ΚΕΦΑΛΑΣ ν. ISMAIL, Αρ. Αγωγής: 110/2019, 21/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 110/2019 Μεταξύ: xxxxxxx ΚΕΦΑΛΑΣ Ενάγοντα ΚΑΙ xxxxxxx ISMAIL Εναγομένου ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 22.4.2019 ΓΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ημερομηνία:21.6.2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγοντα-Αιτητή: κα Γ. Δημητρίου για Χριστάκης Κωνσταντίνου Για την Εναγόμενο ‑ Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ευαγγέλου για Γ. Α. Βασιλείου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕX‑ΤEMPORE) Ο Ενάγοντας-Αιτητής (στο εξής Αιτητής) καταχώρησε την παρούσα αγωγή σε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ.6) στις 31.1.
- Με αυτή αξιώνει το ποσό των €273.376,23 σεντς (£160.000) πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 28.11.2006 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ή και γραμματίου ή και σαν χρέος οφειλόμενο ή και σαν αποζημιώσεις ή και δανείου ή και άλλως πως, πληρωτέο στις 31.1.
- Η αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο-Καθ΄ου η αίτηση (στο εξής Καθ΄ου η αίτηση), ως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ο οποίος καταχώρησε αρχικά μόνος του ένα χειρόγραφο σημείωμα στις 6.3.2019 ως «υπεράσπιση», ενώ στη συνέχεια, μετά που του δόθηκε χρόνος, καταχώρησε δικηγορική εταιρεία σημείωμα εμφάνισης στις 12.6.
- Να σημειωθεί ότι στις 6.3.2019 ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, την οποία απέσυρε, στην παρουσία του Καθ΄ου η αίτηση, στις 19.3.2019 χωρίς έξοδα, αφού προηγουμένως, όπως ήδη αναφέρθηκε, καταχωρήθηκε το χειρόγραφο σημείωμα ως είδος «Έκθεσης Υπεράσπισης». Ακολούθησε η υπό εξέταση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 22.4.2019, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, με την οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β πιστό αντίγραφο του γραμματίου συνήθους τύπου, ως αυτό χαρακτηρίζεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση και ως Τεκμήριο Γ αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ου η αίτηση ημερ. 28.11.2006 με την οποία βεβαιώνει όσα αναφέρονται στο γραμμάτιο. Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Είμαι ο ενάγοντας εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα για την ανωτέρω αγωγή και έχω θετική γνώση περί αυτών και έχω στην κατοχή μου όλα τα σχετικά έγγραφα και τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
- Ο λόγος που δεν καταχώρησα την παρούσα αίτηση νωρίτερα είναι επειδή απουσίαζα στο εξωτερικό και αφίχθηκα στην Κύπρο στις 9.4.
- Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α επιβεβαίωση της αναχώρησης μου.
- Επιβεβαιώνω το περιεχόμενο της Εκθέσεως Απαιτήσεως ως ορθό και αληθινό και το υιοθετώ και το επαναλαμβάνω στην παρούσα ένορκη δήλωσή μου.
- Κατά ή περί το 2006 ο εναγόμενος υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο συνήθους τύπου προς όφελος μου για το ποσό των Λ.Κ.160.000 (σε ευρώ €273.376,23) πλέον τόκο 8% ετησίως.
- Το επίδικο γραμμάτιο υπογράφτηκε στην Λάρνακα ενώπιον δύο μαρτύρων οι οποίοι ήταν ενήλικες και είχαν σώας τας φρένας. Ο πρώτος μάρτυρας στο γραμμάτιο ήταν ο XXXXX Τοφιάς, δικηγόρος εκ Λάρνακας και η δεύτερη μάρτυρας ήταν η XXXXX Καυκαρίδου, υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο του XXXXX Μούσκου στην Λάρνακα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Β πιστό αντίγραφο του γραμματίου συνήθους τύπου ημερομηνίας 28.11.
- Ο λόγος που επισυνάπτω πιστό αντίγραφο είναι επειδή το πρωτότυπο βρίσκεται μέσα στον φάκελο της υπόθεσης στην ένορκη δήλωση απόδειξης αφού καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση ένεκα μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο.
- Περαιτέρω την 28.11.2006 στην παρουσία του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ο εναγόμενος υπέγραψε ένορκη δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο. Επίσης υπάρχει σημείωση του Πρωτοκολλητή ότι η ένορκη δήλωση του επεξηγήθηκε και στην τούρκικη γλώσσα παρά το ότι μιλά πολύ καλά την ελληνική γλώσσα ο εναγόμενος. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Γ αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του εναγομένου ημερομηνίας 28.11.2006 και το πρωτότυπο βρίσκεται μέσα στο φάκελο της υπόθεσης.
- Ο εναγόμενος πράγματι έλαβε το ποσό των 160.000 Λ.Κ. από εμένα έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος με την υπογραφή του γραμματίου συνήθως τύπου και για αυτό το υπέγραψε.
- Το γραμμάτιο έληξε την 31.01.2007 και έκτοτε το εν λόγω χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο και απαιτητό από εμένα, αν και ο εναγόμενος κλήθηκε να το εξοφλήσει από εμένα και τους αντιπροσώπους μου παρέλειψε να το πράξει και είναι χρέος οφειλόμενο προς εμένα το επίδικο ποσό από τον εναγόμενο.
- Μέχρι σήμερα ο εναγόμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό σε μένα και λέγω και είμαι απολύτως σίγουρος ότι ο εναγόμενος ουδεμία απολύτως υπεράσπιση έχει εις την ως άνω αγωγή και αιτούμαι την έκδοση αποφάσεως ως η αγωγή μου.
- Ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή μόνος του χωρίς οποιαδήποτε νομική αντιπροσώπευση και το έπραξε για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης.
- Ειλικρινώς πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιον να εκδοθεί η αιτούμενη απόφαση.
- Πάντα τα ανωτέρω δηλώνω και ορκίζομαι επί τη βάσει των όσων κάλλιον προσωπικά γνωρίζω και πιστεύω.» Η αίτηση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.1, 2, 4, 9(α) και Δ.48 θ.1, 2, 3, 4, 9, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Ο Καθ΄ου η αίτηση αντέδρασε και καταχώρησε ένσταση στις 12.6.2019 με την οποία προβάλλονται δεκατέσσερις
(14)λόγοι ένστασης οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: «
- Η αίτηση είναι ουσία και Νόμω αβάσιμη, αντικανονική, παράτυπη, είναι αντίθετη και παραβιάζει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
- Δεν τηρείται καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες υπό των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτως ώστε ο Αιτητής να δικαιούται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση.
- Η αίτηση δεν καταχωρήθηκε στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας και η καταχώρηση της αποτελεί προσπάθεια εξυπηρέτησης αλλότριων σκοπών.
- Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία και/ή επίδικα ζητήματα τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν μετά που θα ακουστεί η μαρτυρία τα οποία δύνανται να διαπιστωθούν αποκλειστικά και μόνο με την προσαγωγή μαρτυρίας, και τα οποία, αν γίνουν αποδεκτά, θα καταδείξει ότι δεν ευσταθεί η αξίωση του Ενάγοντα.
- Εγείρονται θέματα που χρήζουν εκδίκασης και/ή η παρούσα αγωγή πρέπει να εκδικασθεί στα πλαίσια κανονικής δίκης επί της ουσίας, ενώ σε διαφορετική περίπτωση ο Εναγόμενος θα απολέσει το δικαίωμα του για δίκαια δίκη.
- Ο Εναγόμενος - Kαθ' ου η αίτηση αρνείται την αίτηση και απορρίπτει το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως η οποία περιέχει ψευδείς γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και /ή ο ενάγοντας δεν έρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση έχει καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα Υπεράσπιση, την οποία δικαιούται να προβάλει κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της Αγωγής.
- Η αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά, καταπιεστικά με μοναδικό σκοπό να στερήσει τον εναγόμενο από το δικαίωμα να ακουστεί και/ή η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας του Δικαστηρίου.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση έχει καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας η οποία είναι καλόπιστη και επί νομικών θεμάτων και φαίνεται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση και σε καμία περίπτωση δεν είναι για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης που έχει καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης και Έκθεση Υπεράσπισης.
- Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση του Αιτητή ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια δεν είναι νομικά και ουσιαστικά επαρκή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρει ο καθ' ου η αίτηση στη Ένορκη του Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τους ισχυρισμούς που προβάλει στην Έκθεση Υπερασπίσεως του.
- Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα του Αιτητή σε απόφαση στην αγωγή.
- Τυχόν επιτυχία της αίτησης, θα συνεπάγεται σε απόφαση υπέρ του Ενάγοντα για ποσό το οποίο ουδέποτε κατέβαλε στον Εναγόμενο, και/ή για ποσό σε σχέση με το οποίο υπήρξε ολική έλλειψη ανταλλάγματος, ενώ ο Εναγόμενος ουδεμία σχέση έχει με τον Ενάγοντα και δεν τον γνωρίζει.
- Ο Εναγόμενος Καθ' ου η αίτηση αξιώνει όπως το Σεβαστό Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση του Ενάγοντα και επιτρέψει ακρόαση της παρούσας αγωγής ώστε οι εναγόμενος να μην στερηθεί του δικαιώματος να ακουστεί και να τύχει δίκαιας δίκης.
- Υπό τας περιστάσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση του Ενάγοντα με έξοδα σε βάρος του.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση καθώς και ένορκη δήλωση του XXXXX Ευαγγέλου ότι εξήγησε προφορικά στην ελληνική γλώσσα το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Καθ΄ου η αίτηση, η οποία είναι αντιληπτή και κατανοητή από τον Καθ΄ου η αίτηση και ο Καθ΄ου η αίτηση δήλωσε ότι κατανόησε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προτού την υπογράψει. Στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρονται τα εξής: «
- Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υποθέσεως αυτής και των όσων αναφέρω στην ένορκο μου δήλωση. Για όσα θέματα είναι νομικής φύσεως έχω πάρει συμβουλή από τους δικηγόρους μου.
- Με την παρούσα υιοθετώ το περιεχόμενο και τους λόγους ένστασης των δικηγόρων μου στην παρούσα αίτηση του Ενάγοντα - Αιτητή.
- Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών, μου έχει διαβαστεί από τους Δικηγόρους μου και εξ'όσων κάλλιων γνωρίζω και πιστεύω και παράλληλα μετά από συμβουλή του Δικηγόρου μου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εγκυρότητα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση και δεν είναι κατάλληλη για υποστήριξη της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επίσης δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης ούτως ώστε ο Αιτητής να δικαιούται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον μου.
- Αρνούμαι τους ισχυρισμούς όπως αυτοί εκτίθενται στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα Αιτητή, επαναλαμβάνω και υιοθετώ τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης μου και σύμφωνα με τους Δικηγόρους μου από τους οποίους λαμβάνω νομική συμβουλή και εξ' όσων γνωρίζω και πιστεύω ισχυρίζομαι περαιτέρω τα ακόλουθα: 4.
- Είμαι ηλικίας 88 ετών και δεν έχω συναλλαχθεί ποτέ με τον Ενάγοντα και δεν τον γνωρίζω. Τα έγγραφα που επισυνάπτονται με την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα τεκμήρια Β και Γ είναι δημιούργημα τρίτων ή και του δικηγόρου που με εκπροσωπούσε εμένα και την οικογένειά μου τα επίδικα έτη κ. XXXXX Πουτζιουρή, ο οποίος εξ όσον γνωρίζω και πληροφορούμε από τους δικηγόρους μου είναι γαμπρός του Ενάγοντα. 4.
- Επιπλέον, το πρόσωπο που ορκίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρότι είναι ο Ενάγοντας, δεν είναι σε θέση να έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και με την ένορκη του δήλωση δεν ορκίζεται θετικά σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσης ούτε σε σχέση με το ποσό που αξιώνει εναντίον μου ούτε και μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν έχω υπεράσπιση. Ο Ενάγοντας Αιτητής με την Ένορκη του Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν αναφέρετε σε πραγματικά γεγονότα και ούτε γενικότερα σε γεγονότα που έλαβαν χώρα αφού απλά και μόνο αναφέρει και επαναλαμβάνει τα όσα αναγράφοντα στα ίδια τα έγγραφα που επισυνάπτονται με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. 4.
- Ειλικρινά, ουδέποτε έλαβα το ποσό που αξιώνει ο Ενάγοντας σήμερα από εμένα και ειδικότερα ουδέποτε μου έδωσε ο Ενάγοντας το ποσό αυτό σε μετρητά. 4.
- Αναφέρω επίσης και είναι εύλογο απορίας πως γίνεται ο Ενάγοντας να μου έδωσε 160.000,00 Λ.Κ, και μάλιστα σε μετρητά και ενώ ως αναφέρεται στο τεκμήριο Β της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, το εν λόγω ποσό κατ' ισχυρισμό έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό από 31.01.2007, αξιώνεται αυτό το ποσό δώδεκα και πλέον χρόνια μετέπειτα. Περαιτέρω, σε σχέση με όλον αυτό τον χρόνο που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον μου ουδέποτε οχλήθηκα από τον Ενάγοντα. 4.
- Δεν έλαβα από τον ενάγοντα τέτοιο ποσό, ή ακόμη οποιοδήποτε ποσό, ενώ ο άνθρωπος που τα αξιώνει σήμερα, δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο της Ένορκης του Δήλωσης αλλά ούτε και στην Έκθεση Απαίτησης του, πιο ήταν το καλό και νόμιμο αντάλλαγμα ή αντιπαροχή της υπόσχεσης για το ποσό που επικαλείται και αξιώνει σήμερα εναντίον μου ως ισχυρίζεται. 4.
- Είναι επίσης εύλογο απορίας και αναφέρω προς υποστήριξη των όσων αναφέρω με την παρούσα αλλά και την Έκθεση Υπεράσπισης μου, πως στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση ο Ενάγοντας δεν αναφέρει πουθενά για πιο λόγο μου έδωσε τέτοιο ποσό, ποια η αντιπαροχή και αντάλλαγμα σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό αξίωση του. 4.
- Αναφέρω επίσης και επαναλαμβάνω ότι ο πιο πάνω αναφερόμενος δικηγόρος που ενεργούσε ως δικηγόρος μου εμένα και της οικογένειάς μου και του είχα απόλυτη εμπιστοσύνη είναι γαμπρός του Ενάγοντα και αρνούμαι κατηγορηματικά την οποιαδήποτε προσωπική μου σχέση ή συναλλαγή μου με τον Ενάγοντα. Αναφέρω επίσης πως ενδεικτικό της σχέσης του Ενάγοντα και του Εναγόμενου είναι και ο τίτλος του Τεκμηρίου Α που επισυνάπτεται με την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα που αναγράφει XXXXX poutziouris - outlook. 4.
- Περαιτέρω, αναφέρω με την παρούσα Ένορκη μου Δήλωση, ότι η υπογραφή μου εξασφαλίστηκε πάνω σε έγγραφα τα οποία δεν γνώριζα το περιεχόμενο τους χωρίς την γνώση ή χωρίς την επίγνωση του τι θα υπέγραφα και για πιο σκοπό. Αναφέρω επίσης ότι η οποιαδήποτε υπογραφή μου κατά την 28/11/2006 προέκυψε κατόπιν προτροπής και παρατάσεων του δικηγόρου μου που έδειξα στο πρόσωπό του εμπιστοσύνη και μου υπόδειξε να υπογράψω αυτά, αναφέροντάς μου απλά ότι είναι για μια απλή μαρτυρία. Ουδέποτε μου επεξηγήθηκε το περιεχόμενο και ουδέποτε θα υπέγραφα γραμμάτιο η οτιδήποτε σχετικό για πρόσωπο τρίτο που δεν το γνωρίζω και για ποσό που δεν έχω λάβει ποτέ από αυτόν.
- Ως εκ των ανωτέρω, και πέραν της βάσιμης υπεράσπισης που ειλικρινά πιστεύω ότι έχω, σύμφωνα με τους Δικηγόρους μου από τους οποίους λαμβάνω νομική συμβουλή, είναι ταπεινή μου άποψη ότι η απαίτηση του Ενάγοντα Αιτητή δεν είναι καλή και ξεκαθαρισμένη.
- Παράλληλα, είναι η θέση μου πως η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και υπεράσπισης από μέρους μου δεν είναι καθόλου για σκοπούς καθυστέρησης, αλλά εγείρονται γεγονότα και ισχυρισμοί για τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν μετά που θα ακουστεί μαρτυρία και τα οποία, αν γίνουν αποδεκτά, θα καταδείξει και ειλικρινά πιστεύω πως θα καταδείξουν, ότι δεν ευσταθεί η αξίωση του Ενάγοντα.
- Η παρούσα αγωγή πρέπει να εκδικασθεί στα πλαίσια κανονικής δίκης επί της ουσίας, ενώ σε διαφορετική περίπτωση θα απολέσω το δικαίωμα μου να ακουστώ, και θα εκδοθεί απόφαση εναντίον μου για ένα ποσό το οποίο ουδέποτε έλαβα από τον Ενάγοντα και ο Ενάγοντας με την σειρά του θα έχει απόφαση εναντίον μου για το ποσό των 160.000 λιρών χωρίς να μου έχει δώσει τέτοιο ποσό και χωρίς να τον γνωρίζω.
- Ζητώ όπως το Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση του Ενάγοντα και επιτρέψει ακρόαση της παρούσας αγωγής ώστε να μην μου στερηθεί το δικαίωμα να ακουστώ.
- Ως εκ των ανωτέρω πιστεύω ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση του Ενάγοντα με έξοδα σε βάρος του.» Η ένσταση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 Θ.1(α), 2, 3, 6, 9, 39, 48 Κ. 1-4, 8 και 9, στο Σύνταγμα Άρθρα 15 και 30 καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η συνήγορος που παρουσιάστηκε εκ μέρους του δικηγόρου του Αιτητή, αφού αναφέρεται κατ΄ αρχάς σε ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης, στη συνέχεια καταπιάνεται με την υπεράσπιση και ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση και σχολιάζει διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων, το θέμα της γνώσης της ελληνικής γλώσσας, το κατά πόσο είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου, την υπεράσπιση που καταχώρησε ο Καθ΄ου η αίτηση, την αιτιολογία λόγων καταχώρησης της παρούσας αίτησης και τους λόγους που πρέπει να εκδοθεί απόφαση με βάση αυτή, χωρίς βέβαια να παραλείπει να αναφερθεί και στους λόγους ένστασης. Συνάμα επικαλείται σχετική νομολογία επί του θέματος έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Από την άλλη ο συνήγορος του Καθ΄ου η αίτηση, αφού αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης στη συνέχεια κάνει αναφορά στη νομική πτυχή του θέματος σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπό εξέταση αίτησης για να υποστηρίξει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης της αιτούμενης απόφασης. Πριν αναφερθεί το Δικαστήριο στη νομική πτυχή και στα συμπεράσματα του θα ήθελε να αναφέρει ότι σε σχέση με την «Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης», ως αναφέρεται στον τίτλο του εν λόγω εγγράφου, δυνάμει της Διαταγής 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία καταχωρήθηκε στις 12.6.2019, πέραν του γεγονότος ότι δεν αποτελεί τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης αφού το χειρόγραφο σημείωμα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει υπεράσπιση, παράτυπα καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης για το λόγο ότι από τη στιγμή που καταχωρείται αίτηση για συνοπτική απόφαση ανακόπτεται η καταχώρηση υπεράσπισης. ΝΟΜΙΚH ΠΤΥΧH - ΣΥΜΠΕΡAΣΜΑΤΑ Η νομική βάση της αίτησης ρυθμίζεται και θεμελιώνεται επί της Δ.18 Κ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: Δ.18, Κ.1(α):
- (a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Σε μετάφραση: «1.(α) Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με τη περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης» Από την πιο πάνω διατύπωση συνάγεται ότι: (Α) Ο Ενάγων πρέπει να εγείρει την αγωγή του σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο Δ.2, Κ.
- (Β) Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. (Γ) Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, η οποία να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται εάν υπάρχει και να δηλώνει ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ο Ενάγων υπέχει υποχρέωση να καταδείξει ότι συνυπάρχουν οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις: Το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει και να ελέγξει πρώτα ότι ο Αιτητής έχει αυστηρά συμμορφωθεί με την Δ.18, Κ.1, γιατί τότε μόνο το Δικαστήριο περιβάλλεται με δικαιοδοσία εξέτασης της ουσίας της αίτησης που είναι η ύπαρξη εύλογης και καλόπιστης υπεράσπισης (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Ogcondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης στην επάρκεια ή την πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται στην υπόθεση Symon & Co. v. Palmer's Stores Ltd
(1903){1912} 1 K.B. 259, 266-27 ως ακολούθως: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. .............................. An application is often made under Order XIV, not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV, r.1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. ............................. Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία.» Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 789 επ. όπου αναλύεται εις βάθος η έννοια της προσωπικής γνώσης του ομνύσαντος και το νόημα της αποδίδεται και μεταφέρεται στη συνέχεια. Φαίνεται από την Δ.18, Κ.1 ότι θεωρεί ως δεδομένο ότι ο Ενάγων είναι ικανός να κάνει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι Ενάγων. Είναι πάγια αρχή της νομολογίας ότι εάν ο Ενάγων καταφέρει να αποδείξει την συνύπαρξη των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων τότε ο Εναγόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εύλογη, συζητήσιμη, καλή, εκ πρώτης όψεως ή πλήρη υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή ή που να δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο παραχωρήσει σ' αυτόν άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Αυτό το μέρος της εξέτασης μιας αίτησης για συνοπτική απόφαση πραγματεύεται η νομολογία μας στις υποθέσεις Kypros S. Kyprianides v. Symeon Ioannides
(1996)1 C.L.R. 265, C.Y.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co. Ltd v. Ioulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 204, Γεώργιος Καζαμίας v. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 752, Trans Middles East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, 243, όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και από τις αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση. (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1988)1 Α.Α.Δ. 22 πέραν των πιο πάνω που ήδη έχουν αναφερθεί λέχθηκε ότι είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται «καλή τη πίστει» ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης, πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια ακόμη και αν ο Εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρης της απαίτησης. Επί πλέον αναφέρεται ότι στην υπόθεση εγείρονται πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολότητα της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ και άλλου v. Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, λέχθηκε ότι συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Επίσης στην υπόθεση Brainvibes Ltd v. Tράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, ημερ. 17.5.2018, λέχθηκαν τα εξής: «Κατά πάγια νομολογία (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ. 418 που παραπέμπει στην CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897) «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». Όπου όμως το βάρος τεκμηρίωσης ύπαρξης Υπεράσπισης μετέρχεται στον εναγόμενο - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση - αυτός θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά για διεξαγωγή δίκης (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Κριτήριο που δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση της Δ.17 (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912). Στην παρούσα περίπτωση οι εφεσείοντες περιορίστηκαν με την ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 2 να προβάλουν απλώς ότι το αξιούμενο ποσό είναι παράνομο και/ή υπέρογκο λόγω του ότι προέκυψε από υπερχρεώσεις και/ή παράνομο ανατοκισμό κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου. Ποιους όρους παρέβηκε η εφεσίβλητη, δεν αναφέρουν. Όπως δεν αναφέρουν σε ποιες υπερχρεώσεις και/ή παράνομο ανατοκισμό προέβη η εφεσίβλητη.» Το Δικαστήριο έχει υπόψη του και τις σχετικές με το υπό συζήτηση θέμα, υποθέσεις Επίσημος Παραλήπτης, ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 347Α/2012 ημερομηνίας 14.6.2017, Brainvibes Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση αρ. 504/2012, ημερομηνίας 17.5.2018, Χριστοδούλου ν. Σάββα, Πολιτική Έφεση αρ. 139/2012, ημερομηνίας 12.9.2018, την Χαράκης ν. Βρυώνη, Πολιτική Έφεση αρ. Ε28/2017, ημερ. 24.10.2018 και Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε75/2013, ημερ. 5.3.2019. Άλλωστε το Δικαστήριο πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο και να παρουσιάσει σε ακρόαση τις θέσεις του. Το Δικαστήριο οφείλει με πολλή προσοχή και περίσκεψη να βλέπει ένα τέτοιο αίτημα. Από την άλλη όμως δεν θα πρέπει να απολήγει σε διακοσμητική διάταξη η Δ.18 Κ.1 και στην ουσία να περιπέσει σε αχρησία. Επειδή οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους καταπιάνονται με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην «Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης», αναφέρω από τώρα ότι η «Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης», όπως ήδη λέχθηκε, δεν έχει καταχωρηθεί σύννομα αλλά παράτυπα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Εκείνο δε που λαμβάνεται υπόψη, και αλλιώς να ήταν τα πράγματα, είναι όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Michalacis Christodoulou v. Olympia Erotokritou
(1956)21 C.R. 175 και δεν προσκομίζεται μαρτυρία. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην Αίτηση Αρ. 91/93 Χριστάκη Αυγουστή και άλλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 409 στην οποία λέχθηκε ότι εκείνο το οποίο μπορούσαν να κάνουν οι Αιτητές ήταν να δώσουν ειδοποίηση για να αντεξετάσουν τον Ενάγοντα πάνω στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του, πράγμα που δεν είχαν κάνει, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξετάζοντας τώρα πρώτα κατά πόσο τηρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω σύμφωνα με την Δ.18 Κ.1(α) καταδεικνύεται ότι: (Α) Η πρώτη προϋπόθεση πληρείται αφού η αγωγή εγέρθηκε επί κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου Δ.2 Κ.6. (Β) Επίσης ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε χειρόγραφο σημείωμα, το οποίο χαρακτηρίζει «Υπεράσπιση», στις 6.3.2019, το οποίο σίγουρα δεν αποτελεί υπεράσπιση, όμως αποτελεί ένδειξη επιθυμίας του Καθ΄ου η αίτηση να εμφανισθεί και να αμφισβητήσει την απαίτηση, κάτι που δηλώνει και η παρουσία του στις 19.3.2019 ένεκα της οποίας αποσύρθηκε η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Επομένως πληρείται η προϋπόθεση αυτή. (Γ) Ως προς την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, φαίνεται ότι με την ένορκη δήλωση του Αιτητή, ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, επιβεβαιώνεται η αγωγή και το ποσό που αξιώνεται, ως διαπιστώνεται άλλωστε από το Τεκμήριο Β που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και όπως πιστεύει ο ομνύων δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, ως εκ τούτου κρίνεται ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Με την πλήρωση των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Καθ΄ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει κάτι περισσότερο από σκιώδη και κάτι λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ένστασης, ότι η αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη, αντικανονική, παράτυπη, αντίθετη και παραβιάζει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού ακριβώς στηρίζεται στην ορθή διάταξη, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Ως προς το δεύτερο λόγο ένστασης, ήδη το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 Κ.1(α) σε σχέση με ό,τι ο Αιτητής πρέπει να αποδείξει. Σε σχέση με τον τρίτο λόγο ένστασης, το Δικαστήριο αναφέρει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ακριβώς μετά την παρουσία του Καθ΄ου η αίτηση στο Δικαστήριο, που με αυτόν τον τρόπο δήλωσε την εμφάνιση του, όπως ήδη αποφάνθηκε το Δικαστήριο. Ως προς τους υπόλοιπους λόγους ένστασης αυτοί θα εξεταστούν στην πορεία, όπου δεν θα καταπιάνεται το Δικαστήριο με κάθε ένα ξεχωριστά από αυτούς, αλλά από τη συλλογιστική του Δικαστηρίου θα διαφανεί κατά πόσο αυτοί γίνονται αποδεκτοί ή απορρίπτονται. Σε σχέση με το βάρος απόδειξης εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση, κάτι περισσότερο από σκιώδη και κάτι λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση, τούτο διέρχεται μέσα από το άρθρο 78 του ΚΕΦ. 149 αφού η απαίτηση στηρίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και από το άρθρο 80 του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149, αφού σε περίπτωση αγωγής δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου οι υπερασπίσεις είναι συγκεκριμένες και περιοριστικές. Το άρθρο 80 προνοεί τα ακόλουθα: «Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.» Επομένως το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί αμαχητή απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται εκτός αν αποδειχθεί μια από τις τρεις υπερασπίσεις, (α) ότι η υπογραφή του οφειλέτη του χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, (β) ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης, (γ) ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Επομένως μαρτυρία που έχει σκοπό να αντικρούσει το περιεχόμενο του γραμματίου δεν θα γίνει δεκτή ή δεν θα ληφθεί υπόψη εκτός αν αφορά σε ισχυρισμούς που τείνουν να αποδείξουν μία από τις πιο πάνω τρεις υπερασπίσεις (βλ. Rasf v. Dervish
(1971)1 C.L.R. 158). Στο άρθρο 78 προβλέπεται: «"Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής".» Για να εξεταστεί όμως κατά πόσο ευσταθεί ή όχι μια από τις τρεις πιο πάνω υπερασπίσεις πρέπει πρώτα να εξεταστεί αν το έγγραφο είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Η υπογραφή εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση δεν αμφισβητήθηκε. Προχωρώ να εξετάσω τις δύο άλλες υπερασπίσεις αφού τις επικαλείται ο Καθ΄ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του. Η αλήθεια είναι ότι στις παραγράφους 4
(1)μέχρι και 4
(8)προβάλλονται ισχυρισμοί που τείνουν ή και σχεδόν αγγίζουν την υπεράσπιση της απάτης, αν και δεν αναφέρεται ειδικά η απάτη, αφού προβάλλονται κάποιοι ισχυρισμοί κάτω από τους οποίους υπέγραψε το Τεκμήριο Β, δηλαδή ότι πείστηκε από τον τότε δικηγόρο του, που του είχε πλήρη εμπιστοσύνη, ότι ήταν μία απλή μαρτυρία και ουδέποτε του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο και ουδέποτε θα υπέγραφε γραμμάτιο ή οτιδήποτε σχετικό για πρόσωπο τρίτο που δεν το γνωρίζει και για ποσό που δεν έχει λάβει ποτέ. Όμως με την ένορκη δήλωση του ιδίας ημερομηνίας (28.11.2006) ενώπιον του Πρωτοκολλητή αναφέρει: «
- Είμαι κάτοικος Λάρνακος, Τουρκοκύπριος στην καταγωγή και Κύπριος πολίτης και διαμένω στις υπό της Δημοκρατίας ελεγχόμενες περιοχές εδώ και 2 χρόνια περίπου.
- Ομιλώ και καταλαβαίνω την Ελληνική γλώσσα πολύ καλά, αλλά δεν μπορώ να διαβάσω τα Ελληνικά.
- Κατά ή περί τις 28.11.2006 υπέγραψα Γραμμάτιο με την ίδια ημερομηνία διά το ποσόν των Λ.Κ.160.000.- προς όφελος του XXXXX Κεφάλα εκ Λάρνακος.
- Το ανωτέρω γραμμάτιο το υπέγραψα αφού μου το διάβασε ο δικηγόρος μου και μου το επεξήγησε και συμφώνησα με το περιεχόμενο του.
- Η παρούσα δίδεται διά να χρησιμοποιηθεί όπου χρειάζεται και δίδεται εν γνώσει των συνεπειών του νόμου διά ψευδείς δηλώσεις.
- Η παρούσα υπεγράφη από εμένα αφού μου διαβάστηκε από το δικηγόρο μου και μου την επεξήγησε στην Ελληνική γλώσσα, την οποία ομιλώ πολύ καλά.» Στο άρθρο 17 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, δίνεται ο ορισμός της απάτης, o οποίος έχει ως εξής: «Ορισμός "απάτης" 17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση o Καθ' ου η αίτηση, με βάση τους δικούς του ισχυρισμούς, όπως εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση του που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την ένσταση, διαφαίνεται ότι ακριβώς καταχώρησε αυτή την ένορκη δήλωση για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβεβαίωση της αλήθειας της ύπαρξης του περιεχομένου γραμματίου. Επομένως τα όσα ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την ένσταση ότι ένα τρίτο πρόσωπο, ήτοι ο δικηγόρος του, έπραξε, όχι ο Αιτητής, δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να αναδείξουν την υπεράσπιση της απάτης. Απεναντίας η ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση ενώπιον του Πρωτοκολλητή που επισυνάπτεται μαζί με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αποτελεί κώλυμα λόγω καταχώρησης σε έγγραφο. Ούτε βέβαια μπορεί να ισχύσει η υπεράσπιση του εξαναγκασμού, αφού τέτοια υπεράσπιση δεν προβάλλεται, όπως δεν μπορεί να ευσταθήσει και η υπεράσπιση ότι υπογράφηκε υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, κρίνω ότι δεν μπορούν οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση να στοιχειοθετήσουν ή τεκμηριώσουν μία από τις υπερασπίσεις που καθιερώνει το άρθρο 80 του ΚΕΦ. 149. Επομένως κρίνω ότι η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον Εναγομένου για το ποσό των €273.376,23 πλέον τόκο 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.2.2007 μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο