← Κύπρος

BHOGAL κ.α. ν. CHAWLA κ.α., Αρ. Αγωγής: 368/2019, 10/6/2019

BHOGAL κ.α. ν. CHAWLA κ.α., Αρ. Αγωγής: 368/2019, 10/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 368/2019 Μεταξύ: 1.XXXXX SINGH BHOGAL

  1. XXXXX KAUR BHOGAL Ενάγοντες ΚΑΙ 1.XXXXX CHAWLA 2.J.B. CYPRUS SHORES LIMITED 3.ΕΦΟΡΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ Εναγόμενοι ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 28.3.2019 ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29.3.2019 Ημερομηνία: 10.06.2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες ‑ Αιτητές: κ. Ι. Φράγκος για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενους‑ Καθ'ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Κ. Χριστοφή για Ε&Γ Οικονομίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εx‑Τempore) Οι Ενάγοντες καταχώρησαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο (Δ.2 Κ.1) στις 28.3.2019 με το οποίο απαιτούν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 διάφορα διατάγματα. Συγκεκριμένα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 εξαιτούνται τα διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, τα οποία όλα έχουν ως βάση τον δόλο, την απάτη και τις ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους του Εναγόμενου 1 με τις οποίες κατόρθωσε να μεταβιβαστούν επ' ονόματι του οι μετοχές της Εναγόμενης 2 και εναντίον του Εναγόμενου 3 άλλα διατάγματα τα οποία επίσης αναφέρονται ως Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, που ως βάση έχουν όσα έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Ταυτόχρονα στις 28.3.2019 που καταχωρήθηκε η αγωγή, καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση εκ μέρους των Εναγόντων-Αιτητών, (στο εξής Αιτητών), εναντίον όλων των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση (στο εξής Καθ΄ων η αίτηση) με την οποία ζητούνται συγκεκριμένα διατάγματα ως αυτά καταγράφονται από Α έως Θ στην αίτηση και έχουν ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου, που θα απαγορεύει και/ή θα εμποδίζει τον Eναγόμενο 1, XXXXX Chawla, και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του από το να αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και/ή μεταβιβάσουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή πωλήσουν και/ή δωρίσουν και/ή επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή ενεχυριάσουν και/ή υποθηκεύσουν τις μετοχές της Εναγομένης 2, J.B Cyprus Shores Limited (ΗΕ 151286), οι οποίες φέρονται να είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι του Εναγομένου 1, μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου) και/ή μέχρι την εκδίκαση τυχόν αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω και αριθμό και τίτλο αίτηση (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης). Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου, που θα απαγορεύει και/ή θα εμποδίζει τον Εναγόμενο 1, XXXXX Chawla και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του από το να προβούν σε οποιαδήποτε καταχώριση εταιρικού εντύπου και/ή ειδοποίησης και/ή αίτησης στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, η οποία θα απολήγει στην αποξένωση και/ή διάθεση και με μεταβίβαση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή πώληση και/ή δωρεά και/ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή ενεχυρίαση και/ή υποθήκευση των μετοχών της Εναγομένης 2, J.B Cyprus Shores Limited (ΗΕ 151286), μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου) και/ή μέχρι την εκδίκαση τυχόν αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω και αριθμό και τίτλο αίτηση (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης). Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, που θα απαγορεύει και/ή θα εμποδίζει τον Εναγόμενο 1, XXXXX Chawla και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του από το να προβούν σε οποιαδήποτε καταχώριση εταιρικού εντύπου και/ή ειδοποίησης και/ή αίτησης στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, η οποία θα απολήγει στην αλλαγή του διευθυντικού καθεστώτος και/ή των αξιωματούχων (διευθυντών και γραμματέων) της εταιρείας και/ή της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 2, J.B Cyprus Shores Limited μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου) και/ή μέχρι την εκδίκαση τυχόν αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω και αριθμό και τίτλο αίτηση (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης). Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, που θα διατάσσει τον Εναγόμενο 1, XXXXX Chawla και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του και/ή τους υπηρέτες του όπως μη προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια, για την αποξένωση και/ή διάθεση και/ή μεταβίβαση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή πώληση και/ή δωρεά και/ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή ενεχυρίαση και/ή υποθήκευση των οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 2, J.B Cyprus Shores Limited και/ή να μην προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη σε σχέση με οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 2, J.B Cyprus Shores Limited μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου) και/ή μέχρι την εκδίκαση τυχόν αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω και αριθμό και τίτλο αίτηση (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης). Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου, που θα διατάσσει την Εναγομένη 2, J.B Cyprus Shores Limited και/ή τους διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες της όπως μη προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια, περιλαμβανομένης της υπερψήφισης οποιουδήποτε ψηφίσματος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 2, J.B Cyprus Shores Limited για τη διάθεση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή αποξένωση και/ή μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή δωρεά και/ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή ενεχυρίαση και/ή υποθήκευση των οποιωνδήποτε περιουσιακών της στοιχείων και/ή να μην προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη σε σχέση με οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου) και/ή μέχρι την εκδίκαση τυχόν αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω και αριθμό και τίτλο αίτηση (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης). Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που θα εμποδίζει τον Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας να αποδεχθεί οποιαδήποτε δήλωση μεταβίβασης ή/και διάθεση, ή/και υποθήκευση, ή/και οποιασδήποτε άλλης μορφής επιβάρυνση ή/και δωρεά του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 0/7XX2, Φ/Σχ41/03, Τεμάχιο Αρ. 2X0 που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της εναγόμενης εταιρείας 2, J.B Cyprus Shores Limited, με αρ. εγγραφής HE15128, μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου) και/ή μέχρι την εκδίκαση τυχόν αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω και αριθμό και τίτλο αίτηση (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης). Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου, που θα διατάσσει την Εναγομένη 2, J.B Cyprus Shores Limited και/ή τους διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες της όπως μη προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια, περιλαμβανομένης της υπερψήφισης οποιουδήποτε ψηφίσματος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένη 2, J.B Cyprus Shores Limited για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης, η οποία θα απολήγει και/ή θα σκοπεί στην μετατροπή και/ή αλλαγή της νομικής κατάστασης (status quo) και/ή της μετοχικής διάρθρωσης και/ή δομής της και/ή αλλαγή στους αξιωματούχους και/ή διευθυντές και/ή γραμματέα της και/ή να απαγορεύεται στην Εναγομένη 2, J.B Cyprus Shores Limited και/ή τους διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες της να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη με την οποία θα επέρχεται και/ή θα γνωστοποιείται και/ή κοινοποιείται η οποιαδήποτε μετατροπή και/ή αλλαγή της νομικής κατάστασης (status quo) και/ή της μετοχικής διάρθρωσης και/ή δομής της και/ή αλλαγή στους αξιωματούχους και/ή διευθυντές και/ή γραμματέα της μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου) και/ή μέχρι την εκδίκαση τυχόν αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω και αριθμό και τίτλο αίτηση (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης). Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο θα απαγορεύεται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, από την Λευκωσία, να αποδεχθεί οποιαδήποτε καταχώριση εταιρικού εντύπου και/ή ειδοποίησης και/ή αίτησης στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, η οποία θα απολήγει στην αλλαγή του διευθυντικού καθεστώτος και/ή των αξιωματούχων (διευθυντών και γραμματέων) της Εναγομένης 2, J.B. Cyprus Shores Limited και/ή της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας Εναγομένης 2, J.B. Cyprus Shores Limited και/ή στην αποξένωση και/ή διάθεση και μεταβίβαση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή πώληση και/ή δωρεά και/ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο και/ή ενεχυρίαση και/ή υποθήκευση των μετοχών της Εναγομένης 2, J.B Cyprus Shores Limited μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου) και/ή μέχρι την εκδίκαση τυχόν αίτησης παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον ως άνω και αριθμό και τίτλο αίτηση (συμπεριλαμβανομένης και τυχόν έφεσης ή άλλου ένδικου μέσου που ήθελε καταχωριστεί εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης και/ή τροποποίησης). Ι. Δικηγορικά έξοδα και Φ.Π.Α.» Η αίτηση συνοδεύεται από δύο ενόρκους δηλώσεις του Ενάγοντα 1-Αιτητή, (στο εξής Αιτητής) και του δικηγόρου Κιτιέα, ο οποίος εργάζεται στην εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών Bybloserve Management Limited, (στο εξής ΒΜ) στις οποίες δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά τώρα, αφού θα σχολιαστούν σε άλλο μέρος της απόφασης, με τις οποίες επισυνάπτεται αριθμός Τεκμηρίων, αναφορά στα οποία θα γίνει όπου τούτο καθίσταται αναγκαίο. Αφού καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2-Αιτήτριας, (στο εξής Αιτήτρια) στις 29.3.2019, το Δικαστήριο εξέδωσε τα διατάγματα ως τα αιτητικά Α, Β, Γ, Δ, Ε, Η και Θ της αίτησης. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στα άρθρα 21, 31, 32 και 68 του περί Δικαστηρίων Νόμου-Ν.14/60(όπως τροποποιήθηκε), άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 του περί επιβαρυντικών διαταγμάτων νόμου του 1992 (31(Ι)/1992), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, ΘΘ1-4, 8 και 9, Δ.64, στο περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, στις αρχές του κοινοδικαίου, του ιδιωτικού διεθνές δικαίου, την αρχή της επιείκειας και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Αφού η αίτηση και το διάταγμα επιδόθηκαν στους Καθ΄ων η αίτηση, όσον αφορά τον Εναγόμενο 3-Καθ΄ου η αίτηση, αυτά κατέστησαν απόλυτα, ενώ όσον αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2-Καθ΄ων η αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στις 4.6.2019 με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
  2. Οι Ενάγοντες-Αιτητές, κωλύονται να προωθούν την παρούσα διαδικασία, καθώς επίσης και την ως άνω υπ΄ αριθμό και τίτλο αγωγή, καθότι υφίσταται κώλυμα εκ δηλώσεως εγγράφου (estoppels by deed) το οποίο συνίσταται στα ακόλουθα: 1.
  3. Βάση του όρου 3.4 της Συμφωνίας ημερομηνίας 21.01.2019 (εφεξής καλούμενη «η Συμφωνία»), ο Εναγόμενος 1 είχε υποχρέωση να καταβάλει στον Ενάγοντα 1 το συνολικό ποσό των €100.000 και το οποίο ποσό, ο Ενάγοντας 1 θα παραλάμβανε από τον Εναγόμενο 1 και για λογαριασμό της Ενάγουσας
  4. 1.
  5. Βάση του όρου 3.5 της Συμφωνίας επιβεβαιώνεται και συμφωνείται μεταξύ των Εναγόντων και τον Εναγόμενο 1, ότι οποιαδήποτε εταιρικά έγγραφα της Εναγόμενης 2, τα οποία περιγράφονται στην Συμφωνία, θα αποδεσμευτούν και θα υποβληθούν στον Έφορο Εταιρειών, μόνο μετά από πλήρη και τελική διευθέτηση τιμήματος πώλησης της Συμφωνίας. 1.
  6. Στις 07/02/2019, ο Ενάγοντας 1 υπέγραψε έγγραφη βεβαίωση με την οποία δηλώνει με σαφήνεια και χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης, ότι παρέλαβε από τον Εναγόμενο 1 το ποσό των €100.000 και δηλώνει ότι η υποχρέωση αυτή του Εναγόμενου 1, δυνάμει της Συμφωνίας, έχει πλήρως εξοφληθεί. Η έγγραφη αυτή επιβεβαίωση υπογράφηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη από μέρους του Ενάγοντα
  7. 1.
  8. Μετέπειτα, στις 11/02/2019 παραδόθηκαν και υποβλήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών Κύπρου, όλα τα εταιρικά έγγραφα της Εναγόμενης 2 τα οποία περιγράφονται στην Συμφωνία, με αποτέλεσμα να γίνει η μεταβίβαση στο όνομα του Εναγόμενου 1, όλων των μετοχών που κατείχαν οι Ενάγοντες της Εναγόμενης 2, καθώς επίσης και η αλλαγή του διευθυντή και γραμματέα της Εναγόμενης 2 και να διοριστεί ο Εναγόμενος 1 και στις δύο αυτές θέσεις. 1.
  9. Οι Ενάγοντες με την υπογραφή από τον Ενάγοντα 1 του εγγράφου ημερομηνίας 07/02/2019 σε συνάρτηση με τους όρους 3.4 και 3.5 της Συμφωνίας, έχουν αναλάβει εγγράφως δέσμευση και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο έγγραφο ημερομηνίας 07/02/2019, δεν είναι ορθά.
  10. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το επίδικο προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 29/03/2019, καταχρηστικά και/ή κακόπιστα, καθότι έχουν μετανιώσει για την πώληση των μετοχών της Εναγόμενης 2 κατ΄ επέκταση του επίδικου ακινήτου και την μεταβίβαση τους στο όνομα του Εναγόμενου
  11. Δεν αποκαλύπτεται κανένα αγώγιμο δικαίωμα από τους Αιτητές-Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 και κατ΄ επέκταση οι Αιτητές-Ενάγοντες δεν έχουν καλή υπόθεση ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Απλή εξέταση της ουσίας του παραπόνου των Αιτητών-Εναγόντων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όλες οι θεραπείες που ζητούν προκύπτουν από τα ισχυριζόμενα «ψέματα» που είπε ο Ενάγοντας 1 στους δικηγόρους του και την υποτιθέμενη «ανόητη και παιδαριώδη» απόφαση του να υπογράψει την βεβαίωση πληρωμής ημερομηνίας 07/02/
  12. Ειδικότερα δε, για την Εναγόμενη 2 δεν αποκαλύπτεται καμία βάση αγωγής εναντίον της. Η μαρτυρία που προσκομίζουν οι Ενάγοντες σχετίζεται με την συμβατική σχέση που έχουν με τον Εναγόμενο
  13. Οι Ενάγοντες - Αιτητές, δεν αποκαλύπτουν και δεν έχουν προσκομίσει καμία μαρτυρία, με την οποία να αποδεικνύουν ότι η συμφωνία 21/01/2019, ήταν αποτέλεσμα δόλου ή παράνομων ενεργειών ή απάτης ή ψευδών παραστάσεων από πλευράς του Εναγόμενου-Καθ΄ου η αίτηση
  14. Αντίθετα η μαρτυρία τους περιορίζεται μόνο στον ισχυρισμό ότι η έγγραφη επιβεβαίωση πληρωμής είναι αποτέλεσμα «ανόητης και παιδαριώδους» απόφασης του Ενάγοντα 1 να την υπογράψει.
  15. Περαιτέρω στον όρο 5.4 της Συμφωνίας υπάρχει η ρητή δήλωση των Συμβαλλομένων μερών (διαδίκων) ότι οι συμβαλλόμενοι σύνηψαν την Συμφωνία μετά από ελεύθερη και ανοικτή διαπραγμάτευση χωρίς να έχουν υποστεί οποιαδήποτε πίεση ή απειλή ή εξαπάτηση και έχοντας ελεύθερη βούληση μετά που έλαβαν νομική συμβουλή από δικηγόρο της επιλογής τους. Επομένως δεν μπορούν οι Ενάγοντες να ισχυρίζονται ότι έπεσαν θύματα απάτης ή δόλου από τον Εναγόμενο
  16. Οι Ενάγοντες-Αιτητές, ουδέποτε τερμάτισαν την Συμφωνία και σε κάθε περίπτωση στην Συμφωνία δεν προβλέπεται το δικαίωμα τερματισμού της Συμφωνίας από τα συμβαλλόμενα μέρη (διαδίκους).
  17. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το επίδικο προσωρινό διάταγμα να ακυρωθεί, λόγω του ότι η βάση στην οποία οι Αιτητές στηρίζονται, δηλαδή στην υποτιθέμενη «ανόητη και παιδαριώδη» απόφαση του Ενάγοντα 1, δεν μπορεί να προβάλλεται, καθότι έχει δημιουργηθεί τεκμήριο δέσμευσης των Εναγόντων, από την έγγραφη βεβαίωση πληρωμής ημερομηνίας 07/02/
  18. Τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, δεν μπορούν να ανατρέψουν το τεκμήριο δέσμευσης που έχει δημιουργηθεί για τους ίδιους με το έγγραφο ημερομηνίας 07/02/
  19. Οι οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες προθέσεις ή συλλογισμοί του Ενάγοντα 1 πριν υπογράψει την έγγραφη πληρωμή ημερομηνίας 07/02/2019, δεν είναι δυνατόν να επικαλούνται από τους Ενάγοντες αλλά ούτε και δύνανται να ενδιαφέρουν το Σεβαστό Δικαστήριο.
  20. Αποδοχή της θέσης των Εναγόντων περί «ανόητης και παιδαριώδους» πράξης του Ενάγοντα 1, θα καταστρατηγούσε τον κανόνα του νόμου απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου και ο οποίος κανόνας αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές.
  21. Δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθώς επίσης και τα Άρθρα 3, 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  22. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τέτοια στοιχεία και/ή γεγονότα που να δικαιολογεί την εξάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της συνέχισης της του επίδικου προσωρινού διατάγματος.
  23. Ούτε το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της υπόθεσης των Εναγόντων-Αιτητών με αποτέλεσμα, ακόμη και να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, πράγμα το οποίο δεν ευσταθεί, το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση και να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα.
  24. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ήταν ανειλικρινείς, απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και προέβαλαν αναληθείς ισχυρισμούς για να δικαιολογήσουν τις θεραπείες που ζήτησαν. Μέχρι σήμερα οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και συνεπώς έχουν παραβεί στην υποχρέωση τους για πλήρη και λεπτομερή αποκάλυψη.
  25. Η έκδοση και/ή η συνέχιση της ισχύς, του προσωρινού διατάγματος εναντίον του Εναγόμενου 3-Καθ΄ου η αίτηση 3 (Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη), πλήττει και/ή θίγει και/ή επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των Εναγομένων 1 και 2 και ως εκ τούτου το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί στην ολότητά του ακόμη και στο μέρος που αφορά τον Εναγόμενο 3-Καθ΄ου η αίτηση 3 (Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη).
  26. Η συνέχιση της ισχύς του επίδικου προσωρινού διατάγματος εναντίον όλων των Καθ΄ων η αίτηση θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 και δεν θα μπορούν να εξασκήσουν ελεύθερα και απρόσκοπτα τις δραστηριότητες τους, παρά το γεγονός ότι έχουν πληρώσει το τίμημα πώλησης των μετοχών δυνάμει της Συμφωνίας, καθώς επίσης και την αμοιβή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες που αφορούν την πώληση των μετοχών αυτών.
  27. Βάση όλων των γεγονότων είναι ξεκάθαρο ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν καταδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία και ούτε ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε αργότερο στάδιο αν ακυρωθεί το επίδικο προσωρινό διάταγμα.
  28. Η συνέχιση της ισχύς του επίδικου προσωρινού διατάγματος, εναντίον όλων των Καθ΄ων η αίτηση, θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2, καθότι αντίκειται και/ή αντιβαίνει στο άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού καταστρατηγείται το δικαίωμα των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 να αποκτούν, να είναι κύριοι, να κατέχουν, απολαύουν ή διαθέτουν οιανδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία τους να δικαιούνται να απαιτούν τον σεβασμό του τοιούτου δικαιώματος αυτού.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου o οποίος εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1 και 2-Καθ'ων η Αίτηση, η οποία δεν χρειάζεται επίσης να καταγραφεί, αφού θα σχολιαστεί στη συνέχεια. Με αυτή δε επισυνάπτεται αριθμός Τεκμηρίων. Η ένσταση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, ΚΕΦ. 6, Άρθρα 4, 5, 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, Άρθρα 2, 21, 22, 29, 31, 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, στο Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους κανόνες επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες, στην πρακτική καθώς και στην διακριτική ευχέρεια του. Ο συνήγορος των Αιτητών με την αγόρευση του, αφού πρώτα προβαίνει σε μια εισαγωγή/ιστορικό, όπως την ονομάζει, της υπόθεσης, στη συνέχεια κάνει αναφορά στα διατάγματα που εκδόθηκαν και ακολούθως στις προϋποθέσεις που απαιτείται να πληρούνται για να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χρήζει αναφοράς ως έχει η παράγραφος 38 από την αγόρευση του, η οποία έχει ως εξής: «Είναι απορίας άξιον κάποιος o οποίος κατηγορείται για απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις να παρουσιάζει, εξουσιοδοτώντας τους δικηγόρους του μια πολυσέλιδη ένορκη δήλωση στην οποία να μην υπεισέρχεται σε καμία λεπτομέρεια και να μην επισυνάπτεται ούτε ένα Τεκμήριο, το οποίο να αποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο έχει καταβάλει, ως ισχυρίζεται, το συμφωνηθέν ποσό στον Αιτητή
  29. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την 7.2.2019 ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ήταν στην Κύπρο, τότε αν ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει εξοφλήσει τους Αιτητές μέσω εμβάσματος, τότε θα είχε τη δυνατότητα να επισυνάψει ως Τεκμήριο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό ενός εκ των Αιτητών. Εάν, αντίθετα, ο Καθ' ου η Αίτηση διατηρούσε λογαριασμό σε τραπεζικό ίδρυμα στην Κύπρο και είχε προχωρήσει σε ανάληψη του συγκεκριμένου ποσού, ώστε να πληρώσει με μετρητά τον Αιτητή 1, τότε θα μπορούσε να επισυνάψει σχετικό πιστοποιητικό ανάληψης. Εάν η πληρωμή έγινε τοις μετρητοίς με μεταφορά του ποσού των €100.000 από την Αγγλία στη Κύπρο, τότε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 θα μπορούσε να επισυνάψει ως Τεκμήριο τη σχετική του δήλωση στο Τελωνείο, ως οφείλει σύμφωνα με την ημεδαπή νομοθεσία και τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς». Αφού παραθέτει και σχολιάζει την ένσταση και τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, με αναφορά στη νομολογία, εισηγείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ώστε να καταστούν απόλυτα τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί στις 29.3.2019 για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  30. Από την άλλη, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, αφού στην αρχή αναφέρεται στη νομική πτυχή του θέματος και τις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, με αναφορά σε νομολογία και σχολιάζει τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση, με κύριο επιχείρημα ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα, όπως και ότι οι Αιτητές κωλύονται από παραστάσεις που έγιναν να προχωρήσουν με την παρούσα αγωγή, καθώς και ότι δεν έγινε πλήρης αποκάλυψη των σχετικών γεγονότων για την έκδοση μονομερώς των διαταγμάτων, που τώρα ζητείται να καταστούν απόλυτα, με αναφορά σε νομολογία, εισηγείται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και άρα θα πρέπει τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί να ακυρωθούν. Πολύ περιληπτικά τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, όπως αυτά ξεπροβάλλουν μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, είναι τα ακολούθα: Η Καθ' ης η Αίτηση 2 συστάθηκε κατά ή περί τις 13.8.2004 ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, έχοντας εγγεγραμμένο γραφείο στη Στρατηγού Τιμάγια 68, M. Frangos Court, πέμπτος όροφος, διαμερίσματα 501, στη Λάρνακα. Η εταιρεία μετονομάστηκε στις 18.11.2005 σε J. B. Cyprus Shores Ltd (στο εξής JB) ως φαίνεται από το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του Κιτιέα που συνοδεύει την αίτηση. Από τις 29.6.2005 μέχρι και τις 21.1.2019 διευθυντές και μέτοχοι του συνόλου του εκδοθέντος κεφαλαίου της Καθ' ης η Αίτηση 2, που ήταν χίλιες συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1.71 έκαστη, ήταν οι Αιτητές 1 και 2 κατά 50% έκαστος. Γραμματέας ήταν άλλο πρόσωπο, ήτοι η εταιρεία JF SECRETARIAL SERVICES LIMITED, (στο εξής JF) όπως εμφαίνεται από το Τεκμήριο Β που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του Κιτιέα και τα Τεκμήρια 2Β-2Ε που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 που συνοδεύει την αίτηση. Κατά ή περί τις 11.2.2005 ενεγράφη επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 7XX2 που βρίσκεται στο χωριό Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 και το Τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του Κιτιέα που συνοδεύει την αίτηση. Το ακίνητο, ως φαίνεται από το Τεκμήριο Β που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του Κιτιέα, στις 20.7.2006 επιβαρύνθηκε με υποθήκη για συγκεκριμένο ποσό. Φαίνεται ότι οι Αιτητές θέλησαν να πωλήσουν το ακίνητο λόγω οικονομικών δυσκολιών, που ως τους συμβούλεψα το ευκολότερο ήταν μέσω της πώλησης των μετοχών που κατείχαν της JB, σε μια συνάντηση με τον διευθυντή της ΒΜ που σκοπό είχε να συζητήσουν αυτό το θέμα, δηλαδή της πώλησης του ακινήτου, όπως και έγινε. Αφού ενημερώθηκαν σχετικά οι Αιτητές γι' αυτό το ζήτημα και ότι θα έπρεπε να εξοφληθούν και οι οφειλές της JB που είχe στην BM, προχώρησαν στην πώληση. Ως εκ τούτου συμφώνησαν με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 για την πώληση των μετοχών της εταιρείας τους JB, έτσι ώστε το ακίνητο, που ήταν βασικά η επιθυμία του Καθ' ου η Αίτηση 1 να αγοράσει, να γίνει με τον τρόπο της πώλησης των μετοχών της εταιρείας JB. Διόρισαν δε ως εκπρόσωπο τους την ΒΜ, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή
  31. Να σημειωθεί ότι οι Αιτητές γνώρισαν τον Καθ΄ου η αίτηση 1 στις 31.1.2018 και αργότερα τον συνάντησαν όπου συζήτησαν την πιθανή πώληση του ακινήτου και κατέληξαν στο ποσό των €100.000 και στις 9.1.2019, κατά την Αιτήτρια 2, τους παρέδωσε μια επιταγή για το ποσό των £4.000 στερλινών ως ντεπόζιτο, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 1, το οποίο βεβαιώνεται από το Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή
  32. Αφού ετοιμάστηκε από την ΒΜ η σχετική συμφωνία, στις 21.1.2019 υπογράφηκε αυτή, Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση του Κιτιέα, όπως και άλλα απαραίτητα έγγραφα, όπως αυτά αναφέρονται λεπτομερώς στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης του Κιτιέα, τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Ε με την ένορκη δήλωση του και όπως αναφέρονται στην παράγραφο 33 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 1 με την οποία επισυνάπτονται αυτά ως Τεκμήριο
  33. Όλα τα έγγραφα τα κρατούσε ο Κιτιέας μέχρι την πληρωμή του τιμήματος. Στις 7.2.2019 σε συνάντηση που είχαν, στην οποία παρών ήταν και ο Κιτιέας, ο Καθ'ου η Αίτηση 1 φαίνεται ότι ανάφερε ρητώς ότι καταβλήθηκε το ποσό των €100.
  34. Αφού ρωτήθηκε ο Αιτητής 1 και επιβεβαίωσε τούτο ετοιμάστηκε έγγραφο με την επικεφαλίδα «payment confirmation» ημερομηνίας 7.2.2019, το οποίο υπέγραψε ο Αιτητής 1 και ο Καθ΄ου η αίτηση 1, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή
  35. Ως εκ τούτου παραδόθηκαν στον Αιτητή 1 και στον Καθ΄ου η αίτηση 1 το Τεκμήριο Δ και το Τεκμήριο Ε. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις ο Καθ' ου η Αίτηση αξίωνε όπως η μεταβίβαση των μετοχών γίνει το συντομότερο δυνατό, αφού ήδη τα εν λόγω έγγραφα καταχωρήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών από τις 11.2.2019, ως φαίνεται από το τεκμήριο Η, για το οποίο γεγονός ενημερώθηκε ο Καθ΄ου η αίτηση 1, ως φαίνεται από το Τεκμήριο Θ, τα οποία Τεκμήρια επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση του Κιτιέα. Σύμφωνα με το Τεκμήριο Ι οι μετοχές της εταιρείας μεταβιβάστηκαν στον Καθ΄ου η αίτηση 1 στις 19.2.2019 και αποστάληκαν σε αυτόν στις 27.2.2019 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, Τεκμήριο Ι. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι προς ασφάλεια των Αιτητών πριν την υπογραφή της συμφωνίας, περί το τέλος Δεκεμβρίου 2018, στις αρχές Ιανουαρίου 2019, όταν συμφώνησαν για την πώληση του ακινήτου, παρέδωσε επιταγή εκ £4.000 στερλινών, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 1, η οποία όταν παρουσιάστηκε- κατατέθηκε στο λογαριασμό του Αιτητή 1 και της Αιτήτριας σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία που φαίνεται στο Τεκμήριο Ζ, ήτοι στις 25.3.2019, αυτή δεν πληρώθηκε, ως φαίνεται από το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 2 και Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή
  36. Θεώρησε, εκ τούτου, ο Αιτητής 1, κατά τον ισχυρισμό του ότι εξαπατήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 υπογράφοντας το Τεκμήριο Ζ, αφού δεν του είχε δώσει κανένα ποσό και αφού ήταν κατόπιν παρακίνησης του Καθ' ου η Αίτηση 1 που ο Αιτητής 1 έπραξε τούτο και κατόπιν ψευδών, δόλιων υποσχέσεων και ψευδών παραστάσεων, αφού του είχε παραστήσει ότι ήταν σε τέτοια οικονομική ευμάρεια που δεν τίθετο θέμα μη καταβολής του ποσού αλλά θα το πλήρωνε εντός των επόμενων ημερών, στις όποιες ενέργειες περιλαμβάνονταν και διάφορες υποσχέσεις για συμμετοχή σε εταιρείες, όπως και παραχώρηση διακοπών σε συγκεκριμένα μέρη, με σκοπό να δελεάσει αυτούς ως προς την οικονομική άνεση που είχε, που κατά τον Καθ' ου η Αίτηση έπρεπε να πληρώσουν οι Αιτητές, αλλά πλήρωσε αυτός για τους Αιτητές και κυρίως ότι κάποιος τρίτος θα επένδυε στο ακίνητο για ανέγερση κτιρίου για αισθητικό κοσμητολογικό κέντρο και έπρεπε να πειστεί ότι είχε εξοφληθεί το τίμημα, βλ. παραγράφους 17-25 και 40 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή. Από την άλλη όμως, η άλλη πλευρά ισχυρίζεται ότι τα όσα καταλογίζονται με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αφού κατέβαλε το ποσό το οποίο είχαν συμφωνήσει, όπως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο Ζ. Η δε επιταγή δεν εξαργυρώθηκε γιατί ακριβώς δεν ήταν ο σκοπός της να εξαργυρωθεί αλλά θα επιστρέφετο σε αυτό, πράγμα που δεν έκανε ο Αιτητής 1 με πρόφαση ότι δεν την είχε μαζί του και θα του την παρέδιδε στην Αγγλία, ενώ σε σχέση με τις ενέργειες μεταξύ των οποίων και τα όσα σχετίζονται με τις διακοπές που έτυχαν οι Αιτητές με επιδότηση του Καθ' ου η Αίτηση 1, τις υποσχέσεις για συμπερίληψη των Αιτητών στο μισθολόγιο εταιρείας του και γενικά όσων αναφέρονται ανωτέρω, δεν ευσταθούν και δίνεται μια άλλη εντελώς διαφορετική διάσταση στα θέματα αυτά, όπως ότι το ταξίδι στην Ιταλία, σκοπό είχε να του πλασάρουν το ακίνητο συγγενικού προσώπου των Αιτητών, ήτοι της κόρης τους. Παραθέτει δε, από την παράγραφο 4, στη σελίδα 16 μέχρι την παράγραφο 43 στη σελίδα 22, χρονολογικά όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους επισήμαναν τα γεγονότα που κατά την άποψη τους, από τη μια στηρίζουν την υπόθεση τους και από την άλλη αποδυναμώνουν την υπόθεση του άλλου, όπως αυτά έχουν συνοπτικά αναφερθεί προηγουμένως, με την επισήμανση των δύο κυριότερων αναφορών από τις αγορεύσεις τους, ήτοι ο μεν δικηγόρος των Αιτητών ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο ότι κατέβαλε το αναφερθέν ποσό της συμφωνίας, ο δε συνήγορος του Καθ΄ου η αίτηση 1 ότι η βεβαίωση πληρωμής του ποσού των €100.000, Τεκμήριο Ζ, απαντά άμεσα στην ως άνω θέση των Αιτητών και δεν χρειαζόταν οιοδήποτε άλλο στοιχείο για απόδειξη πληρωμής του αναφερθέντος ποσού. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audialteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο

(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Σημειώνω εδώ, αφού αναφέρονται στη νομική βάση της ένστασης τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v. Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρολη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ............................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848 (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Το βάρος είναι στον Αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση (βλ. Αίτηση για ένταλμα Certiorari Αναφορικά με την Αίτηση του Χάρη Φεσά
(1990)1 ΑΑΔ 704 και Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α., υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653, όπου λέχθηκε ότι: «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Στην υπόθεση In Re Stavros Hotel Apartment Ltd κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 836, 841 και στην υπόθεση In Re B.P. (Cyprus) Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861, 864 αναφέρθηκε ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σχετική είναι και η υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, σελ. 1462. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και επαναλήφθηκε στις υποθέσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, Ahmad Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606 και υπόθεση Κώστας Χατζήγαβριηλ κ.ά. ν. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 606, στην οποία εξετάζοντας το θέμα του κατεπείγοντος λέχθηκε ότι: «η καθυστέρηση των σχεδόν επτά μηνών έδειχνε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το επείγον, παρατηρούμε ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία που συνόδευε την αίτηση, το χρέος ως λίγο πριν από την αγωγή δεν αμφισβητείτο και μάλιστα έγινε από τον 1ον εφεσείοντα προς την εφεσίβλητη πρόταση σταδιακής πληρωμής αλλά στο τέλος υπήρξε εκ μέρους του υπαναχώρηση με την αποποίηση ή άρνηση ευθύνης, οπότε κινήθηκε η αγωγή. Το ότι λοιπόν δεν κινήθηκε η αγωγή νωρίτερα δικαιολογείτο από το ότι οι σχέσεις και οι αντίστοιχες τοποθετήσεις των μερών δημιουργούσαν κατά τα φαινόμενα εύλογα την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης, η οποία πρέπει βέβαια να ενθαρρύνεται. Όταν, κατόπιν μεταβολής στη στάση του 1ου εφεσείοντος εμφανίστηκε αδιέξοδο και κατέστη αναπόφευκτη η καταχώριση της αγωγής, πρόβαλλε τότε φυσιολογικά υπαρκτός και άμεσος ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων προς τα οποία στρεφόταν η μονομερής αίτηση για εξασφάλιση πληρωμής σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να επικριθεί ο χειρισμός στον οποίο προέβη το Επαρχιακό Δικαστήριο.» Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, στην οποία αναφέρθησαν τα πιο κάτω: «.οι εφεσείοντες κατά τον υπολογισμό του διαρρεύσαντος χρόνου παραλείπουν να αναφερθούν στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία που έγινε σε μια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους, η οποία πήρε κάποιο χρόνο. Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ.223). Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση.» Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, αναφέρθηκε ότι: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων".» Όταν εξετάζεται μονομερής αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής στο στάδιο εκείνο πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται μονομερώς εξέτασή της, στην απουσία δηλαδή του αντιδίκου. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, λέχθηκαν τα εξής: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφ΄ όσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση Δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Στην υπόθεση Έλενα Αμβροσιάδου v. Martin Coward, Πολιτικές Εφέσεις 3/11 και 4/11 ημερομηνίας 15/1/13, το κύριο θέμα που εξετάστηκε ήταν το κατεπείγον και κατά δεύτερο, επειδή και αυτό το θέμα αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, η μη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίστηκε ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά του διατάγματος εξετάζεται πρώτο και ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος. Γίνεται δε ευρεία ανάλυση του θέματος του κατεπείγοντος σφαιρικά και από διάφορες όψεις. Έτσι εξηγείται ότι από τη στιγμή που αναφέρεται στην ένσταση ότι δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον το πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτό το θέμα και μάλιστα πρώτο. Μια άλλη όψη είναι η δικαιολόγηση του επείγοντος σε συνάρτηση με τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης όπως προκύπτει από τα γεγονότα για έγκαιρη αντίδραση και μη ύπαρξης καθυστέρησης δράσης. Επίσης η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και στα γεγονότα που αφορούν το κατεπείγον. Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν' αρνηθεί τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος (βλ. The Attorney General of the Republic a.a. (No.2) v. George Savvides
(1979)1 AAΔ 349, σελ. 367-371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 WLR 1350, σελ. 1356-1357, που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο, για το θέμα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Ήδη ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης με βάση τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση και τα επισυναπτόμενα με αυτές Τεκμήρια, έχει αναφερθεί προηγουμένως. Ό,τι είναι που χρήζει τώρα αναφοράς είναι η εξέταση των λόγων για των οποίων θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να καταστούν απόλυτα τα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 29.3.
  1. Αν και δεν αναφέρθηκε ούτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ούτε και με την αγόρευση του κυρίου Χριστοφή θέμα κατεπείγοντος, εντούτοις εξετάζοντας αυτό το θέμα το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη το πότε προέκυψαν τα γεγονότα με βάση τα οποία καταχωρήθηκε η αγωγή και πότε καταχωρήθηκε η αίτηση, κρίνω ότι διαφαίνεται και διαπιστώνεται το κατ' επείγον της αίτησης. Ένα από τα θέματα που ήγειρε ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, είναι ότι οι Αιτητές δεν ήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Αυτό βασίζεται στη μη αναφορά εκ μέρους των Αιτητών και δη στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση, το θέμα της αμοιβής της BΜ και ότι υπήρξε ηλεκτρονική επικοινωνία, μετά από όσα οι Αιτητές καταλογίζουν στον Καθ' ου η Αίτηση 1, με την οποία ανέφερε ξεκάθαρα ο Καθ' ου η Αίτηση 1 στον Κιτιέα και το Φράγκο ότι είχε εξοφλήσει το ποσό και δεν όφειλε κανένα ποσό. Όσον αφορά τη μη αποκάλυψη της αμοιβής της αναφερθείσας εταιρείας, καμία σημασία έχει με τις τρεις προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, οι οποίες πάντοτε σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής. Ούτε επίσης η μη αναφορά στην αναφερθείσα επικοινωνία, έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού εκ των πραγμάτων, η θέση του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι εξοφλήθηκε το ποσό της συμφωνίας, εξ αρχής δηλώνεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και από το Τεκμήριο Ζ. Ως εκ τούτου, βρίσκω ότι οι Αιτητές ανάφεραν όλα τα σχετικά γεγονότα και δεν μπορεί να ευσταθήσει η θέση των Καθ'ων η αίτηση 1 και 2 ότι οι Αιτητές δεν ήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Θα πρέπει να επισημάνω ότι στη συνέχεια το Δικαστήριο που θα καταπιαστεί με τις τρεις προϋποθέσεις, ότι λαμβάνει υπόψη όλα όσα αναφέρονται στις ένορκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση και τα επισυναπτόμενα με αυτές Τεκμήρια, έστω και αν δεν θα γίνει ειδική αναφορά σε κάθε έναν από τους ισχυρισμούς ή σε κάθε ένα από τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται με αυτές. Επισημαίνω επίσης ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των ισχυρισμών της μιας ή της άλλης πλευράς. Αυτό είναι έργο που θα επιτελέσει το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την αγωγή. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ανατρέχοντας στην αξίωση, όπως αυτή φαίνεται από το αρχικό γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και όχι από το τροποποιημένο κλητήριο που καταχωρήθηκε στις 9.4.2019, η βάση της αξίωσης της αγωγής είναι ο δόλος, η απάτη και οι ψευδείς παραστάσεις που καταλογίζουν οι Αιτητές στον Καθ' ου η Αίτηση
  2. Δεν είναι στη βάση της παιδαριώδους συμπεριφοράς του Αιτητή 1 που στηρίζουν οι Αιτητές την αγωγή τους, όπως διατείνονται οι Καθ'ων η αίτηση 1 και 2, αλλά στην εμπιστοσύνη που έδειξαν οι Αιτητές στον Καθ΄ου η αίτηση 1 και τις ενέργειες που έκανε, τα λόγια που τους είπε και τις υποσχέσεις που έδωσε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 σε αυτούς, για να πειστεί ο Αιτητής 1 να υπογράψει το Τεκμήριο Ζ που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του Κιτιέα που συνοδεύει την αίτηση, στις 7.2.2019 και χωρίς βέβαια να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ούτε για μια στιγμή ότι σε σχέση με αυτό το έγγραφο μπορεί να τύχει εφαρμογής η αρχή του κωλύματος εκ παραστάσεων (και εδώ γραπτής εκ μέρους του Αιτητή 1). Εντούτοις έχοντας υπόψη τα γεγονότα όπως περιγράφονται και παρουσιάζονται και από τις δύο πλευρές, φαίνεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 με κανένα τρόπο δεν δικαιολογεί που βρήκε το ποσό των €100.000 που, κατά τον ισχυρισμό του, έδωσε στον Αιτητή
  3. Ήτοι, εάν έδωσε το αναφερθέν ποσό τοις μετρητοίς στον Αιτητή 1, τουλάχιστον θα έπρεπε να φαίνεται (για να το αποδείξει εκ πρώτης όψεως το αληθές τούτου) από ποιο λογαριασμό το έλαβε. Αν ήταν δηλαδή από λογαριασμό του στην Κύπρο ή αν ήταν από λογαριασμό του στη χώρα του ή αν ήταν από έμβασμα από λογαριασμό του από κάποια τράπεζα στον λογαριασμό ενός εκ των Αιτητών ή κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, εάν ήταν με οιονδήποτε άλλο τρόπο, ώστε να φανεί από πού βρήκε τα χρήματα, τις €100.000 δηλαδή, και τα έδωσε στον Αιτητή
  4. Ακόμα και αν τα είχε σε μετρητά και δεν μπορούσε να φανεί ότι προήλθαν από κάποιο λογαριασμό σε τράπεζα, τουλάχιστον θα έπρεπε να διαφανεί ότι όντως, εισερχόμενος στην Κύπρο, έφερε το ποσό των €100.000 ειδικά γι' αυτό τον σκοπό. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν έδωσε κανένα στοιχείο γι' αυτό το θέμα, το οποίο είναι και η ουσία του ισχυρισμού των Αιτητών, ότι ο Αιτητής 1 υπέγραψε το Τεκμήριο Ζ κατόπιν εξαπάτησης του, έτσι ώστε να έθετε τον ισχυρισμό αυτό εκ ποδός. Έχοντας κατά νου λοιπόν τις ενέργειες, που κατ' ισχυρισμό των Αιτητών, προέβη, ο Καθ' ου η αίτηση 1 για να τους πείσει για την αγορά της εταιρείας (στην ουσία του ακινήτου) και στη συνέχεια τον Αιτητή 1 για να υπογράψει το Τεκμήριο Ζ και από την άλλη τη μη τεκμηρίωση του ισχυρισμού για καταβολή του ποσού των €100.000, στο βαθμό και στο επίπεδο που τώρα το Δικαστήριο εξετάζει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά προβαίνοντας σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση των ισχυρισμών, κρίνω ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, εννοείται ότι αυτή διαφαίνεται ότι πληρείται από όσα έχουν αναφερθεί προηγουμένως και που προβάλλονται στους ισχυρισμούς που εμφαίνονται στην αγωγή και στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση καθώς και τα επισυναπτόμενα με αυτές Τεκμήρια. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, έχοντας κατά νου ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν έχει οιανδήποτε περιουσία στην Κύπρο, αλλά και ούτε και έδειξε ότι έχει άλλη περιουσία αλλού με απτά στοιχεία και η Καθ' ης η αίτηση 2 η μόνη περιουσία που έχει είναι το αναφερθέν ακίνητο, κρίνω ότι ούτε ο Καθ΄ου η αίτηση 1 ούτε και αυτή φαίνεται να έχουν περιουσία άλλη, που σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής των Αιτητών θα μπορούσε να καταβληθεί απ΄ αυτούς, το όποιο ποσό αποφασίζετο στην αγωγή. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είχε δώσει ως ασφάλεια, κατά τον ισχυρισμό του, μια επιταγή εκ £4.000 στερλινών στον Αιτητή 1 και όταν αυτή παρουσιάστηκε δεν εξοφλήθηκε. Δεν έγινε όμως καμία αναφορά εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι ήταν με δικές του οδηγίες που η επιταγή δεν πληρώθηκε, γιατί ακριβώς επρόκειτο για ασφάλεια για ολοκλήρωση και υπογραφή της συμφωνίας, αλλά ως ο ισχυρισμός του ανακάλεσε την πληρωμή της μετά που πληροφορήθηκε ότι την κατέθεσαν οι Αιτητές σε λογαριασμό τους. Να σημειωθεί ότι, αν και δίνεται η εξήγηση από τον Καθ΄ου η αίτηση γιατί συνέχισε να έχει την επιταγή ο Αιτητής 1, δηλαδή ότι ο Αιτητής 1 του ανάφερε ότι δεν κρατούσε την επιταγή και θα του την έδινε στην Αγγλία, πέρασε ένα χρονικό διάστημα και δεν φαίνεται με κάποιο έντυπο τρόπο, ότι ζήτησε την επιστροφή της επιταγής επειδή ακριβώς δόθηκε για ασφάλεια. Η αλήθεια είναι ότι η επιταγή δόθηκε ως ντεπόζιτο, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 που συνοδεύει την αίτηση, που όπως αναφέρθηκε από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 προς τους Αιτητές ότι αποτελούσε απλώς εγγύηση και ότι σκόπευε να αποπληρώσει ολόκληρο το ποσό σε κατοπινό στάδιο. Επομένως η μη πληρωμή της επιταγής, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αν δεν εξοφλήθηκε μια επιταγή εκ £4.000 στερλινών εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση 1, άσχετα αν έπρεπε ή όχι να κατατεθεί προς είσπραξη, δεν θα μπορούσε σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής να καταβάλει ένα ποσό της τάξης των €100.
  5. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι δεν έχει την οικονομική ευμάρεια να ανταποκριθεί στην πληρωμή του ποσού των €100.000 σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Επομένως κρίνεται ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. ΕΥΛΟΓΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ Πρέπει να τονισθεί εμφαντικά ότι, κατά την άσκηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, το Δικαστήριο έχει κατά νου όλο το υλικό που βρίσκεται ενώπιον του και διαδραματίζει τον ουσιαστικό ρόλο στην προσπάθειά του να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει, αν φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα (βλ. υπόθεση Χρίστου Ευστρατίου ν. Dicran Oyzounian and Company Limited, εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus, ECLI:CY:AD:2014:A38, Πολιτική Έφεση 292/2010, ημερομηνίας 20/01/2014 και Milton Investment Company Ltd κ.ά. ν. Dryden Group Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A220, Πολιτική Έφεση 424/2011, 27/03/2014). Στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση 71/11 ημερομηνίας 16/04/14, αναφέρεται ότι: «Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, στρέφεται τώρα στο κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο η συνέχιση της ισχύς των εκδοθέντων διαταγμάτων, έχοντας κατά νου τους σχετικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη μεταξύ των οποίων είναι οι ακόλουθοι: Α. Η ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ Σε αυτή την περίπτωση δεν υπήρχε καμία καθυστέρηση εκ μέρους των Αιτητών. Β. ΟΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Όσον αφορά αυτόν τον παράγοντα ως αναφέρεται και ανωτέρω, αν και δεν είναι το μόνο κύριο στοιχείο, αλλά και η διαφύλαξη του ακίνητου που είναι και η μοναδική περιουσία της Καθ΄ης η αίτηση 2, η οποία ανήκε στους Αιτητές, διαφαίνεται και διαπιστώνεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν κατέχει οποιανδήποτε περιουσία στην Κύπρο και με όσα αναφέρονται προηγουμένως ότι έχει την οικονομική ευχέρεια σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής να καταβάλει το ποσό που αξιώνεται από τους Αιτητές. Γ. STATUS QUO ΑΝΤΕ Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη εκεί που φαίνεται ότι όλοι οι άλλοι παράγοντες είναι ισοσταθμισμένοι, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν είναι, είναι η διατήρηση του status quo ante. Να αναφερθεί όμως ότι μπορεί τώρα να φαίνονται οι μετοχές στο όνομα του Καθ΄ ου η αίτηση 1, αλλά αμέσως πριν τη συμφωνία οι μετοχές ήταν στους Αιτητές. Έχοντας αυτά κατά νου, βρίσκω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ των Αιτητών. Κατά συνέπεια τα διατάγματα ημερομηνίας 29.3.2019, καθίστανται απόλυτα, πλέον €2.000 έξοδα συν ΦΠΑ υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........................................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.