IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD ν. Κ. & Υ. ΤΗΕΟDOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 261/2018, 11/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 261/2018 Μεταξύ: IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD Εναγόντων ΚΑΙ 1.Κ. & Υ. ΤΗΕΟDOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTIONS LTD 2.xxxxxxxx ΘΕΟΔΩΡΟΥ Εναγομένων AITHΣΗ ΗΜΕΡ. 12.4.2019 ΓΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11.06.2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα ‑ Αιτήτρια: κ. Στ. Σταύρου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1 ‑ Καθ' ης η αίτηση: κ. Γ. Τσαρδελής για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 2: κα Γ. Δημητρίου για Α. Β. Ζαχαρίου και Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX‑TEMPORE) Η Ενάγουσα ‑ Αιτήτρια, (στο εξής Αιτήτρια), καταχώρησε την παρούσα αγωγή σε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ.6) στις 5.3.
- Με αυτήν αξιώνει το ποσό των €236.484 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή συμφωνίας εγγύησης ή/και γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή αποζημίωσης για παράβαση συμφωνίας ή/και μη εξόφλησης λογαριασμού ή/και πρόσθετων εργασιών με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πληρωτέου την 31.12.2012 και τόκο 8% ετησίως από 23.5.2012 μέχρι εξόφλησης ή/και νόμιμο τόκο, έξοδα, πλέον ΦΠΑ, καθώς και δυνάμει σύμβασης εγγύησης ημερομηνίας 23.5.2012 εναντίον του Εναγόμενου
- Η αγωγή αφού επιδόθηκε στους Εναγόμενους ‑ Καθ' ων η αίτηση, (στο εξής Καθ΄ων η αίτηση), καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του Εναγόμενου 2 στις 6.3.2018 και εκ μέρους της Εναγόμενης 1 στις 16.3.
- Ακολούθησε η υπό εξέταση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 12.4.
- Δηλαδή περί τους δεκατρείς
(13)μήνες μετά την καταχώρηση των σημειωμάτων εμφάνισης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Αιτήτριας, με την οποία επισυνάπτονται 2 Τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1 οι ηλεκτρονικές έρευνες στην επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και ως Τεκμήριο Β το γραμμάτιο συνήθους τύπου. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18 Θ 1‑9, Δ.48 Θ 1‑12 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η αίτηση, (στο εξής Καθ΄ης η αίτηση 1), διά μέσου του συνηγόρου της δήλωσε ότι δεν θα υπερασπιστεί. Ο Εναγόμενος 2 ‑ Καθ' ου η αίτηση, (στο εξής Καθ' ου η αίτηση 2), αντέδρασε και καταχώρησε ένσταση στις 3.6.2019 με την οποία προβάλλονται δεκατρείς
(13)λόγοι ένστασης οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: «
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική.
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη.
- Ο Εναγόμενος 2-Καθ΄ου η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση.
- Ο Εναγόμενος 2-Καθ΄ου η αίτηση έχει συζητήσιμη υπεράσπιση.
- Τίθενται ζητήματα ουσίας τα οποία πρέπει να εξεταστούν κατά το στάδιο της ακρόασης.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
- Ο Εναγόμενος 2-Καθ΄ου η αίτηση ουδέποτε οχλήθηκε για την πληρωμή οιουδήποτε ποσού.
- Ο Εναγόμενος 2-Καθ΄ου η αίτηση δεν οφείλει κανένα ποσό.
- Με το να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα αποστερηθεί ο Εναγόμενος 2 του συνταγματικού του δικαιώματος να υπερασπιστεί την θέση του στο Δικαστήριο και να τύχει δίκαιης δίκης.
- Το γραμμάτιο δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου για να θεωρείται ως γραμμάτιο συνήθους τύπου.
- Η υπογραφή του γραμματίου έγινε υπό το καθεστώς εξαναγκασμού, δόλου και απάτης.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2, o οποίος είναι και διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση 1, η οποία βρίσκεται υπό διαχείριση. Η Υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση 2, με βάση τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, είναι ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι εξουσιοδοτημένο άτομο να ορκίζεται και ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, που αν και δεν είναι ένας εκ των μαρτύρων των υπογραφών στο επίδικο γραμμάτιο, δεν αναφέρει πουθενά από πού αντλεί τη γνώση του. Επίσης λόγος ένστασης είναι ότι εξαναγκάζετο η Καθ' ης η αίτηση 1 και κατ' επέκταση ένεκα της εγγύησης του και ο Καθ' ου η αίτηση 2, κάθε χρόνο να υπογράφει ένα τέτοιο έγγραφο για να μπορεί να συνεχιστεί η συνεργασία τους, κατόπιν βεβαίωσης του διευθυντή της Αιτήτριας ότι το γραμμάτιο και η εγγύηση ήταν τυπικής μορφής. Ο άλλος λόγος ένστασης είναι η αμφισβήτηση της εγκυρότητας του γραμματίου, που ως τον ενημέρωσαν οι δικηγόροι του θα πρέπει να είναι υπογραμμένο από δύο μάρτυρες ικανούς προς το συμβάλλεσθε παρόντες κατά την υπογραφή του. Όμως το Τεκμήριο Β, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και περιλαμβάνει δύο μάρτυρες, ουδέποτε υπεγράφη στην παρουσία του Καθ' ου η αίτηση από αυτούς και είναι η θέση του ότι υπεγράφη αργότερα παράτυπα και δόλια. Επιπλέον αμφισβητείται το οφειλόμενο αξιούμενο ποσό, αφού η Καθ' ης η αίτηση 1 συνέχισε και σε μεταγενέστερο χρόνο από τον επίδικο να προβαίνει σε πληρωμές, αλλά επειδή είναι υπό διαχείριση δεν μπορούσε να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο. Ακόμη προβάλλεται ως άλλος λόγος ένστασης ότι ουδέποτε οχλήθη από την Αιτήτρια για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει κανένα ποσό και ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση και θα πρέπει να του επιτραπεί από το Δικαστήριο να καταχωρήσει υπεράσπιση στην ουσία της διαφοράς, όπου θα εξεταστούν τα θέματα κατά την ακροαματική διαδικασία θεωρώντας ότι δεν έχει ξεκάθαρη αξίωση η Αιτήτρια εναντίον του. Τέλος ένας ακόμα λόγος ένστασης είναι ότι το επίδικο έγγραφο χαρτοσημάνθηκε πολύ αργότερα από την υπογραφή του. Οι υπόλοιποι λόγοι που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ουσιαστικά επαναλαμβάνουν αυτούς που έχω αναφέρει προηγουμένως, συμπληρώνοντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ.
- Οι συνήγοροι στις ικανές αγορεύσεις τους, αφού καταπιάνονται με τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις και επιχειρηματολογούν επί αυτών, για να καταδειχθεί από τη μια η ορθότητα των θέσεων, ως έκαστος προωθεί και από την άλλη η κατάρριψη των ισχυρισμών, που πάλι o κάθε ένας από αυτούς προβάλλει, εισηγήθηκαν, με επίκληση σχετικής νομολογίας, από τη μια ο δικηγόρος της Αιτήτριας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις και δεν έχει αποδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση 2, κυρίως στη βάση ότι πρόκειται για γραμμάτιο συνήθους τύπου για το οποίο οι μόνες υπερασπίσεις είναι αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 80 του Κεφαλαίου 149 και γι' αυτό πρέπει να μην του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί και να εκδοθεί απόφαση εναντίον του, ενώ από την άλλη η δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε εντελώς το αντίθετο και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση, αφού κατά τη θέση της έχει καταδειχθεί υπεράσπιση στη βάση του σχετικού άρθρου και νόμου, ότι δηλαδή το γραμμάτιο οι δύο μάρτυρες το υπέγραψαν αργότερα και όχι στην παρουσία του και ότι εξαναγκάστηκε να το υπογράψει τούτο, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, εμπεριέχοντας και δόλο εκ μέρους της Αιτήτριας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ‑ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Η νομική βάση της αίτησης ρυθμίζεται και θεμελιώνεται επί της Δ.18 Κ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: Δ.18, Κ.1(α):
- (a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Σε μετάφραση: «1.(α) Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με τη περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης» Από την πιο πάνω διατύπωση συνάγεται ότι: (Α) Ο Ενάγων πρέπει να εγείρει την αγωγή του σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο Δ.2, Κ.
- (Β) Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. (Γ) Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, η οποία να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται εάν υπάρχει και να δηλώνει ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ο Ενάγων υπέχει υποχρέωση να καταδείξει ότι συνυπάρχουν οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις: Το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει και να ελέγξει πρώτα ότι ο Αιτητής έχει αυστηρά συμμορφωθεί με την Δ.18, Κ.1, γιατί τότε μόνο το Δικαστήριο περιβάλλεται με δικαιοδοσία εξέτασης της ουσίας της αίτησης που είναι η ύπαρξη εύλογης και καλόπιστης υπεράσπισης (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Ogcondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης στην επάρκεια ή την πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται στην υπόθεση Symon & Co. v. Palmer's Stores Ltd
(1903){1912} 1 K.B. 259, 266-27 ως ακολούθως: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. .............................. An application is often made under Order XIV, not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV, r.1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. ............................. Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία.» Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 789 επ. όπου αναλύεται εις βάθος η έννοια της προσωπικής γνώσης του ομνύσαντος και το νόημα της αποδίδεται και μεταφέρεται στη συνέχεια. Φαίνεται από την Δ.18, Κ.1 ότι θεωρεί ως δεδομένο ότι ο Ενάγων είναι ικανός να κάνει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι Ενάγων. Είναι πάγια αρχή της νομολογίας ότι εάν ο Ενάγων καταφέρει να αποδείξει την συνύπαρξη των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων τότε ο Εναγόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εύλογη, συζητήσιμη, καλή, εκ πρώτης όψεως ή πλήρη υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή ή που να δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο παραχωρήσει σ' αυτόν άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Αυτό το μέρος της εξέτασης μιας αίτησης για συνοπτική απόφαση πραγματεύεται η νομολογία μας στις υποθέσεις Kypros S. Kyprianides v. Symeon Ioannides
(1996)1 C.L.R. 265, C.Y.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co. Ltd v. Ioulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 204, Γεώργιος Καζαμίας v. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 752, Trans Middles East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, 243, όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και από τις αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση. (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1988)1 Α.Α.Δ. 22 πέραν των πιο πάνω που ήδη έχουν αναφερθεί λέχθηκε ότι είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται «καλή τη πίστει» ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης, πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια ακόμη και αν ο Εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρης της απαίτησης. Επί πλέον αναφέρεται ότι στην υπόθεση εγείρονται πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολότητα της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ και άλλου v. Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, λέχθηκε ότι συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Επίσης στην υπόθεση Brainvibes Ltd v. Tράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, ημερ. 17.5.2018, λέχθηκαν τα εξής: «Κατά πάγια νομολογία (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ. 418 που παραπέμπει στην CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897) «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». Όπου όμως το βάρος τεκμηρίωσης ύπαρξης Υπεράσπισης μετέρχεται στον εναγόμενο - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση - αυτός θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά για διεξαγωγή δίκης (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Κριτήριο που δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση της Δ.17 (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912). Στην παρούσα περίπτωση οι εφεσείοντες περιορίστηκαν με την ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 2 να προβάλουν απλώς ότι το αξιούμενο ποσό είναι παράνομο και/ή υπέρογκο λόγω του ότι προέκυψε από υπερχρεώσεις και/ή παράνομο ανατοκισμό κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου. Ποιους όρους παρέβηκε η εφεσίβλητη, δεν αναφέρουν. Όπως δεν αναφέρουν σε ποιες υπερχρεώσεις και/ή παράνομο ανατοκισμό προέβη η εφεσίβλητη.» Το Δικαστήριο έχει υπόψη του και τις σχετικές με το υπό συζήτηση θέμα, υποθέσεις Επίσημος Παραλήπτης, ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 347Α/2012 ημερομηνίας 14.6.2017, Brainvibes Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση αρ. 504/2012, ημερομηνίας 17.5.2018, Χριστοδούλου ν. Σάββα, Πολιτική Έφεση αρ. 139/2012, ημερομηνίας 12.9.2018, την Χαράκης ν. Βρυώνη, Πολιτική Έφεση αρ. Ε28/2017, ημερ. 24.10.2018 και Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε75/2013, ημερ. 5.3.
- Άλλωστε το Δικαστήριο πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο και να παρουσιάσει σε ακρόαση τις θέσεις του. Το Δικαστήριο οφείλει με πολλή προσοχή και περίσκεψη να βλέπει ένα τέτοιο αίτημα. Από την άλλη όμως δεν θα πρέπει να απολήγει σε διακοσμητική διάταξη η Δ.18 Κ.1 και στην ουσία να περιπέσει σε αχρησία. Εξετάζοντας πρώτα κατά πόσο τηρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω σύμφωνα με την Δ.18 Κ.1(α) καταδεικνύεται ότι: (Α) Η πρώτη προϋπόθεση πληρείται αφού η αγωγή εγέρθηκε επί κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου Δ.2 Κ.
- (Β) Επίσης ο Καθ' ου η Αίτηση 2 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 6.3.2018 και εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση 1 στις 16.3.2018 και μετά καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Επομένως πληρείται η προϋπόθεση αυτή. (Γ) Ως προς την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, φαίνεται, από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου, που συνοδεύει την αίτηση και βρίσκεται στην υπηρεσία της Αιτήτριας, πρώτο ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και δεύτερο ότι από τον τρόπο καταγραφής της ένορκης δήλωσης ότι ο ομνύοντας γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και βεβαιώνει και το ποσό που αξιώνεται, ως διαπιστώνεται άλλωστε από το Τεκμήριο Β που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση και όπως πιστεύει ο ομνύων δεν υπάρχει υπεράσπισης στην αγωγή. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Με την πλήρωση των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει κάτι περισσότερο από σκιώδη και/ή λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αστήρικτη, παράτυπη, αντικανονική και καταχρηστική, δεν με βρίσκουν σύμφωνο και απορρίπτονται, αφού καταγράφεται η ορθή νομική βάση της αίτησης Δ.18 θ.1-9, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και ο ενόρκων δηλών βεβαιώνει τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει προσωπικά. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης ότι καταχωρήθηκε καθυστερημένα η αίτηση, πράγματι πέρασαν δεκατρείς
(13)περίπου μήνες και μετά να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση. Όμως στο μεσοδιάστημα δεν λήφθηκε οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό διάβημα και δεν θα ήταν διατεθειμένο το Δικαστήριο εκ μόνου του λόγου της καθυστέρησης να απορρίψει την αίτηση. Ως προς τον λόγο που αναφέρει ο Καθ'ου η αίτηση 2 ότι δεν υφίσταται κανένα υπόλοιπο προς πληρωμή καθώς έχει εξοφληθεί, ουδέν στοιχείο και ουδέν Τεκμήριο παρουσιάστηκε με το οποίο να μπορεί να ευδοκιμήσει ένας τέτοιος ισχυρισμός. Σε σχέση με το βάρος απόδειξης εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση, κάτι περισσότερο από σκιώδη και κάτι λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση, τούτο διέρχεται μέσα από το άρθρο 78 του ΚΕΦ. 149 αφού η απαίτηση στηρίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και από το άρθρο 80 του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149, αφού σε περίπτωση αγωγής δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου οι υπερασπίσεις είναι συγκεκριμένες και περιοριστικές. Το άρθρο 80 προνοεί τα ακόλουθα: «Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.» Επομένως το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί αμαχητή απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται εκτός αν αποδειχθεί μια από τις τρεις υπερασπίσεις, (α) ότι η υπογραφή του οφειλέτη του χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, (β) ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης, (γ) ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Συνεπώς μαρτυρία που έχει σκοπό να αντικρούσει το περιεχόμενο του γραμματίου δεν θα γίνει δεκτή ή δεν θα ληφθεί υπόψη, εκτός αν αφορά σε ισχυρισμούς που τείνουν να αποδείξουν μία από τις πιο πάνω τρεις υπερασπίσεις (βλ. Rasf v. Dervish
(1971)1 C.L.R. 158). Στο άρθρο 78 προβλέπεται: «"Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής".» Για να εξεταστεί όμως κατά πόσο ευσταθεί ή όχι μια από τις τρεις πιο πάνω υπερασπίσεις πρέπει πρώτα να εξεταστεί αν το έγγραφο είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Εξετάζοντας με προσοχή το τεκμήριο που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαπιστώνεται ότι πληρούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να χαρακτηριστεί τούτο ως τέτοιο. Η υπογραφή εγγύησης από τον ίδιο τον υπόχρεο πληρωμής της οφειλής του γραμματίου συνήθους τύπου δεν καθιστά άκυρο τούτο όπως αναφέρεται στο άρθρο 79 του ΚΕΦ. 149. Επανερχόμενος στις τρεις υπερασπίσεις που καθιερώνει το άρθρο 80 του ΚΕΦ. 149, (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Limited κ.ά. v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415) διαπιστώνεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, όπως άλλωστε ήταν και η θέση της συνηγόρου του, ότι το γραμμάτιο συνήθους τύπου υπογράφηκε από αυτόν. Προχωρώ να εξετάσω τις άλλες δύο υπερασπίσεις αφού ο Καθ'ου η αίτηση επικαλείται, για την υπογραφή του στο γραμμάτιο συνήθους τύπου, εξαναγκασμού και/ή απάτη. Εξαναγκασμός σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΚΕΦ. 149 είναι: «
(1)"Εξαναγκασμός" είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίηση του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης, περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία.
(2)Είναι αδιάφορο κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ή οποιαδήποτε τροποποίηση του, είναι σε ισχύ ή όχι στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός.» Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, κυρίως των παραγράφων 5 και 8.6, που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2 που συνοδεύει την ένσταση, ο εξαναγκασμός που ισχυρίστηκε ότι υπέστη από την Αιτήτρια εξειδικεύεται στο γεγονός ότι η Αιτήτρια του παρουσίαζε κάθε χρόνο το οφειλόμενο ποσό σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και του έλεγε να το υπογράψει και αυτός, κατά την άποψη του, θεωρώντας ότι αν δεν το υπέγραφε θα τερματίζετο η μεταξύ τους συμφωνία, εξαναγκαζόμενος υπέγραφε τούτο. Όμως διαφαίνεται ότι η πρακτική αυτή, δηλαδή η υπογραφή γραμματίου κάθε χρόνο εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση 1 και εγγύησης ο Καθ΄ου η αίτηση 2, ήταν ένας από τους όρους της προφορικής συμφωνίας που είχαν μεταξύ τους για να παραδίδει η Αιτήτρια εμπορεύματα στην Καθ΄ης η αίτηση 1. Αν η Καθ' ης η αίτηση δεν επιθυμούσε να συνεργαστεί με την Αιτήτρια υπό τον όρο αυτό, θα μπορούσε από μόνη της να τερματίσει τη μεταξύ τους συμφωνία. Από τη στιγμή που δεχόταν να υπογράψει, αποδεχόταν τον όρο τούτο για συνέχιση της συνεργασίας τους. Ούτε βεβαίως ευσταθεί ο ισχυρισμός για δόλο, ένεκα του πιο πάνω όρου για συνέχιση της συνεργασίας τους, αφού κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε που να τεκμηριώνει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Σε ότι αφορά την θέση για εξαπάτηση των Καθ΄ων η αίτηση εκ μέρους της Αιτήτριας, στο άρθρο 17 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, δίνεται ο ορισμός της απάτης, o οποίος έχει ως εξής: «Ορισμός "απάτης" 17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση o Καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος είναι ο διευθυντής της Καθ'ης η αίτηση 1, γνώριζε το ποσό της οφειλής και υπέγραψε το γραμμάτιο. Ουδέποτε αναφέρθηκε από τον Καθ΄ου η αίτηση 2 ότι κάποιο γεγονός, από αυτά που αναφέρονται από τον ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αυτός πίστευε πρώτο ότι ήταν αναληθή και το παρουσίασε ως αληθή και δεύτερο ότι δεν πίστευε ότι ήταν αληθή. Αλλά ακριβώς επειδή, κατά την άποψη του, η Αιτήτρια ζητούσε κάθε χρόνο να αναγνωρίζεται από την Καθ΄ης η αίτηση 1 το οφειλόμενο ποσό με τον συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή με την υπογραφή γραμματίου, θεώρησε ότι εξαπατήθηκε. Άρα, ούτε η υπεράσπιση της απάτης μπορεί να ευσταθήσει. Το τρίτο θέμα είναι ο ισχυρισμός του Καθ΄ου η αίτηση 2 ότι οι μάρτυρες της υπογραφής του τόσο για την Καθ΄ης η αίτηση 1, όσο και για τον ίδιο ως εγγυητή, δεν υπέγραψαν στην παρουσία του, αλλά υπέγραψαν σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν διαφωνώ με τη συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση 2 ότι υπάρχει, περί τούτου, από τη μια ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι τα πράγματα είναι όπως φαίνονται στο γραμμάτιο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και από την άλλη ο ισχυρισμός του Καθ'ου η αίτηση 2 που καταγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι οι δύο μάρτυρες δεν υπέγραψαν στην παρουσία του, και ως εκ τούτου θα έπρεπε, ίσως, είτε να καταχωρηθεί, ως προς τούτο, απάντηση εκ μέρους της Αιτήτριας, είτε να αντεξεταστεί επί αυτού του ισχυρισμού του o Καθ' ου η αίτηση 2. Όμως χωρίς να υπεισέρχομαι σε στάθμιση και αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας κατά νου αυτά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι δηλαδή οι δύο μάρτυρες είναι υπάλληλοι της Αιτήτριας, δεν θα έβλεπα τον λόγο γιατί να μην υπογράψουν εκείνη τη στιγμή που υπέγραψε ο Καθ' ου η αίτηση 2 και να τους καλούσαν σε μεταγενέστερο στάδιο όταν σκοπός του γραμματίου συνήθους τύπου ήταν ακριβώς η δέσμευση και εξασφάλιση του οφειλόμενου ποσού. Έχοντας εξετάσει προσεκτικά τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, εν όψει των πιο πάνω αναφερθέντων, κρίνω ότι αυτοί δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν ή να τεκμηριώσουν μια από τις υπερασπίσεις που καθιερώνει το άρθρο 80 του Κεφαλαίου 149, αλλά επιχειρείται, δια του τρόπου που αναφέρθηκε ανωτέρω, να αντικρούσει τα όσα διαλαμβάνονται στο γραμμάτιο συνήθους τύπου, χωρίς πραγματικό υπόβαθρο, υποστηρικτικό τεκμηρίωσης των συγκεκριμένων υπερασπίσεων. Σημειώνεται ότι στην περίπτωση γραμματίου δεν χρειάζεται καμιά όχληση εκ μέρους του πιστωτή προς τον οφειλέτη, στη συγκεκριμένη περίπτωση από την Αιτήτρια προς τους Καθ΄ων αίτηση για να καθίστατο επιτρεπτή η έγερση αγωγής από την Αιτήτρια εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση, ως ήταν η θέση του Καθ΄ου η αίτηση 2 (βλ. Μακεδόνας ν. Λαζάρου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 1322). Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση επιτυγχάνει και κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ομού και κεχωρισμένως για το ποσό των €236.484 πλέον τόκο 8% ετησίως από 1.1.2013 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο