιστο ποσό τόκου το οποίο οι Εναγόμενοι δικαιούντο και / ή νομιμοποιούντο να εισπράξουν δυνάμει της παραχωρηθείσας σε αυτούς από τους Ενάγοντες υποθήκης υπ΄ αρ. Υ2068/1995 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της εν λόγω υποθήκης. (Γ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ειδοποιήσεις των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες ημερ. 4/10/2018 στον Τύπου Ι και 22/01/2018 στον Τύπο ΙΑ δυνάμει των άρθρων 44Β και 44Γ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965 μέχρι το 2014, διά την είσπραξη από αυτούς οποιουδήποτε ποσού δυνάμει της υποθήκης υπ΄ αρ. Υ2068/95 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας διά της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου των Εναγόντων υπ΄ αρ. εγγραφής 1/3X4, Φ/Σχ 40-XXX,1 τεμάχιο 3X7, οικόπεδο, μερίδιο το όλον είναι παράνομες και συνεπώς άκυρες και/ή άνευ νομικού αποτελέσματος αφού ουδέποτε παρεδόθησαν σε αυτούς. (Δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παράνομα προωθούν την διαδικασία πλειστηριασμού της Υποθηκης αρ. Υ2068/1995 αφού ουδέποτε παρέδωσαν σε αυτούς την ειδοποίηση στον Τύπο ΙΒ δυνάμει των προνοιών του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 (Ν.) (Ε) Αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου δια της οποίας να δηλώνεται πως η παραχωρηθείσα από τους Ενάγοντες υποθήκη υπ΄ αρ. Υ2068/1995 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας κατέστη άκυρη. (ΣΤ) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσονται οι Εναγόμενοι, οι διευθυντές και οι υπάλληλοι αυτής όπως προβούν αμέσως στην εξάλειψη της Υποθήκης 2068/
  2. (Ζ) Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. (Η) Νόμιμος Τόκος. (Θ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος η Ενάγουσα Εταιρεία καταχώρησε μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσε προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους τους να προβούν σε πλειστηριασμό με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 9/65 και/ή στην πώληση δια πλειστηριασμού του ακινήτου της Ενάγουσας με αρ. εγγραφής 1/3X4, Φ/Σχ 40-XXX1, Τμήμα 1, Τεμάχιο 3X7, Ενορία Σωτήρος στο Δήμο Λάρνακας μέχρι την ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε την Αίτηση, και αφού μεσολάβησε η καταχώρηση Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ. 4/7/2019, ενέκρινε την Αίτηση στις 4/7/2019 εκδίδοντας το επιζητούμενο Προσωρινό Διάταγμα, το οποίο όρισε επιστρεπτέο στις 9/7/
  3. Μεσολάβησε στις 8/7/2019 καταχώρηση Ένστασης από την Εναγόμενη Τράπεζα, η οποία συνοδεύεται με Ένορκη Δήλωση του XXXX Στυλιανού. Στην εν λόγω Ένσταση προβάλλονται σωρεία λόγων ένστασης, μεταξύ των οποίων και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι η Αιτήτρια δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή παρέλειψε να αποκαλύψει τα πραγματικά και ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης και/ή απουσία του κατεπείγοντος, καθώς και ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τα ζητήματα που εγείρονται από την Αιτήτρια στην παρούσα Αγωγή. Λόγω του ασφυχτικού χρονοδιαγράμματος ένεκα του ότι ο επίδικος πλειστηριασμός στην προκειμένη περίπτωση είναι ορισμένος αύριο 10/7/2019 στις 09:00, το Δικαστήριο προχώρησε σήμερα στην εκδίκαση της παρούσας Αίτησης και άκουσε τους συνηγόρους των διαδίκων οι οποίοι αγόρευσαν, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Νομική πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο στις προφορικές τους αγορεύσεις θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32

(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Το Στοιχείο του Κατεπείγοντος Πριν το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6. Όπως έχει νομολογηθεί το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στο μονομερές στάδιο της Αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ.6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ 1475[6], η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179:- "Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η πιο πάνω ανάγκη διατυπώνεται με διαφορετικά, αλλά με την ίδια ουσία, λόγια στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω) όπου παρατηρείται ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί». Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- "... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα. κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επίσης στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν. Coward
(2013)1 A.A.Δ. 78, τονίστηκε ότι παροχή θεραπείας χωρίς να ακουστεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται, δικαιολογείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Η Εναγόμενη Τράπεζα, μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλείται για σκοπούς ακύρωσης του μονομερώς εκδοθέντος Προσωρινού Διατάγματος, είναι αυτός που αφορά την από πλευράς της Ενάγουσας μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτείτο την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Μάλιστα, οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν ένα από τους κύριους άξονες των θέσεων του. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού Διατάγματος να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι κατά το στάδιο της έκδοσης του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία ενδεχομένως να επηρέασε το Δικαστήριο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[7]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602[8]: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... .................. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. ..... Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τονίστηκε ότι η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως (uberrima fides) επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση[9]. Στην υπόθεση Larissa (αρ. 2) (πιο πάνω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89, 94[10] σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1460 ως ακολούθως: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό... Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας....». Στη βάση των πιο πάνω θεμελιωμένων και πάγιων αρχών καθίσταται επιβεβλημένη η εξέταση προκαταρκτικά των ισχυρισμών της Εναγόμενης/ Καθ΄ ης η Αίτηση περί μη αποκάλυψης και / ή απόκρυψης. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί στη βάση των πιο κάτω θεματικών ενοτήτων. Παράγραφος 12(α) της Ένορκης Δήλωσης Γ. Γεωργίου Στην παράγραφο12(α) της Ε.Δ. Γ. Γεωργίου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη ουδέποτε επέδωσε στην Ενάγουσα τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ και ότι, αντί αυτού, την παρέδωσε στη μητέρα του ομνύοντα με λάθος στον αναφερόμενο αποδέκτη την XXXXX Κυπριανού. Η πλευρά της Εναγόμενης επισημαίνει ότι η επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και Τύπου ΙΑ έγιναν στην XXXXX Κυπριανού ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της Ενάγουσας/Αιτήτριας και όχι εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Προσεκτική εξέταση των επισυνημμένων στην Ε.Δ. Γεωργίου Τεκμηρίων 5 και 6, που αφορούν τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ, επιβεβαιώνει την επισήμανση που έκανε η πλευρά της Εναγόμενης, ότι, δηλαδή, οι εν λόγω Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ απευθύνονται στην XXXXX Κυπριανού και σε καμία περίπτωση δεν απευθύνονται στην Ενάγουσα Εταιρεία. Κατά συνέπεια η αναφορά στην παράγραφο 12 (α) ότι αντί η Εναγόμενη να επιδώσει στην Ενάγουσα τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ τις παρέδωσε στη μητέρα του ομνύοντα, διαπιστώνεται ότι όντως είναι παραπλανητική εφόσον οι επισυναπτόμενες ως Τεκμήρια 5 και 6 Ειδοποιήσεις δεν απευθύνονται στην Ενάγουσα. Η δε εικόνα η οποία δόθηκε στο Δικαστήριο μέσω της παραγράφου 12(α) της Ένορκης Δήλωσης Γεωργίου ήταν παραπλανητική. Επαναλαμβάνω η εντύπωση που δόθηκε ήταν ότι οι Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ, οι οποίες απευθύνονταν στην Ενάγουσα, παραδόθηκαν αντί στην Ενάγουσα στη μητέρα του ομνύοντα η οποία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 12(α), πρόκειται για υπερήλικα άτομο με αρκετά προβλήματα υγείας. Παράλειψη καθορισμού ημερομηνίας στις παραγράφους 9 και 10 της Ε.Δ. Γεωργίου. Στις παραγράφους 9 και 10 ο ομνύοντας Γεωργίου, αφού προηγουμένως αναφέρθηκε στο τί είχε γίνει στις 10/6/2019 και την ανακοίνωση που του έτυχε αναφορικά με τον πλειστηριασμό της 10/7/2019, στις επόμενες παραγράφους αναφέρεται στις ενέργειες που έκαμε στη συνέχεια, ήτοι την επίσκεψη του στους δικηγόρους της Ενάγουσας καθώς και την επίσκεψη του στη μητέρα του. Είναι γεγονός ότι τόσο στην παράγραφο 9 όσο και στην παράγραφο 10 ουδεμία αναφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία γίνεται με αποτέλεσμα να μένει μετέωρο το ζήτημα αναφορικά με το κατά πόσο, τελικώς, παρείχετο η ευχέρεια από πλευράς της Ενάγουσας να αποταθεί ενωρίτερα με την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του ότι διασυνδέεται με το στοιχείο του κατεπείγοντος και την υποχρέωση που τίθεται στον προσφεύγοντα μονομερώς να δικαιολογήσει επαρκώς την επιλογή του να καταχωρήσει μονομερή Αίτηση, ήτοι δίδοντας ικανοποιητικά και επαρκή στοιχεία σε σχέση με το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η μη αναφορά, ωστόσο, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και/ή η παράλειψη καθορισμού αυτών των ημερομηνιών, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η Αίτηση αυτή κατεχωρήθη μόλις λίγες μέρες πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένος ο πλειστηριασμός, ήτοι στις 28/6/2019, είχε ως αποτέλεσμα να μη δοθεί στο Δικαστήριο η πλήρης εικόνα αναφορικά με το στοιχείο του κατεπείγοντος. Η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία διότι, όπως έχει νομολογηθεί, η ύπαρξη του στοιχείου του κατεπείγοντος δεν μπορεί να κριθεί από το στάδιο που ένας Αιτητής επιλέγει να καταχωρήσει τη μονομερή του Αίτηση, θέτοντας, δηλαδή, το Δικαστήριο προ τετελεσμένων γεγονότων. Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι η αναφορά σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ήταν στοιχείο το οποίο, αν αποκαλύπτετο κατά το στάδιο που η Ενάγουσα μονομερώς προσέφυγε στο Δικαστήριο, θα ήταν στοιχείο το οποίο θα προσμετρούσε ανάλογα στην κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση ή μη του αιτούμενου Διατάγματος. Παράγραφος 14 Α της Ε.Δ. Γ. Γεωργίου Στην εν λόγω παράγραφο, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά και επισυνάπτεται σχετικό αντίγραφο μονομερούς Αίτησης την οποία η Ενάγουσα είχε καταχωρήσει στο Ε.Δ. Λάρνακας στις 18/10/2016 στο πλαίσιο της Αίτησης της με αρ. 149/2016 με σκοπό την απαγόρευση πλειστηριασμού του ιδίου ακινήτου με βάση την υποθήκη Υ2069/
  1. Η πλευρά της Εναγόμενης έχοντας επισυνάψει στην Ε.Δ. Στυλιανού το Τεκμήριο 8, προβάλλει ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να δώσει σε σχέση με την εν λόγω διαδικασία την πλήρη εικόνα και, ειδικότερα, παρέλειψε να πληροφορήσει το Δικαστήριο περί του γεγονότος ότι και σε εκείνη την περίπτωση η μονομερής Αίτηση είχε καταχωρηθεί και πάλιν ολίγες ημέρες πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένος ο πλειστηριασμός. Συγκεκριμένα η Αίτηση είχε καταχωρηθεί στις 18/10/2016, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ενώ ο πλειστηριασμός ήταν ορισμένος στις 24/10/
  2. Ήταν περαιτέρω εισήγηση της πλευράς της Εναγόμενης ότι η αποκάλυψη αυτού του γεγονότος θα μπορούσε να έχει τη σημασία του, αν η πλευρά της Ενάγουσας προέβαινε σε αυτή. Σε συμφωνία με τα όσα έχει υποστηρίξει η πλευρά της Εναγόμενης η αποκάλυψη του πιο πάνω στοιχείου είχε τη σημασία του και ήταν υποχρέωση της Ενάγουσας αφ΄ ης στιγμής μάλιστα έκανε συγκεκριμένη αναφορά το γεγονός της καταχώρησης της εν λόγω μονομερούς Αίτησης να έδιδε την πλήρη εικόνα ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα σχετικά γεγονότα προτού αποφασίσει επί της υπό κρίση Αίτησης. Διαπιστώσεις Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η αρχή της μη αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας Αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όταν αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Να πω και κάτι τελευταίο. Το ότι το Δικαστήριο πιθανόν να είχε εκδώσει το αιτούμενο προσωρινό Διάταγμα ακόμη και αν τα πλήρη γεγονότα είχαν αποκαλυφθεί δεν έχει σημασία. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 10η έκδοση, στη σελ. 125, παρά. 7.46: "The fact that the judge might well have made the same order even if the full facts had been disclosed is beside the point...". Επισημαίνεται ότι με τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης στην ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Όλες οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω έγιναν για να καταδειχθεί το ουσιώδες των γεγονότων το οποίο εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και τα οποία γεγονότα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν ενώπιον του. Και τούτο προς το σκοπό επισήμανσης της υποχρέωσης που είχε η πλευρά της Ενάγουσας/Αιτήτριας να θέσει όλο το φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που προσέφυγε σ΄ αυτό μoνομερώς, κατά τρόπο δίκαιο για να αξιολογηθεί και σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτουμένων Διαταγμάτων. Έχω την πεποίθηση ότι τα μη αποκαλυφθέντα από την Ενάγουσα γεγονότα, στοιχεία και/ή τεκμήρια και, επίσης, ο γενικότερος τρόπος παρουσίασης όλων των στοιχείων ήσαν τέτοια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να επιτελέσει σε ουσιώδη βαθμό την υποχρέωση του για αποκάλυψη γεγονότων με πλήρη, ειλικρινή και δίκαιο τρόπο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που εξέταζε τη μονομερή της Αίτηση να προβληματιστεί κατάλληλα και να ασκήσει ορθά και δίκαια τη διακριτική του ευχέρεια. Περαιτέρω η όλη συμπεριφορά της Ενάγουσας/Αιτήτριας δεν συνάδει για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν ανωτέρω με το επίπεδο καλής πίστης που αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες όπως η υπό εξέταση οι οποίες έχουν τις καταβολές τους και στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας Αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης[11]. Αυτό διότι, επαναλαμβάνω, ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υφίστης πίστεως. ("uberrima fides").[12] Κατάληξη Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων στις οποίες έχω προβεί και οι οποίες αφορούν και αναφέρονται σε αποτυχία της Ενάγουσας να εκπληρώσει το καθήκον της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που έχουν εγερθεί και αφορούν την εξέταση της ουσίας και ειδικότερα της ικανοποίησης ή μη των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται και το εκδοθέν Προσωρινό Διάταγμα ακυρώνεται. Οσον αφορά τα έξοδα θεωρώ ότι με βάση τον γενικό κανόνα πρέπει να επιδικαστούν και επιδικάζονται σε βάρος της Ενάγουσας/Αιτήτριας και προς όφελος της Εναγόμενης/Καθ΄ ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] * M Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσ ολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6]Δέστε Αναστασία Κιτρομιλίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1Α.Α.Δ. 1165 και Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. CREDIT CAPITAL FINANCE LTD
(2005)1 Α.Α.Δ. 1237, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investment) Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029. [7] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμ οσ α κ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453,
  1. [8] Δέστε, επίσης, και την σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ. ά v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014 ημερ. 27/2/
  2. [9] Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1672 (σελ. 1676): «Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». [10] «Α plaintiff applying ex parte comes (as it has been expressed) under a contract with the Court that he will state the whole case fully and fairly to the Court. If he fails to do that, and the Court finds, when the other party applies to dissolve the injunction, that any material fact has been suppressed or not properly brought forward, the plaintiff is told that the Court will not decide on the merits, and that, as he has broken faith with the Court, the injunction must go.» [11]Δέστε και την απόφαση Κυριάκου κ.α v. Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολιτική Έφεση αρ. Ε301/2016, ημερ. 26/9/17. Στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής σχετικά: «Υπήρξε, συνεπώς, απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων η οποία δεν αντιμετωπίστηκε από το Δικαστήριο αν και ήταν τέτοιας φύσεως που, νοουμένου ότι η διαδικασία άρχισε χωρίς ειδοποίηση και μέρος του διατάγματος δόθηκε ex parte, θα έπρεπε να οδηγήσει σε άρνηση του Δικαστηρίου να ακούσει περαιτέρω την πλευρά της εφεσίβλητης (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Η επιβεβλημένη πορεία θα ήταν να ακυρώσει τα διατάγματα και αυτή θα είναι η κατάληξη της παρούσας έφεσης.» [12] Δέστε και την απόφαση Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd
(2011)1Α.Α.Δ. 1377 (απόφαση πλειοψηφίας που δόθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.