← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, διαχειριστής της MADACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LIMITED, ως έχει μετονομαστεί από MADAGO DISTRIBUT

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, διαχειριστής της MADACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LIMITED, ως έχει μετονομαστεί από MADAGO DISTRIBUTORS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1424 / 2014, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1424 / 2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες -και-

  1. XXXXX ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, διαχειριστής της MADACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LIMITED, ως έχει μετονομαστεί από MADAGO DISTRIBUTORS LIMITED
  2. ELOMAS INVESTMENTS LIMITED
  3. XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ άλλως XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγόμενων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 28.9.2018 για παραμερισμό της εκδοθείσης εναντίον του εναγομένου 1, απόφασης Ημερομηνία: 15 Ιουλίου,
  4. Εμφανίσεις: Για εναγόμενη 1-Αιτήτρια: κ. Γ. Αργυρίδης για Γ. ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Σεργίου) Για ενάγοντες-Καθ'ων η αίτηση: κα Γεωργία Καραμαλλή για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Αβραάμ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αποτελεί κοινό έδαφος πως ο XXXXX Ιακωβίδης διορίστηκε παραλήπτης/διαχειριστής της εταιρείας MADACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LIMITED στην βάση Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης που δόθηκε από την εταιρεία προς όφελος των εναγόντων. Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρήθηκε με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), οι ενάγοντες αξιούν από τους εναγόμενους, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, την καταβολή του ποσού των €407.178,27, πλέον τόκους και έξοδα καθώς και διάταγμα διατάττον την εκποίηση των υποθηκών Υ3719/04 και Υ1521/03 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακος. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει οφειλόμενο υπόλοιπο από πιστωτικές διευκολύνσεις και συγκεκριμένα δάνειο τακτής προθεσμίας που παραχώρησαν οι ενάγοντες στην εναγομένη 1 εταιρεία MADACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LIMITED, τις υποχρεώσεις της οποίας εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και
  5. Στα πλαίσια της αγωγής εκδόθηκε στις 18.9.2014 απόφαση σε βάρος της εναγομένης 1 για το αξιούμενο ποσό, καθώς και διάταγμα εκποίησης των Υποθηκών Υ3719/04 και Υ1521/03 του Κτηματολογίου Λάρνακος, οι οποίες ενεγράφησαν επί ακινήτων της εναγομένης 1 εταιρείας. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Αιτητές (MADACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LIMITED) διά του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της εταιρείας) αιτούνται: «(Α) Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον κ. XXXXX Ιακωβίδη που έγινε σεις 06/06/
  6. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει (set aside) την απόφαση ημερομηνίας 18/09/2014 που εκδόθηκε εναντίον του Εναγομένου 1 στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. (Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία η οποία θα κριθεί εύλογη και δίκαιη από το Δικαστήριο κάτω από τις περιστάσεις. (Δ) Τα έξοδα της αίτησης πλέον ΦΠΑ». Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17, θ.10, Δ.48 θ.1, 2, 3 και 9, στις γενικές και σύμφυτες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην Νομολογία, Πρακτική, στις αρχές της Επιείκειας και στους κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του XXXXX Κωνσταντίνου, δεόντως εξουσιοδοτημένου από τον Επίσημο Παραλήπτη, εκκαθαριστή της εταιρείας MADACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LIMITED (στην συνέχεια «η εταιρεία»). Όπως αναφέρει ο ομνύων, από της ιδρύσεως της εταιρείας μέχρι και την ημερομηνία που αυτή τέθηκε υπό διαχείριση, ο ίδιος ενεργούσε ως διευθυντικό στέλεχος με καθημερινή και άμεση εμπλοκή στην διαχείριση της. Διευθύντρια της εταιρείας είναι η θυγατέρα του (εναγομένη 3) και μέτοχοι η σύζυγος του XXXXX Κωνσταντίνου και η εναγομένη
  7. Μέτοχοι της εναγομένης 2 είναι η σύζυγος του και ο ίδιος, ενώ διευθύντρια της είναι η εναγομένη
  8. Την 26.11.2013 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στην συνέχεια «η τράπεζα») ως κάτοχος ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επ' όλης της περιουσίας της εταιρείας, διόρισε ως παραλήπτη/διαχειριστή της τον XXXXX Ιακωβίδη. Μετά τον διορισμό του διαχειριστή, ο ίδιος και η οικογένεια του μετακόμισαν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός που οι ενάγοντες γνώριζαν. Είναι η θέση του πως η τράπεζα, αν και γνώριζε τις διευθύνσεις των αξιωματούχων και των μετόχων της εταιρείας, «μεθόδευσε» την διαδικασία έκδοσης απόφασης εναντίον της εταιρείας, χωρίς οι αξιωματούχοι και οι μέτοχοι της να λάβουν γνώση για την ύπαρξη της αγωγής. Τούτο, κατά τον ίδιο, συνάγεται από τα εξής γεγονότα: (α) στις 4.6.2014 καταχωρήθηκε η αγωγή εναντίον της εταιρείας και των εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών της. (β) στις 6.6.2014, το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στον XXXXX Ιακωβίδη για λογαριασμό της εταιρείας, ο οποίος δεν καταχώρησε Εμφάνιση και στις 15.7.2014 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της εταιρείας. (γ) στις 14.7.2014, η τράπεζα καταχώρησε αίτηση για εξασφάλιση άδειας για επίδοση της αγωγής (Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος) στην εναγομένη 3, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η αίτηση υποστηριζόταν από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Στυλιανού, της ίδιας ημερομηνίας, στην οποία παρατίθετο η διεύθυνση της εναγομένης 3, στο Ηνωμένο Βασίλειο (στην συγκεκριμένη διεύθυνση κατοικούσε όλη η οικογένεια). (δ) στις 18.9.2014 εκδόθηκε μονομερώς απόφαση εναντίον της εταιρείας. Την ίδια ημέρα εκδόθηκε διάταγμα επιτρέπον την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος σε σχέση με την εναγομένη
  9. (ε) «χρειάστηκε» χρόνος περισσότερο από δύο χρόνια για να μεταφραστούν τα έγγραφα, τα οποία στις 21.12.2016, στάληκαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κύπρου για να επιδοθούν στην εναγομένη 3, στο Ηνωμένο Βασίλειο. (στ) μόλις τής επιδόθηκαν τα σχετικά έγγραφα, η εναγομένη 3 καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης. Είναι η θέση του πως παρόλο που η τράπεζα γνώριζε την ακριβή διεύθυνση διαμονής των αξιωματούχων της εταιρείας στο Ηνωμένο Βασίλειο, εντούτοις «προτίμησε» να επιδώσει την αγωγή στον Ιακωβίδη, τον οποίον διόρισε η ίδια, εξασφάλισε απόφαση εναντίον της εταιρείας και μετά από δύο και πλέον χρόνια «αποφάσισε να επιδώσει την αγωγή στους λοιπούς εναγόμενους». Οι αξιωματούχοι και μέτοχοι της εταιρείας ούτε και από τον Ιακωβίδη έτυχαν ενημέρωσης. Τον Φεβρουάριο του 2018 επέστρεψε στην Κύπρο, με σκοπό την επαναδραστηριοποίηση του στον τομέα του εμπορίου. Τον Αύγουστο του 2018 συνάντησε τον Ιακωβίδη. Παρόντες ήταν ο δικηγόρος του και υπάλληλοι του τελευταίου. Τότε ο Ιακωβίδης τους ενημέρωσε πως όταν του επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα δεν καταχώρισε Εμφάνιση και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «μάλλον θα εκδόθηκε απόφαση». Τους ανέφερε επίσης πως τον Ιανουάριο του 2014, πώλησε περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και εισέπραξε το ποσό των €321.300=. Από αυτό πλήρωσε €273.000= σε διάφορες οφειλές της εταιρείας και το υπόλοιπο των €131.000= πληρώθηκε στην τράπεζα έναντι του χρέους της εταιρείας. Διατείνεται πως η τράπεζα όταν εξασφάλισε απόφαση εναντίον της εταιρείας δεν «αφαίρεσε» από το αξιούμενο ποσό, το ποσό των €131.000=. Τούτο καταδεικνύεται από τις Καταστάσεις Λογαριασμού που επισύναψε η XXXXX Δημητρίου στην υποστηρικτική της Αίτησης Ένορκη δήλωση, οι οποίες χρονικά «αρχίζουν» από την ημερομηνία διορισμού του παραλήπτη/ διαχειριστή και «τελειώνουν» την ημερομηνία απόδειξης της απαίτησης. Η τράπεζα καταχώρισε εναντίον της εταιρείας και δεύτερη αγωγή, με αριθμό 1822/2014 Ε.Δ. Λάρνακος. Και εκεί ενήργησε με τον ίδιο τρόπο. Επέδωσε το Κλητήριο Ένταλμα στον Ιακωβίδη και εξασφάλισε απόφαση εναντίον της εταιρείας, μονομερώς. Στις Καταστάσεις Λογαριασμού (επισυνάπτονται ως Τεκμήριο στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Σωφρονίου ημερομηνίας 16.10.2014, η οποία υπεστήριξε την αίτηση) δεν φαίνεται να έχει αφαιρεθεί το ποσό των €131.000=. Στις 19.9.2014, εκδόθηκε Διάταγμα Εκκαθάρισης της εταιρείας στα πλαίσια της Αίτησης με αριθμό 52/2014 Ε.Δ. Λάρνακος (καταχωρήθηκε από πιστωτή της εταιρείας). Εκκαθαριστής διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης. Ο τελευταίος συγκατατέθηκε στο διορισμό του δικηγορικού γραφείου Αργυρίδη ως δικηγόρων της εταιρείας, με σκοπό την λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης. Είναι η καταληκτική θέση του ομνύοντα πως το υπό κρίση αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί, «πρώτον επειδή η αγωγή ασκήθηκε εναντίον του ιδίου του Διαχειριστή, χωρίς να δοθεί στην ουσία η δυνατότητα στην Εταιρεία να υπερασπιστεί την αξίωση της Ενάγουσας και δεύτερο επειδή το ποσό το οποίο έχει επιδικαστεί εναντίον της εναγόμενης 1, δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό υπόλοιπο». Οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν Ένσταση προβάλλοντας 27 Λόγους. Προεξέχοντες Λόγοι είναι πως (α) η επίδοση της αγωγής στον Ιακωβίδη ήταν καλή, δεδομένου του ότι από του διορισμού του, το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας κατέστη ανίσχυρο να την διευθύνει κατέχοντας μόνο «κατάλοιπο εξουσίας», ενώ ο Παραλήπτης/Διαχειριστής είναι το μοναδικό πρόσωπο που δύναται να ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμό της εταιρείας και (β) η εταιρεία δεν κατέδειξε εκ πρώτης όψεως καλή Υπεράσπιση ή/και δεν προβάλλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς οι οποίοι να μπορούν να εκληφθούν ως προτεινόμενη Υπεράσπιση. Κατά τα λοιπά, οι ενάγοντες διατείνονται πως η εταιρεία «με την συμπεριφορά της» κωλύεται να προωθεί τις αξιώσεις που προβάλλονται με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη ή/και αντικανονική ή/και παντελώς αδικαιολόγητη. Πως τα «γεγονότα» που υποστηρίζουν την Αίτηση, δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, πως η Αίτηση, η οποία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Τέλος υποστηρίζουν πως η Αίτηση είναι «θνησιγενής» καθότι προωθείται χωρίς οι δικηγόροι των αιτητών να έχουν νομική ή/και έγκυρη εξουσιοδότηση από τον Επίσημο Παραλήπτη για την προώθησή της. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη δήλωση του XXXXX Σωφρονίου, υπαλλήλου των εναγόντων δεόντως εξουσιοδοτημένου. Ο Σωφρονίου αναφέρει τα εξής: Οι ενάγοντες προχώρησαν στις 26.11.2013 στον διορισμό του XXXXX Ιακωβίδη ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της εταιρείας δυνάμει των προνοιών δύο Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, ημερομηνίας 15.4.2003 και 09.12.2009 αντίστοιχα, επί ολοκλήρου της περιουσίας της εταιρείας. Η εταιρεία έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας (η αγωγή καταχωρήθηκε στις 4.6.2014) αφού το Κλητήριο Ένταλμα επεδόθη στον Ιακωβίδη, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας και είχε τον έλεγχο της. Ο διαχειριστής παρέλειψε να καταχωρίσει Εμφάνιση και οι ενάγοντες προχώρησαν στην έκδοση απόφασης. Σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και 3, το Κλητήριο Ένταλμα δόθηκε σε ιδιώτη επιδότη ώστε τούτο να επιδοθεί στις «δοθείσες διευθύνσεις». Τούτο δεν κατέστη δυνατό καθότι η εναγόμενη 2 «είχε κλείσει», η δε εναγόμενη 3 διέμενε πλέον στο εξωτερικό. Στις 18.9.2014 λήφθηκε άδεια του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, μέσω του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (Ε.Κ.) 1393/
  10. Μόλις ολοκληρώθηκε η μετάφραση όλων των προς επίδοση δικαστικών εγγράφων, οι δικηγόροι των εναγόντων προχώρησαν στις 22.1.2015 στην αποστολή των μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κύπρου. Στις 6.5.2015, τα έγγραφα επεστράφησαν ανεπίδοτα με την αιτιολογία πως «ο επιδότης δεν μπόρεσε να παραδώσει προσωπικά τα έγγραφα και δεν μπορούσε να τα αφήσει στην εργασία τους». Στις 3.11.2015, οι ενάγοντες προχώρησαν εκ νέου στην αποστολή των εγγράφων για επίδοση μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Τα έγγραφα και πάλι επεστράφησαν στις 23.3.2016 ανεπίδοτα, με την αιτιολογία πως «οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι άγνωστοι στην δοθείσα διεύθυνση». Τα έγγραφα απεστάλησαν ξανά για επίδοση μέσω της ίδιας οδού στις 21.12.
  11. Επεδόθησαν εν τέλει στους εναγόμενους 2 και 3 στις 20.2.
  12. Οι τελευταίοι καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 7.4.
  13. Το ποσό των €131.903,97 πιστώθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας (με αριθμό XXXXX0355) σε σχέση με τον οποίο κινήθηκε η αγωγή με αριθμό 1822/14 Ε.Δ. Λάρνακος και στην οποία επίσης εκδόθηκε απόφαση. Με Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, η εταιρεία τέθηκε σε εκκαθάριση και στις 30.5.2017 διορίστηκε ως εκκαθαριστής ο Επίσημος Παραλήπτης. Οι αρχές στις οποίες το Δικαστήριο θα πρέπει να βασιστεί στην εξέταση της αίτησης για παραμερισμό απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από την νομολογία. Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία και ιδιαίτερα από την υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω) ο αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Στην αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και εάν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μια τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει εάν δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στις σελίδες 946-947, ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκάλυψη υπεράσπισης παρόλο που μπορεί να επενεργήσουν και άλλοι παράγοντες μικρότερης όμως σημασίας [Δέστε επίσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28], σελ. 31: «....Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Κατά συνέπεια είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται, ωστόσο, απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο εναγόμενος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Καναουρίδης, Π.Ε.10015, ημερομηνίας 26.4.1999 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης ενός διαδίκου από την μία και την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη [Βλ. Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 2004.] Το Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων και την ανάγκη προάσπισης του τελεσιδίκου των αποφάσεων (finality of judgements). Δεν πρέπει όμως το Δικαστήριο να είναι γρήγορο στο να στερήσει ένα διάδικο του δικαιώματος του να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύψει θετικά στοιχεία, αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όταν η διαγωγή του διαδίκου που υποβάλλει αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ασυγχώρητη, προσβλητική στο βαθμό της εμφανούς καταφρόνησης για τη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί κατά την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Eros Travel and Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, Π. Μωυσέως ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9762, ημερομηνίας 17.7.1997, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί πως σε αιτήσεις όπως η παρούσα, η μαρτυρία προσφέρεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Στην υπόθεση Μερκής ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις παραμερισμού πρωτόδικων αποφάσεων δεν είναι ανάγκη να προσφέρεται ζωντανή μαρτυρία και τα Δικαστήρια μπορούν να στηρίζονται στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρούνται εκ μέρους των διαδίκων. Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σύγκρουση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, όπου δηλαδή υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτητής. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Οι Αιτητές εγείρουν, πρώτιστα, θέμα κακής επίδοσης. Όπως φαίνεται και από την Ένορκη Δήλωση του Κωνσταντίνου, διατείνονται πως παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και πως η ίδια η εταιρεία διά των διοικητικών της συμβούλων θα έπρεπε να λάβει γνώση για τα δικαστικά μέτρα που λήφθηκαν εναντίον της, καθότι ο διαχειριστής «ήταν σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα προέβαινε στην λήψη οποιουδήποτε διαβήματος κατά της καθ΄ης η αίτηση-εργοδότριας του». Επί της ουσίας, διατείνονται πως έχουν καλή Υπεράσπιση στην υπόθεση και συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να τους δώσει την ευκαιρία να την προβάλουν. Συνεπώς το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί, είναι αυτό της επίδοσης και τούτο επειδή σε περίπτωση που η επίδοση είναι κακή, η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί, χωρίς να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως στην περίπτωση που η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος είναι κακή, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debitio justitiae να παραμερίσει την απόφαση. Δεν τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής του εξουσίας. Και τούτο καθότι το θέμα άπτεται θεμελιακής παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων του εναγόμενου. Το άρθρο 30.3(α)(β) του Συντάγματος προνοεί πως ο καθένας έχει αφενός μεν το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα εναντίον του δικαστικά μέτρα και τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αφετέρου το δικαίωμα να προβάλει τους ισχυρισμούς του. (Βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου, Πολιτική Έφεση 9477, ημερ.15.3.1997). Δεν είναι όμως σε κάθε περίπτωση στην οποία διαπιστώνεται αντικανονικότητα που η απόφαση παραμερίζεται ex debitio justitiae. H αντικανονικότητα θα πρέπει να επηρεάζει την άλλη πλευρά όπως συμβαίνει στην περίπτωση της κακής επίδοσης. (Βλ. Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ. ν. Ιωάννης Κυριακίδης κ.ά., Πολιτική Έφεση 10631, ημερ. 21.4.2000). Ουσιαστικά, εκείνο το οποίο ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι κατά πόσον η επίδοση στον Παραλήπτη/Διαχειριστή της εταιρείας, XXXXX Ιακωβίδη, ήταν καλή. Η νομική υπόσταση του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και ο ρόλος και οι εξουσίες του Παραλήπτη/Διαχειριστή που διορίζεται δυνάμει αυτού, εξετάστηκαν από τον Πρόεδρο Χ. Μαλαχτό στην αγωγή 2736/14 Ε.Δ.Λάρνακος, Aqua Sol Hotels Public Company Limited κ.ά. ν. Δημήτρης Μαρίνος κ.ά., ημερ. 16.12.2014. Λέχθηκαν στις σελίδες 9-13 της απόφασης, τα εξής: «Ο όρος κυμαινόμενη επιβάρυνση και κυμαινόμενη εξασφάλιση σημαίνει επιβάρυνση ή εξασφάλιση επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που επιβαρύνει την περιουσία της, η οποία δεν τίθεται σε άμεση εφαρμογή, αλλά κυμαίνεται έτσι ώστε να επιτρέπεται στην εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της. Καθορισμένη (fixed) επιβάρυνση είναι αυτή που χωρίς άλλο προσκολλάται σε συγκεκριμένη και καθορισμένη περιουσία ή περιουσία ικανή να συγκεκριμενοποιηθεί και καθοριστεί. Η κυμαινόμενη επιβάρυνση κινείται με την περιουσία την οποία προορίζεται να επηρεάσει μέχρις ότου κάποιο γεγονός επισυμβεί ή κάποια ενέργεια γίνει που προκαλεί την προσκόλληση της στο αντικείμενο της επιβάρυνσης. Στην περίπτωση διορισμού παραλήπτη διαχειριστή η επιβάρυνση καθίσταται καθορισμένη και η εταιρεία δεν μπορεί στο εξής να διαχειρίζεται οιοδήποτε μέρος της περιουσίας που είναι επιβαρυμένη, εκτός όπως το ομόλογο μπορεί να επιτρέπει. Όταν η κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας καταστεί καθορισμένη, συνιστά επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην εταιρεία. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., Τόμ.7, παράγρ.824, 827 και 830). Παρά το ότι ο παραλήπτης διαχειριστής είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, το πρωταρχικό του καθήκον είναι να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς το συμφέρον του κατόχου του ομολόγου και οι εξουσίες του για διεύθυνση της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα υποβοηθητικές για το σκοπό αυτό. (Βλ. Gomba Holdings U.K. Ltd v. Homan
(1986)3 All E.R. 94). Η εταιρεία δεν δικαιούται να του δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο που θα ασκήσει τα καθήκοντα του. Στο σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers of Companies, των Sir G.Lightman και G.Moss, 5η έκδ., αναφέρεται (σελ.26) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ένα ομόλογο στην συνήθη περίπτωση προνοεί για διορισμό από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, σε περίπτωση οιασδήποτε παράλειψης από τον οφειλέτη ή εφόσον επισυμβεί κάποιο άλλο συγκεκριμένο γεγονός, παραλήπτη με εξουσία να συνεχίσει την επιχείρηση της εταιρείας. Ο διορισμός παίρνει τη διεύθυνση της περιουσίας της εταιρείας από τα χέρια των διευθυντών της και την εναποθέτει στα χέρια του παραλήπτη. Αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί είτε προς το σκοπό αναβίωσης της εταιρείας ή προς το σκοπό της πώλησης της επιχείρησης της ως τέτοιας. Η εξουσία να συνεχιστεί η επιχείρηση της εταιρείας μέσω διοικητικού παραλήπτη θεωρείται ότι παρέχεται με το ομόλογο εκτός στην έκταση που η ύπαρξη τέτοιας εξουσίας είναι ασυμβίβαστη με οιαδήποτε πρόνοια του ομολόγου.» και (σελ.276-277) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο σκοπός που διορίζεται ο παραλήπτης να είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας είναι `απλά ώστε να απελευθερώνονται οι κάτοχοι του ομολόγου που τον διορίζουν από ευθύνη για τις πράξεις του'. Οι εξουσίες διεύθυνσης των διευθυντών αναστέλλονται και ο παραλήπτης έχει ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεων της εταιρείας. Οι σχετικές θέσεις του παραλήπτη και των διευθυντών εμφανίζονται καθαρά στην απόφαση του Δικαστή Brightman στην Re Emmadart: `... Ο διορισμός παραλήπτη εκ μέρους κατόχων ομολόγου αναστέλλει τις εξουσίες των διευθυντών πάνω στα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο παραλήπτης έχει διοριστεί στην έκταση που είναι αναγκαίο για να μπορεί ο παραλήπτης να διεκπεραιώνει τη λειτουργία του ... . Η εξουσία του παραλήπτη δεν είναι όμως ταυτόσημη με την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου. Οι εξουσίες του παραλήπτη πηγάζουν από (
  1. i)τις εξουσίες που περιέχονται στο ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας να δημιουργεί υποθήκες και επιβαρύνσεις, σε συγκερασμό με (
  2. ii)τις συγκεκριμένες εξουσίες που έχουν παραχωρηθεί σε ένα δεόντως διορισθέντα παραλήπτη δυνάμει της δέουσας άσκησης της εξουσίας της εταιρείας να δανειστεί'.» Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 312) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το αποτέλεσμα του διορισμού εκτός δικαστηρίου αφορά στην αποκρυστάλλωση της κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε καθορισμένη επιβάρυνση και οι συνέπειες όσον αφορά τους εξ αποφάσεως πιστωτές είναι οι ίδιες όπως στην περίπτωση διορισμού από το δικαστήριο. Οι εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να διαχειρίζονται την περιουσία που περιλαμβάνεται στο διορισμό (τόσο περιουσία υποκείμενη σε κυμαινόμενη επιβάρυνση όσο και περιουσία υποκείμενη σε καθορισμένη επιβάρυνση) εκτός υπό τους όρους της επιβάρυνσης, παραλύουν. Γιατί, παρά το ότι κάτω από ομόλογο ή έγγραφο καταπιστεύματος στη συνήθη μορφή, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, οι εξουσίες της εταιρείας ανατίθενται στον παραλήπτη για τους σκοπούς της διεκπεραίωσης των εργασιών της ή της συγκέντρωσης των περιουσιακών της στοιχείων ...». Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 19η έκδ., αναφέρεται (σελ. 592- 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο διορισμός διοικητικού παραλήπτη από κατόχους ομολόγου δεν έχει οποιαδήποτε συνέπεια πάνω στη νομική θέση των κύριων αξιωματούχων της εταιρείας, δηλαδή των διευθυντών και του γραμματέα ... Το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο, και παρά το ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στο διορισμό αποσύρεται εντελώς από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας, αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από το νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν.» Στην Κύπρο ο παραλήπτης διαχειριστής μπορεί να ασκεί και τις εξουσίες που στην Αγγλία ανατίθενται στον διοικητικό παραλήπτη (administrative receiver). Στην Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Υ.Liasides Dev. Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1703, 1712-13 (αφορούσε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος) αναφέρθηκε ότι: «... με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» Στην M.Wheeler and Company Limited v. Warren [1928] Ch. 840, C.A., αναφέρεται πως ένας παραλήπτης μπορεί να ενάξει στο όνομα της εταιρείας για να ανακτήσει την επιβαρυμένη περιουσία, καθ΄ όσο το ομόλογο τον διορίζει αντιπρόσωπο της εταιρείας και του παρέχει ρητή εξουσία να επέμβει την επιβαρυμένη περιουσία. Στο σύγγραμμα The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 296, αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Η κλασσική διαταγή διορισμού παραλήπτη συνήθως του παρέχει την εξουσία να επέμβει να εισπράξει και λάβει την περιουσία που αποτελεί την εξασφάλιση του ενάγοντα. Αυτό το ρητό λεκτικό αναπόφευκτα και εξυπακουόμενα εξουσιοδοτεί κάθε παρεμπίπτουσα ή βοηθητική ενέργεια. Και στη σελ.64 (σε δική μου μετάφραση): «Όταν σε ένα πρόσωπο παραχωρείται ρητή εξουσία να προωθήσει συγκεκριμένες ενέργειες αυτός, κατά το συνήθη τρόπο, έχει εξυπακουόμενη εξουσία να κάμει ότι είναι αναγκαίο ή υποβοηθητικό ώστε να εκτελέσει αποτελεσματικά αυτό για το οποίο έχει ρητή εξουσία. Η παραχώρηση της εξουσίας μεταφέρει μαζί της την παραχώρηση όλων των κατάλληλων μέσων, που δεν αποκλείονται ρητά, για να καταστήσει εφικτή την άσκηση της ιδίας της εξουσίας.» Από τα προαναφερθέντα και ιδιαίτερα από τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χατζηρούσου (ανωτέρω) συνάγεται πως με τον διορισμό του παραλήπτη, η νομική ύπαρξη και η οντότητα της εταιρείας δεν επηρεάζεται. Κατ' ακολουθίαν αφ' ης στιγμής η εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται, η οποιαδήποτε επίδοση θα πρέπει να γίνει προς την εταιρεία. Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας». Κατ' εφαρμογήν των προαναφερομένων, θεωρώ πως εν προκειμένω η επίδοση της αγωγής στον διαχειριστή/παραλήπτη της εταιρείας ήταν κακή. Συνεπώς η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της, θα πρέπει να παραμεριστεί χωρίς να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο. Παρόλα αυτά, εξετάζοντας και την προϋπόθεση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως Υπεράσπισης, θεωρώ πως με ό,τι ο Κωνσταντίνου παραθέτει στην Ένορκη του Δήλωση, έχει ικανοποιηθεί και αυτή η προϋπόθεση. Έχει καταδειχθεί πως ενδεχομένως η απόφαση εναντίον της εταιρείας να εκδόθηκε για μεγαλύτερο ποσό από το πραγματικό οφειλόμενο και πως ενδεχομένως να μην λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση της και το ποσό των €131.000= που ο διαχειριστής εισέπραξε από την πώληση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Τέλος, όσον αφορά την εισήγηση των εναγόντων πως οι συνήγοροι της εταιρείας ενεργούν χωρίς εξουσιοδότηση από τον Επίσημο Παραλήπτη, δεν έχω να πω πολλά. Το θέμα εξετάστηκε από τον αδελφό δικαστή κ. Γερολέμου, σε παρόμοιας φύσης αίτηση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1822/2014 Ε.Δ.Λάρνακος. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω τα όσα λέχθηκαν στις σελίδες 24-34 στην Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.12.2018. Το Δικαστήριο απεφάνθη πως η εξουσιοδότηση που εδόθη από τον Επίσημο Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της εταιρείας, στο δικηγορικό γραφείο Αργυρίδη για να εκπροσωπήσει την εταιρεία στην λήψη δικαστικών μέτρων είναι νόμιμη. Καταληκτικά, κρίνω πως για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Διά ταύτα, εκδίδεται Διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 18.9.2014 που εκδόθηκε σε βάρος της εναγομένης 1-αιτήτριας. Η αιτήτρια να καταχωρήσει Εμφάνιση και στην συνέχεια Υπεράσπιση στην αγωγή εντός 30 ημερών από της σύνταξης του Διατάγματος. Να ακολουθηθούν οι θεσμοί για τα περαιτέρω. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος της εναγομένης 1-Αιτήτριας και σε βάρος των εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.