← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΡΑΟΥΝΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1370/2018, 8/5/2019

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΡΑΟΥΝΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1370/2018, 8/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1370/2018 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Ενάγουσας ΚΑΙ 1.XXXXX ΣΤΑΥΡΟΥ ΡΑΟΥΝΑ 2.XXXXX ΡΑΟΥΝΑ, ΑΛΛΩΣ XXXXX ΙΩΑΝΝΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 7.1.2019 ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ (STRIKE OUT) ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ημερομηνία: 8.5.2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Jennifer Σαββοπούλου με κα Τσαλακού Για την Εναγόμενη 2-Καθ΄ης η αίτηση: κα Πάτσαλου για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Με την αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 13.11.2018 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Δ.2 θ.6), η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 το ποσό των €130.501,01 ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει συμφωνίας στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 19.5.2016 και 26.5.2015 και/ή ως υπολοίπου δανείου, καθώς και τόκο 5.9791% ετησίως με κεφαλαιοποίηση την 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους επί ποσού €121.725,98 από 21.9.2018 μέχρι εξοφλήσεως, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, έξοδα πλέον ΦΠΑ. Εναντίον της Εναγομένης 2 ζητείται και διάταγμα για πώληση διά δημοσίου πλειστηριασμού συγκεκριμένου ενυπόθηκου ακινήτου. Την 18.12.2018 καταχωρήθηκαν προσωπικά και ξεχωριστά σημειώματα εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2. Ακολούθησε η ξεχωριστή υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2 οι οποίες καταχωρήθηκαν στις 18.12.2018. Η απάντηση στην υπεράσπιση τόσο του Εναγομένου 1 όσο και της Εναγομένης 2 καταχωρήθηκαν στις 7.1.2019. Με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 7.1.2019 η Ενάγουσα Αιτήτρια (στο εξής Αιτήτρια) εξαιτείται: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διά την διαγραφή (strike out) της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης 2 ως μη αποκαλυφθείσας απάντησης και/ή Υπεράσπισης και/ή ως άχρηστης, ενοχλητικής, άσχετης και προκληθείσας αμηχανίας. (Β) Απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον της Εναγομένης 2 ως η παράγραφος 12 της Έκθεσης Απαίτησης. (Γ) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία και/ή ένδικο μέσο το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογον. (Δ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» H αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αλλά παραπέμπει στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.19 θ.11, 13, 15, 16, 26, Δ.27 θ.1, θ.2, θ.3, Δ.48 θ.1, θ.2, θ.3, θ.9 (j)(
  2. o)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Εναγόμενη 2 -Καθ΄ης η αίτηση (στο εξής Καθ΄ης η αίτηση) καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, μέσω δικηγόρου, στην Αίτηση, στις 25.4.2019, αφού προηγουμένως καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του δικηγόρου που εκπροσωπεί και τους δύο Εναγομένους στις 17.4.2019. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η υπό κρίση Αίτηση είναι γενική και αόριστη και ή ενοχλητική και ή σκανδαλώδης και ή καταχρηστική και ή τείνει να καθυστερήσει την σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης. (β) Η έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης 2 είναι συνταγμένη σύμφωνα με τους θεσμούς και ή την ισχύουσα πρακτική και ή νομολογία. (γ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική και ή νομικά αβάσιμη και ή πραγματικά αστήρικτη και ή δεν είναι σύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και διαδικαστικούς κανονισμούς και ή έχει λανθασμένη νομική βάση και ή στερείται νομικής βάσης και ή αναγκαίας βάσης. (δ) Προϋπόθεση χορήγησης του αιτούμενου διατάγματος σύμφωνα με την αίτηση των αιτητών ημερομηνίας 07/01/2019 είναι η ύπαρξη πραγματικού υπόβαθρου το οποίο ελλείπει από την εν λόγω αίτηση αφού η αίτηση των αιτητών δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. (ε) Δεν πληρούνται οι τεθείσες από τον νόμο και ή την νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης και ή για επιτυχία της υπό κρίσης αίτησης. (στ) Η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για διαγραφή δικογράφου. (ζ) Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν αποσκοπεί στο συμφέρον της δικαιοσύνης. (η) Οι ενάγοντες θα μπορούσαν να είχαν προβεί στην λήψη άλλων δικονομικών μέτρων και όχι στην παρούσα αίτηση. (θ) Οι Αιτητές εμποδίζονται να καταχωρήσουν την υπό εκδίκαση αίτηση ημερομηνίας 07/01/2019 ένεκα της δικονομικής συμπεριφοράς τους και των ενεργειών τους, ήτοι οι ίδιοι την 07/01/2019 καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση της εναγόμενης 2 με την οποία απαντούν στους ισχυρισμούς του εναγόμενου ως αναφέρονται στην έκθεση υπεράσπισης τους και επίσης την ίδια ημερομηνία καταχώρησαν αίτηση κλήσης οδηγιών σύμφωνα με την Δ.30. (ι) Η αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους ζητείται ουσιαστικά η διαγραφή ολόκληρης της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης 2. (κ) Επηρεάζεται το συνταγματικό δικαίωμα του εναγόμενου να υπερασπίζεται τον εαυτό του και το συνταγματικό δικαίωμα του για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. (λ) Δεν είναι ούτε ορθό, ούτε εύλογο, ούτε δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (μ) Η παρούσα αίτηση συνιστά προϊόν δευτέρας σκέψης των εναγόντων ή και καταχωρήθηκε με κακή πίστη (mala fide) και καταχρηστικά (abuse of process), με σκοπό να πλήξει τα δικαιώματα της εναγόμενης 2/καθ΄ης η αίτηση 2 και να υποσκάψει τα θεμέλια της απονομής της Δικαιοσύνης, γι΄ αυτό το σύνολο της αίτησης θα πρέπει να απορριφθεί. (ν) Ο καθ΄ου η αίτηση δικαιούται να προβάλλει τους ισχυρισμούς του των οποίων αιτείται η διαγραφή με την αίτηση των αιτητών εντός των θεμελιωδών συνταγματικών κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη. (ξ) Η αίτηση των αιτητών/εναγόντων ημερομηνίας 07/01/2019, σε περίπτωση που εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα, θα επηρεάσει αρνητικά το δικαίωμα της εναγόμενης 2/καθ΄ης η αίτηση 2 στην εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εντός εύλογου χρόνου.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ΄ης η αίτηση η οποία έχει ως ακολούθως: «1. Είμαι η εναγόμενη 2/καθ΄ης αίτηση 2 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και γνωρίζω πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και από πληροφορίες από τον δικηγόρο μου κ. XXXXX Πουτζιουρή όσο και από πληροφορίες από τρίτα πρόσωπα τα οποία κατονομάζω κατωτέρω και από πληροφορίες από τον φάκελο της δικογραφίας και είμαι σε θέση να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. 2. Ο εναγόμενος 1 είναι σύζυγός μου και από την αρχή της καταχώρησης της ανωτέρω αγωγής χειριζόμασταν προσωπικά την ανωτέρω αγωγή χωρίς την εκπροσώπηση από κάποιον δικηγόρο λόγω οικονομικής δυσπραγίας. 3. Καταχώρησα την έκθεση υπεράσπισης μου και όταν μας επιδόθηκε η αίτηση ημερομηνίας 07/01/2019 για διαγραφή της έκθεσης υπεράσπισης μου μαζί με καταχώρηση απάντησης από τους ενάγοντες και κλήσης οδηγιών τότε αναγκαστήκαμε να διορίσουμε δικηγόρο να μας εκπροσωπεί γιατί δεν μπορούσαμε να χειριστούμε μόνοι μας την αίτηση ημερομηνίας 07/01/2019 για διαγραφή της έκθεσης υπεράσπισης μου. 4. Ως εκ τούτου την 17/04/2019 καταχώρησε εκ μέρους μου σημείωμα εμφάνισης το δικηγορικό γραφείο του κ. XXXXX Πουτζιουρή ο οποίος από τότε ανέλαβε την εκπροσώπηση μου όσον αφορά την υπόθεση αυτή. 5. Ισχυρίζομαι ότι η αίτηση των αιτητών ημερομηνίας 07/01/2019 είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και δεν στηρίζεται στην σωστή νομική βάση. 6. Περαιτέρω, ισχυρίζομαι ότι η αίτηση των αιτητών ημερομηνίας 07/01/2019 είναι γενική και αόριστη εφόσον γενικά και αόριστα στην εν λόγω αίτηση ισχυρίζονται ότι η υπεράσπιση μου την οποία καταχώρησα προσωπικά είναι μη αποκαλυφθείσας απάντησης και επίσης ισχυρίζονται ότι η υπεράσπιση μου είναι άχρηστη, ενοχλητική, άσχετη και προκαλεί αμηχανία, χωρίς οι αιτητές να εξειδικεύουν και να επεξηγούν στην αίτηση τους με ποιον ακριβώς τρόπο συμβαίνει κάτι τέτοιο και χωρίς να δικαιολογούν επαρκώς τους εν λόγω ισχυρισμούς τους. 7. Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου XXXXXX Πουτζιουρής αν και η αίτηση των αιτητών από δικονομικής άποψης δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, εντούτοις η έλλειψη ενόρκου δηλώσεως που να υποστηρίζει την αίτηση των αιτητών ημερομηνίας 07/01/2019 καταδεικνύει την έλλειψη του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί προϋπόθεση για την χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών, πάνω στο οποίο θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. 8. Οι ενάγοντες/αιτητές δεν συνοδεύουν την αίτηση τους ημερομηνίας 07/01/2019 με οποιαδήποτε ένορκη δήλωση στην οποία να επεξηγούν τους λόγους τους οποίους ζητούν την απόρριψη όλης της έκθεσης υπεράσπισης μου και δεν μπορεί το Δικαστήριο από μόνο του να αποφασίσει πως η υπεράσπιση μου είναι ενοχλητική, άχρηστη, πως προκαλεί αμηχανία και επίσης είναι μη αποκαλυφθείσας απάντησης. Όπως με έχει ενημερώσει ο δικηγόρος μου ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση κ. XXXXX Πουτζιουρής δεν υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο στην αίτηση αυτή αφού δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που να παραθέτει τους λόγους που κατά την άποψη της ενάγουσας πρέπει να διαγραφεί η υπεράσπιση μου. 9. Από νομική συμβουλή που έχω λάβει από τον δικηγόρο μου ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση κ. XXXXX Πουτζιουρή οι ενάγοντες εμποδίζονται να προωθούν την αίτηση αυτή καθώς την 07/01/2019 μαζί με την αίτηση για διαγραφή καταχώρησαν και απάντηση στην υπεράσπιση μου με την οποία απαντούν στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης μου και επίσης καταχώρησαν και κλήση οδηγιών σύμφωνα με την Δ.30. Ως εκ τούτου δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι η έκθεση υπεράσπισης μου είναι μη αποκαλυφθείσας απάντησης από την στιγμή που καταχώρησαν οι ενάγοντες απάντηση στην υπεράσπιση μου. 10. Την έκθεση υπεράσπισης την έχω συντάξει και καταχωρήσει μόνος μου χωρίς να έχω νομικές γνώσεις αλλά όπως έχω ενημερωθεί από τον δικηγόρο μου κ. XXXXX Πουτζιουρή ακόμα και αν οι ενάγοντες θεωρούν ότι η υπεράσπιση μου είναι γενική οι ενάγοντες θα μπορούσαν να μπορούν στην λήψη άλλων δικονομικών μέτρων και όχι να ζητούν διαγραφή της έκθεσης υπεράσπισης μου η καταχώρηση της οποίας είναι συνταγματικό μου δικαίωμα. 11. Οι ισχυρισμοί των παραγράφων της εκθέσεως υπερασπίσεως μου της οποίας ζητείται η διαγραφή της με την αίτηση των αιτητών δεν είναι σκανδαλώδεις, ούτε μη απαραίτητοι, ούτε τείνουν να επηρεάσουν, παρεμποδίσουν ή καθυστερήσουν την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά είναι σχετικοί και θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφασίσει επί αυτών. 12. Ισχυρίζομαι, ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, XXXXX Πουτζιουρής, ότι δικαιούμαι να προβάλλω τους ισχυρισμούς μου των οποίων αιτείται η διαγραφή με την αίτηση των αιτητών εντός των θεμελιωδών συνταγματικών κατοχυρωμένων δικαιωμάτων μου για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη. 13. Περαιτέρω, ισχυρίζομαι ότι η αίτηση είναι αχρείαστη, κακόπιστη, καταχρηστική και γίνεται μόνο για σκοπούς κωλυσιεργίας και καθυστέρησης της εκδίκασης της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. 14. Ισχυρίζομαι ότι το Σεβαστό Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος που ζητείται από τους ενάγοντες-αιτητές λόγω του ότι αυτό δεν συντείνει στην δίκαιη επίλυση οποιουδήποτε επίδικου θέματος και υπό τις περιστάσεις η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης και της εξοικονόμησης εξόδων. 15. Είναι ισχυρισμός μου ότι αν το Δικαστήριο προβεί στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος που ζητούν οι ενάγοντες-αιτητές με την αίτηση τους ημερομηνίας 07/01/2019 θα συνιστά αδικία προς εμένα αφού αυτό θα προκαλέσει την καθυστέρηση εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής όπως επίσης και την πρόκληση υψηλών και αδικαιολόγητων εξόδων και θα μου στερήσει το συνταγματικό μου δικαίωμα να προβάλω την υπεράσπιση την οποία θέλω να προβάλω σε απάντηση των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων. 16. Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, τότε θα παραβιασθεί το δικαίωμα για δίκαια δίκη εφόσον δεν θα μπορέσω να παρουσιάσω την υπόθεσή μου και την μαρτυρία μου όπως ο ίδιος επιθυμώ. 17. Η παρούσα αίτηση συνιστά προϊόν δευτέρας σκέψης των εναγόντων ή και καταχωρήθηκε με κακή πίστη (mala fide) και καταχρηστικά (abuse of process), με σκοπό να πλήξει τα δικαιώματα μου και να υποσκάψει τα θεμέλια της απονομής της Δικαιοσύνης, για αυτό το σύνολο της αίτησης θα πρέπει να απορριφθεί. 18. Δεν είναι δίκαιο και πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, ούτε και προς όφελος της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. 19. Είναι ο ισχυρισμός μου ότι οι αιτητές θα πρέπει να καταδικαστούν στα έξοδα της αίτησης επειδή αυτή δεν είναι σχετική με τις πρόνοιες των σχετικών θεσμών αναφορικά με την αίτηση την οποία έχουν καταχωρήσει. 20. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου XXXXX Πουτζιουρής η αίτηση των αιτητών/εναγόντων ημερομηνίας 07/01/2019 θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των αιτητών-εναγόντων όπως θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 21. Πάντα τα ανωτέρω ορκίζομαι και δηλώνω εξ όσων προσωπικά γνωρίζω και εξ όσων πληροφορούμαι από τρίτους τους οποίους κατονομάζω ανωτέρω.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.4, θ.26, Δ.21 θ.2, Δ.27 θ.θ.1-6, Δ.39 θ.θ.1, 2, Δ.64 και Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 4, 7, 8, 9, Δ.64 και άρθρο 30.2 του Συντάγματος, την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και πρακτικής του Δικαστηρίου και τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η δικηγόρος της Αιτήτριας στην αγόρευσή της, αφού κατ΄ αρχάς αναφέρεται στο τι ζητείται με την αίτηση στη συνέχεια παραθέτει τη νομική βάση της αίτησης καθώς και νομολογία που σχετίζεται επί του θέματος, όπως και νομολογία σχετική με την κατάχρηση της διαδικασίας. Επαναλαμβάνεται η θέση ότι η Υπεράσπιση του Καθ΄ου η αίτηση δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με τους κανονισμούς, αφού πρόκειται για απλή άρνηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης της Αιτήτριας χωρίς να δικογραφηθεί οτιδήποτε με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται υπεράσπιση, απλά για να καθυστερήσει τη διαδικασία. Στερείται, ως εισηγείται, κάθε νομικού και πραγματικού ερείσματος. Δεν παραλείπει δε να σχολιάσει και να απορρίψει ένα προς ένα τους λόγους ένστασης όπως και τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Καταλήγει δε με την εισήγηση όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Από την άλλη η συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση στη γραπτή της αγόρευση (η οποία αναφέρεται και στις δύο αιτήσεις και στις δύο ενστάσεις αναφορικά με τον Εναγόμενο 1 και την Εναγόμενη 2), ουσιαστικά προβάλλει τα όσα αναφέρονται στους λόγους ένστασης και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή με προδικαστικά επιχειρήματα, όπως τα χαρακτηρίζει, για απόρριψη της αίτησης, το ότι αυτή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και το ότι καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση της Καθ΄ης η αίτηση όπως και κλήση για οδηγίες. Παραπέμπει σε σχετική νομολογία. Ακολουθεί ένα σύντομο χρονολογικό ιστορικό που σχετίζεται με τη δικογραφία και στη συνέχεια σχολιάζεται η νομική βάση της αίτησης και της ένστασης. Καταγράφονται δε οι λόγοι ένστασης όπως και σχετικές αναφορές από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επικαλείται δε σχετική νομολογία για να καταλήξει να ζητεί από το Δικαστήριο όπως η αίτηση απορριφθεί. Η αίτηση βασίζεται, ορθά, στη Δ.27 θ.3. Ως είναι νομολογημένο, η Αίτηση για διαγραφή πρέπει να γίνεται το συντομότερο δυνατό και αφού έχουν κλείσει τα δικόγραφα, βλ. Πελετιέ ν. Atayah

(1990)1 ΑΑΔ 535, στην οποία καθυστέρηση 6 μηνών στην καταχώρηση της Αίτησης για διαγραφή κρίθηκε ότι ήταν αδικαιολόγητη και μοιραία για την Αίτηση. Όμως στην υπόθεση εκείνη σημαντικό ήταν το γεγονός ότι είχαν κλείσει τα δικόγραφα. Έτσι εξετάζοντας το πρώτο θέμα, ότι η αίτηση έγινε μετά που καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση ή ορθότερα την ίδια ημερομηνία που καταχωρήθηκε η Απάντηση στην Υπεράσπιση, δεν βρίσκει έρεισμα στη Νομολογία αφού με βάση την υπόθεση που αναφέρθηκε ανωτέρω έτσι πρέπει να γίνεται. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια προέβηκε στην κλήση για οδηγίες δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Ως εκ τούτου αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Όσον αφορά τον άλλο λόγο ένστασης ότι η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και πάλι δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού η συγκεκριμένη αίτηση είναι μία από αυτές που μπορούν να γίνουν χωρίς να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, γιατί ακριβώς τα γεγονότα φαίνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου, που στη συγκεκριμένη περίπτωση τα σχετικά γεγονότα είναι η Έκθεση Υπεράσπισης και τίποτε περισσότερο. Επειδή αναφέρεται στην αίτηση και η Δ.19 θ.26, αν και αναφέρθηκε προηγουμένως ότι ορθά εδράζεται η αίτηση στη Δ.27 θ.3 επειδή ζητείται η διαγραφή ολόκληρης της υπεράσπισης, θα προχωρήσω να εξηγήσω τη διαφορά, βάσει της σχετικής νομολογίας. Όσον αφορά τη Δ.19 θ.26, η οποία προβλέπει για διαγραφή μέρους και όχι ολόκληρου του δικογράφου, βλ. Σιακόλα ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 AAΔ 1338, μπορεί να αναφερθεί ότι η εξουσία που δίδει η Δ.19 θ.26 στο Δικαστήριο, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την αποφυγή προώθησης σκανδαλωδών, άχρηστων ή ενοχλητικών ισχυρισμών οι οποίοι αντιβαίνουν την ορθή παρουσίαση των δικογράφων (βλ.Drummond - Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All ER 1094). Για το τι εστί σκανδαλώδες, άχρηστος ή ενοχλητικός ισχυρισμός, σχετική είναι η υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 WLR 425, στην οποία λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case». Σε ελεύθερη δε μετάφραση: «Τώρα όπως και ο Λόρδος Denning M.R. έχει ήδη επισημάνει, αυτή είναι αίτηση για διαγραφή και σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής δύο ζητήματα τουλάχιστον είναι ξεκάθαρα. Πρώτον εξετάζοντας οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τα δικόγραφα τα ίδια. Δεύτερον το Δικαστήριο θα εξασκήσει την αδιαμφισβήτητη εξουσία του να διαγράψει μέρος ή ολόκληρο το δικόγραφο σε μία πολύ καθαρή περίπτωση.» Στην υπόθεση Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1238, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν μόνο μια συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση. Οτιδήποτε περιττό, τείνει να επισκιάσει την υπόθεση του διαδίκου και δεν προωθεί ούτε τα συμφέροντα του ίδιου ούτε βέβαια και της δικαιοσύνης. Τέτοια δικόγραφα θα έπρεπε να τύχουν αντιμετώπισης σύμφωνα με τις δυνατότητες που προσφέρουν οι Θεσμοί για διαγραφή τους (βλ. Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3), εφόσον κριθεί ότι η διατήρησή τους θα δυσχεράνει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.» Συγκεκριμένα, πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι προκαλεί αμηχανία (embarrassing), σχετικά είναι τα εξής από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Συναφώς ένα δικόγραφο είναι προσβλητικό εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα ζητήματα και τοιουτοτρόπως εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη της αγωγής και ως εκ τούτου είναι δικόγραφο το οποίο περιέχει μη αναγκαίους ή άσχετους ισχυρισμούς.» Για το ίδιο ζήτημα σχετικά είναι τα πιο κάτω από την υπόθεση Davy ν. Garrett [1878] 7 C. D. 473 (η οποία ακολουθήθηκε στην Re - W. R. Willcocks & Co Ltd [1973] 2 All E.R. 93): «Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence». Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Παρά το ότι το Εφετείο δεν είναι πρόθυμο να επέμβει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε ζήτημα διαδικασίας, είναι καθήκον του το οποίο πρέπει να εξασκήσει σύμφωνα με τη δική του διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσο ένα δικόγραφο έχει με τέτοιο τρόπο διατυπωθεί έτσι ώστε να προκαλεί αμηχανία στην άλλη πλευρά. Συνακόλουθα σε περίπτωση που μία έκθεση απαίτησης είναι κατά την άποψη του Εφετείου τέτοια που προκαλεί αμηχανία στους Εναγόμενους, συνεπεία της καταγραφής σε αυτή ασχέτων γεγονότων και της παράθεσης σε μεγάλη έκταση περιεχόμενο εγγράφων τα οποία δεν μπορούν να είναι ουσιώδη, παρά μόνο ως μαρτυρία υπό μορφή παραδοχής, διατάχθηκε όπως αυτά διαγραφούν παρά το ότι αίτηση για τον σκοπό αυτό είχε απορριφθεί με έξοδα από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο κανονισμός ότι μαρτυρία δεν θα πρέπει να δικογραφείται εφαρμόζεται και σε παραδοχές ως επίσης και σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία.» Η εξουσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.19 θ.26, η οποία είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα πλατιά, βλ. Vector Onega A.G. v. Του Πλοίου Μ/V Grivas και Άλλων (Αρ.1)
(2000)1 ΑΑΔ 16 και Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.ά.
(2013)1 ΑΑΔ 1520, όπως τονίζεται από τη νομολογία πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ (βλ. Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 692 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1860, Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 ΑΑΔ 21, Παττίχη ν. Παττίχη, Έφεση Αρ. 8/2013 ημερ. 20.2.2015 και Artesa Trading Co Limited κ.ά. ν. Credit Bank of Moscow, Πολιτική Έφεση Αρ. 147/2012, ημερ. 3.4.2018). Η διαγραφή μέρους δικογράφου δυνάμει της Δ.19 θ.26, όπως και ολόκληρου δικογράφου δυνάμει της Δ.27 θ.3, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το μέρος ή όλο το δικόγραφο, αναλόγως, κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το μέρος ή όλο το δικόγραφο δε, κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) ΑΑΔ 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται υπόψη τόσο η φύση της αγωγής, όσο και η σχετικότητα των ζητούμενων να διαγραφούν ισχυρισμών, με τα επίδικα θέματα αυτής. Σχετική είναι και η υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου
(2012)1 ΑΑΔ 1846. Ακόμη δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις. Αναφορικά με τον τρόπο άσκησής της σχετική είναι η υπόθεση Πελετιές ν. Ataya
(1990)1 ΑΑΔ 504. Σύμφωνα με τη νομολογία ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, π.χ., όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς, δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στη διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)LR 8 Ch. 499, το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσο το ζήτημα το οποίο φέρεται ως σκανδαλώδες θα ήταν αποδεκτό σαν μαρτυρία προς απόδειξη της αλήθειας οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία. Έτσι, όσο βαριές και αν είναι οι κατηγορίες που περιέχει ένα δικόγραφο, είτε αυτές είναι κατηγορίες ανηθικότητας είτε άλλως πως, αυτές δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις εντός της έννοιας του κανονισμού αν είναι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή, αν θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα της αγωγής αν αποδειχθούν αληθινές. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787, με αναφορά στο σύγγραμμα Annual Practice 1960, σελ. 478-479, οι λέξεις «τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής» έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Λέχθηκαν δε τα εξής: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Σχετική είναι και η υπόθεση Σάουρου κ.ά. ν. Φιλίππου
(2012)1 ΑΑΔ 2141 όπου λέχθηκε: «Η συμπερίληψη των σχετικών παραγράφων στην Έκθεση Απαίτησης ήταν όντως ενοχλητική που η διατήρηση τους θα έθετε τους εφεσίβλητους σε δυσμενή θέση να έχουν να αντικρίσουν γεγονότα που αφορούσαν άτομο, που βρισκόταν ως μη διάδικος, εκτός του πλαισίου της αγωγής.» Όπως φαίνεται στη σελίδα 367 του Annual Practice του 1956, για να διαπιστωθεί αν ένα ζήτημα είναι σκανδαλώδες, πρέπει να εξετασθεί εάν τούτο θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια ενός δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης αναφορικά με τη θεραπεία που ζητείται. Σκανδαλώδη, άχρηστα και ενοχλητικά θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή γίνονται με σκοπό τον επηρεασμό του αντιδίκου. Όμως, αν είναι σχετικά, τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εξόφθαλμα άσχετος. Η Δ.27 Θ.3 εφαρμόζεται όταν με την αίτηση ζητείται απόρριψη ή διαγραφή ολόκληρης της αγωγής ή του δικογράφου. Η εξουσία που δίδει η Δ.27 Θ.3, η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού ζητείται η διαγραφή ολόκληρης της υπεράσπισης, όπως ήδη αναφέρθηκε προηγουμένως, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την αποφυγή προώθησης σκανδαλωδών ή ενοχλητικών ισχυρισμών που αντιβαίνουν στην ορθή παρουσίαση των δικογράφων. Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 ΑΑΔ 1316, αναφέρθηκε: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής. και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Και πιο κάτω, στην ίδια απόφαση, αναφέρθηκε ότι: «Η κρινόμενη δε συνιστά περίπτωση τόσο φανερή που θα δικαιολογούσε τερματισμό της διαδικασίας στο ξεκίνημα της. Η πρωτόδικη απόφαση έχει προσδιορίσει τα ερείσματα της αγωγής και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβουμε. Στην έκθεση απαίτησης μνημονεύονται αρκετά γεγονότα που θα στήριζαν τη βάση αγωγής που καθόρισε η πρωτόδικη απόφαση. Πέραν τούτου, υπάρχει σοβαρή δυνατότητα για τροποποίηση στη βάση απευθείας συμφωνίας των διαδίκων, όπως προεκτάθηκε. Για τη δυνατότητα και τις θετικές διορθωτικές επιπτώσεις ενδεχομένων τροποποιήσεων βλέπε Rep. Of Peru, ανωτέρω, και Dadswell v. Jacobs 34 Ch. D. 278. Με τα δεδομένα, όπως εξετέθησαν, δεν είναι νοητή η απόρριψη της αγωγής. Μια τέτοια ενέργεια θα υπερσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για παροχή θεραπείας.» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση IN RE PELMAKO DEVELOPMENT LTD v. IN RE THE COMPANIES LAW, CAP.113 «Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.». Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση ΝΙΚΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ v. FEDERAL BANK OF LEBANON (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338 «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο θεσμός αυτός δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ. (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246).» Επίσης, σχετική αναφορά γίνεται στην υπόθεση ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(2007)1 Α.Α.Δ. 21. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση ΜΙΧΑΗΛ ΣΑΒΒΑ ΣΑΟΥΡΟΥ κ.α v. ΜΑΡΙΑ ΚΩΣΤΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
(2012)1 Α.Α.Δ.
  1. Ακόμη, σχετική είναι η υπόθεση ΠΑΤΤΙΧΗ ν. ΠΑΤΤΙΧΗ, Έφεση Αρ. 8/2013, ημερ. 20.2.
  2. Στην υπόθεση ARTESA TRADING CO LIMITED κ.ά. ν. CREDIT BANK OF MOSCOW, Πολιτική Έφεση Αρ. 147/2012, ημερ. 3.4.2018, λέχθηκαν τα εξής: «Η Δ.27, όπως είναι γνωστό, ενεργοποιείται για απόρριψη δικογράφων ή και κλητηρίου εντάλματος όταν δεν στοιχειοθετείται εκ προοιμίου αγώγιμο δικαίωμα. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία ότι η in limine διαγραφή αγωγής είναι δραστικότατο μέτρο, αναγκαίο όμως όταν, εκ των πραγμάτων, μια αγωγή δεν έχει νομικό έρεισμα να προχωρήσει σε πλήρη εκδίκαση. Γι΄ αυτό και ζητήματα απόρριψης αγωγής εξετάζονται κατά κανόνα από την αρχή της διαδικασίας με σχετική αίτηση που εισάγεται από τον αντίδικο ώστε να περισωθεί δικαστικός χρόνος και να μην δημιουργούνται αχρείαστα έξοδα, (Daimler & Co. V. Continental Tyre Co Ltd
(1916)2 A.C. 307). Η νομιμοποίηση ενός ενάγοντα πρέπει να αποφασίζεται εκ των προτέρων, (Κρεμμού ν. Κρεμμού κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 55/2006, ημερ. 21.6.2007 - μη δημοσιευθείσα). Τέτοια μη νομιμοποίηση δυνατό να αφορά την ανικανότητα διαδίκου να υπογράψει ή να δώσει έγκυρο διοριστήριο, ζήτημα θεμελιακής φύσεως αφού επηρεάζει αυτό τούτο το δικαίωμα έγερσης αγωγής, (Annual Practice
(1970)Τόμος 2, 840, παρ. 3224 και οι εκεί αναφερόμενες υποθέσεις).» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Έκθεση Υπεράσπισης της Καθ΄ης η αίτηση η οποία αποτελείται από 13 παραγράφους, θα έλεγα πανομοιότυπες και ταυτόσημες, με ένα συγκεκριμένο λεκτικό το οποίο αποτελείται από μία απλή άρνηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και από την άλλη θέτουν την Αιτήτρια σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της και τίποτε περισσότερο. Με έχει προβληματίσει κατά πόσο η απλή άρνηση της Έκθεσης Απαίτησης και το κάλεσμα προς την Αιτήτρια σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της μπορεί να αποτελεί υπεράσπιση με μία πλατιά ή ευρεία έννοια και ερμηνεία στα πλαίσια του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Από την άλλη όμως θα πρέπει να έχει υπόψη του κάποιος τη Δ.19 και ειδικότερα τους θεσμούς 2 και 4 καθώς και το ότι στην Υπεράσπιση θα πρέπει να προβάλλεται μία συγκεκριμένη εκδοχή, καθώς και τη νομολογία όπως αυτή εξάγεται από την υπόθεση Remmington v. Scoles
(1897)2 CH 1, στην οποία το Δικαστήριο απασχόλησε αίτηση για διαγραφή υπεράσπισης στη βάση του ότι ήταν επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Συγκεκριμένα ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση του δεν αποδέχτηκε καμία εκ των τεσσάρων πρώτων παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, ενώ περαιτέρω αρνήθηκε τους ισχυρισμούς των παραγράφων 5, 6 και 7. Γενικότερα η Υπεράσπιση δεν περιείχε τίποτε περισσότερο από αρνήσεις και μη παραδοχές, ενώ δεν περιείχε κάποιο ουσιαστικό ισχυρισμό. Οι ενάγοντες κινήθηκαν με αίτηση διαγραφής, ως ανωτέρω αναφέρθηκε και έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ενόρκως αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία έδειξαν ότι, αφενός οι ισχυρισμοί στις τρείς πρώτες παραγράφους της απαίτησης είχαν γίνει παραδεκτές από τον εναγόμενο σε άλλη προηγούμενη διαδικασία, ενώ οι ισχυρισμοί των παραγράφων 5, 6 και 7 της απαίτησης είχαν τεθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας σε ένορκη δήλωση των εναγόντων και δεν έτυχαν άρνησης από τον εναγόμενο. Η αίτηση εγκρίθηκε και διατάχθηκε διαγραφή της Υπεράσπισης, η οποία κρίθηκε εικονική/ψεύτικη (sham defence). Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην εν λόγω υπόθεση ότι: (α) το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να διαγράψει οποιοδήποτε δικόγραφο, έκθεση απαίτησης ή υπεράσπιση, το οποίο συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. (β) δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο, στη βάση αίτησης για διαγραφή, αν οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην Υπεράσπιση είναι αληθείς ή όχι, και να εκδικάσει έτσι την υπόθεση πριν την ώρα της. Αλλά θα επιτρέψει την ένορκη κατάθεση αποδεικτικών στοιχείων για να φανεί ότι η Υπεράσπιση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Στα πλαίσια που έχω προδιαγράψει κρίνω ότι όντως έτσι όπως είναι διατυπωμένη η Έκθεση Υπεράσπισης, έχοντας υπόψη και τη σχετική νομολογία για κατάχρηση της διαδικασίας, αλλά και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Remmington, ανωτέρω, βρίσκω ότι σε αυτή ειδικά την περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27 θ.1, 2 και 3 και το Δικαστήριο διατάσσει τη διαγραφή της Έκθεσης Υπεράσπισης. Όμως δεν συμφωνώ με την εισήγηση της Αιτήτριας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει να εκδώσει απόφαση εναντίον της Εναγομένης 2-Καθ΄ης η αίτηση. Απεναντίας, υπό τις περιστάσεις, έχοντας υπόψη την υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου
(2012)1 ΑΑΔ 1846, το Δικαστήριο θα δώσει την ευκαιρία στην Εναγόμενη 2-Καθ΄ης η αίτηση να καταχωρήσει υπεράσπιση πραγματική και αληθινή εντός 14 ημερών από σήμερα. Επιδικάζονται €2.000 έξοδα συν ΦΠΑ υπέρ της Ενάγουσας-Αιτήτριας και εναντίον της Εναγομένης 2-Καθ΄ης η αίτηση καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.