ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. M.A. HOUSE OF COTTON LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1230/12, 6/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1230/12 Μεταξύ: ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Ενάγοντα Και M.A. HOUSE OF COTTON LIMITED Εναγόμενης Ημερομηνία: 06/09/2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα. A. Θωμά για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για ν' ακούσει απόφαση η κα Θ. Κουμή). Για την Εναγόμενη: κ. Α. Παπαλλής για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ρ. Παπαδοπούλου). ΑΠΟΦΑΣΗ Τα δικόγραφα Ο Ενάγοντας με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε εναντίον της Εναγόμενης αξιώνει απόφαση και ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσεται και ή επικυρώνεται η δήμευση των κατακρατηθέντων και ή κατασχεθέντων εμπορευμάτων (3227 τεμάχια), τα οποία εμφαίνονται στον πίνακα στην παράγραφο 9 (της Έκθεσης Απαίτησης). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, ο ενάγοντας στα πλαίσια έρευνας στα υποστατικά και την αποθήκη της εναγόμενης στη Λάρνακα, στις 15.4.10, κατακράτησε δυνάμει των διατάξεων του περί Τελωνιακού Κώδικα Νόμου με τα έντυπα Τελ. 71Α υπ΄ αριθμό Β054487 και Β054488 διάφορα εμπορεύματα για τα οποία του δημιουργήθηκε υποψία ότι παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Τα εν λόγω εμπορεύματα είχαν εισαχθεί και κατέχονταν από την εναγόμενη. Εν συνεχεία το Τμήμα Τελωνείων απέστειλε τον Απρίλιο και/ή Μάιο του 2010 επιστολές και/ή δείγματα από τα κατακρατηθέντα εμπορεύματα στους αντιπροσώπους και/ή στους εκπροσώπους δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας στους οποίους δόθηκε χρονική προθεσμία για να απαντήσουν κατά πόσο παραβιάζονται οποιαδήποτε δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Εις απάντηση οι εν λόγω αντιπρόσωποι και/ή εκπρόσωποι των εν λόγω δικαιωμάτων επιβεβαίωσαν ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα διανοητικής και/ή πνευματικής ιδιοκτησίας τους και έδωσαν στοιχεία ως προς την αυθεντικότητα των κατακρατηθέντων δικαιωμάτων. Από το σύνολο των εμπορευμάτων που εντοπίστηκαν κατά την πιο πάνω έρευνα, τα εμπορεύματα για τα οποία οι κάτοχοι δικαιωμάτων δεν μπορούσαν να επιβεβαιώσουν αν πρόκειται για απομιμήσεις αποδεσμεύτηκαν και παραδόθηκαν στην εναγόμενη. Το Τμήμα Τελωνείων με επιστολή ημερ. 19.5.10 ενημέρωσε την εναγόμενη για την πρόθεση του να προχωρήσει σε κατάσχεση ορισμένων εμπορευμάτων και η εναγόμενη απάντησε με την επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 24.5.10 εις την οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους αμφισβητεί την δήμευση των εμπορευμάτων. Το Τμήμα Τελωνείων απάντησε με την επιστολή ημερ. 11.6.
- Μετά την αποδέσμευση μέρους των κατακρατηθένων εμπορευμάτων ως αναφέρεται ανωτέρω, παρέμειναν στις αποθήκες του Τελωνείου Λάρνακας 3,227 τεμάχια τα οποία εκτίθενται στον πίνακα που παραθέτει ο ενάγοντας στην παράγραφο
- Το Τμήμα Τελωνείων με επιστολή ημερ. 11.10.11 και θέμα Δηλοποίηση Κατάστασης ενημέρωσε την εναγόμενη ότι τα εμπορεύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 9 κατάσχονται ως υποκείμενα εις δήμευση σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Τελωνιακού Κώδικα Νόμου. Η εναγόμενη με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 19.10.11 απέρριψε το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής του Τελωνείου. Τέλος, ο ενάγοντας αναφέρει ότι δεδομένης της κατακράτησης, αρχικώς, και έπειτα της κατάσχεσης των εμπορευμάτων που αναφέρονται στην παρ. 9, καθώς και της εμπρόθεσμης αμφισβήτησης της κατάσχεσης από την εναγόμενη μέσω των δικηγόρων της είναι αναγκαία η κήρυξη των κατακρατηθέντων και/ή κατασχεθέντων εμπορευμάτων εις δήμευση δικαστικώς. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση της παραδέχεται την πραγματοποίηση της έρευνας ημερ. 15.4.10 στην οποία αναφέρεται ο ενάγοντας και την κατακράτηση με τα πιο πάνω τελωνειακά έντυπα των εμπορευμάτων. Παραδέχεται επίσης την εισαγωγή και κατοχή των εμπορευμάτων και προσθέτει ότι παρόμοια προϊόντα είχαν εισαχθεί αρκετές φορές στο παρελθόν από την εναγόμενη και είχαν ελεγχθεί από τους τελωνειακούς λειτουργούς χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε θέμα παραβίασης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Η εναγόμενη αρνείται την αποστολή δειγμάτων στους αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους δικαιωμάτων αλλά και ότι αυτοί απάντησαν ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα τους. Η εναγόμενη παραδέχεται την αποδέσμευση μέρους των κατακρατηθέντων δικαιωμάτων, ωστόσο προσθέτει ότι τα εμπορεύματα αυτά παραδόθηκαν στην εναγόμενη πλήρως κατεστραμμένη και ή μη εμπορεύσιμα. Η εναγόμενη παραδέχεται επίσης την επιστολογραφία στην οποία κάνει αναφορά ο ενάγοντας και όσον αφορά το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 11.10.11 η εναγόμενη αναφέρει ότι η δικαστική δήμευση για την οποία πληροφορούσαν την εναγόμενη είχε ήδη αποφασιστεί από τους ενάγοντες από τις 19.5.10, ενώ ακολούθησε και η έγγραφη αμφισβήτηση της δήμευσης με την επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 24.5.
- Τέλος, η εναγόμενη αρνείται ότι είναι αναγκαία η κήρυξη των κατακρατηθέντων και/ή κατασχεθέντων εμπορευμάτων εις δήμευση δικαστικώς και ισχυρίζεται ότι ενόψει της ολιγωρίας και/ή των λανθασμένων χειρισμών και/ή της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντα εμποδίζεται η δικαστική δήμευση των εμπορευμάτων αφού έχει παρέλθει πέραν του ευλόγου χρόνος. Ζητά δε την απόρριψη της αγωγής. Στο απαντητικό του δικόγραφο ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγόμενης και επαναλαμβάνει αυτούς της έκθεσης απαίτησης του. Αρνείται δε τον ισχυρισμό περί εισαγωγής στο παρελθόν παρόμοιων προϊόντων και ελέγχου από τους τελωνιακούς λειτουργούς χωρίς να υπάρξει θέμα παραβίασης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και λέγει περαιτέρω ότι οι έλεγχοι δυνατόν να γίνονται δειγματοληπτικά και/ή οποτεδήποτε και ο ενάγοντας στην παρούσα ενήργησε στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και/ή με βάση τις εξουσίες που του παραχωρούνται μέσα από αυτή. Επίσης αρνείται ότι τα αποδεσμευθέντα εμπορεύματα παραδόθηκαν στην εναγόμενη πλήρως κατεστραμμένα και/ή μη εμπορεύσιμα ενώ τέλος, ισχυρίζεται ότι ο όποιος χρόνος παρήλθε ήταν εύλογος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και ο ενάγοντας δεν ενήργησε με ολιγωρία και/ή λανθασμένα και/ή κατόπιν πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του και/ή ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και ότι η κατακράτηση και/ή κατάσχεση των εμπορευμάτων ήταν νομότυπες και/ή ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων. H μαρτυρία Για κάθε πλευρά κατέθεσε ένας μάρτυρας. Πιο συγκεκριμένα για την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσε η XXXXX Βροντή (ΜΕ1), ενώ για την πλευρά της εναγόμενης κατέθεσε η XXXXX Αγγελίδου (ΜΥ1). XXXXX Βροντή (ΜΕ1) Είναι τελωνειακή λειτουργός. Εργάζεται στο Τελωνείο από το
- Από το 2010 είναι στον τομέα διερευνήσεων και δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Έδωσε μαρτυρία για τον έλεγχο που έγινε στα γραφεία και την αποθήκη της εναγόμενης το 2010 (15/04/10) και στον εντοπισμό μεγάλης ποσότητας εμπορευμάτων που εκ πρώτης όψεως παραβίαζαν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Αναφέρθηκε δε στην καταμέτρηση που έγινε και στην έκδοση των εντύπων Τελ.71Α (τεκμ.1 και 2) αναφορικά με την κατακράτηση των εμπορευμάτων για διερεύνηση της αυθεντικότητας τους. Εστάλησαν δείγματα (βλ. τεκμ.5) στα δικηγορικά γραφεία που αντιπροσωπεύουν τις εμπορικές επωνυμίες δηλ. των κατόχων δικαιωμάτων για εμπορικά σήματα των προϊόντων που κατακρατήθηκαν και έλαβαν απαντήσεις (βλ. τεκμ.6). Κάποια δικηγορικά γραφεία απάντησαν ότι είναι απομιμήσεις και κάποια άλλα ότι δεν μπορούσαν να επιβεβαιώσουν κατά πόσο είναι ή όχι αυθεντικά. Τα εμπορεύματα των οποίων δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί η αυθεντικότητα παραδόθηκαν στους εναγόμενους (βλ. τεκμ.7), ενώ τα υπόλοιπα παρέμειναν στην κατοχή του τελωνείου. Μετά ο φάκελος πήγε στη Λευκωσία, στο τμήμα νομικών θεμάτων, και απ' ότι ξέρει έγινε δηλοποίηση κατάσχεσης προς την εταιρεία με βάση το τεκμ.3 και αμφισβήτηση της δηλοποίησης κατάσχεσης με βάση το τεκμ.
- Αναφέρθηκε επίσης στην επιστολή του Τελωνείου ημερ.19/05/10 (τεκμ.8) και στην επιστολή των δικηγόρων των εναγόμενων 19/10/11 (τεκμ.9). Κατά την αντεξέταση της κατατέθηκαν διάφορες άλλες επιστολές (τεκμ.11-18) και απάντησε σε ερωτήσεις της υπεράσπισης. XXXXX Αγγελίδου (ΜΥ1) Είναι διευθύντρια της εναγόμενης. Κατά την έναρξη της κυρίως εξέτασης της κατατέθηκε γραπτή δήλωση της ως τεκμ.
- Ας σημειωθεί ότι κατόπιν ένστασης, κατά το στάδιο της κατάθεσης της, εν σχέση με κάποιες αναφορές σε αυτήν, συγκεκριμένες παράγραφοι αυτής έχουν διαγραφεί και πιο συγκεκριμένα οι παράγραφοι 3, 21 και
- Εις αυτήν αναφέρει ότι παρόμοια προϊόντα με τα επίδικα είχαν παραγγελθεί και στο παρελθόν από συγκεκριμένη εταιρεία του εξωτερικού (βλ. τεκμ.20) και δεν παρουσιάστηκε πρόβλημα με την εκτελώνιση τους. Ακολούθως δε αναφέρεται στην εκτελώνιση του τελευταίου container με εμπορεύματα τον Μάρτιο του 2010, τα οποία μεταφέρθηκαν στις αποθήκες των εναγόμενων και εν συνεχεία στον έλεγχο του Τμήματος Τελωνείων στις 15/04/10 που είχε ως αποτέλεσμα την κατακράτηση των προϊόντων που αναφέρονται στα τεκμ.1 και
- Στη συνέχεια κάνει αναφορά στην αλληλογραφία των δικηγόρων τους με το Τμήμα Τελωνείων. Κάποια προϊόντα τους έχουν επιστραφεί (τεκμ.21, που ας σημειωθεί αποτελεί μέρος και του τεκμ.7-τρίτο έγγραφο στη σειρά). Επίσης προβάλλει τη θέση ότι η κατακράτηση των προϊόντων για πέραν των 18 μηνών είναι παράνομη και πως ο τρόπος φύλαξης των προϊόντων από τις τελωνειακές αρχές κατέστησε τα προϊόντα άχρηστα με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές. Ακόμη υπέστησαν ζημιές εξαιτίας της αμέλειας και της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων των λειτουργών του Τελωνείου, αλλά και της συμπεριφοράς των τελευταίων σε εισαγωγές ίδιων προϊόντων σε προγενέστερο χρόνο, τα οποία περνούσαν από έλεγχο χωρίς παρατήρηση και με πιστοποίηση για το νόμιμο των εισαγωγών και με αυτό τον τρόπο έδιναν σιωπηρά τη συγκατάθεση τους για τη συνέχιση όμοιων εμπορευμάτων. Κατά την αντεξέταση της συμφώνησε ότι αρχικά κατασχέθηκε τεράστιος αριθμός προϊόντων ήτοι 5.194 τεμάχια και έπρεπε να διαχωριστούν σε μάρκες, να ληφθούν δείγματα, να εντοπιστούν οι νόμιμοι κάτοχοι του εμπορικού σήματος και να τους σταλούν τα δείγματα, να γίνουν οι σχετικές αναλύσεις, να ενημερωθούν οι ίδιοι για το πόρισμα και αν για κάποια προϊόντα δεν μπορούσε να πιστοποιηθεί η αυθεντικότητα έπρεπε να τους επιστραφούν. Είπε επίσης ότι πήραν κάποια πράγματα πίσω μετά από 6 μήνες περίπου και έγιναν σε αυτούς 3 διαφορετικές παραδόσεις προϊόντων. Δεν γνωρίζει τι ενέργειες έγιναν από το Τμήμα Τελωνείων μέσα στους 7 μήνες που ακολούθησαν την επιστολή του τελευταίου ημερ. 11/06/10 (τεκμ.13) και μέχρι την δική τους επιστολή ημερ.28/02/11 (τεκμ.14). Δεν γνωρίζει αν η εταιρεία Hallmark Cards PLC, ιδιοκτήτρια των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των «Forever Friends», ζήτησε όπως ο εμπειρογνώμονας της κάνει επιτόπια έρευνα στα τεμάχια, ούτε γνωρίζει αν ζητήθηκε να επανεξεταστούν κάποια δείγματα των προϊόντων της Disney. Συμφώνησε ότι μέχρι 17/06/11 παραλάμβαναν τεκμήρια (βλ. 1ο έγγραφο στο τεκμ.7). Και απάντησε σε διάφορες άλλες ερωτήσεις που για σκοπούς της παρούσας δεν χρειάζεται κρίνω να σημειωθούν. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η ΜΕ1 οφείλω να πω ότι μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Απάντησε ότι γνώριζε για τον έλεγχο που έγινε στα υποστατικά των εναγόμενων και τα προϊόντα που κατακρατήθηκαν, αλλά και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε μετά. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήταν ειλικρινής και αποδέχομαι της μαρτυρία της πλην ενός σημείου. Για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω δεν είναι αποδεκτό ότι το τεκμ.3 αποτελούσε τη δηλοποίηση κατάσχεσης. Όσον αφορά την ΜΥ1 κρίνω ότι ήταν επίσης ειλικρινής. Όμως ως προς τη μαρτυρία της οφείλω να πω τα εξής. Το γεγονός ότι εισήγαγαν και προηγουμένως προϊόντα, όμοια ή ίδια, και δεν υπήρξε παρόμοια εξέλιξη με την παρούσα δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Η ουσία εδώ έγκειται στο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε ο αναφερόμενος έλεγχος, υπήρχε αρχικά υποψία για παραβίαση της επίδικης νομοθεσίας και στην πορεία επιβεβαιώθηκε ότι μεγάλο μέρος των προϊόντων πράγματι παραβίαζε τη νομοθεσία διανοητικής ιδιοκτησίας. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι δεν έχει καμία σημασία το γεγονός ότι η μάρτυρας χαρακτηρίζει την κατακράτηση των προϊόντων ως παράνομη. Αυτή είναι η άποψη της και τίποτε περισσότερο. Το θέμα αυτό ή και το κατά πόσο η κατακράτηση ήταν παράνομη θα αποφασιστεί βεβαίως από το Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας. Όσα ανέφερε επίσης περί ζημιών τους, θέμα που δεν είναι επίδικο, δεν θα με απασχολήσουν. Ευρήματα Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής: Σε έλεγχο που πραγματοποίησε ο ενάγοντας σε υποστατικά των εναγομένων στη Λάρνακα, στις 15/04/10, εντοπίστηκε μεγάλη ποσότητα προϊόντων που εκ πρώτης όψεως παραβίαζε τη νομοθεσία για τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Στα πλαίσια αυτά ο ενάγοντας εξέδωσε τις αποδείξεις τεκμ.1 και 2 για την παρακράτηση τους, προκειμένου να διερευνηθεί η αυθεντικότητα τους. Ακολούθησε αποστολή δειγμάτων στα δικηγορικά γραφεία που αντιπροσωπεύουν στην Κύπρο τις εταιρείες-ιδιοκτήτριες των δικαιωμάτων των εμπορικών σημάτων των προϊόντων που κατακρατήθηκαν. Οι εταιρείες αυτές επανήλθαν μέσω των εν λόγω δικηγορικών γραφείων και ανέφεραν είτε ότι πράγματι τα προϊόντα δεν είναι αυθεντικά και παραβιάζουν τη νομοθεσία, είτε ότι δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν την μη αυθεντικότητα. Τα μη αυθεντικά προϊόντα παρακρατήθηκαν (3227 σε αριθμό δηλ. τα επίδικα των οποίων ζητείται η δήμευση) και τα υπόλοιπα παραδόθηκαν στους εναγόμενους σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ 26/05/10 και 17/06/11 (βλ. τεκμ.7 και 21). Σημειώνεται ότι συγκεκριμένη εταιρεία, μέσω του δικηγορικού γραφείου που την εκπροσωπεί, ζήτησε στις 31/03/11 όπως προβεί σε επανεξέταση κάποιων δειγμάτων (βλ. την σχετική επιστολή στο τεκμ.18) και επανήλθε μετά την επανεξέταση αυτή με την επιστολή του ίδιου δικηγορικού γραφείου στις 02/05/11 (βλ. ίδιο τεκμήριο). Ας σημειωθεί ότι στην πορεία ανταλλάχτηκε πλούσια επιστολογραφία μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενων. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Το άρθρο 103
(1)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου (αρ.94
(1)/2004), προνοεί τα εξής: " 103.-
(1)Οποιοδήποτε εμπόρευμα υπόκειται εις δήμευση δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, είναι δυνατό να κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση ή κατακρατηθεί από το Διευθυντή ή τον εξουσιοδοτημένο λειτουργό: ....................... " Το άρθρο 104 (ια) του ίδιου Νόμου δε προνοεί ότι: "
- Εμπορεύματα κατακρατούνται ή κατάσχονται ως υποκείμενα εις δήμευση σε περίπτωση - ....................... (ια) οποιασδήποτε παράβασης των διατάξεων της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας: ..." Στην προκειμένη περίπτωση εκ του ελέγχου που έγινε στα υποστατικά της εναγόμενης διαπιστώθηκε πως εκ πρώτης όψεως τα προϊόντα που εντοπίστηκαν παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Ακολούθως τούτο επιβεβαιώθηκε από τους εκπροσώπους των ιδιοκτητών των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας για μέρος των προϊόντων αυτών δηλ. των επίδικων. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι τούτο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ούτε και τέθηκε ποτέ στην ΜΕ1 ερώτηση ή υποβολή που να τείνει να αμφισβητήσει αυτό το πράγμα. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Ελέγχου της Διακίνησης Εμπορευμάτων που Παραβιάζουν Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας Νόμος του 2006 (αρ.133(I)/2006): "
- Απαγορεύεται- (α) η είσοδος στο τελωνειακό έδαφος της Δημοκρατίας, (β) η ελεύθερη κυκλοφορία, (γ) η έξοδος από το τελωνειακό έδαφος της Δημοκρατίας, (δ) η εξαγωγή, (ε) η επανεξαγωγή, (στ) η υπαγωγή σε καθεστώς αναστολής, ή (ζ) η είσοδος σε ελεύθερη ζώνη ή σε ελεύθερη αποθήκη, εμπορευμάτων τα οποία διαπιστώνεται ότι παραβιάζουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. " Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε περιπτώσεις όπως η παρούσα προνοείται στο Παράρτημα του Ν.94
(1)/2004. Μελετώντας δε τη διαδικασία αυτή, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω εδώ πριν από οτιδήποτε άλλο την παράλειψη καταχώρησης από μέρους της εναγόμενης ή του δικηγόρου της, της ένορκης δήλωσης που προνοεί το άρθρο 10
(2)του Παραρτήματος του Ν.94(Ι)/2004. Ότι δεν έχει καταχωρηθεί τέτοια ένορκη δήλωση είναι σαφές μελετώντας το φάκελο της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει προκύπτει με βάση τα πρακτικά ότι το θέμα ήταν εν γνώσει των εναγόμενων και ο συνήγορος τους στις 14/11/18 δήλωσε στο τέλος της διαδικασίας: «Θα δω τι διορθωτικές ενέργειες χρειάζεται να κάνουμε». Το άρθρο αυτό προνοεί συγκεκριμένα τα εξής: " Διαδικασία για κήρυξη εμπορεύματος που κατασχέθηκε εις δήμευση στο Δικαστήριο 10.
(1)...........
(2)Σε οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου
(1), κάθε εναγόμενος ή ο δικηγόρος του οφείλει να καταθέσει, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή, ένορκη δήλωση με την οποία να βεβαιώνεται ότι το εμπόρευμα που έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση ανήκε ή, από όσο καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει ανήκε, κατά κυριότητα στο πρόσωπο που έχει υποβάλει την αμφισβήτηση κατά το χρόνο της κατάσχεσης. ............
(4)Σε περίπτωση κατά την οποία δεν τηρηθεί οποιαδήποτε από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής εντός των προθεσμιών που καθορίζονται, το Δικαστήριο, εξετάζοντας την παράλειψη αυτεπάγγελτα, εκδίδει απόφαση για κήρυξη της δήμευσης. " Ας σημειωθεί ότι ουδέν έπραξε η πλευρά της εναγόμενης, αφήνοντας τα πράγματα ως είχαν. Αν και προφανώς δεν ετίθετο θέμα «διορθωτικών ενεργειών», που προφανώς θα αφορούσαν προσπάθεια παράτασης της προβλεπόμενης προθεσμίας. Όπως αναφέρθηκε από τον αδελφό μου δικαστή Φ.Τιμοθέου στην ενδιάμεση του απόφαση ημερ. 16/06/14, στην αγωγή 1272/08 Ε. Δ. Λεμεσού, Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων v. MAROGINO CASUAL WEAR LTD, έχοντας ενώπιον του αίτηση για παράταση της προθεσμίας πιο πάνω: " Στην παρούσα θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι οι προθεσμίες των οποίων ζητείται η παράταση προβλέπονται από το άρθρο 10
(2)
(3)του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004. Στον εν λόγω Νόμο δεν παρέχεται εξουσία παράτασης καμίας από τις προβλεπόμενες προθεσμίες. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο με σκοπό την παράταση των επίδικων προθεσμιών. Αντίθετα λαμβανομένης υπόψην της «συνέπειας» που προβλέπει το άρθρο 10
(4)του Παραρτήματος του Νόμου, σε περίπτωση παράλειψη συμμόρφωσης προς το άρθρο 10
(2)
(3)εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, συνάγεται ότι οι εν λόγω προθεσμίες είναι επιτακτικές. Με δεδομένο δε ότι οι προθεσμίες αυτές προβλέπονται από τον προαναφερόμενο Νόμο και όχι από τους Θεσμούς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Δ.57 Κ.2 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα. " (η υπογράμμιση είναι δική μου) Τα πιο πάνω με βρίσκουν σύμφωνο. Εν πάση όμως περιπτώσει μη έχοντας τεθεί ενώπιον μου παρόμοια αίτηση δεν τίθεται θέμα οιασδήποτε παράτασης. Συναφώς θα πρέπει κρίνω να εκδοθεί απόφαση ως η αξίωση της παραγράφου 12 (Α) της έκθεσης απαίτησης, χωρίς άλλο. Αν και το αποτέλεσμα της παρούσας έχει κριθεί, για σκοπούς πληρότητας προχωρώ να εξετάσω επιγραμματικά και τα υπόλοιπα θέματα. Επανέρχομαι λοιπόν στο Παράρτημα. Το άρθρο 1 προνοεί ότι: "
- Ο Διευθυντής ή εξουσιοδοτημένος λειτουργός επιδίδει δηλοποίηση για κάθε κατάσχεση εμπορεύματος ως υποκειμένου εις δήμευση σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ήταν ή εύλογα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο κάτοχος του εμπορεύματος κατά το χρόνο της κατάσχεσης, γνωστοποιώντας γραπτώς τους λόγους στους οποίους εδράζεται η κατάσχεση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος:...... " Ενώ το άρθρο 3 αναφέρει τα εξής: "
- Αν οποιοδήποτε πρόσωπο διεκδικεί οποιοδήποτε εμπόρευμα το οποίο κατασχέθηκε ως υποκείμενο εις δήμευση, πρέπει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της δηλοποίησης της κατάσχεσης ή, εφόσον δεν του επιδόθηκε τέτοια δηλοποίηση εντός ενός μηνός από την κατάσχεση, να υποβάλει έγγραφη αμφισβήτηση σε οποιοδήποτε τελωνείο. Σε περίπτωση που λογίζεται η δηλοποίηση προσηκόντως επιδοθείσα με τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τότε η πιο πάνω ημερομηνία αρχίζει από την ημερομηνία της δημοσίευσης" Στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά του ενάγοντα στην έκθεση απαίτησης της δέχεται ότι υποβλήθηκε «εμπρόθεσμη αμφισβήτηση κατάσχεσης» (βλ. παρ.11). Ας σημειωθεί ότι η θέση που προώθησε ο ενάγοντας στη διαδικασία και η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του στην γραπτή της αγόρευση είναι διαφορετική. Αν η αναφορά στο δικόγραφο έγινε εκ λάθους το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει. Πάντως τροποποίηση του δικογράφου δεν ζητήθηκε. Παρεμβάλλω εδώ ότι η εναγόμενη στην υπεράσπιση της αρνείται την παράγραφο 11 στο σύνολο της και ο ενάγοντας στο απαντητικό του δικόγραφο εμμένει στους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει η ουσία έγκειται με βάση τα πιο πάνω ότι με βάση τα δικόγραφα ο ενάγοντας δέχεται ουσιαστικά ότι η επιστολή ημερ. 24/05/10, τεκμ.12, αποτελεί την έγγραφη αμφισβήτηση που θέλει ο νόμος. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη ότι η δηλοποίηση κατάσχεσης είναι η επιστολή του ενάγοντα ημερ.19/05/10, τεκμ.8, και ως τέτοια εστάλη από τον ενάγοντα, ως είναι η θέση δηλαδή της εναγόμενης και όχι η επιστολή ημερ.11/10/11, τεκμ.3, ως η θέση που προώθησε δηλαδή ο ενάγοντας στην ακρόαση και επαναλαμβάνεται στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του. Παρεμβάλλω εδώ ότι σε καμία επιστολή που απεύθυνε ο ενάγοντας στην εναγόμενη μετά την εν λόγω επιστολή τεκμ.12 δεν αναφέρεται ότι η επιστολή τεκμ.8 δεν είναι δηλοποίηση κατάσχεσης, ασχέτως του τίτλου που φέρει η επιστολή, οπότε λανθασμένα ή πρόωρα έγινε η αμφισβήτηση με το τεκμ.
- Ας σημειωθεί επίσης ότι με βάση το περιεχόμενο του τεκμ.8 πράγματι προκύπτει ότι θα μπορούσε λογικά να εκληφθεί ως η δηλοποίηση κατάσχεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Παραρτήματος: "
- Σε περίπτωση επίδοσης έγγραφης αμφισβήτησης αναφορικά με οποιοδήποτε εμπόρευμα, σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις του Παραρτήματος αυτού, ο Διευθυντής οφείλει να ενεργήσει σε εύλογο χρόνο για έκδοση δικαστικής απόφασης για το θέμα της δήμευσης του εμπορεύματος αυτού και αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης το εμπόρευμα υπόκειτο πράγματι εις δήμευση, κηρύσσεται δικαστικά η δήμευσή του. " Έγινε πολλής λόγος στη διαδικασία από την πλευρά της εναγόμενης για το ότι ο ενάγοντας δεν ενήργησε σε εύλογο χρόνο για έκδοση δικαστικής απόφασης δήμευσης. Εδώ έγκειται η κυρίως θέση της υπεράσπισης ή θα έλεγα διαφορετικά το βασικό της παράπονο (βλ. και σελ.10 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της όπου ακριβώς αναφέρει για το θέμα του ευλόγου χρόνου ότι είναι «το ουσιώδες ζήτημα στην παρούσα»). Προκύπτει εκ της μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι αρχικά δηλ. στις 15/04/10 έγινε κατάσχεση ενός μεγάλου αριθμού προϊόντων και ακολουθήθηκε η διαδικασία που αναφέρθηκε για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτά ήταν αυθεντικά ή όχι. Τον Μάρτιο του 2011 συγκεκριμένη εταιρεία ζήτησε να επανεξετάσει κάποια δείγματα και η τελική απάντηση της τελευταίας δόθηκε στις 02/05/11 (τεκμ.18). Μετά την τελευταία αυτή επιστολή, στις 17/06/11 έγινε η τελευταία παράδοση προϊόντων στην εναγόμενη (βλ. την 1η βεβαίωση παραλαβής του τεκμ.7, που αφορά τα προϊόντα που με βάση το τεκμ.18 δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί αν είναι απομίμηση). Τον Οκτώβριο του 2011 εστάλη η επιστολή τεκμ.3 και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 11/04/
- Με δεδομένο ότι το θέμα του ευλόγου χρόνου κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις τίθεται ουσιαστικό θέμα για συζήτηση και βρίσκω ότι ο ενάγοντας δεν έχει εκφύγει του ευλόγου χρόνου να ενεργήσει. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρεται πως με δεδομένη τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης τα επίδικα εμπορεύματα υπόκειντο πράγματι σε κατάσχεση (βλ. και το άρθρο 12 του Παραρτήματος : Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία που αφορά δήμευση εμπορεύματος, το γεγονός της κατάσχεσης, ο τύπος και ο τρόπος διενέργειάς της, λογίζονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω απόδειξη - οι εναγόμενοι δεν έχουν καταρρίψει το τεκμήριο), με βρίσκει σύμφωνο η θέση που προβάλλει η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευση της ότι δεν μπορεί να δοθεί στο θέμα χρόνος τόσο μεγάλη σημασία. Ούτε θα μπορούσε το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις, με διαπιστωμένη την παραβίαση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας για μεγάλο αριθμό προϊόντων και έχοντας υπόψη ότι ο νόμος ουσιαστικά επιδιώκει αφενός την προστασία των νόμιμων κατόχων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και αφετέρου του κοινού, να αποφασίσει οτιδήποτε άλλο πέραν της δήμευσης. Τούτο επιβάλλει εν πάση περιπτώσει θεωρώ το συμφέρον της δικαιοσύνης και όχι βεβαίως το αντίθετο που θα συνεπάγεται ίσως και τη διαρροή παράνομων εμπορευμάτων στην αγορά. Στο σημείο αυτό δε αναφέρω ότι η θέση που προβάλλει η εναγόμενη στην παράγραφο 8 της υπεράσπισης της, ότι δηλαδή λόγω της ολιγωρίας και ή των λανθασμένων χειρισμών και ή της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντα, εμποδίζεται η δικαστική δήμευση των εμπορευμάτων αφού έχει παρέλθει πέραν του εύλογου χρόνος, δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Κατ' αρχήν σημειώνω πως το θέμα του εύλογου χρόνου έχει αποφασιστεί πιο πάνω. Κατά δεύτερον δεν έχουν υποστηριχθεί επαρκώς με μαρτυρία οι πιο πάνω ισχυρισμοί περί ολιγωρίας και ή λανθασμένων χειρισμών και ή πλημμελούς άσκηση καθηκόντων, οι οποίοι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί. Κατάληξη Ο ενάγοντας καταλήγω πως έχει αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους του και έχει αποδείξει την υπόθεση του εναντίον της εναγόμενης. Εκδίδω συνεπώς απόφαση υπέρ του ενάγοντα ως η αξίωση του υπό Α της έκθεσης απαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο