← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΤΟΠΑΚΑ, Αρ. Aγωγής: 1053/18, 7/5/2019

ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΤΟΠΑΚΑ, Αρ. Aγωγής: 1053/18, 7/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου‑Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 1053/18 Μεταξύ: XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΗ Ενάγουσα -και- XXXXX ΤΟΠΑΚΑ Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 19.9.2018 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 7 Μαΐου, 2019. Εμφανίσεις: Για ενάγουσα-Αιτήτρια: Η κα Μαρία Ραφαήλ για Ι. ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για εναγόμενη-Καθ'ης η Αίτηση: κ. Χρίστος Ευαγγέλου για ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, η ενάγουσα αξιώνει από την εναγομένη, μεταξύ άλλων, την επιστροφή του ποσού των €79.800-, πλέον τόκου, το οποίο η τελευταία, κατ' ισχυρισμόν, «υφάρπασε» από την ενάγουσα δια ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή δόλου. Στην βάση Αίτησης που καταχωρήθηκε αυθημερόν με την καταχώριση του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, η ενάγουσα πέτυχε μονομερώς, την έκδοση διατάγματος με το οποίο δεσμεύτηκε ακίνητη περιουσία της εναγόμενης (διαμέρισμα στην ενορία Αγίου Νικολάου στην Λάρνακα και κτήματα στο χωριό Δρομολαξιά επίσης στην επαρχία Λάρνακος). Το Διάταγμα οριστικοποιήθηκε στις 3.10.2018, κατόπιν συναίνεσης της εναγομένης. Το εκδοθέν Διάταγμα αποτελούσε μέρος των αιτούμενων θεραπειών της υπό κρίση Αίτησης. Ως προς τα αιτητικά των παραγράφων Στ και Ζ, το Δικαστήριο έκρινε πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις ώστε οι αιτούμενες θεραπείες να δοθούν μονομερώς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Οι παράγραφοι ΣΤ και Ζ της Αίτησης, έχουν ως εξής: «ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, που θα διατάσσει την Εναγόμενη (και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του και/ή τους υπηρέτες του) όπως μη προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια, για την αποξένωση και/ή διάθεση και/ή μεταβίβαση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή πώληση και/ή δωρεά και/ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή ενεχυρίαση και/ή υποθήκευση των οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων της, είτε αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός της Κύπρου και/ή να μην προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη σε σχέση με οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της, είτε αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός Κύπρου μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου) και/ή μέχρι την εκδίκαση τυχόν αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης). Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο θα διατάσσεται η Εναγομένη όπως εντός δέκα

(10)ημερών από την επίδοση του διατάγματος, συντάξει ένορκη δήλωση, την οποία θα καταχωρίσει στον φάκελο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και θα επιδώσει εντός της ίδιας προθεσμίας στους δικηγόρους της Ενάγουσας/αιτήτριας η οποία: i. Θ' αναφέρει και/ή δηλώνει και/ή αποκαλύπτει τα περιουσιακά στοιχεία της εντός και εκτός Κύπρου.» Η Αίτηση στηρίζεται στις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στα άρθρα 21, 31, 32 και 68 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(όπως τροποποιήθηκε), στα άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 [31
(1)/1992], στον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, στις αρχές του κοινού δικαίου, του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, στην αρχή της επιείκειας και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση, εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση της ενάγουσας XXXXX Χριστοφή, η οποία αναφέρει τα εξής: Στενή συγγενική αλλά και φιλική «σχεδόν αδελφική» σχέση συνέδεε την ίδια με την εναγομένη (η μητέρα της ενάγουσας είναι νυμφευμένη με τον αδελφό της εναγομένης ενώ η ίδια η ενάγουσα βάφτισε ένα από τα παιδιά της τελευταίας). Σε διάφορες «οικογενειακές συνάξεις» η εναγόμενη αναφερόταν σε ένα επενδυτικό σχέδιο της «Εθνικής Ασφαλιστικής» το οποίο θα απέφερε σημαντικά bonus και/ή τόκους έναντι κατάθεσης ενός σημαντικού ποσού. Η εναγόμενη την παρότρυνε να συμμετάσχει σ' αυτό. Της παρουσίασε έγγραφο, τιτλοφορούμενο «Πρόταση για εγγυητικό Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (για χαρτοφυλάκια - γραμμάτια πέραν των €10.000.-)» επεξηγώντας της πως «εξασφαλιζόταν εγγυητική» της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου για γραμμάτια πέραν των €10.000.- και πως το γραμμάτιο θα ανατοκιζόταν με επιτόκιο 7.5% ετησίως με «επιπλέον δικαίωμα ανάληψης των τόκων του αρχικού εφάπαξ κεφαλαίου κάθε χρόνο». Έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στην εναγόμενη αποφάσισε να συμμετάσχει στο σχέδιο. Αρχικά (το 2013) της έδωσε το ποσό των €12.000.- . Η εναγόμενη της παρέδωσε το προαναφερόμενο έγγραφο μαζί με σχετική απόδειξη. Στην συνέχεια έδωσε στην εναγόμενη το ποσό των €8.000.- σε τρεις δόσεις (€3.000.-, €4.000.- και €1.000.- στις 17.6.2013, 1.9.2013 και 11.4.2014, αντίστοιχα). Μετά την «παράδοση» των €8.000.-, η εναγόμενη την ενημέρωσε για ένα νέο «εγγυημένο σχέδιο» όπου το «εφάπαξ γραμμάτιο - χαρτοφυλάκιο» αξίας €20.000.- (με εγγυητική της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου) θα μετατραπόταν σε χαρτοφυλάκιο της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με εγγυητική της «Κεντρικής Ελβετικής Τράπεζας». Η ίδια συναίνεσε να ενταχθεί στο σχέδιο και κατέβαλε ακόμη €8.000.- την 1.7.
  1. Το 2015 έδωσε στην εναγόμενη ακόμη €10.000.-. Σε «κάποια χρονική στιγμή», η εναγόμενη την ενημέρωσε πως τα χρήματα που η ίδια (ενάγουσα) διατηρούσε στο χαρτοφυλάκιο «έφθασαν, ένεκα των τόκων και/ή bonus συνυπολογιζομένων, στο ποσό των €45.000.-». Παράλληλα την ενημέρωσε πως σύμφωνα με τηλεφώνημα που δέχθηκε (η εναγόμενη) από κάποια XXXXX Αλεξάνδρου, αντιπρόσωπο της «Εθνικής Ασφαλιστικής» στην Κύπρο, για να είναι εγγυημένο το χαρτοφυλάκιο της θα έπρεπε το ποσό να ανέρχεται στις €50.000.- και άνω. Κατέβαλε στην εναγόμενη ακόμη €5.
  2. Από τα δώρα του γάμου της (τελέστηκε στις 4.9.2016) παρέδωσε στην εναγόμενη ακόμη €10.000.-. Όπως είχε πληροφορηθεί από την τελευταία, για κάθε €10.000.- κατάθεση θα λάμβανε ως bonus το ποσό των €200.-. Περί τις 17.1.2016, η εναγόμενη την πληροφόρησε πως στο χαρτοφυλάκιο της πιστώθηκε ως bonus το ποσό των €4.600, ένεκα του ότι δεν είχε προβεί σε καμία ανάληψη μέχρι τότε. Μετά από «σύντομο χρονικό διάστημα» έλαβε τηλεφώνημα από την Αθήνα (ο τηλεφωνικός αριθμός ήταν απόρρητος και δεν αναγνωριζόταν από το κινητό της τηλέφωνο) πως εάν κατέθετε το ποσό των €10.000.- σε «προσωρινές επενδύσεις», το ποσό αυτό θα ανερχόταν σ΄ ένα μήνα σε €11.900.-. Πείστηκε και κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των €10.000.-. Η «προσωρινή επένδυση φαινόταν να είχε επιτευχθεί», αφού ανά τακτά χρονικά διαστήματα δεχόταν τηλεφωνήματα από απόρρητο αριθμό από την Αθήνα και ενημερωνόταν σχετικά. Τα χρήματα της προσωρινής της επένδυσης έφθασαν τις €21.
  3. Τότε η εναγόμενη της μετέφερε την πρόταση της XXXXX Αλεξάνδρου, να καταθέσει τα χρήματα αυτά στο χαρτοφυλάκιο της, όπως και έπραξε. Στη συνέχεια δέχθηκε τηλεφώνημα από κάποια XXXXX Παυλίδου (η ίδια θεώρησε πως είναι προϊστάμενη της XXXXX Αλεξάνδρου) η οποία «της επιβεβαίωσε την κατάθεση των €21.000.- και το επιτόκιο ύψους 9%». Τον Αύγουστο του 2017 δέχθηκε τηλεφώνημα και πάλιν από την Αθήνα για συμμετοχή σε «μικροεπένδυση κάτω των €5.000.-». Συμφώνησε και παρέδωσε στην εναγόμενη το ποσό των €1.700.-. Τέλος Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου 2017, η ίδια και ο σύζυγος της αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν ποσό €13.000.- από τις «επενδύσεις» για αγορά αυτοκινήτου. Η εναγόμενη «προσφέρθηκε» να μεσολαβήσει για την αγορά του. Της παρέδωσαν τα ποσά των €2.500.- και €2.600.-, αντίστοιχα. Η εναγομένη, όπως τους πληροφόρησε, είχε επαφή με άτομο στην Λεμεσό (εισαγωγέα και πωλητή αυτοκινήτων) σχετικά με την έλευση του αυτοκινήτου. Εν τέλει το αυτοκίνητο «δεν ήρθε ποτέ». Η εναγομένη μετά από «αρκετές προφάσεις και δικαιολογίες», τους ενημέρωσε πως «τα αυτοκίνητα τα οποία κατέφθαναν εν πλω, ήταν κλεμμένα οπότε και επεστράφησαν πίσω». Τους καθησύχασε πως «ο άνθρωπος από τη Λεμεσό», θα προχωρούσε σε έμβασμα €20.000.- προς την ίδια, η οποία στη συνέχεια θα εξέδιδε επιταγή για το ίδιο ποσό προς όφελος της. Όντως η εναγόμενη εξέδωσε και παρέδωσε στην ίδια επιταγή (με αριθμό XXXXX3077, ημερομηνίας 23.1.2018) για το ποσό των €20.000.-. Η επιταγή εν τέλει δεν εξαργυρώθηκε και επιστράφηκε ως ακάλυπτη. Στις 17.1.2018 η εναγόμενη την ενημέρωσε (της παρέδωσε και σχετικό έντυπο) πως το συνολικό ποσό της επένδυσης της ανήλθε στις €111.
  4. Συμφώνησαν να εκδοθεί επιταγή από την εναγομένη ύψους €131.000.-, (στο ποσό αυτό θα περιλαμβανόταν και το ποσό της επιταγής για €20.000). Η εναγομένη στις 12.2.2018 εξέδωσε πράγματι επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας με αριθμό XXXXX2541 για το ποσό των €131.
  5. Η επιταγή κατατέθηκε προς εξαργύρωση στην τράπεζα, πλην όμως και αυτή επιστράφηκε ως ακάλυπτη. Μετά τα πιο πάνω γεγονότα, τον Φεβρουάριο του 2018, «αντιλαμβανόμενη ότι είχε πέσει θύμα πλεκτάνης και απάτης» υπέβαλε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Κατά την ίδια, η εναγόμενη εκμεταλλευόμενη την «στενή τους σχέση» και την εμπιστοσύνη που της επιδείκνυε, της παρουσίασε ένα ανύπαρκτο επενδυτικό σχέδιο με σκοπό όπως ιδιοποιηθεί τα ποσά που της παρέδιδε προς «δήθεν κατάθεση είτε στο ανύπαρκτο χαρτοφυλάκιο του επενδυτικού σχεδίου είτε στις ανύπαρκτες προσωρινές επενδύσεις». Μετά την καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία, αποτάθηκε στους δικηγόρους της. Οι τελευταίοι ήρθαν σε επικοινωνία με τους δικηγόρους της εναγομένης σε μία προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Είναι η θέση της πως θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τύπου Mareva και να παγιοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης, καθότι είναι ορατός ο κίνδυνος σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγομένης, αυτή να μην ικανοποιηθεί. Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του εν λόγω διατάγματος θα πρέπει να εκδοθεί και το υποβοηθητικό διάταγμα αποκάλυψης (Norwich Pharmacal). Η εναγομένη καταχώρισε Ένσταση προβάλλοντας δεκατέσσερις
(14)Λόγους. Σ΄ αυτήν αναφέρεται πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Αρ. 14/60) αναφορικά με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, με επιμέρους αναφορές πως: (α) το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας. (β) τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων ζητείται η δέσμευση, «δεν προσδιορίζονται επακριβώς ποια είναι, για ποιάν αξία επιζητείται η δέσμευση τους και πού βρίσκονται». (γ) δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια η αξία των τραπεζικών λογαριασμών των οποίων επιζητείται η δέσμευση, και για ποία χρονική περίοδο αυτή επιδιώκεται. (δ) η ενάγουσα επιζητεί ουσιαστικά το «ψάρεμα μαρτυρίας» (fishing evidence). (ε) τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει βασικά ανθρώπινα δικαιώματα της εναγομένης (δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, της εμπιστευτικότητας και του απορρήτου της επικοινωνίας) όπως αυτά προστατεύονται από το σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (στ) τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της η οποία δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με «οποιαδήποτε διαταγή εξόδων ή/και αποζημιώσεων». Την Ένσταση (στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση) υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της Κωνσταντίας Σάββα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγομένη, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Η ομνύουσα δικαιολογεί την μη κατάρτιση της Δήλωσης από την ίδια την εναγόμενη, στο ότι η τελευταία «βρίσκεται για προσωπικούς - οικογενειακούς λόγους στο εξωτερικό και ως εκ τούτου είναι αδύνατη η παρουσία της στο Δικαστήριο». Η ομνύουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους Λόγους Ένστασης. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades ν. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Τα διατάγματα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, γνωστά ως «Mareva», αποσκοπούν στο να εμποδίσουν τον εναγόμενο από του να αποξενώσει περιουσιακά του στοιχεία ή να τα μεταφέρει εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σκοπός είναι να προστατευθούν τα εν λόγω στοιχεία, ώστε σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αγωγή του να μπορεί να ικανοποιήσει την απόφαση του. Στην ουσία αποσκοπούν στο να «παγοποιήσουν» τα περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου για υποβοήθηση μελλοντικής εκτέλεσης, γι΄ αυτό και τα διατάγματα τύπου «Mareva», συχνά αναφέρονται και ως «διατάγματα παγοποίησης» ή διατάγματα «Freezing orders». Η έκδοση ενός διατάγματος τύπου «Mareva» διέπεται επίσης από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Νόμου Αρ. 14/
  1. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Από τα όσα η ενάγουσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Βάση της αγωγής είναι η απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και/ή με δόλο, και/ή απάτης. Όπως είναι πολύ καλά γνωστό, συμβάσεις οι οποίες καταρτίζονται στη βάση απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων είναι άκυρες (άρθρα 17 και 18 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149). Διαζευκτική βάση αγωγής είναι η παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων. Το τελευταίο είναι αναγνωρισμένο αστικό αδίκημα (άρθρο 39 του Κεφ.148). Από τα προαναφερόμενα καθίσταται φανερό πως η αγωγή βασίζεται σε αναγνωρισμένα από τον νόμο αγώγιμα δικαιώματα. Η ενάγουσα κατέδειξε επίσης πως η υπόθεση της έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Με τα όσα παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει σοβαρή ένδειξη για διάπραξη αδικοπραγίας σε βάρος της. Έχει αποκαλύψει μια σειρά γεγονότων και ενεργειών της εναγομένης, οι οποίες έγιναν στα πλαίσια ενός, εξ' όσων φαίνεται, σχεδίου με σκοπό την ιδιοποίηση από πλευράς εναγομένης των χρημάτων της ενάγουσας. Η εμπλοκή της εναγομένης σε παράνομες και άδικες πράξεις, έχει καταδειχθεί. Είναι αξιοσημείωτο πως η εναγομένη δεν αντέταξε οποιαδήποτε θέση στην εκδοχή της ενάγουσας. Αρκέστηκε μόνο στο να αρνηθεί τους ισχυρισμούς της. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αυτή είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια [Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1245]. Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ. 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγομένου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει η ισχύς του Προσωρινού Διατάγματος αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις, το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ' αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς της ενάγουσας-αιτήτριας. Εν προκειμένω θεωρώ πως με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ικανοποιείται το εν λόγω κριτήριο. Η ενάγουσα κατέδειξε πως θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Mareva), ώστε να εξατμιστεί ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση σε περίπτωση που αυτή ήθελε εκδοθεί υπέρ της. Το Διάταγμα Αποκάλυψης (Pharmacal) θεωρείται είδος επικουρικού (ancillary) διατάγματος το οποίο εκδίδεται προς υποβοήθηση ενός διατάγματος παγοποίησης (Mareva). Όπως ανέφερε η Πρόεδρος Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου στην Ενδιάμεση Απόφαση της ημερομηνίας 8.11.2016, στην υπόθεση Frugal Consultants Ltd v. Strongfield Marketing Ltd, αρ. Αγωγής 4624/16, Ε.Δ. Λευκωσίας: «Σκοπός ενός τέτοιου διατάγματος είναι να καταστήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στην έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος αποτελεσματική. Συγκεκριμένα μέσω τέτοιου διατάγματος εξασφαλίζεται, όπως έχει κατ΄ επανάληψη τονισθεί στην νομολογία, η αστυνόμευση ("being policed") ενός διατάγματος παγοποίησης ώστε να γνωρίζει ο Ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε ο Εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης.[1] Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Malofeev v. VTB Capital plc
(2011)EWCA Civ 1252: "In order to be effective the worldwide freezing order, certainly in the context of this litigation, should be accompanied by an order for disclosure of assets". Επίσης στην ίδια υπόθεση σε άλλο σημείο τονίστηκε ότι ένα διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων συνήθως συνοδεύει ένα παγκοσμίου εμβέλειας διάταγμα παγοποίησης και ότι τέτοιας φύσης διάταγμα είναι αναγκαίο για να προσδώσει στο διάταγμα παγοποίησης το στοιχείο της αποτελεσματικότητας. Όπως συγκεκριμένα τέθηκε το θέμα: "An order for disclosure of assets normally accompanies a worldwide freezing order. Such an order is usually necessary to give the worldwide freezing order teeth". 'Όπως επεξηγείται στο Σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee 6η έκδοση
(2016)η αιτιολογική βάση της έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων ως επικουρικό διάταγμα στο διάταγμα παγοποίησης έγκειται στο γεγονός ότι αφής στιγμής ο Αιτητής αποδείξει πραγματικό κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων κρίνεται κατάλληλο κατά κανόνα να εκδοθεί το διάταγμα αποκάλυψης ουτως ώστε αυτό να υποβοηθήσει στην αποτελεσματικότητα του διατάγματος παγοποίησης. Σχετική είναι η ακόλουθη αναφορά: "23-013 It has become the usual practice of the court to order disclosure of information about assets as an ancillary order in aid of a freezing injunction,...... The justification for this is that once the claim has shown a real risk of dissipation of assets it will usually be appropriate to grant relief to assist the claimant make the injunction effective". Στην υπόθεση Motorola Credit Corporation v Uzan [2002] EWCA Civ 989 ο Δικαστής Waller LJ παρέπεμψε στην αναφορά του Δικαστή Steyn LJ στην Grupo Torras SA v. Al- Sabah (μη δημοσιευθείσα) ημερ. 16/2/94 ότι χωρίς το διάταγμα αποκάλυψης ένα διάταγμα παγοποίησης θα ήταν μία αναποτελεσματική διαδικασία στη μάχη κατά της διεθνούς απάτης ("relatively toothless procedure in the fight against rampant transnational fraud").» Το διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων, εκδίδεται κατά κανόνα ταυτόχρονα με την έκδοση διατάγματος παγοποίησης. Ουσιαστικά υποχρεώνεται ο Εναγόμενος να αποκαλύψει τα περιουσιακά του στοιχεία στον Ενάγοντα/Αιτητή ούτως ώστε να είναι στη συνέχεια σε θέση ο Ενάγων να ελέγχει ότι το διάταγμα παγοποίησης που εξασφάλισε εναντίον του Εναγόμενου εκτελείται και εφαρμόζεται κανονικά. Μάλιστα, όπως τονίζεται νομολογιακά, είναι τόσο σημαντική η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας ενός διατάγματος παγοποίησης που, παρά την παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικότητας ενός διαδίκου, εκδίδεται εναντίον του διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων. Η Πρόεδρος Δημητριάδου στην ίδια υπόθεση αναφέρει περαιτέρω: «Στο White Book του 2016 με σαφήνεια διατυπώνονται οι σκοποί έκδοσης τέτοιας φύσης διαταγμάτων αποκάλυψης ως ακολούθως: "For the purpose of rendering a freezing injunction effective (before judgment as well as after judgment), the court may make orders requiring the defendant
(1)to make a statement disclosing his assets,
(2)to give discovery of documents, and
(3)to provide information. Such orders can assist
(1)in determining the existence, nature and location of assets,
(2)in clarifying questions of title concerning assets, and
(3)in identifying third parties to whom notice of the injunction should be given for the purpose of ensuring that they do not advertently or inadvertently assist the defendant in the removal or disposal of assets". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω, στο Σύγγραμμα Commercial Injunctions (ανωτέρω) στη σελ. 813 τονίζεται εκ νέου ότι, ο σκοπός της αποκάλυψης, είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας ενός διατάγματος παγοποίησης και εξασφάλιση γνώσης από πλευράς Αιτητή των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον Καθ΄ ου η Αίτηση ούτως ώστε να εμποδιστεί η αποξένωση τους και η μη ικανοποίηση πιθανής απόφασης προς όφελος του Αιτητή. Παραθέτω σχετική περικοπή: "Asset disclosure in intended to ensure that a worldwide freezing order is effective, and that the claimants are aware of assets owned or allegedly owned by the defendants so as to prevent their being dissipated so as to frustrate an eventual judgment obtained". Έχοντας υπόψη τα προαναφερθέντα κρίνω πως θα πρέπει να εκδοθεί και το αιτούμενο διάταγμα Αποκάλυψης. Καταληκτικά κρίνω πως θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα της ενάγουσας και να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Διά ταύτα: (α) Εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος ΣΤ της Αίτησης, με την διαφοροποίηση πως το διάταγμα θα ισχύει μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της αγωγής. (β) Εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Ζ(ι) της Αίτησης. Η εναγόμενη να συμμορφωθεί εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας-αιτήτριας και σε βάρος της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση. (Υπ.).............. Στ. Τσιβιτανίδου‑Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.