LITE INFORMATION SERVICES LTD κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1880/16, 6/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1880/16 Μεταξύ:
- LITE INFORMATION SERVICES LTD
- XXXXX ΠΑΠΑΜΑΚΑΡΙΟΥ
- XXXXX ΠΑΠΑΜΑΚΑΡΙΟΥ Εναγόντων -και- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 5.4.2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 6 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Σ. Ζαχαρίου για ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΝΑΟΥΤΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ευσταθίου) Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ων η Αίτηση: κα Χαρά Πιερή για ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ & ΠΕΛΙΔΗΣ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Πατσιάς) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αποτελεί κοινό έδαφος πως οι εναγόμενοι παραχώρησαν στους ενάγοντες πιστωτικές διευκολύνσεις, συγκεκριμένα δάνεια, στην βάση γραπτών συμφωνιών που καταρτίστηκαν μεταξύ τους. Η αποπληρωμή των δανείων εξασφαλίστηκε με υποθήκες επί ακινήτων των εναγόντων. Είναι προβαλλόμενη στην Έκθεση Απαίτησης θέση των εναγόντων, πως τόσο οι συμφωνίες για την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων όσο και οι συμφωνίες για τις επιβαρύνσεις (υποθήκες) επί των ακινήτων τους, συνήφθησαν «κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών και παραπλανητικών διαβεβαιώσεων και/ή υποσχέσεων» των εναγομένων προς τους ιδίους. Με την αγωγή τους επιζητούν την κήρυξη την συμφωνιών ως άκυρες και/ή παράνομες, στην βάση των ισχυρισμών τους. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι ενάγοντες επιζητούν την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται και/ή να αναστέλλεται η ορισθείσα για τις 7.5.2019 πώληση με πλειστηριασμό του ακινήτου των, το οποίο βαρύνεται με την Υποθήκη Υ995/2000 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακος, μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Διαζευκτικά, επιζητούν την αναστολή της όλης διαδικασίας η οποία έχει ως σκοπό την πώληση του ακινήτου βάσει των σχετικών διατάξεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο άρθρο 44 Γ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1, Δ.39, Δ.48, Θεσμοί 1,2 και 3, καθώς και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου και στην σχετική προς τούτο νομολογία. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα αρ.2 XXXXX Παπαμακαρίου, ο οποίος αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και στις υπογραφείσες μεταξύ των μερών συμφωνίες, περιλαμβανομένης της σύμβασης και δήλωσης Υποθήκης Υ995/
- Όπως αναφέρει, κατά το τέλος του 2015, «όταν η κρίση άρχισε να πιέζει την κυπριακή οικονομία», η εισοδηματική ικανότητα των εναγόντων μειώθηκε κατακόρυφα, με αποτέλεσμα το 2016 να επέλθει αδυναμία πληρωμής των δόσεων τους. Οι εναγόμενοι στους οποίους απευθύνθηκε με σκοπό την αναδιοργάνωση ή αναδιάρθρωση του δανείου, όχι μόνο δεν βοήθησαν τους ενάγοντες, αλλά αντίθετα χρέωναν τους επίδικους λογαριασμούς με «παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις και με παράνομους ανατοκισμούς». Διατείνεται πως οι επίδικες συμφωνίες είναι εξ' υπαρχής άκυρες ως παράνομες επειδή καταρτίστηκαν συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και διαβεβαιώσεων εκ μέρους των εναγομένων. Κατά τον ίδιο, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα καταστεί άνευ αντικειμένου η αγωγή αφού το επίδικο ακίνητο δεν θα μπορεί να επανέλθει στην ιδιοκτησία των εναγόντων. Αντίθετα, εάν εκδοθεί, τα δικαιώματα των εναγομένων δεν θα επηρεαστούν και οι ίδιοι θα μπορούν να διεκδικήσουν το λαβείν τους εάν διαφανεί ότι το δικαιούνται. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας 18 Λόγους, προεξάρχοντος του λόγου πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της XXXXX Οικονομίδου, υπαλλήλου της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd, στην οποία μεταφέρθηκε η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών των εναγομένων, περιλαμβανομένων των λογαριασμών των εναγόντων. Η ομνύουσα αρνείται τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των εναγόντων. Όπως αναφέρει, στους ενάγοντες παραχωρήθηκαν, βάσει γραπτών συμφωνιών ημερομηνίας 8.8.2008, πιστωτικές διευκολύνσεις (δάνειο σε ξένο νόμισμα και συγκεκριμένα σε ελβετικό φράγκο ύψους CHF 1.007.88 και διευκόλυνση σε τρεχούμενο λογαριασμό) και ανοίχθηκαν δύο Λογαριασμοί. Η επίδικη Υποθήκη (Υ995/2000) παραχωρήθηκε προγενέστερα, το 2000, για το ποσό των ΛΚ42.000- με σύνθετο τόκο επί του ποσού αυτού προς 8% από 29/3/2000 μέχρι εξόφλησης. Οι ενάγοντες συμφώνησαν πως η εν λόγω Υποθήκη θα εξασφάλιζε και τους επίδικους Λογαριασμούς. Κατά την ομνύουσα, οι ενάγοντες «κωλύονται και εμποδίζονται» έντεκα
(11)χρόνια μετά την σύναψη των συμφωνιών και δεκαεννέα
(19)μετά την παραχώρηση της Υποθήκης, να αμφισβητούν την εγκυρότητα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτές συνήφθησαν. Αντιτείνει στους ισχυρισμούς των εναγόντων, πως είναι οι τελευταίοι που δεν ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα των εναγομένων για συνεργασία με σκοπό την εξεύρεση μίας βιώσιμης λύσης για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων των. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades ν. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255]. Τούτων λεχθέντων θα προχωρήσω στην συνέχεια στην εξέταση των προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται όπως επιτάσσει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Εν προκειμένω η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, καθότι περιέχει ισχυρισμούς και αξιώσεις για ακυρότητα των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και συνακόλουθα και της εξασφάλισης (Υποθήκη), λόγω ύπαρξης, κατ' ισχυρισμόν, δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, κακόπιστης και καταχρηστικής συμπεριφοράς, οικονομικού εξαναγκασμού, επαχθών όρων και παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων τόκου και άλλων ποσών. Η δεύτερη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Η ύπαρξη συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και η εξασφάλιση των με την Υποθήκη (Υ995/2000) είναι παραδεκτή από πλευράς εναγόντων. Οι ισχυρισμοί των τελευταίων πως οι εναγόμενοι κατ' ουσίαν τους ξεγέλασαν εφόσον δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους περί «άψογης» συνεργασίας «μέσα σε νομικά πλαίσια και με όλες τις οικονομικές διευκολύνσεις» και πως θα ετύγχαναν της «πλήρους και αμέριστης συμπαράστασης και συνεργασίας τους» σε σχέση με τις οικονομικές δυσκολίες που θα παρουσιάζοντο, παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Οι ενάγοντες δεν παρέθεσαν στοιχεία που να υποστηρίζουν τις θέσεις τους. Οι ισχυρισμοί τους παρέμειναν καθ' ολοκληρίαν αόριστοι, χωρίς το αναγκαίο υπόβαθρο. Χωρίς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων παρέμεινε επίσης και ο ισχυρισμός τους για παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς. Εντελώς αόριστος και ατεκμηρίωτος και αυτός ο ισχυρισμός. Δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μελέτη ή έκθεση η οποία να καταδεικνύει την ύπαρξη και το ύψος των, κατ' ισχυρισμών, παράνομων χρεώσεων. Όφειλαν να παρουσιάσουν τέτοια στοιχεία και όχι να αναλωθούν σε γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Μόνο έτσι θα καταδείκνυαν πως η υπόθεση τους έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Παρόλο που η τύχη της Αίτησης έχει κριθεί (δεδομένου του ότι και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά) ούτε και η τρίτη προϋπόθεση, κατά την γνώμη μου, ικανοποιείται. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει πως οι εναγόμενοι (τράπεζα) είναι αφερέγγυοι και πως σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον τους δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν τους ενάγοντες. Νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως σε σχέση με την εν λόγω προϋπόθεση, θα πρέπει να δίδονται στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως εάν στο τέλος της ημέρας καταδειχθεί πως στους λογαριασμούς των εναγόντων υπάρχουν παράνομες χρεώσεις, πέραν δηλαδή των όσων προνοούνται στις συμφωνίες και στις σχετικές νομοθεσίες, τούτο δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των συμφωνιών παρά μόνο διαφοροποιεί τα οφειλόμενα ποσά. Για όλους αυτούς τους λόγους η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων-Αιτητών. (Υπ.) .............. Στ. Τσιβιτανίδιου - Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο