Γεωργίου ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αγωγής: 765/2019, 21/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 765/2019 Μεταξύ: XXXXX Μίλτου Γεωργίου Ενάγουσας ΚΑΙ Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Εναγομένης ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 14.6.2019 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΗΣ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ Ημερομηνία: 21.6.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη-Καθ΄ης η αίτηση: κα Δανιήλ για Αντώνης Κ. Καρά ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) H Ενάγουσα-Αιτήτρια (στο εξής Αιτήτρια) με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο (Δ.2 κ.1) το οποίο καταχωρήθηκε στις 14.6.2019 αξιώνει εναντίον της Εναγομένης-Καθ΄ης η αίτηση (στο εξής Καθ΄ης η αίτηση) διάφορα διατάγματα τα οποία έχουν ως στόχο την ακύρωση της υποθήκης ή/και αναγνωριστικά παρόμοιας φύσης διατάγματα, καθώς και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διαδικασία που προωθείται με βάση το Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, είναι αντισυνταγματική, παράνομη, κλπ, όπως και δήλωση ότι ο πλειστηριασμός που σκοπείται να γίνει σε συγκεκριμένη ημερομηνία είναι παράνομος και άκυρος και/ή αντισυνταγματικός, ήτοι παραβιάζει τις διατάξεις των Άρθρων 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος. Επίσης επιζητείται απόφαση και/ή δήλωση ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού είναι άκυρη γιατί παραβιάζει το άρθρο 95 του Ν.65(Ι)/2015, ή/και διότι το ποσό που απαιτεί η Καθ΄ης η αίτηση συμπεριλαμβάνει παράνομες χρεώσεις ή/και ότι οι συμφωνίες δανείου και εγγύησης όπως και η σύμβαση υποθήκης είναι αντίθετες με τη νομοθεσία, ήτοι η μεν υποθήκη υπογράφηκε κατά παράβαση του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149, οι δε άλλες δύο, δηλαδή η σύμβαση δανείου και εγγύησης, κατά παράβαση, εκτός του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149 και άλλων νομοθεσιών. Την ίδια ημέρα ήτοι στις 14.6.2019 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση η οποία ορίστηκε στις 19.6.2019 για επίδοση, ότε και κατ΄ εκείνη την ημερομηνία, αφού επιδόθηκε, ορίστηκε σήμερα για ακρόαση με οδηγίες να καταχωρηθεί ένσταση μέχρι χθες 20.6.2019, πράγμα το οποίο έγινε. Με την αίτηση ζητούνται δύο διατάγματα ως ακολούθως: «1. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την αναστολή του πλειστηριασμού του ακινήτου με αρ. εγγραφής 7/1XX9, Φ/Σχ.: 40/55W2, Τμήμα: 07, Τεμάχιο: 1XX2, Είδος Ακινήτου: ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΚΑΙ ΚΑΤΟΙΚΙΑ, στην Ενορία Αγίου Φανουρίου, Αραδίππου, Επαρχία Λάρνακας, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας - XXXXX Μίλτου Γεωργίου - που είναι ορισμένος στις 27.6.2019 και ώρα 9:00 π.μ. μέχρι 05:00 μ.μ. μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, ή και 2. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή όπως αυτή προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)ως έχει τροποποιηθεί αναφορικά με το ακίνητο με αρ. εγγραφής 7/1XX9, Φ/Σχ.: 40/55W2, Τμήμα: 07, Τεμάχιο: 1XX2, Είδος Ακινήτου: ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΚΑΙ ΚΑΤΟΙΚΙΑ, στην Ενορία Αγίου Φανουρίου, Αραδίππου, Επαρχία Λάρνακας, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας - XXXXX Μίλτου Γεωργίου, μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας με την οποία επισυνάπτονται έντεκα
(11)Τεκμήρια. Η αίτηση βασίζεται επί των Άρθρων 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα Άρθρα 5, 21, 27, 44 Α
(1), 44 Α
(2), 44 Α
(3), 44 Α
(4), 44Β
(1), 44Β
(2), 44Β
(3), 44Γ
(1), 44Γ
(2), 44Γ
(3), 44Δ
(1), 44Δ
(2), 44Δ
(3), 44Δ
(4), 44Δ
(5), 44Δ
(6)και στα άρθρα 44 Α - 44ΙΑΑ, και Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - ΚΔΠ 185/2015, στην Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-9, 8 και 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο - ΚΕΦ. 6 και ειδικότερα στα άρθρα 4 και 9, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο του 1996 ως έχει τροποποιηθεί, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στα άρθρα 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στις αρχές της Επιείκειας, στην αρχή της επιείκειας «Equity of Redemption», στις αρχές του Κοινοδικαίου, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο του 1996, στον περί Εταιρειών Νόμο - ΚΕΦ. 113, στον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμος του 2002 (Ν.138(Ι)/2002), στον περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο του 2007 (Ν.33(Ι)/2007), στο άρθρο 95 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου του 2015 (Ν.65(Ι)/2015), στον περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν.2/1977), στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Στις 20.6.2019, όπως ήδη αναφέρθηκε, καταχωρήθηκε ένσταση από την Καθ΄ης η αίτηση. Με την ένσταση προβάλλονται πέντε
(5)λόγοι ένστασης οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: «
- Δεν εμπεριέχεται ισχυρισμός στην Αίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας και την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ότι υπάρχει κίνδυνος να μην μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη μετά το τέλος εκδίκασης της Αίτησης, εκτός και εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
- Η Ενάγουσα-Αιτήτρια κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς της (she is stopped by conduct) να προωθεί την παρούσα Αίτηση.
- Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Δεν υπάρχει ζημιά ή και θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς εφόσον αυτή μπορεί να υπολογισθεί και να απονεμηθεί σε χρήμα.
- Δεν πληρούνται οι τυπικές αλλά και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Κάθ΄ης η αίτηση με την οποία δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε τεκμήριο. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Δ.48, θθ1-3, 8 και 9, Δ.39, θ.2, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των Κανόνων της επιείκειας ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου και τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. O δικηγόρος της Αιτήτριας στη γραπτή του αγόρευση ουσιαστικά επαναλαμβάνει όλα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση με μεγαλύτερη ανάλυση και κυρίως τη νομική διάσταση των θεμάτων που προβάλλονται μέσα από την ένορκη δήλωση. Ειδικότερα δε αναφέρθηκε στο θέμα της κατάχρησης διαδικασίας και του δεδικασμένου, που έθεσε προς αυτόν το Δικαστήριο, για να επικαλεστεί ότι η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 44Β
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε, όπου αναφέρεται ότι εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο Ν.9/1965, δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από το να ασκήσει το δικαίωμα του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύ νόμους και κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Σε σχέση με το δεδικασμένο ο κ. Κασιανής ανέφερε ότι δεν προβάλλεται τούτο ως λόγος στην ένσταση, αλλά πέραν τούτου δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταδεικνύεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ύπαρξης δεδικασμένου, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει ότι υπάρχει δεδικασμένο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Για όλα τα θέματα επικαλέστηκε σχετική νομολογία καθώς και αποφάσεις αδελφού δικαστή. Από την άλλη η συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση ουσιαστικά υιοθέτησε όσα αναφέρονται στην ένσταση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ‑ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα η αίτηση βασικά στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, καθώς και διατάξεων και προνοιών του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε, μία εκ των οποίων έχει αναφερθεί από τον κ. Κασιανή και καταγράφεται στη νομική βάση της αίτησης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το άρθρο 32 του Ν.14/1960 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v. Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/1960 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση 286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ................................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά., υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653,όπου λέχθηκε ότι: «.. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων, όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ Το κώλυμα (estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός ή άλλως πως είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να πάρει μια από τις εξής μορφές: (α) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (estoppel by record). (β) Κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (estoppel by deed). (γ) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct). Ο δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση ότι εφόσον δεν αναφέρθηκε στην ένσταση ως λόγος για απόρριψη της αίτησης και επειδή δεν διαφαίνεται από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ότι όντως πληρούνται οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προβεί σε ένα τέτοιο εύρημα. Η έννοια του δεδικασμένου έχει διάφορες όψεις ή καλύτερα μπορεί να λάβει διάφορες μορφές και τυγχάνει εφαρμογής είτε σε σχέση με την αιτία της αγωγής (cause of action) (βλ. υπόθεση Thoday v. Thoday
(1964)1 ALL ER341, 352), όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. Του Πλοίου Sapphire Seas
(2002)1 ΑΑΔ 1563, στην οποία αναφέρθηκε ότι «εν όψει της δημιουργίας κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής, η Τράπεζα κωλύεται από το να επαναφέρει το θέμα, για να πετύχει το αυτό αποτέλεσμα ήτοι απόφαση εναντίον του Εναγομένου πλοίου. Μια τέτοια πορεία θα εξουδετέρωνε την αρχή της τελεσιδικίας», είτε σε σχέση με συγκεκριμένο επίδικο θέμα (issue) (βλ. υπόθεση MILLS v. Cooper
(1967)2 ALL ER 100, Marinos Pieris v. The Republic of Cyprus
(1983)3 ΑΑΔ 1054, Παναγιώτης Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670, Κλεάνθης Ηλία Γεωργίου v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1995)3 ΑΑΔ 349 και Rose Δάμτσα v. Πέτρου Δάμτσα (αρ. 2)
(2006)1 ΑΑΔ 1389). Η εφαρμογή του κανόνα αυτού προϋποθέτει την ύπαρξη των εξής στοιχείων, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ηλίας Μ. Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 768, Ανδρέας Κανάρης ν. Μιχάλη Λοΐζου κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 599, Borna Alikhani, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Hossein Alikhani v. Γεώργιου Προδρόμου
(2012)1 ΑΑΔ 657 και Αντριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους
(2008)1 ΑΑΔ 1298, στην οποία γίνεται επισκόπηση της προηγούμενης νομολογίας:
(1)Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη.
(2)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων.
(3)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων.
(4)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων της πρώτης και της δεύτερης αγωγής.
(5)Ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προηγούμενη απόφαση είχε δικαιοδοσία να εκδώσει την απόφαση. Στην υπόθεση Γεωργίου v. Βωνιάτη
(1978)2 JSC 239 ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κος Αρτεμίδης, Επαρχιακός Δικαστής όπως ήταν τότε, το έθεσε ως εξής: «Το αντικείμενο της διένεξης πρέπει να είναι το ίδιο και στις δύο δίκες, και πρέπει να ήταν επίδικο μπροστά σε ένα Δικαστήριο που είχε αρμοδιότητα να το κρίνει και το αποτέλεσμα ήταν τελεσίδικο ώστε να δεσμεύει όλα τα Δικαστήρια.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670, η οποία επαναβεβαιώθηκε και υιοθετήθηκε από μεταγενέστερες αποφάσεις λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 677: «... δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. Natwest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί ....». Στην υπόθεση K.S.R. Commercio E Emdustria de Papel S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 309, τονίσθηκε η σημασία της αρχής και τέθησαν τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται. Σ' αυτήν ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. ΄Ετσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Βλέπε και Χριστοφή (Παπέττας) v. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703, Κλεόπα v. Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58 και Υπουργός Εσωτερικών v. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120. Στην υπόθεση Avgousta Κ. Theori a.a. v. Maroulla A. Djoni a.a.
(1984)1 CLR 296, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού υιοθέτησε την υπόθεση Henderson v. Henderson (1843-1860) 1 All ER 378 θεώρησε ότι η αρχή του δεδικασμένου δεν τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε θέματα που εξετάσθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά εκτείνεται και σε θέματα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην πρώτη διαδικασία αν οι διάδικοι ασκούσαν δέουσα επιμέλεια. Η αρχή του δεδικασμένου στοχεύει να προστατεύσει ένα διάδικο από την ανάγκη να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές (βλ. Odger's on Pleadings and Practice, 22η Έκδοση, σελ. 188, και δημιουργήθηκε από την ανάγκη της τελεσιδικίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση καθίσταται ξεκάθαρο από τους ισχυρισμούς και τις θέσεις της Αιτήτριας που εμπεριέχονται στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης της περί τούτου οι οποίοι έχουν ως εξής: «Παρέδωσα όλα τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα στον κ. Μαθηκολώνη στις 6.6.2019 αφού κατάφερα να τα εξασφαλίσω από την Altamira και από το Κτηματολόγιο Λάρνακας όταν και τον συνάντησα ξανά στο γραφείο του. Ο κ. Μαθηκολώνης μου ζήτησε κάποιο χρόνο για να τα μελετήσει καθώς όπως μου ανέφερε η υπόθεσή μου, ήταν αρκετά πρωτότυπη, λαμβανομένου υπόψη της έκδοσης απόφασης εναντίον μου αλλά και του γεγονότος ότι δεν είχα προχωρήσει με Αίτηση-Έφεση εναντίον της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», και οποιαδήποτε απόπειρα για καταχώριση της πλέον θα είναι άνευ αντικρίσματος αφού θα ήταν εκπρόθεσμη.» Τα γεγονότα, κατ΄ αντίθεση με ό,τι ανέφερε ο κ. Κασιανής, που σχετίζονται με την υπόθεση και το υπό εξέταση θέμα, αναφέρονται πλήρως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, εφόσον διαβάσει κάποιος ολόκληρη την ένορκη δήλωση, οπότε αντιλαμβάνεται ότι τα όσα αξιώνονται με την παρούσα αγωγή, ήταν το αντικείμενο προηγούμενης αγωγής, στην οποία αναφέρεται η Αιτήτρια ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Δεν χρειάζεται να καταγραφεί ένα προς ένα το κάθε στοιχείο και λεπτομέρεια που καταδεικνύει τούτο. Από το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αυτό είναι που εξάγεται. Άλλωστε η αναφορά της και στο γεγονός ότι δεν καταχώρησε η Αιτήτρια Αίτηση-Έφεση στην ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ", που σχετίζεται πάλι με αυτή, οδηγεί ακριβώς σε αυτό το συμπέρασμα. Με βάση δε τα όσα ανέφερε η ίδια η Αιτήτρια δεν καταδεικνύεται από πουθενά ότι η απόφαση, στην οποία αναφέρεται ότι εκδόθηκε εναντίον της, εφεσιβλήθηκε ή δεν κατέστη τελεσίδικη. Ότι πρόκειται για τους ίδιους διαδίκους δεν υπάρχει αμφιβολία, αφού ακριβώς αναφέρεται στο δικό της όνομα, στην αγωγή που κίνησε η Καθ΄ης η αίτηση εναντίον της και ακόμα ενός προσώπου, το οποίο ήδη αναφέρθηκε. Επίσης σε ότι αφορά την ύπαρξη ταύτισης ιδιότητας διαδίκου, σε εκείνη την περίπτωση η Αιτήτρια ήταν εναγόμενη, ενώ σ΄ αυτή την περίπτωση είναι ενάγουσα. Όμως αυτά τα θέματα που τώρα προσπαθεί με ένα άλλο τρόπο να τα προωθήσει μέσω αυτής της αγωγής θα μπορούσε να τα είχε προωθήσει, στην υπόθεση που κίνησε η Καθ΄ης η αίτηση εναντίον της, ως μέρος της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής της. Αλίμονο αν κάθε φορά που ένας διάδικος, όποτε ενθυμείται, να επικαλείται μία άλλη διάσταση των πραγμάτων να επαναφέρει και να επαναδιεκδικεί ότι δεν διεκδίκησε σε προηγούμενη διαδικασία ή δεν κατάφερε να κερδίσει σε προηγούμενη διαδικασία. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου με βάση τα γεγονότα όπως η ίδια η Αιτήτρια εξιστορεί στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Ως προς την ταύτιση των επιδίκων θεμάτων φαίνεται ότι η υποθήκη ήταν ακριβώς μέρος της πρώτης διαδικασίας που εκδόθηκε απόφαση εναντίον της και αποτελεί το αντικείμενο βασικά και αυτής της διαδικασίας. Επομένως και αυτή η προϋπόθεση ευσταθεί. Ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προηγούμενη απόφαση είχε δικαιοδοσία να εκδώσει την απόφαση αυτό προκύπτει μέσα από τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και από τα Τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται με αυτή. Ως εκ τούτου πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του κωλύματος λόγω δεδικασμένου και επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να ανακόψει εδώ την πορεία της αίτησης. ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Ως προς το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας διαφαίνεται ότι, και πάλι με βάση τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, αφού της επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος "Ι" και στη συνέχεια η ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα, ήτοι καταχώρησης Αίτησης-Έφεσης, για ακύρωση της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ". Αφού παρήλθε ο χρόνος που έπρεπε να υποβάλει την Αίτηση-Έφεση, αποτάθηκε μετά από τέσσερεις και πλέον μήνες στο δικηγόρο που καταχώρησε την παρούσα αγωγή και αίτηση ζητώντας του νομική συμβουλή. Μετά από τη νομική συμβουλή που έλαβε προέκυψε η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης. Ο λόγος για τον οποίο δεν αποτάθηκε σε δικηγόρο όταν έλαβε την ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ", ήταν γιατί, όπως η ίδια ισχυρίζεται, κατ΄ εκείνο το χρονικό διάστημα δεν εργάζετο, έπαιρνε μόνο το επίδομα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος από το οποίο ποσό μάλιστα έστελλε και κάποιο ποσό στη μία από τις δύο κόρες της που βρίσκονται στο εξωτερικό για σπουδές. Η ίδια ανέφερε ότι είναι μονογονιός. Δεν αναφέρεται όμως στην ένορκη δήλωση της ούτε ποιο είναι αυτό το ποσό, ούτε αναφέρεται ότι αν σαν μονογονιός λαμβάνει επιπλέον επίδομα, ούτε αναφέρεται αν εκ του γεγονότος ότι οι δύο θυγατέρες της σπουδάζουν λαμβάνουν και αυτές οποιοδήποτε επίδομα. Εν πάση περιπτώσει αυτό δεν είναι ιδιαίτερης σημασίας. Η ιδιαίτερη σημασία έγκειται αλλού ως προς το θέμα της οικονομικής ανικανότητας της να αποταθεί στο Δικαστήριο. Στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης της αναφέρονται τα εξής: «Προς τούτο, προσπάθησα να εξεύρω χρήματα στο μεσοδιάστημα, είτε με το να προσπαθώ να μαζεύω κάθε μήνα ένα μικρό ποσό από τα πενιχρά μου εισοδήματα είτε με το να δανειστώ από κάποιο συγγενικό ή φιλικό μου πρόσωπο. Δυστυχώς, η προσπάθεια μου αυτή ήταν αρκετά δύσκολη και τελικά κατά τα τέλη Μαΐου κατάφερα να μαζέψω ένα αξιοπρεπές ποσό. Μόλις κατάφερα να έχω αυτό το ποσό αποτάθηκα στον κ. XXXXX Θ. Μαθηκολώνη από την Λάρνακα, για τον οποίο είχα ακούσει από γνωστούς μου ότι έχει πολλή πείρα σε τέτοιου είδους θέματα και θα μπορούσε να με βοηθήσει αποτελεσματικά. Τότε, εγώ αποτάθηκα στον κ. Μαθηκολώνη κατά ή περί τα τέλη Μαΐου με τον οποίο τελικά διευθετήσαμε συνάντηση στο γραφείο του στην Λάρνακα στις 31.5.2019.» Αν κοιτάξει κάποιος τον κατάλογο που έχει ο κάθε δικηγόρος, για το τι χαρτόσημα και δικηγορόσιμα τοποθετούνται επί της Αίτησης-Έφεσης θα αντιληφθεί ότι πρόκειται για αξίας περίπου €50, δηλαδή ένα πολύ μικρό ποσό. Αν επίσης κάποιος κοιτάξει στον ίδιο κατάλογο για το τι χαρτόσημα και δικηγορόσιμα, χρειάζονται για την καταχώρηση αγωγής στην κλίμακα €100.000-€500.000, και απ΄ ότι διαπιστώνει το Δικαστήριο βλέποντας την πρόσοψη του Κλητηρίου της παρούσας αγωγής όπου είναι τοποθετημένα τα χαρτόσημα και δικηγορόσιμα, πρόκειται περίπου για το ποσό των €600. Ως εκ τούτου αυτός ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί οικονομικής δυσπραγίας να αποταθεί σε δικηγόρο απέχει πολύ από την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν μπορούσε να βρει το ποσό των €50 για να καταχωρήσει Αίτηση-Έφεση εναντίον της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ". Συνεχίζοντας την εξέταση του θέματος της κατάχρησης διαδικασίας θα πρέπει να πω ότι δεν διαφωνώ με την αναφορά του κ. Κασιανή για το τι προβλέπεται στο άρθρο 44Β
(3). Όμως δεν ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη ό,τι ο κ. Κασιανής εισηγείται. Τούτο εξάγεται ευθέως, με βάση αυτό το άρθρο, ότι δεν νοείται όποτε κάποιος δεν αποταθεί με Αίτηση-Έφεση για ακύρωση της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ", λόγος της οποίας μπορεί να αποτελέσει η έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 που να απαγορεύει τον πλειστηριασμό ή την προώθηση των αποτελεσμάτων που επιφέρει η ειδοποίηση Τύπος "ΙΑ" ως προνοείται στο άρθρο 44Γ
(3)(δ), σε αγωγή ή ανταπαίτηση, να επινοεί μία άλλη διαδικασία για να αντικαταστήσει τις δύο διαδικασίες που αναφέρθηκαν προηγουμένως, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι η διαδικασία της αγωγής εναντίον της Αιτήτριας από την Καθ΄ης η αίτηση ολοκληρώθηκε με την έκδοση απόφασης εναντίον της, όπως η ίδια αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου με βάση τις υποθέσεις ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ ν. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ
(2002)2 ΑΑΔ 522, ΛΥΡΑΣ ν. ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΛΤΔ
(1996)1 ΑΑΔ 1401, CONSTANTINIDES ν. VIMA LTD κ.ά.
(1983)1 CLR 348, ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΦΥΛΑΚΩΝ ν. ΤΖΕΝΝΑΡΟ ΠΕΡΡΕΛΛΑ
(1995)1 ΑΑΔ 217, RASHID v. ΠΑΠΟΡΗ ECLI:CY:AD:2018:A274, Πολιτική Έφεση 198/2012, ημερομηνίας 6.6.2018 και την ECLI:CY:DOD:2019:8, Πολιτική Έφεση 33/2016, ημερομηνίας 28.5.2019, όπου σ΄ αυτές αναλύεται σε όλο το φάσμα το θέμα της κατάχρησης διαδικασίας, κρίνω ότι αποτελεί κλασσική περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας, αφού με ένα έξυπνο, επινοητικό τρόπο επιχειρείται η παράκαμψη των όσων προβλέπονται για την ακύρωση της ειδοποίησης Τύπος "ΙΑ" και κατ΄ επέκταση του πλειστηριασμού, καθώς και του προβλεπόμενου διατάγματος στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.9/1965 ως λόγος ακύρωσης της ειδοποίησης Τύπος "IA" σε αγωγή ή ανταπαίτηση, που δεν αποτελεί βέβαια το αντικείμενο δεδικασμένου. Επομένως και γι΄ αυτό το λόγο το Δικαστήριο οφείλει να ανακόψει την πορεία αυτής της αίτησης και να την απορρίψει. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι τα υπόλοιπα θέματα παρέλκουν εξέτασης και απλούστατα θα καθίσταντο αντικείμενο ακαδημαϊκής αναφοράς και τίποτε περισσότερο. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται πλέον έξοδα €2.000 υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο