← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΧΙΛΛΕΩΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4618/2013, 18/7/2019

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΧΙΛΛΕΩΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4618/2013, 18/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A239 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4618/2013 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσας ΚΑΙ

  1. xxxxxx xxxxxx ΑΧΙΛΛΕΩΣ
  2. xxxxx xxxxx ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  3. xxxxx xxxxxx ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
  4. xxxxxx xxxxxx ΣΤΑΥΡΟΥ 5.MARIOS PETROU DEVELOPERS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 18.7.2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Λουκαΐδης για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 5: κ. Κασιανής για Α. Θ. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.6) αξιώνει, εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, ομού και κεχωρισμένα, (αφού εναντίον του Εναγομένου 4 εκδόθηκε απόφαση στις 13.11.2014, ως το αιτητικό Α(α), (β) και Γ(α) και (β) της Έκθεσης Απαίτησης) δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 7.4.2006 με τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, το ποσό των €489.603,60 πλέον τόκο 9,75% ετησίως από 1.7.2013 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιουμένου του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους και εναντίον της Εναγομένης 5 ως το Αιτητικό Β, διάταγμα εκποίησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής G-XXX, Φ/Σχ. 40/55.W.1, Τμήμα G, στην Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη αριθμός Υ2014/2006, δυνάμει σύμβασης υποθήκης ημερομηνίας 7.4.2006 και σύμβασης και δήλωσης υποθήκης ακινήτου ιδίας ημερομηνίας. Με την Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2,3 και 5 και Ανταπαίτησης της Εναγομένης 5, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 παραδέχονται ότι υπέγραψαν συμφωνία δανείου με επιτόκιο 4,25% ετησίως όπως αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των παραγράφων αυτών, όπως και των υπολοίπων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης που σχετίζονται με τη σύμβαση δανείου. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη για το λόγο ότι οι όροι της σύμβασης δανείου δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης, η Ενάγουσα εκμεταλλεύθηκε την θέση τους και επέβαλε τους όρους της σύμβασης δανείου, τους οποίους δεν είχαν διάθεση να αποδεχθούν και ότι οι όροι της σύμβασης δανείου είναι καταχρηστικοί και/ή παράνομοι για τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 4(α)-(ο) και δεν χρειάζονται να καταγραφούν αφού με την αγόρευση του ο δικηγόρος των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5, αλλά και κατά την αντεξέταση, προώθησε τρεις συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι θα αναφερθούν στη συνέχεια σε άλλο μέρος της απόφασης. Ζητούν δε απόρριψη της αγωγής. Ανταπαιτητικά η Εναγόμενη 5 αξιώνει δήλωση και διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η ως άνω σύμβαση υποθήκης Υ2014/2006 είναι ανεφάρμοστη και πρέπει να εξαλειφθεί. Με την απάντηση της, στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν. Ουσιαστικά δε παραπέμπει σε όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τρεις

(3)μάρτυρες, την XXXXX Σολωμού Χριστοφόρου (Μ.Ε.1), της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασής της αποτέλεσε δήλωση-κατάθεση της ως Έγγραφο Α, στην οποία ανέφερε ότι για αρκετά χρόνια μέχρι και την 31.1.2018 ήταν λειτουργός στο τμήμα παρακολούθησης και ανάκτησης χρεών της Ενάγουσας και από την 1.2.2018 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, (στο εξής Altamira), δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της Ενάγουσας και της Altamira. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira ενεργεί διά λογαριασμό της Ενάγουσας και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Ενάγουσας και συναφών θεμάτων μεταξύ των οποίων και η παρούσα σύμβαση Δανείου. Επίσης εξήγησε τις διάφορες συγχωνεύσεις και επονομασίες που έλαβε η Ενάγουσα μέχρι την ημέρα που έδινε την μαρτυρία της. Η Ενάγουσα παραχώρησε δάνειο ύψους £350.000 Λ.Κ., δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 7.4.2006, στους Εναγόμενους 1, 2 3 και 4, Τεκμήριο
  1. Η Εναγόμενη 5 για επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 προς την Ενάγουσα υπέγραψε έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 7.4.2006, Τεκμήριο 2 και ενέγραψε δυνάμει σύμβασης και δήλωσης υποθήκης ακινήτου στις 7.4.2006 την υποθήκη με αρ. Υ2014/2006 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, η Ενάγουσα αν και τερμάτισε την σύμβαση δανείου και λογαριασμό με επιστολή ημερομηνίας 20.6.2013, Τεκμήριο 4, την οποία απέστειλε στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 5, στη συνέχεια αφού έστειλε επιστολή ημερομηνίας 27.7.2013 με την οποία τους ενημέρωνε για την μη πληρωμή των δόσεων, Τεκμήριο 5, μέσω των δικηγόρων της, στη συνέχεια τερμάτισε αυτή με επιστολή πάλι των δικηγόρων της ημερ. 27.11.2013, Τεκμήριο 6, προς τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 5 και ακολούθησε η παρούσα αγωγή, με την οποία αξιώνεται το ποσό των €489.603,60 εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και εκποίηση της υποθήκης εναντίον της Εναγομένης
  3. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήρια 8 και 9 αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Η μεν πρώτη, Τεκμήριο 8, με επιτόκιο 7,25% και η δε δεύτερη Τεκμήριο 9, με επιτόκιο 6.25%. Μετά την έγερση της αγωγής δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό. Ως εκ τούτου αξιώνεται το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο 7,25% από 1.7.2018 μέχρι εξόφλησης των τόκων κεφαλαιοποιημένων κάθε 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους, πλέον έξοδα ασφάλειας €23.238,09, έξοδα ασφάλειας κατοικίας €9.801,16, το διάταγμα που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και τα δικηγορικά έξοδα. Κατά την αντεξέτασή της σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν η Ενάγουσα έχει άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών, αλλά είπε ότι η Ενάγουσα αποτελεί μετονομασία της πρώην Συνεργατικής. Συμφώνησε ότι το ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο, ήτοι το συνολικό επιτόκιο της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο 1, αποτελείται από βασικό επιτόκιο 4,25% και περιθώριο 2%, το οποίο (κυμαινόμενο) σημαίνει ότι τόσο το βασικό επιτόκιο 4,25% όσο και το περιθώριο 2% θα μπορούσε να αυξηθούν ή να μειωθούν, όμως διαφώνησε ότι από την 1.1.2008 που η Κύπρος υιοθέτησε ως νόμισμα της το ευρώ θα έπρεπε το βασικό επιτόκιο να προσαρμόζεται και να είναι το ελάχιστο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής Ε.Κ.Τ.), ως οι σχετικές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (στο εξής Κ.Κ.Τ.), για τις οποίες δεν γνώριζε αν στάληκε σχετική επιστολή προς όλες τις τράπεζες, γιατί κατά την θέση της, σύμφωνα με τον όρο 3(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, αναφέρεται ότι αυτό θα καθορίζεται από τη Συνεργατική (Ενάγουσα) από καιρό εις καιρόν, το οποίο, ως παρατηρεί το Δικαστήριο σύμφωνα με τον όρο 3(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, θα καλείται «βασικό επιτόκιο» και την προσαύξηση η οποία θα καθορίζεται επίσης από την Συνεργατική και θα αναφέρεται ως «περιθώριο». Από μελέτη δε του φακέλου της Ενάγουσας δεν εντόπισε αύξηση ή μείωση είτε του βασικού επιτοκίου είτε του περιθωρίου. Ξεκαθάρισε ότι το δάνειο και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο μέχρι πριν από τον τερματισμό της σύμβασης δανείου και του λογαριασμού με την επιστολή ημερομηνίας 27.11.2013, αυτό χρεώνετο με επιτόκιο 6,25% ενώ από τις 27.11.2013 και μετέπειτα με 9,75% ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 7, για το οποίο όμως ετοίμασε η ίδια δύο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού στις 28.11.2018, Τεκμήρια 8 και 9, στη βάση των 365 ημερών, με επιτόκιο 7,25% και 6,25%, αντίστοιχα, βάση προγράμματος (εργαλείο) που τους έδωσε η ανώτερη διεύθυνση, που τελικά περιόρισε την αξίωση της Ενάγουσας σε 7,25% επί του οφειλόμενου, κατ΄ αυτήν, ποσού που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 8, το οποίο επιτόκιο 7,25% αποτελείται από το συνολικό επιτόκιο 6,25% και τόκο υπερημερίας 1%. Ως Μ.Ε.3 κάλεσε τον XXXXX Πέτρου, πρώην γραμματέα και διευθυντή της ΣΠΕ Κοντέας, ο οποίος βρισκόταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας από το 1988 μέχρι το
  4. Αυτός ανέφερε ότι μετά που υποβλήθηκε αίτηση και αφού έγινε διαπραγμάτευση των όρων της σύμβασης δανείου και έγιναν αποδεκτοί, αφού εγκρίθηκε από την Επιτροπή, έγινε αποδεκτή η σύμβαση δανείου. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ως Μ.Ε.2 κάλεσε την XXXXX Κονναρή, η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα από το 1995, η οποία επιβεβαίωσε ότι αφού ετοιμάστηκαν οι επιστολές, Τεκμήρια 5 και 6 από άλλη υπάλληλο και υπογράφηκαν από τον κ. Ποιητή, αποστάληκαν από αυτή με συνηθισμένο ταχυδρομείο στις διευθύνσεις των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 που δήλωσαν. Οι επιστολές αυτές, Τεκμήριο 5 και 6 δεν επιστράφηκαν πίσω. Οι Εναγόμενοι κάλεσαν ως μάρτυρα υπεράσπισης, Μ.Υ. μόνο τη XXXXX Πρωτοπαπά Λάμπρου, η οποία εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από την 1.7.
  5. Από την 1.1.2008 υπηρετεί στην υπηρεσία δραστηριοτήτων της νομισματικής πολιτικής, η οποία κάνει όλες τις ενέργειες για την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής της Ε.Κ.Τ.. Η ίδια ασχολείται με τον δανεισμό των Τραπεζών από το Ευρωσύστημα και ελέγχει τις Τράπεζες όσον αφορά την τήρηση της υποχρέωσής τους έναντι των ελάχιστων υποχρεωτικών αποθεματικών, όπως αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 10 - 16 διάφορες ανακοινώσεις και επιστολές για το έτος 2007 και το βασικό επιτόκιο που εφαρμόζει η Κ.Τ.Κ. από το 2001 μέχρι το 2007 και ως Τεκμήριο 17 έγγραφο με τα επιτόκια της Ε.Κ.Τ. όπως αυτά εμφανίζονται στην ιστοσελίδα της. Εξήγησε δε το έγγραφο αυτό. Από την 1.1.2008 που η Κύπρος εισήλθε στην ΟΝΕ το ελάχιστο επιτόκιο των πράξεων, κυρίως αναχρηματοδότησης, ήταν 4%. Στην πορεία υπήρξαν αλλαγές όπως αυτές εμφαίνονται στο Τεκμήριο
  6. Μετά την 1.1.2008 το επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. άλλαξε στις 9.7.2008 σε 4,25%, στις 15.10.2008 σε 3,75%, στις 12.11.2008 σε 3,25%, στις 10.12.2008 σε 2,5%, στις 21.1.2009 σε 2%, στις 11.3.2009 σε 1,50%, στις 8.4.2009 σε 1,25%, στις 13.5.2009 σε 1,00%, στις 13.4.2011 σε 1,25%, στις 13.7.2011 σε 1,50%, στις 9.11.2011 σε 1,25%, στις 14.12.2011 σε 1,00%, στις 11.7.2012 σε 0,75%, στις 8.5.2013 σε 0,50%, στις 13.11.2013 σε 0,25%, στις 11.6.2014 σε 0,15%, στις 11.9.2014 σε 0,05% και τέλος στις 10.3.2016 σε ποσοστό 0% και από τις 16.3.2016 είναι 0% το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι το μόνο που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους ήταν η χρέωση του επιτοκίου η οποία κατ΄ αυτούς θα έπρεπε να συνάδει με το εκάστοτε επιτόκιο που καθοριζόταν από την Ε.Κ.Τ. και όχι με το επιτόκιο το οποίο χρέωνε το λογαριασμό των Εναγομένων η Ενάγουσα. Εν πάση περιπτώσει η θέση του δικηγόρου της Ενάγουσας είναι ότι με βάση την προφορική και γραπτή μαρτυρία που παρουσίασε η Ενάγουσα έχει αποδειχθεί η σύμβαση δανείου, ο τερματισμός της, το οφειλόμενο ποσό του λογαριασμού και το επιτόκιο το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός, το οποίο ήταν σύμφωνα με τους σχετικούς όρους της συμφωνίας δανείου, γι΄ αυτό και θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε από την μαρτυρία της Μ.Ε.1, καθώς και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Δεν παρέλειψε όμως να θέσει και την δική του άποψη σε όσα ο συνήγορος των Εναγομένων ανέφερε στην αγόρευσή του για το θέμα του επιτοκίου που θα έπρεπε να χρεωνόταν ο λογαριασμός των Εναγομένων από την Ενάγουσα. Από την άλλη, ο συνήγορος των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 επικέντρωσε την προσοχή του και προώθησε με ανάλογη επιχειρηματολογία, την, κατά την άποψη του, μη απόδειξη του οφειλόμενου ποσού, αφού δεν κατατέθηκαν καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες να πληρούν τις επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9 και δεν αποδείχθηκε το ορθό και νόμιμο της χρέωσης του επιτοκίου που επέβαλλε η Ενάγουσα στο λογαριασμό των Εναγομένων 1, 2, 3 και
  7. Με αναφορά στο άρθρο 22 του ΚΕΦ. 9 επισήμανε και εξήγησε ότι η Μ.Ε.1 (α) δεν είναι υπάλληλος της Ενάγουσας αλλά της Altamira, (β) δεν ανέφερε ότι κατά το χρόνο της καταχώρισης των χρεοπιστώσεων στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας και η καταχώρηση έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της και (γ) δεν προέβη σε σύγκριση των καταστάσεων λογαριασμού που κατέθεσε με το τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας, που ανέφερε ότι αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της, αλλά ανέφερε ότι τέτοια σύγκριση έγινε αναφορικά με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων των Εναγομένων. Επίσης, με αναφορά στα Τεκμήρια 10-17, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε το νόμιμο ισχυριζόμενο υπόλοιπο οφειλής ή το ύψος του υπολοίπου αφού χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με μη ορθό και νόμιμο επιτόκιο, επικαλούμενος τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και συναφών θεμάτων Ν.160(Ι)/1999, το άρθρο 40
(1)(γ) του περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμου 138(Ι)/2002, ως τροποποιήθηκε με το Ν.34(Ι)/2007 και το άρθρο 8 του περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο 33(Ι)/2007. Ως εκ τούτων ζητείται η απόρριψη της αγωγής. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά δεύτερο λόγο, το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: "... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής." Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος, ως διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.ά. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1746 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπου στην ουσία υπάρχει μια μόνο εκδοχή για ένα επίδικο θέμα, ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας καθίσταται πολύ πιο δύσκολος και το έργο του δικαστηρίου πιο λεπτό απ' ότι στις συνήθεις περιπτώσεις. Στην υπόθεση Wynne v. Mavronicolas κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον τρόπο που το δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει επίδικα θέματα για τα οποία υπάρχει μια μόνο εκδοχή. Στη σελ. 1145-6 της πιο πάνω απόφασης, αναφέρθηκε ότι:- "Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. "» Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους Μ.Ε.1, 2 και 3, εκ των οποίων της Μ.Ε.1 μέρος της μαρτυρίας της αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση της και την Μ.Υ. και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, τη σαφήνεια τους, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το γεγονός ότι ο Μ.Ε.3, όπως και η Μ.Υ. δεν αντεξετάστηκαν και η μαρτυρία τους έμεινε αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη, ενώ η αντεξέταση της Μ.Ε.2 ήταν περιορισμένης έκτασης και σε συγκεκριμένα σημεία, χωρίς όμως να περιπέσει σε αντιφάσεις ή να κλονισθεί η μαρτυρία της και όσον αφορά την Μ.Ε.1 η αντεξέταση της, η οποία στόχευσε στα όσα προβλέπονται στο άρθρο 22 του ΚΕΦ. 9 και το επιτόκιο που χρέωνε η Ενάγουσα, δεν ήταν ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της. Άλλο θέμα είναι αν αυτά που ανέφερε είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν και να τεκμηριώσουν τη νομική διάσταση της υπόθεσης της Ενάγουσας που σχετίζονται με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 22 του ΚΕΦ. 9 και στο άρθρο 3(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, η οποία θα γίνει σε άλλο μέρος της απόφασης, στη συνέχεια. Κρίνω ότι ήταν σαφείς, ειλικρινείς, ευθείς, μάρτυρες της αλήθειας και οι οποίοι δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις. Ως εκ των πιο πάνω οι Μ.Ε.1, 2 και 3 και η Μ.Υ. κρίνονται αξιόπιστοι σε όλη την έκταση της μαρτυρίας τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, η οποία έτυχε συγχωνεύσεων και αλλαγής ονομασίας ως φαίνεται από την μαρτυρία της Μ.Ε.1, η οποία επιβεβαιώνεται από τις ειδοποιήσεις ημερομηνίας 7.8.2017 και 2.10.2018, ως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου στον οποίο είναι καταχωρημένα τα δύο αυτά σχετικά έγγραφα, βάση της σχετικής νομοθεσίας. Δυνάμει γραπτής σύμβασης δανείου ημερομηνίας 7.4.2006, Τεκμήριο 1, την οποία υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις σε δάνειο ύψους £350.000 Λ.Κ. ή €598.010,50 με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείτο από βασικό επιτόκιο 4,25% πλέον 2% περιθώριο ήτοι συνολικό επιτόκιο 6,25%, ενώ η Εναγόμενη 5 για επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 προς την Ενάγουσα υπέγραψε έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 7.4.2006, Τεκμήριο 2 και σύμβαση και δήλωση υποθήκης ακινήτου ημερομηνίας 7.4.2006, με αριθμό Υ2014/2006, Τεκμήριο
  1. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 υπέγραψαν την σύμβαση δανείου, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από το δικηγόρο των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 ότι δεν ήταν η υπογραφή τους στη σύμβαση δανείου η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, ήτοι την πληρωμή των δόσεων, η Ενάγουσα αφού έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 20.6.2013 προς τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 5, Τεκμήριο 4, με την οποία τερμάτισε την σύμβαση δανείου και λογαριασμό και ακολούθως οι δικηγόροι τους την επιστολή ημερ. 27.7.2013, Τεκμήριο 5, τερμάτισε αυτήν με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 27.11.2013, Τεκμήριο 6, προς τους Εναγομένους 1, 2, 3 και
  2. Στη συνέχεια επειδή οι Εναγόμενοι δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς την Ενάγουσα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, η οποία χρεώνεται με επιτόκιο 7,25% και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 9, που χρεώνεται με τόκο 6,25% και το Τεκμήριο 7, που αποτελεί την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ως ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας που επιβεβαίωσε με την μαρτυρία της η Μ.Ε.1, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό την 27.11.2013 ανήρχετο στις €489.603,60, σύμφωνα με την Ενάγουσα. Οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό μετά την καταχώρηση της αγωγής. Με βάση τα Τεκμήρια 10-16 η Κ.Τ.Κ. προέβη σε διάφορες ανακοινώσεις, επιστολές προς την Τράπεζα και γνωστοποίηση στην επίσημη εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, για τη νομισματική πολιτική, ενώ από το Τεκμήριο 17 διαφαίνεται το επιτόκιο της Ε.Κ.Τ., το οποίο από την 1.1.2008 εφάρμοζε η Κ.Τ.Κ. με την εισδοχή της Κύπρου στην Ο.Ν.Ε. Σ΄ ότι αφορά την Ανταπαίτηση της Εναγομένης 5 ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτή παρέμειναν μετέωροι και χωρίς να υποστηρίζονται από αποδεικτικά στοιχεία. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών. Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ήτοι η σύμβαση δανείου, από το Τεκμήριο 1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Επίσης έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Β), δηλαδή η παράβαση όρου σύμβασης, αφού δεν τηρούνταν οι όροι αυτής, δηλαδή δεν πληρώνονταν οι δόσεις, όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 7 και τη μαρτυρία της Μ.Ε.
  1. Ακόμη έχει αποδειχθεί και το στοιχείο (Γ), ήτοι ο τερματισμός της σύμβασης δανείου και του λογαριασμού όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 6, το οποίο αποτελεί την επιστολή τερματισμού που αποστάληκε στους Εναγομένους 1, 2, 3 και 5, για το οποίο, αν και ο δικηγόρος των Εναγομένων υπέβαλε σχετικές ερωτήσεις στην Μ.Ε.2 εντούτοις δεν κλονίσθηκε ούτε η μαρτυρία της γι΄ αυτό το θέμα, ούτε ανατράπηκε το γεγονός της αποστολής και το μαχητό Τεκμήριο της μη επιστροφή του. Συγκεκριμένα η Μ.Ε.2, ανέφερε ότι το Τεκμήριο 6 συντάχθηκε από άλλο πρόσωπο, υπογράφηκε από τον δικηγόρο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα και αποστάληκε από αυτή η συγκεκριμένη επιστολή στους Εναγομένους 1, 2, 3 και 5, Τεκμήριο
  2. Επί αυτού αναφέρεται, σύμφωνα και με την μαρτυρία της Μ.Ε.2 ότι οι επιστολές, Τεκμήριο 6, δεν επιστράφηκαν. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθυνόταν, βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ
  1. Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι Εναγόμενοι που επικαλούνται τη μη παραλαβή της που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Επίσης το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 8 και
  2. Τούτο έχει δύο πτυχές. Πρώτο, αν αυτό αποτελεί απότοκο παραβίασης της νομοθεσίας αφού προβάλλεται ο ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ότι η σύμβαση δανείου δεν έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία που αναφέρθηκε ανωτέρω και ως εκ τούτου είναι άκυρη και δεύτερο, όποιο και να είναι το οφειλόμενο ποσό, αποδείχθηκε με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Θα έλεγα σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για παραβίαση της νομοθεσίας στη σύμβαση δανείου, αν και τελικά δεν προωθήθηκε ούτε κατά την αντεξέταση, ούτε με την προσκόμιση μαρτυρίας, ούτε κατά την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 και παρέμεινε απλώς σε επίπεδο ισχυρισμών στην Έκθεση Υπεράσπισης, δεν υπήρχε καμιά παραβίαση, γιατί η Ενάγουσα ενήργησε, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, αφού οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 επέλεξαν με ελεύθερη βούληση να υπογράψουν τη σύμβαση δανείου, αφού φαίνεται ότι κατανόησαν τους όρους αυτής. Επίσης, όσον αφορά τους ισχυρισμούς των παραγράφων 3, 4 (α)-(ζ) και (θ)-(ο), 5, 6, 5.1-6.4, 8, 8.2, 10 και 14 που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 και Ανταπαίτησης της Εναγομένης 5 ουδεμία ερώτηση ή υποβολή απεύθυνε ο δικηγόρος των Εναγομένων προς τους Μ.Ε.1 και 3 με την οποία να υποδεικνύει συγκεκριμένα σημεία παράβασης της σύμβασης δανείου εκ μέρους της Ενάγουσας ή της νομοθεσίας και ποιος όρος ή ποια χρέωση είναι παράνομη υπό το πρίσμα της νομοθεσίας ή της σύμβασης δανείου, πλην της χρέωσης του τόκου για την οποία θα αναφερθώ κατωτέρω στη συνέχεια. Απλή άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης, που περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς των παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι οποίοι στη συνέχεια δεν προωθήθηκαν με ανάλογες υποβολές ή ερωτήσεις με αντεξέταση των Μ.Ε.1 και 3, έτσι ώστε από τη μία να τεθεί η θέση της Υπεράσπισης και συνάμα να αμφισβητηθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας και από την άλλη να δοθεί η ευκαιρία στους Μ.Ε.1 και 3 να απαντήσουν εκ μέρους της Ενάγουσας, δεν αρκεί για να τεθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας υπό αμφισβήτηση. Μάλιστα, παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτή γίνεται αποδεκτή, βλ. υπόθεση Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 ΑΑΔ 1147 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2010)1 ΑΑΔ 128. Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785 λέχθηκαν τα εξής: «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Βrowne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App. R. 202 ). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69).» Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάσει ισχυρισμούς που δεν προβάλλονται ή δεν προωθούνται κατά την ακροαματική διαδικασία. Παρόλο που υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι αυτοί απορρίπτονται, με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 8 και 9, ζητείται μόνο ο τόκος (διαφορετικό όμως ποσοστό τόκου στο ένα Τεκμήριο από το άλλο, που τελικά η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ζητείται τόκος 7,25%). Να λεχθεί ότι διαπιστώνεται ότι στους όρους της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, προβλέπονται διάφορες χρεώσεις, μεταξύ των οποίων το επιτόκιο καθώς και το δικαίωμα της Ενάγουσας να τερματίσει τη σύμβαση δανείου και να καθιστά το οποιοδήποτε υπόλοιπο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό και σε περίπτωση μη εξόφλησής του να απαιτήσει τούτο δικαστικά. Δεν υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση η χρέωση τόκου που καταγράφεται στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 8 και 9, πλην το ύψος του τόκου, πως επιβλήθηκε κατά παράβαση είτε της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, είτε κάποιας από τις σχετικές νομοθεσίες ή ποιος όρος της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, είναι αντίθετος ή κατά παράβαση του Περί Καταναλωτικής Πίστης Ν.39(Ι)/2001, αφού αναφέρεται στην παράγραφο 8.2 της Έκθεσης Υπεράσπισης της υποχρέωσης της Ενάγουσας για τιμιότητα ή και πίστη προς τους Εναγόμενους, αλλά και οποιασδήποτε άλλης σχετικής νομοθεσίας. Στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί από τα Τεκμήρια 8 και 9, τα οποία διαφέρουν ως προς τη χρέωση του τόκου, ήτοι το Τεκμήριο 8 φέρει τόκο 7,25% και το Τεκμήριο 9 φέρει τόκο 6,25%, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του ειδικό, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που σχετίζονται με διάφορες επιβαρύνσεις, πλην των σχετικών με τον τόκο. Επαναλαμβάνεται ότι για το ύψος του τόκου που χρεωνόταν ο λογαριασμός του επίδικου δανείου θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται αυτή η θέση. Όσον αφορά την άλλη πτυχή του στοιχείου (Δ), η Μ.Ε.1, η οποία κατέθεσε το Τεκμήριο 7 και η οποία δεν έγινε με βάση το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, όπως και τα Τεκμήρια 8 και 9, ανέφερε στη δήλωση-κατάθεσή της ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 7, η οποία αρχίζει από την ημέρα ανοίγματος του λογαριασμού και/ή εκταμίευσης του ποσού του δανείου και φτάνει μέχρι τις 29.8.2018 ότι: «Οι καταστάσεις αυτές είναι έκτυπο από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Τράπεζας, ο οποίος είναι προγραμματισμένος ειδικά για να εκτυπώνει αυτές τις καταστάσεις. Τροφοδοτείται κανονικά και καθημερινά για να εκτυπώνει αυτές τις καταστάσεις και τις έβγαλα εγώ η ίδια από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όταν εκτυπώθηκαν αυτές οι καταστάσεις τις ήλεγξα η ίδια με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων των εναγομένων και διαπίστωσα ότι πράγματι ό,τι αναγράφεται στις καταστάσεις αυτές αποτελεί ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών αποδείξεων. Θα πρέπει να πω ότι οι καταστάσεις τώρα τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή που αποτελούν το τραπεζικό βιβλίο και σ΄ αυτή τη μορφή περιέχονται όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αποτελούν τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας. Οι ηλεκτρονικοί μας υπολογιστές είναι φυλαγμένοι στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και πρόσβαση έχουν μόνο οι τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων κι εγώ.» Ο συνήγορος των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας εισηγήθηκε ότι: «Με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε ότι αφορά την κατάθεση των κατατιθεμένων καταστάσεων λογαριασμού, παραπέμπουμε το Σεβαστό Δικαστήριο στην μαρτυρία της Μ.Ε.1 - κ. XXXXX Σολωμού Χριστοφόρου. Να επισημάνουμε ότι στην μαρτυρία της, σε καμία περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 για τους ακόλουθους λόγους: Καταρχάς, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η Μ.Ε.1 δεν είναι ή/και δεν ήταν την ημέρα που κατέθεσε τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, υπάλληλος της Τράπεζας αλλά όπως η ίδια αναφέρει στην γραπτή δήλωση της, από την 1.2.2018 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Στην μαρτυρία της η Μ.Ε.1 δεν αναφέρθηκε ότι κατά τον χρόνο της καταχώρισης των χρεοπιστώσεων στο τραπεζικό βιβλίο της τράπεζας, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας και η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Πολύ σημαντικό δε, είναι ότι η Μ.Ε.1, δεν προέβη σε σύγκριση των καταστάσεων λογαριασμού που κατέθεσε με το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας, ήτοι τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Τράπεζας, που ανέφερε ότι αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της, αλλά ανέφερε ότι τέτοια σύγκριση έγινε αναφορικά με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων των Εναγομένων. Τούτο το τελευταίο ξεκάθαρα παραβιάζει τις ρητές και επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22, αφού η υποχρέωση επιτακτικά αναφέρεται στην σύγκριση του αντιγράφου που κατατίθεται στο Δικαστήριο με το τραπεζικό βιβλίο και όχι με οτιδήποτε άλλο ή με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο.» Όσον αφορά τη θέση της Υπεράσπισης ότι η Μ.Ε.1 κατά την ημέρα που κατάθετε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας αλλά της ALTAMIRA, αν και δεν εξηγεί πως επηρεάζει τούτο την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, για την υπόθεση, στην παράγραφο 1 της γραπτής δήλωσης, κατάθεση της, Έγγραφο Α, ανέφερε ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, εννοώντας βέβαια τη γραπτή δήλωση-κατάθεσή της, Έγγραφο Α, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως και από την ALTAMIRA, εξηγώντας τη σχέση της με την Ενάγουσα και την συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της ALTAMIRA η οποία ανέλαβε την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και η υπό κρίση πιστωτική διευκόλυνση, της οποίας τα καθήκοντα στην ALTAMIRA δεν έχουν αλλάξει απ΄ αυτά που είχε στην Ενάγουσα. Είναι δε ένα από τα πρόσωπα, μαζί με άλλους τραπεζικούς υπαλλήλους, που είχαν πρόσβαση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Ενάγουσας. Ως εκ των πιο πάνω, ουδεμία αρνητική συνέπεια μπορεί να επιφέρει αυτή η αλλαγή της υπηρεσίας της Μ.Ε.1 από την Ενάγουσα στην ALTAMIRA, στην μαρτυρία της Μ.Ε.1. Ως προς την άλλη θέση της Υπεράσπισης, η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι το Τεκμήριο 7 εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας, ότι οι καταστάσεις τώρα τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή που αποτελούν το τραπεζικό βιβλίο, άρα ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας, ότι τροφοδοτείται κανονικά και καθημερινά για να εκτυπώνει αυτές τις καταστάσεις, άρα καταχωρήθηκε σε ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας, όταν τηρήθηκαν σε ηλεκτρονική μορφή, ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές είναι φυλαγμένοι στις κτηριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, άρα και ό,τι περιεχόμενο βρίσκεται εντός της μνήμης αυτών και ότι όταν εκτύπωσε η ίδια η Μ.Ε.1 τις καταστάσεις λογαριασμού τις ήλεγξε η ίδια με τις αποδείξεις χρεοπιστώσεων των Εναγομένων και διαπίστωσε ό,τι αναγράφεται στις καταστάσεις λογαριασμού αυτές αποτελούν ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών αποδείξεων, άρα η Μ.Ε.1 έλεγξε, δηλαδή, σύγκρινε τις καταστάσεις λογαριασμού με την πρωτότυπη και πρωτογενή πηγή εγγράφων και μαρτυρίας που είναι οι αποδείξεις χρεοπιστώσεων, δηλαδή την αρχική καταχώρηση, οι οποίες καταχωρήθηκαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, το οποίο διαπίστωσε ότι είναι ορθό. Επομένως στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται ρητά στη δήλωση-κατάθεση της Μ.Ε.1 ότι, (α) η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο7, αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9), (β) ότι η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (άρθρο 22
(2)του Κεφ. 9), (γ) ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9) και (δ) ότι το Τεκμήριο 7 έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό (άρθρο 22
(3)του Κεφ.9), το οποίο μάλιστα αποτελεί επιτακτική ανάγκη για απόδειξη του οφειλομένου υπόλοιπου ποσού, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίγραφο της καταχώρησης, στην περίπτωσή μας το Τεκμήριο 7, ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη, (άρθρο 22
(1)). Όμως η Ενάγουσα δεν επέμενε στο ποσό που φαίνεται στο Τεκμήριο 7, αλλά ετοίμασε, με βάση συγκεκριμένο πρόγραμμα (εργαλείο) δύο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 8 και 9, με διαφορετικό όμως επιτόκιο από 1.1.2014, ήτοι 7,25% και 6,25%, αντίστοιχα, επί τη βάσει του Τεκμηρίου 7, μείωσης του ποσού του Τεκμηρίου 7, για το οποίο ουδεμία αμφισβήτηση χωρεί, με βάση τα όσα ανάφερε ο Μ.Ε.1, ότι εκπληρώθηκαν όλα τα πιο πάνω. Όμως η Υπεράσπιση με βάση τον όρο 3(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, που αναφέρεται σε κυμαινόμενο επιτόκιο, έθεσε και προώθησε κατά την αντεξέταση και κατά την αγόρευση του συνηγόρου, θέμα ορθού επιτοκίου χρέωσης του ποσού του λογαριασμού, στη βάση της μαρτυρίας της Μ.Υ., η οποία παρουσίασε ως Τεκμήριο 17, το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ. ως ακολούθως: «Την 1.1.2008 ανερχόταν σε ποσοστό 4,00%, στις 9.7.2008 αυξήθηκε σε 4,25%, στις 15.10.2008 μειώθηκε σε 3,75%, στις 12.11.2008 μειώθηκε σε 3,25%, στις 11.3.2009 μειώθηκε σε 1,50%, στις 8.4.2009 μειώθηκε σε 1,25%, στις 13.5.2009 μειώθηκε σε 1,00%, στις 13.4.2011 αυξήθηκε σε 1,25%, στις 13.7.2011 αυξήθηκε σε 1,50%, στις 9.11.2011 μειώθηκε και πάλι σε 1,25%, στις 14.12.2011 μειώθηκε περιπλέον σε 1,00%, στις 11.7.2012 μειώθηκε σε 0,75%, στις 8.5.2013 μειώθηκε σε 0,50%, στις 13.11.2013 μειώθηκε σε 0,25%, στις 11.6.2014 μειώθηκε σε 0,15%, στις 11.9.2014 μειώθηκε σε 0,05% και τέλος στις 10.3.2016 μειώθηκε σε ποσοστό 0% και παρέμεινε έκτοτε αμετάβλητο σε ποσοστό 0% μέχρι και σήμερα.», με βάση τα άρθρα 8 και 40
(1)(γ) του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Ν.138(Ι)/2002, ως τροποποιήθηκε με το Ν.34(Ι)/2007 και το άρθρο 8 του περί Υιοθέτησης του Ευρώ Ν.33(Ι)/2007και τα Τεκμήρια 10-16 και δη το Τεκμήριο 15, ως αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο. Ο τερματισμός της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, έγινε στις 27.11.2013, Τεκμήριο 6, ότε κατ΄ αυτή την ημερομηνία το οφειλόμενο υπόλοιπο, κατά την Μ.Ε.1, ήταν €489.603,
  1. Η αύξηση του επιτοκίου σε 9,75% με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 27.11.2013, Τεκμήριο 6, ήταν αυθαίρετη και αντισυμβατική, όπως και η αναφερθείσα χρέωση επιτοκίου αφού προβλεπόταν στη σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 1, ότι το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο και άρα από την 1.1.2008, θα έπρεπε το βασικό επιτόκιο να ήταν σύμφωνο με το επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. και από τις 27.11.2013 συν 2% περιθώριο συν 2% τόκος υπερημερίας, τον οποίο τόκο υπερημερίας περιόρισε σε 1% κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της αφού ανέφερε ότι στο επιτόκιο 7,25% που φέρει το Τεκμήριο 8, το 1% είναι τόκος υπερημερίας ως το περιόρισε. Επίσης η χρέωση επιτοκίου με 9,75% από τις 27.11.2013, Τεκμήριο 7, προφανώς μέχρι την 31.12.2013, ή από την 1.1.2014 με επιτόκιο 7,25%, Τεκμήριο 8, ή με επιτόκιο 6,25%, Τεκμήριο 9, είναι αντισυμβατική και εν πάση περιπτώσει στο βαθμό που χρεώνεται άλλο μεγαλύτερο επιτόκιο από την 1.1.2008 από αυτό που προνοείται στον όρο 3(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 1, που σχετίζεται με την αύξηση του βασικού επιτοκίου το οποίο επηρεάζεται και έρχεται σε αντίθεση με το επιτόκιο που καθορίζεται από την Ε.Κ.Τ., Τεκμήριο 17, κρίνεται ότι είναι αντίθετο με τα αναφερθέντα άρθρα των Ν.138(Ι)/2007και Ν.33(Ι)/2007, το Τεκμήριο 15, και με τον αναφερθέν όρο 3(α) της σύμβασης δανείου, ημερομηνίας 7.4.2006, Τεκμήριο
  2. Η θέση της Μ.Ε.1 ότι στον όρο 3(α) της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 7.4.2006, Τεκμήριο 1, προνοείται ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται από την Ενάγουσα από καιρό εις καιρόν, παραγνωρίζει ότι η σύμβαση δανείου έγινε στις 7.4.2006 σε κυπριακές λίρες και από την 1.1.2008 που το επίσημο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι το Ευρώ εφαρμόζεται το ελάχιστο επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. ως προνοείται στις αναφερθείσες Νομοθεσίες και ανακοινώθηκε ή γνωστοποιήθηκε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, Τεκμήρια 10-
  3. Το ερώτημα που τίθεται, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, είναι ποιο είναι το οφειλόμενο υπόλοιπο, αφού το ποσό που αξιώνεται από την Ενάγουσα είναι το αποτέλεσμα χρέωσης τόκου επί του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού κάθε 30/6/ και κάθε 31/12/, που είναι μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο επιτόκιο με βάση τα αναφερθέντα πιο πάνω άρθρα και Νόμους και τον όρο 3(α) της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο
  4. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δικαιότερο και ορθότερο είναι όπως το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι αυτό που εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, στην πλησιέστερη ημερομηνία αμέσως μετά την ημέρα τερματισμού της σύμβασης δανείου στις 27.11.2013, ήτοι στις 31.12.2013, δηλαδή για το ποσό των €403.853,32 μειωμένο κατά την διαφορά του επιτοκίου που χρέωνε η Ενάγουσα ως βασικό επιτόκιο, ήτοι 4,25%, με το βασικό επιτόκιο που έπρεπε να χρεώνει με βάση το επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. και τούτο εμφαίνεται στο Τεκμήριο 17 και καταγράφεται αμέσως πιο πάνω για την περίοδο από 1.1.2018 μέχρι 26.11.2013, ήτοι την 1.1.2008 ανερχόταν σε ποσοστό 4,00%, στις 9.7.2008 αυξήθηκε σε 4,25%, στις 15.10.2008 μειώθηκε σε 3,75%, στις 12.11.2008 μειώθηκε σε 3,25%, στις 11.3.2009 μειώθηκε σε 1,50%, στις 8.4.2009 μειώθηκε σε 1,25%, στις 13.5.2009 μειώθηκε σε 1,00%, στις 13.4.2011 αυξήθηκε σε 1,25%, στις 13.7.2011 αυξήθηκε σε 1,50%, στις 9.11.2011 μειώθηκε και πάλι σε 1,25%, στις 14.12.2011 μειώθηκε περιπλέον σε 1,00%, στις 11.7.2012 μειώθηκε σε 0,75%, στις 8.5.2013 μειώθηκε σε 0,50%, στις 13.11.2013 μειώθηκε σε 0,25% συν 2% περιθώριο, ενώ από τις 27.11.2013 που τερματίστηκε η συμφωνία το επιτόκιο θα είναι αυτό που ίσχυε στην Ε.Κ.Τ. στις 13.11.2013, ήτοι 0,25% βασικό επιτόκιο συν 2% περιθώριο, συν 1% τόκο υπερημερίας ως το περιόρισε η Μ.Ε.1, ήτοι συνολικό επιτόκιο 3,25% επί του οφειλόμενου ποσού που προκύπτει με βάση το επιτόκιο όπως αυτό αναφέρεται ανωτέρω, μέχρι εξόφλησης. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και
  5. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση της Εναγομένης 5 αφού αυτή δεν υποστηρίχθηκε από οιανδήποτε μαρτυρία ούτε προωθήθηκε καν κατά την αντεξέταση και ενόψει των ως άνω ευρημάτων του Δικαστηρίου αυτή παρέμεινε ανυποστήρικτη και έκθετη σε απόρριψη και ως εκ τούτου αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5, ομού και κεχωρισμένα, για το ποσό των €403.853,32, μειωμένο κατά την διαφορά του βασικού επιτοκίου που χρέωνε η Ενάγουσα, ήτοι 4,25%, με το βασικό επιτόκιο που έπρεπε να χρεώνει με βάση το επιτόκιο της Ε.Κ.Τ. από 1.1.2008 μέχρι τις 26.11.2013, ήτοι από την 1.1.2008 4,00% μέχρι τις 8.7.2008, από τις 9.7.2008 4,25% μέχρι τις 14.10.2008, από τις 15.10.2008 3,75% μέχρι τις 11.11.2018, από τις 12.11.2008 3,25% μέχρι τις 10.3.2009, από 1,50% μέχρι τις 7.4.2009, από τις 8.4.2009 1,25% μέχρι τις 12.5.2009, από τις 13.5.2009 1,00% μέχρι τις 12.4.2011, από τις 13.4.2011 1,25% μέχρι τις 12.7.2011, από τις 13.7.2011 1,50% μέχρι τις 8.11.2011, από τις 9.11.2011 1,25% μέχρι τις 13.12.2011, από τις 14.12.2011 1,00% μέχρι τις 10.7.2012, από τις 11.7.2012 0,75% μέχρι τις 7.5.2013, από τις 8.5.2013 0,50% μέχρι τις 12.11.2013, από τις 13.11.2013 0,25% μέχρι τις 26.11.2013 συν 2% περιθώριο επί όλων των αναφερθέντων επιτοκίων κατά τις αναφερθείσες πιο πάνω περιόδους, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου κάθε 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους μέχρι τις 26.11.2013 και από τις 27.11.2013 με επιτόκιο 3,25% ετησίως μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 5 ως η παράγραφος Β της αξίωσης, πλέον έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 ομού και κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά θα είναι κοινά με τον Εναγόμενο 4 μέχρι την ημερομηνία έκδοσης απόφασης εναντίον του Εναγομένου 4 στις 13.11.
  6. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης
  7. Στο βαθμό που είναι κοινά με την απαίτηση θα είναι ένα σετ εξόδων. (Υπ.)........................................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.