ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 29/19, 23/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 29/19 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο ΚΕΦ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους ΜΕΤΑΞΥ:
- xxxxx ΑΝΔΡΕΟΥ
- xxxxx ΑΝΔΡΕΟΥ Αιτητές-Εφεσείοντες ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ΄ης η αίτηση-Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 23.05.2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εφεσείοντες: κ. Στυλιανού για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης Για Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη: κ. Νεοφυτίδης για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ - ( Ex-Tempore) Η Καθ' ης η αίτηση‑ Εφεσίβλητη (στο εξής Εφεσίβλητη), φέρεται ως εμφαίνεται από την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Aίτηση-Έφεση (στο εξής Έφεση), να παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στον Αιτητή‑Εφεσείοντα 1 (στο εξής Eφεσείοντας 1) περί τις 14.2.2008, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση, προς εξασφάλιση των οποίων υπόγραψαν εγγύηση η Καθ' ης η αίτηση‑ Εφεσείουσα 2 (στο εξής Eφεσείουσα 2) και ο Εναγόμενος 3 στην αγωγή αριθμός 1141/10 Ε.Δ. Λάρνακας, Τεκμήριο 2, ως εμφαίνεται από την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Έφεση και ο Εφεσείοντας 1 ενέγραψε την υποθήκη Υ1107/08 στις 25.2.2008, ως εμφαίνεται από την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται με αυτή. Επειδή, προφανώς, κατά την Εφεσίβλητη, υπήρξε καθυστέρηση στην αποπληρωμή των αναφερθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων, τερμάτισε τη σχετική μεταξύ τους συμφωνία και λογαριασμό με επιστολή ημερομηνίας 19.10.09 και καταχώρησε στις 20.4.10 την αγωγή αριθμός 1141/10, Ε.Δ. Λάρνακας, στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων, 1, 2 και 3 στις 30.11.10, για συγκεκριμένο ποσό, τόκους και έξοδα που φαίνονται στο Τεκμήριο 3, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση. Ακολούθως, κάνοντας χρήση των διατάξεων του MΕΡΟΥΣ VIA, ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ, που προστέθηκε με τον Νόμο 142(Ι)/14, του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως τούτος τροποποιήθηκε μέχρι το 2018, επέδωσε στους Εφεσείοντες 1 και 2 στις 9.5.2018, τις ειδοποιήσεις Τύπος "Ι" και Τύπος "Θ" ημερομηνίας 4.5.18 με επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(1), ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 4 το οποίο επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση και αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, καθώς καταδεικνύεται και από τα Τεκμήρια 1 και 2 που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Διάσταση υπάρχει ως προς την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος "Ι" στον Ανδρέα Ανδρέου για τον οποίο αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 2 ότι αποστάληκε η ειδοποίηση Τύπος "Θ" αλλά και η ειδοποίηση Τύπος "I" από την παράγραφο 9.2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση που παραπέμπει στην παράγραφο 4 αυτής και το Τεκμήριο 5 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση. Η ενέργεια αυτή της Εφεσίβλητης οδήγησε τους Εφεσείοντες να αποταθούν στον δικηγόρο τους και στις 7.6.18 καταχώρησε ο Εφεσείοντας 1 την Αίτηση-Έφεση 55/18 εναντίον της Εφεσίβλητης για την ειδοποίηση Τύπος "Ι" η οποία Aίτηση-Έφεση, τελικά, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Έφεση, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Ακολούθως, η Εφεσίβλητη προχώρησε στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2), του Μέρους VΙΑ και στις 12.2.19 ως φαίνεται από την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την έφεση, με την οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6 οι ειδοποιήσεις Τύπος "ΙΑ", επέδωσε στους Εφεσείοντες 1 και 2 τις ειδοποιήσεις Τύπος "ΙΑ" ημερομηνίας 22.1.19, καθώς και την ειδοποίηση Τύπος "ΙΒ" στον Εφεσείοντα 1, που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)του Μέρους VΙΑ, με την οποία δηλώνετο η πρόθεση της για να προχωρήσει με ιδιωτική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της υποθήκης Υ1107/2008, στις 18.6.2019 από η ώρα 09:00 έως 17:00 στην οδό Ζακύνθου 10, 6018 στη Λάρνακα. Η επίδοση της ειδοποίησης Τύπος "IΑ" στους Εφεσείοντες έθεσε αυτούς σε εγρήγορση, οι οποίοι αποτάθηκαν σε δικηγόρο και στις 14.3.2019 οι Εφεσείοντες καταχώρησαν εναντίον της Εφεσίβλητης την υπό κρίση Έφεση, με την οποία επιδιώκουν τρία
(3)διατάγματα Α, Β και Γ στην Έφεση, με τα οποία να ακυρώνονται και να παραμερίζονται οι ως άνω ειδοποιήσεις "ΙΑ" και ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου που είναι ορισμένος στις 18.6.2019 όπως αναφέρεται ανωτέρω. Η Έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 14.3.2019 βασίζεται επί των Άρθρων 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα Άρθρα 5, 21, 27, 44, 44Α- 44ΙΑΑ, και Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ΚΕΦ. 224 ως έχει τροποποιηθεί, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς άρθρα 1 - 18 ως έχουν τροποποιηθεί, στο άρθρο 95 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών Νόμου του 2015 (Ν.65(Ι)/2015), στη Δ.39, Δ.48 ΘΘ1-9, 8 και 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο - Κεφ. 6, στον περί Ερμηνείας Νόμο - Κεφ.1, άρθρο 42, στον περί Εταιρειών Νόμο - Κεφ. 113 και ειδικότερα στα άρθρα 334 - 344, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στα Άρθρα 23, 26, 28 και 30, στην αρχή «delegatus non potest delegare», στις αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Οι Εφεσείοντες εξαιτούνται την ακύρωση ή και τον παραμερισμό των ως άνω αναφερόμενων ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» για τους ακόλουθους λόγους: «
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, ένεκα του ότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου "Ι" δεν έχουν αποσταλεί ή/και επιδοθεί προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ή και προς τους ενυπόθηκους οφειλέτες ή και προς τους Αιτητές ως ο Νόμος ρητά ορίζει ή/και επιβάλλει, ή και δεν έχουν αποσταλεί ή και επιδοθεί νομότυπα ως ο Νόμος ρητά ορίζει, ή και
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, διότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου "Ι" είναι εσφαλμένες ή και είναι άκυρες ή και
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, καθ' ότι ο τύπος και το περιεχόμενο των πρώτων στη σειρά Ειδοποιήσεων Τύπου "Ι" είναι εσφαλμένος ή και δεν συμμορφώνεται με τις επιτακτικές πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 ως αυτός έχει τροποποιηθεί, ή και
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, καθ' ότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου "Ι" είναι εσφαλμένες ή και άκυρες κατά τύπο ή και περιεχόμενο.
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, καθ' ότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου "Ι" είναι παράνομες ή και ετοιμάστηκαν ή και υπογράφονται ή και απεστάλησαν κατά παράβαση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί ή και κατά παράβαση του προβλεπόμενου τύπου και του περιεχομένου του ως εκτίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί διότι δεν υπογράφονται ή και δεν υπογράφονται νομότυπα από τον ενυπόθηκο δανειστή όπως επιτακτικά αναφέρεται στον Νόμο ή και στον Τύπο του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου, ή και
- Η όλη διαδικασία όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί δεν έχει ξεκινήσει νομότυπα ή /και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, καθ' ότι οι πρώτες στη σειρά Ειδοποιήσεις Τύπου "I" δεν συνοδεύονται από Κατάσταση Λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους (Statement of Account) ή και διότι επί της εν λόγω φερομένης ως Κατάσταση Λογαριασμού που επισυνάφθηκε στις Ειδοποιήσεις Τύπου "I" δεν αναγράφεται το ποσοστό του επιτοκίου με το οποίο χρεώνεται το ενυπόθηκο χρέος ή και διότι η φερόμενη ως Κατάσταση Λογαριασμού δεν αποτελεί κατ' ουδένα λόγο και με κανένα τρόπο Κατάσταση Λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους ή και διότι δεν αποστάληκε πραγματική κατάσταση λογαριασμού στην οποία να φαίνονται όλες οι χρεοπιστώσεις των λογαριασμών με βάση τις οποίες προέκυψαν τα ποσά που αναγράφονται στις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου "I" και Τύπου "IA" με αποτέλεσμα να στερείται ο ενυπόθηκος οφειλέτης της δυνατότητας να ελέγξει την ύπαρξη του αξιούμενου υπολοίπου, ή και
- Διότι το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)είναι αντισυνταγματικό καθ' ότι προσκρούει στο Άρθρο 26 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Συγκεκριμένα διότι: Α. Η επίδικη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης όπως άλλωστε ρητά καταγράφεται στον τίτλο της Δήλωσης Υποθήκης, συμφωνήθηκε και καταρτίστηκε με βάση συγκεκριμένους Νόμους όπως αυτοί αναγράφονται στον τίτλο της Υποθήκης, ο οποίος τίτλος δεν αναφέρει και δεν περιλαμβάνει οποιανδήποτε τροποποίηση της Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νομοθεσίας Νόμος 9/65 που έγινε μετά το Νόμο του
- Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον τίτλο της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ στον οποίο δεν περιλαμβάνονται οι τροποποιητικοί Νόμοι μετά από το 2014 ούτε και ο τελευταίος τροποποιητικός Νόμος του 2018 (Ν.87(Ι) του 2018). Β. Τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις πρόνοιες του τελευταίου τροποποιητικού νόμου του Νόμου 9/65 (Ν.87(Ι) του 2018) θα σημαίνει παραβίαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως δεδομένου ότι η Σύμβαση Υποθήκης όπως ρητά δηλώνεται σ' αυτή, συμφωνήθηκε να καταρτιστεί και καταρτίστηκε σύμφωνα με τη Νομοθεσία που καταγράφεται στον τίτλο της Υποθήκης, ήτοι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965)και τις τροποποιήσεις αυτού μέχρι το έτος 1981 χωρίς να περιλαμβάνονται οποιεσδήποτε μεταγενέστερες τροποποιήσεις του Νόμου. Συνεπώς η οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη η οποία δυνατό να επηρεάζει ή και να μεταβάλλει τα νομικά αποτελέσματα τα οποία απορρέουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις ή και τα συμβατικά δικαιώματα των μερών τα οποία συμφωνήθηκαν με βάση και έχοντας υπόψη ότι η σύμβαση θα διέπετο από τους Νόμους που αναγράφονται και περιλαμβάνονται στον τίτλο ή και στο σώμα αυτής, είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Γ. Διαζευκτικά προς την υποπαράγραφο Β ανωτέρω, διότι με βάση τις πρόνοιες του τελευταίου τροποποιητικού νόμου του Νόμου 9/65 (Ν.87(Ι) του 2018) τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου θα σημαίνει παραβίαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος που προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως δεδομένου ότι η Σύμβαση Υποθήκης όπως ρητά δηλώνεται σ' αυτή, συμφωνήθηκε να καταρτιστεί και καταρτίστηκε σύμφωνα με τη Νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρόνο που υπογράφηκε η Υποθήκη. Συνεπώς η οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη η οποία δυνατό να επηρεάζει ή και να μεταβάλλει τα νομικά αποτελέσματα τα οποία απορρέουν από τις συμβατικές υποχρεώσεις ή και τα συμβατικά δικαιώματα των μερών τα οποία συμφωνήθηκαν με βάση και έχοντας υπόψη το νομικό καθεστώς το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο που η σύμβαση καταρτίστηκε και υπογράφηκε, είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Δ. Διότι η όλη διαδικασία που άρχισε με την αποστολή στους Αιτητές των Ειδοποιήσεων τύπου "Θ", "Ι" και τελικά των προσβαλλόμενων Ειδοποιήσεων Τύπου "ΙΑ" είναι άκυρη ως παραβιάζουσα το δυνάμει του Άρθρου 26 του Συντάγματος δικαιώματος της Ελευθερίας του συμβάλλεσθαι δεδομένου ότι η Σύμβαση Υποθήκης όπως ρητά δηλώνεται σ' αυτή, συμφωνήθηκε να καταρτιστεί και καταρτίστηκε σύμφωνα με τη Νομοθεσία που καταγράφεται στον τίτλο της Υποθήκης και οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις του Νόμου που εμπεριέχουν διατάξεις οι οποίες μπορεί να μεταβάλουν ή και μεταλλάξουν τα νομικά αποτελέσματα Συμβάσεων οι οποίες συνομολογήθηκαν πριν τις εν λόγω τροποποιήσεις της νομοθεσίας είναι αντισυνταγματικές και άκυρες. Ε. Διαζευκτικά προς την υποπαράγραφο Δ ανωτέρω, διότι η όλη διαδικασία που άρχισε με την αποστολή στους Αιτητές των Ειδοποιήσεων τύπου "Θ", "Ι" και τελικά των προσβαλλόμενων Ειδοποιήσεων Τύπου "ΙΑ" είναι άκυρη ως παραβιάζουσα το δυνάμει του Άρθρου 26 του Συντάγματος δικαιώματος της Ελευθερίας του συμβάλλεσθαι δεδομένου ότι η Σύμβαση Υποθήκης όπως ρητά δηλώνεται σ' αυτή, συμφωνήθηκε να καταρτιστεί και καταρτίστηκε σύμφωνα με τη Νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρόνο που υπογράφηκε η Υποθήκη και οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις του Νόμου που εμπεριέχουν διατάξεις οι οποίες μπορεί να μεταβάλουν ή και μεταλλάξουν τα νομικά αποτελέσματα Συμβάσεων οι οποίες συνομολογήθηκαν πριν τις εν λόγω τροποποιήσεις της νομοθεσίας είναι αντισυνταγματικές και άκυρες.»
- Οι προσβληθείσες Ειδοποιήσεις Τύπου "ΙΑ" δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις όπως αναφέρονται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν. 9/65)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και τον Τύπο όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου (Ν. 9/1965), ή και
- Οι προσβληθείσες Ειδοποιήσεις Τύπου "ΙΑ" είναι παράνομες ή και ετοιμάστηκαν ή και υπογράφονται ή και απεστάλησαν κατά παράβαση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA
- Εν πάση περιπτώσει η επίδικη Υποθήκη είναι άκυρη και ή παράνομη διότι καταρτίστηκε ή και εγγράφηκε κατά παράβαση των άρθρων 5 και 21
(1)(γ) του Ν.9/1965 ή και 12. Εν πάση περιπτώσει η επίδικη Υποθήκη είναι άκυρη και ή παράνομη διότι καταρτίστηκε ή και εγγράφηκε κατά παράβαση του περί Συμβάσεων Νόμου εφόσον περιέχει αόριστους και ασαφείς όρους οι οποίοι είναι ουσιώδεις όροι. 13.Οι προσβληθείσες ειδοποιήσεις Τύπου "IA" είναι άκυρες ή/και δέον όπως ακυρωθούν ή και παραμεριστούν από το Δικαστήριο διότι το περιεχόμενο των επίδικων ειδοποιήσεων Τύπου "IA" είναι εσφαλμένο και παράνομο ή και». Η Έφεση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα 1 η οποία ουσιαστικά εμπεριέχει σε μεγαλύτερη έκταση όλους τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η οποία δεν χρειάζεται να καταγραφεί με την οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6 οι ειδοποιήσεις Τύπος "ΙΑ" που επιδόθηκαν στους Εφεσείοντες, ως Τεκμήριο 2 το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 1141/10 Ε.Δ. Λάρνακας, ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο της Aίτησης-Έφεσης 55/18 ημερομηνίας 7.6.18, ως Τεκμήριο 4 ειδοποιήσεις Τύπος "Ι" και Τύπος "Θ" με επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού, ως Τεκμήριο 1 η σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου μαζί με το έγγραφο υποθήκης, ως Τεκμήριο 6 ειδοποιήσεις Τύπος "ΙΑ", ως Τεκμήριο 7 αντίγραφα αποδεικτικών παραλαβής των ειδοποιήσεων Τύπος "ΙΑ" στις 12.2.19 και ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 30.11.10 που εκδόθηκε στην αγωγή αριθμός 1141/10 Ε.Δ Λάρνακας. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε Ένσταση στις 15.5.19 με την οποία προβάλλονται δεκαοκτώ
(18)λόγοι Ένστασης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Εφεσίβλητης, δεόντως εξουσιοδοτημένου, με την οποία επισυνάπτονται δύο
(2)Τεκμήρια στα οποία ήδη έχει γίνει αναφορά και η οποία ένορκη δήλωση ουσιαστικά αποτελεί επέκταση των λόγων Ένστασης με περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες στους ισχυρισμούς και θέσεις της Εφεσίβλητης με τους οποίους αφού σχολιάζει και τους ισχυρισμούς και θέσεις των Εφεσειόντων τους οποίους απορρίπτει ένα προς ένα. Οι λόγοι Ένστασης είναι οι ακόλουθοι: « 1. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη, ανεπαρκής και δεν παρουσιάζει κανέναν απολύτως λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η Καθ' ης η Αίτηση - Τράπεζα δεόντως και νομοτύπως προχώρησε στην έναρξη ή/και προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, έχοντας ήδη λάβει σε βάρος των Αιτητών - Εφεσειόντων εκ συμφώνου Απόφαση επί της Αρ. Αγωγής 1141/2010 της του Ε.Δ. Λάρνακας, με την οποία διατάχθηκε μεταξύ άλλων η εκποίηση της ανωτέρω υποθήκης και η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό, με σκοπό να εξοφληθεί η απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση - Τράπεζας Η νομική βάση της Αίτησης πάσχει και/ή δεν στοιχειοθετούνται και/ή δεν συντρέχουν οι λόγοι που εξαντλητικά προβλέπει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για καταχώρηση Αίτησης Έφεσης εναντίον της Ειδοποίησης «Τύπου ΙΑ». Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει άλλους λόγους παραμερισμού ή ακύρωσης της εν λόγω Ειδοποίησης, πέραν των ρητώς αναφερόμενων στο άρθρο 44Γ
(3)(α) - (στ) του Ν. 9/1965. Οι Ειδοποιήσεις «Τύπου I» δεν είναι εφέσιμες και/ή είναι ενημερωτικού και/ή πληροφοριακού χαρακτήρα και δεν επηρεάζουν τα έννομα συμφέροντα των παραληπτών τους. Απαραδέκτως οι Αιτητές εφεσιβάλουν με την παρούσα την Ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» προβάλλοντας λανθασμένα ή /και κατά παράβαση του άρθρου 44(Γ)
(3)του Ν 9/1965, κατά βάση λόγους ακύρωσης που αφορούν την Ειδοποίηση «Τύπου Ι» και την νομότυπη έναρξη της διαδικασίας του πλειστηριασμού. Η εφεσιβαλλόμενη Ειδοποίηση πληρεί τα τυπικά χαρακτηριστικά και τις ουσιαστικές και/ή άλλως πως προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την αποστολή τους και/ή έχουν συνταχθεί και υπογραφεί και/ή αποσταλεί και επιδοθεί νόμιμα και/ή νομότυπα και/ή σε ρητή και ξεκάθαρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της νομοθεσίας και/ή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν. 9/1965(όπως έχει τροποποιηθεί). H Αίτηση - Έφεση καθώς και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει καταστρατηγούν τους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας, Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Κανονισμούς του 1956, άρθρα 1-18, όπως έχουν τροποποιηθεί, όπου ρητά ορίζεται η ανάγκη για συνοπτική μορφή έκθεση των λόγων Έφεσης ή / και ουσιωδών γεγονότων στα οποία στηρίζεται η Έφεση. Η εφεσιβαλλόμενη Ειδοποίηση είναι καθ' όλο το περιεχόμενο της ορθή. Το ενυπόθηκο χρέος όπως αυτό ορίζεται στην Ειδοποίηση «Τύπου Ι» και «Τύπου ΙΑ» προκύπτει καθόλα νόμιμα και δικαιολογείται πλήρως από τις πρόνοιες της Υποθήκης και αποτελεί χρέος που παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Σε κάθε περίπτωση το ενυπόθηκο αυτό χρέος είναι προϊόν νόμιμων τόκων και χρεώσεων, έχει ήδη καταστεί πληρωτέο και απαιτητό και ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει αμφισβητηθεί και παραμένει οφειλόμενο. Η δε κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους που επισυνάπτεται στην Ειδοποίηση «Τύπου Ι» είναι καθόλα ορθή, πλήρης και σύμφωνη με το Νόμο, ενώ το υπόλοιπο που αναφέρεται σε αυτήν είναι ορθό και έγκυρο και αποτελεί το χρέος που η Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη συμβατικά δικαιούται να χρεώσει και εισπράξει. Οι Αιτητές δεν αμφισβήτησαν ποτέ μέχρι σήμερα την εγκυρότητα της υποθήκης ή και το ενυπόθηκο χρέος. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν θέμα επίδοσης της Ειδοποίησης «Τύπου ΙΑ» σε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο καθότι μόνο το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να εγείρει τέτοιο θέμα. Και αν ακόμη νομιμοποιούνταν δεν το πράττουν με την υπό κρίση Αίτησή - Έφεσή τους, ως λόγο ακύρωσης ή παραμερισμού της εν λόγω Ειδοποίησης, παρά μόνο το αναφέρουν/μνημονεύουν στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση, εν πάση περιπτώσει, έχει εν τη έννοια του νόμου δεόντως επιδοθεί σε όλα τα οριζόμενα από το νόμο πρόσωπο, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση - Έφεση περιέχει ελλιπή έγγραφα, ο Ενόρκως δε Δηλών Αιτητής 1 αναφέρεται σε αναληθή γεγονότα ή ανακρίβειες, σε ελλιπή ή και γενικούς, αόριστους, ατεκμηρίωτους και αντιφατικούς ισχυρισμούς. Η εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου είναι υπό τις περιστάσεις πλήρως εναρμονισμένη με το σκοπό του Νόμου και αποτελεί κατ' ουσία ενάσκηση δικαιώματος που παρέχεται από το Νόμο στην Καθ' ης η Αίτηση - Τράπεζα. Δεν προκύπτει καμία απολύτως ασυμβατότητα των διατάξεων του Ν.9/1965 με το Σύνταγμα: Οι καθιερωμένες αρχές ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων δεν εφαρμόζονται έτσι ώστε να κλονίζεται το τεκμήριο της συνταγματικότητας του περιεχομένου ενός νόμου. Πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και/ή οι Αιτητές δεν αποσείουν το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών τους στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης. Οι συμβάσεις υπογράφθηκαν με την ελεύθερη βούληση των μερών και δεν προκύπτει κανένας περιορισμός ή/και αδικαιολόγητος περιορισμός ή/και καταπάτηση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 26 του Συντάγματος μέσω του επίδικου νόμου. Η επίδικη υποθήκη καταρτίστηκε δυνάμει των εν ισχύ Νόμων της Δημοκρατίας κατά το χρόνο καταρτισμού της και το γεγονός αυτό δεν αποτρέπει την εφαρμογή των μεταγενέστερων νομοθετημάτων. Περαιτέρω ο Νόμος 142(Ι)/2014 όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Νόμο 87(Ι)/2018 ρητά επιτρέπει την εφαρμογή του σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, περιλαμβανομένων υποθηκών, οι οποίες εγγράφηκαν στο κτηματικό μητρώο, πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 82 του Συντάγματος. Ρητά δόθηκε από τον Αιτητή 1 το δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση - Τράπεζα το δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Εγγράφου της Υποθήκης, να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο "είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε δι' αγωγής μέσω Δικαστηρίου και χωρίς οποιαδήποτε προς αυτήν ειδοποίηση, και το προϊόν της πωλήσεως να χρησιμοποιηθεί έναντι ή προς εξόφληση των εξασφαλισμένων υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, μετά τόκων και εξόδων" Ο έλεγχος της συνταγματικότητας της νομοθεσίας δεν είναι απαραίτητος για την εξέταση και τη διεκπεραίωση της Αίτησης-Έφεσης. Ο ισχυρισμός για παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος από τυχόν πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου είναι αβάσιμος και αντίθετος με τις πρόνοιες του Νόμου και της Υποθήκης. Η ύπαρξη δικαστικής απόφασης και/ή αποφάσεων σχετικά με το αξιούμενο ποσό και/ή για την εκποίηση της επίδικης υποθήκης δεν εμποδίζει την Τράπεζα από το να προχωρήσει με πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου και/ή οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δεν εμποδίζουν την Τράπεζα από το να προωθήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με οιονδήποτε τρόπο επιλέξει και ως εκ τούτου δεν λαμβάνει χώρα καμία κατάχρηση των διαδικασιών εκ μέρους της Τράπεζας. Δεν είναι εύλογο ή/και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η Αίτηση ασκείται κακόπιστα ή/και καταχρηστικά ή/και για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας ή/και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς.» Η Ένσταση βασίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα με ιδιαίτερη μνεία στα Άρθρα 2, 21, 27, 35, 36, 37, 44, 44 Α, 44 Β, 44 Γ
(1),
(2)και
(3), 44 Δ, 44 Ε έως και 44ΙΑΑ καθώς και στα παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς άρθρα 1-18, ως έχουν τροποποιηθεί, στα άρθρα 2, 21, 22, 23, 29 και 31 του Νόμου 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 9 και 22 - 34, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ 1 - 9, Δ.64, στα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 6
(1)και 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Με το Νόμο 142(Ι)/2014 καθιερώθηκε η ιδιωτική πώληση με τη συμπερίληψη νέου Μέρους στο Ν.9/1965 υπό τον εξής τίτλο: «ΜΕΡΟΣ VIA ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ» Ενώ στη συνέχεια αναφέρεται στην εφαρμογή του ως ακολούθως: «Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης». Στις 13.7.2018 ψηφίστηκε, δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Νόμος Ν.87(Ι)/18, ο οποίος επέφερε σοβαρές αλλαγές στα άρθρα 44Α και 44Γ και κατήργησε το άρθρο 44ΙΓ, του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Συγκεκριμένα το άρθρο 44Α πριν τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/2018 είχε ως ακολούθως: 44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Ενώ με την τροποποίηση του με το Ν.87(Ι)/2018έγινε ως εξής: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. (4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι, στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται σε αυτό.» Το δε άρθρο 44Γ πριν τροποποιηθεί με το Ν.87(Ι)/2018προνοούσε τα πιο κάτω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους:
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Με την τροποποίηση του από το Ν.87(Ι)/2018προβλέπονται τα κατωτέρω: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Πρώτα από όλα να λεχθεί ότι Έφεση χωρεί, δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3), μόνο από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όπως τούτο ερμηνεύεται στο άρθρο 44ΙΕ, μόνο για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ" που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(2)και μόνο για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 44Γ3(α)(β)(γ)(δ)(ε) και (στ), εντός 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ". Οποιοσδήποτε άλλος λόγος ή αιτητικό ή αξίωση ή επιζήτηση οιουδήποτε άλλου διατάγματος δεν είναι παραδεκτά και είναι καταδικασμένα σε αποτυχία και η Έφεση σε απόρριψη. Έτσι οποιαδήποτε εκζητούμενα διατάγματα στη βάση άλλων λόγων, δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της Έφεσης. Ο δικηγόρος των Εφεσειόντων, στη γραπτή αγόρευσή του ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση και δη αφού κάνει μία αναφορά στο τι ζητείται με την Έφεση, στη συνέχεια επικαλείται τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να παραμεριστούν οι ειδοποιήσεις Τύπος "ΙΑ" και να ακυρωθεί και παραμεριστεί ο πλειστηριασμός που είναι ορισμένος 18.6.2019 με κυριότερους λόγους για τις ειδοποιήσεις Τύπος "Ι" και "Θ" και Τύπος "ΙΑ" ότι αυτές δεν συνάδουν με το σχετικό Τύπο και περιεχόμενο που προβλέπεται στο δεύτερο παράρτημα και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει το σχετικό παράρτημα, περαιτέρω ότι δεν επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ο Τύπος "Ι" και δη στον Εναγόμενο 3 στην Αγωγή Αρ. 1141/2010 Ε.Δ. Λάρνακας, ότι δεν υπογράφονται και/ή ετοιμάστηκαν νομότυπα, ότι δεν επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού ως αυτή προβλέπεται στη σχετική νομοθεσία, δεν αναφέρονται οι τόκοι και τα έξοδα και επίσης ότι η Εφεσίβλητη δεν θα έπρεπε να προχωρήσει σε αυτή τη διαδικασία, ότι η διαδικασία που ακολούθησε η Εφεσίβλητη έρχεται σε αντίθεση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τέλος ότι η υποθήκη καταρτίστηκε κατά παράβαση του Ν.9/1965. Καταλήγει δε ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Από την άλλη ο δικηγόρος της Εφεσίβλητης στη γραπτή του αγόρευση αφού αναφέρεται περιληπτικά στους λόγους για τους οποίους ζητείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εισηγείται ότι ουδείς από αυτούς τους λόγους μπορεί να ευσταθήσει, αφού οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να προσβληθεί η ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" είναι συγκεκριμένοι και περιορισμένοι και κανένας απ΄ αυτούς δεν πληρείται, ενώ όσον αφορά τα αιτούμενα διατάγματα εξηγεί γιατί δεν έχουν νομικό έρεισμα και δεν μπορούν να εκδοθούν. Όσον αφορά τις ειδοποιήσεις Τύπος "Ι" και "Θ" και Τύπος "ΙΑ" αντέταξε, πέραν του νομικού δεδομένου ότι η ειδοποίηση Τύπος "Ι" δεν είναι εφέσιμη, ούτε λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς εξέτασης της ακύρωσης της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ", ότι συνάδουν πλήρως με τον Τύπο ως προβλέπεται στο δεύτερο παράρτημα και επίσης παραπέμπει στο γεγονός ότι επιδόθηκε και στον Εναγόμενο 3 με το δέοντα τρόπο και ότι αναγράφονται ορθά τα ποσά, οι τόκοι και τα έξοδα, καθώς και ότι η κατάσταση λογαριασμού είναι η δέουσα. Όσον αφορά το θέμα της αντισυνταγματικότητας του ΜΕΡΟΥΣ VIA που εισηγούνται οι Εφεσείοντες, δηλαδή ότι προσκρούει στο Άρθρο 26 του Συντάγματος, εισηγείται η Εφεσίβλητη ότι το σχετικό ΜΕΡΟΣ VIA και τα άρθρα που προβλέπουν για την παρούσα διαδικασία στο Ν.9/1965 δεν είναι αντίθετα με το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών προς επίρρωση των θέσεων τους επικαλέσθηκαν αποφάσεις αδελφών Δικαστών. Οι λόγοι που προβάλλονται στην Έφεση προκειμένου να ευοδωθεί αυτή είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι λόγοι Ένστασης. Η αποδοχή ή απόρριψή τους διαφαίνεται όχι αποκλειστικά από την ενασχόληση του Δικαστηρίου με κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά, αλλά από τη συλλογιστική που ακολουθεί και την κατάληξη του Δικαστηρίου είτε ειδικά είτε γενικά επί των ευρύτερων θεμάτων που τέθηκαν. Ζητήματα αντισυνταγματικότητας εξετάζονται υπό τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία, για τα οποία το Δικαστήριο θα καταπιαστεί κατωτέρω. ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Ηγέρθησαν από το συνήγορο των Εφεσειόντων, κατά την αγόρευσή του, θέματα παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των Εφεσειόντων τα οποία τέθηκαν και στην αίτηση του, ως τούτα προσδιορίσθηκαν και καταγράφηκαν ανωτέρω, ένεκα του τροποποιητικού Νόμου 87(I)/2018 αλλά και του Ν.142(Ι)/2014 ο οποίος καθιέρωσε την ιδιωτική πώληση. Ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει μια γενική αναφορά για το θέμα αυτό. Στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά κ.α.
(2012)1 (Β) ΑΑΔ 1590, 1602, η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8. Στην υπόθεση Investylia Ltd. ν. Tαμπούρη
(2006)1 (B) AAΔ 1325 ένα από τα θέματα που ηγέρθησαν ήταν η αντίθεση άρθρων του Νόμου 42
(1)/2000 με Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας το θέμα ως κάτι ανάλογο με εκείνο της αντισυνταγματικότητας, ανέφερε ότι είναι επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες γιατί παραβιάζει την Οδηγία. Ενόψει της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης από άποψη δικογράφησης γενικά της θέσης περί αντισυνταγματικότητας των διαδικασιών από μέρους του Διευθυντή του Κτηματολογίου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δεν ενείχε οποιοδήποτε πρόβλημα και το Δικαστήριο θα έπρεπε να την εξετάσει, όπως και έπραξε, για να καταλήξει ότι επρόκειτο για γενικό και αόριστο ισχυρισμό χωρίς να προχωρήσει να εξετάσει την ουσία. Στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671 στις σελ. 674 και 675 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εγείρεται θέμα συνταγματικότητας νομοθεσίας από ένα διάδικο: «..Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 56.» H δικογράφηση του ισχυρισμού για αντισυνταγματικότητα, για να καταστεί δυνατή η εξέτασή του, πρέπει να τίθεται με επάρκεια και λεπτομέρεια ή με γραπτό υπόμνημα, ως τονίζεται από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρώ ότι πρέπει να εξεταστούν τα θέματα αντισυνταγματικότητας, ένεκα των πιο πάνω αναφερθέντων, αφού κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αιτιολογούνται τούτα σε ικανοποιητικό βαθμό, έστω και αν δεν εμπεριέχουν όλες τις λεπτομέρειες. Οι αρχές που διέπουν τον έλεγχο συνταγματικότητας ενός νόμου διατυπώνονται ως ακολούθως στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640: «
- Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
- Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
- Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο Περί Μεταβιβάσεως έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος.
- Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315, 339 λέχθηκαν τα εξής: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα». Στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 616 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Περιορισμοί στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου κρίνονται πάντοτε αυστηρά. Η επιβολή τους πρέπει να καταφαίνεται ως απόλυτα αναγκαία και η έκταση του περιορισμού δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από ό,τι είναι απαραίτητο για την προαγωγή του σκοπού χάριν του οποίου επιβάλλεται». Στην υπόθεση Lapertas Fisheries και Άλλος ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335 αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξης του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).» Στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιογοράς Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 7 (απόφαση ημερ. 19.1.2004) ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Εναπόκειται στη νομοθετική εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. (.) Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η θέση των Εφεσειόντων ότι το Άρθρο 26
(1)του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, παραβιάσθηκε, αφού με τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τους Ν.142(Ι)/2014και Ν.87(Ι)/2018 απλά άλλαξε, διά προσθήκης, εκτός της υπάρχουσας διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του κτηματολογίου και της καθιέρωσης της ιδιωτικής πώλησης, ενώ για το ίδιο το δικαίωμα του Άρθρου 26
(1)δεν επήλθε καμιά αλλαγή. Με απόφασή του ο Εφεσείοντας 1, ελεύθερα συμβλήθηκε με την Εφεσίβλητη και ενέγραψε την υποθήκη επί του ακινήτου του ως ενυπόθηκος οφειλέτης, ενώ ότι άλλαξε με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο Νόμο 9/1965 με την προσθήκη του Μέρους VIA με το Ν.142(Ι)/2014και το Ν.87(Ι)/2018 είναι ο τρόπος και η διαδικασία πώλησης, για την οποία πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση μη πληρωμής του χρέους, για το οποίο ενέγραψε την υποθήκη, γνώριζε ευθύς εξαρχής με την υπογραφή της σύμβασης και δήλωσης υποθήκης του ακινήτου, άσχετα αν αυτή θα γινόταν με άλλη διαδικασία. Επομένως, το ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965, που καθιερώθηκε με τον Ν.142(Ι)/2014 ως τροποποιήθηκε με το Ν.87(Ι)/2018, δεν είναι αντισυνταγματικό. Ως προς τους υπόλοιπους λόγους Έφεσης πρέπει να αναφέρω ότι δεν ευσταθούν σχεδόν όλοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται, αφού τίποτε από όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση δεν καταδεικνύουν και δεν αποδεικνύουν αυτούς. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί χωρίς τεκμηρίωση τους δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη. Εν πάση περιπτώσει εξετάζοντας αυτούς τους ισχυρισμούς στα πλαίσια του άρθρου 44Γ
(3)(α)(β) και (γ), που μπορούν να ενταχθούν, διαπιστώνεται ότι, ο Τύπος "Ι" και "Θ" συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2. Στην ειδοποίηση Τύπος "Ι" αναφέρεται: «Ειδοποιείστε ότι έγινε απαιτητό το ποσό των €195.231,99 (λεπτομέρειες του οποίου περιέχονται εις την επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού) πλέον τόκοι επί €194.405,86 προς ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο 1,73 (Εuribor 6 μηνών προσαυξημένο κατά 2,00 επί τοις εκατόν ετησίως με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, κατά την 30ή Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου) επί τοις εκατόν από της 1.4.2018, το οποίο οφείλετε σύμφωνα με τη δήλωση σύμβασης της υποθήκης με αρ. Υ1107/2008 και ημερομηνία 25.2.2008 πλέον €4.458,72 (πλέον τόκοι επί €2.795,00 προς 5,50 επί τοις εκατόν ετησίως από της 1.4.2018) έξοδα μέχρι σήμερα περιλαμβανομένων των εξόδων της ειδοποίησης αυτής», με κάλεσμα του όπως εντός 30 ημερών καταβάλει τα ως άνω ποσά, διαφορετικά θα προχωρούσε η Εφεσίβλητη με τη διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA, ενώ καλούσε τον Εφεσείοντα 1, όπως και τους άλλους, εάν είχε διαφορετική γνώμη να πληροφορούσε περί τούτου γραπτώς την Εφεσίβλητη εντός 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης Τύπος "Ι" και τέλος υπογράφεται από δύο συγκεκριμένα άτομα για την Εφεσίβλητη. Σε ότι αφορά την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος "Ι" και "Θ" στον Εναγόμενο 3, που κατά τον Εφεσείοντα 1 δεν έγινε σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΕ, δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφού φαίνεται να επιδόθηκε. Εν πάση περιπτώσει ως αναφέρθηκε και προηγουμένως ο Τύπος "Ι" δεν είναι εφέσιμος και είναι ενημερωτικού χαρακτήρα. Όσον αφορά την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ" στον Εναγόμενο 3 πρέπει να αναφέρω τα ακόλουθα: Στο άρθρο 44Γ
(1)προνοείται: «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος...» (Το εδάφιο καταγράφεται πλήρως ανωτέρω) Στο 44Γ
(2)διαβάζουμε τα ακόλουθα: «
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1),...» (Το εδάφιο καταγράφεται πλήρως ανωτέρω) Και στο 44Γ
(3)τα ακόλουθα: «
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» Από τα πιο πάνω καταδεικνύεται ξεκάθαρα ότι είναι απαραίτητη και υποχρεωτική η επίδοση του Tύπου "ΙΑ" όχι μόνο στον πρωτοφειλέτη αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΕ «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος∙". Ο Εναγόμενος 3 είναι ενδιαφερόμενο μέρος, σύμφωνα με την πιο πάνω πρόνοια, αφού είναι εγγυητής και θα έπρεπε να του είχε επιδοθεί. Η Εφεσίβλητη ισχυρίζεται, ως αναφέρεται στην παράγραφο 6 της ένορκης της δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, ότι επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" και στον Εναγόμενο
- Έτσι κατέστησε, με αυτό τον τρόπο, την επίδοση της ειδοποίησης Τύπος "IA" στον Εναγόμενο 3 επίδικο θέμα. Θέμα, που ως επισημαίνει, δεν καταγράφεται ως λόγος Έφεσης, αλλά αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, το οποίο όμως δεν μπορούν οι Εφεσείοντες να επικαλούνται τούτο. Η θέση αυτή βεβαίως δεν ευσταθεί, αφού από τις πρόνοιες που έχει το Δικαστήριο αναφέρει προηγουμένως, επίδοση σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα είναι επιτακτικής μορφής. Η εξήγηση δε είναι πολύ απλή. Ο Εναγόμενος 3, ως εγγυητής, στην αγωγή ενδιαφέρεται για την πώληση ακινήτου το οποίο θα επιφέρει ένα συγκεκριμένο ποσό. Όσο μεγαλύτερο είναι το πόσο που θα επέλθει από την πώληση του ακινήτου τόσο λιγότερη είναι η δική του υποχρέωση ως εγγυητής. Γι΄ αυτό άλλωστε στο αναφερθέν άρθρο, εκεί που αναφέρεται ενδιαφερόμενα πρόσωπα, καταγράφεται ειδικά η λέξη εγγυητές. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι, αφού δεν επισυνάπτεται οιοδήποτε τεκμήριο με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, που καταδεικνύει τούτο, δεν έγινε επίδοση στον Εναγόμενο 3 XXXXX Ανδρέου. Να σημειώσω ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση είναι όλα ειδοποιήσεις Τύπος "Ι" και "Θ". Αν αυτό έγινε εκ λάθους το Δικαστήριο δεν μπορεί να το γνωρίζει. Εν πάση περιπτώσει δεν επισυνάπτεται επίδοση της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ" στον Εναγόμενο 3, Ανδρέα Ανδρέου. Οι επιδόσεις ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ" επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6 με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση μόνο για τους Εφεσείοντες 1 και
- Ενόψει της κατάληξης αυτής το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν χρήζει ενασχόλησης του με οποιοδήποτε από τους άλλους λόγους που αναφέρονται στην Έφεση και πολύ επεξηγηματικά καταπιάνεται στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος των Εφεσειόντων που απαριθμεί αυτούς από 1 μέχρι
- Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και αναλύσω κρίνω ότι η αίτηση έφεση επιτυγχάνει, πλέον έξοδα €2.500 συν Φ.Π.Α υπέρ των Αιτητών ‑ Εφεσειόντων και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση ‑ Εφεσίβλητης. (Υπ.).............. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο