ΑΔΩΝΗ ν. Κ&Υ. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΗΠΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 820/19, 11/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 820/19 Μεταξύ: XXXXX ΑΔΩΝΗ (Α.Δ.Τ. XXXXX1008) Ενάγοντα ΚΑΙ
- Κ&Υ. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΔΙΑ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΗΠΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΗΣ XXXXX ΜΑΛΛΙΩΤΗ (Α.Δ.Τ. XXXXX4114) ΚΑΙ XXXXX ΜΟΝΟΥ (Α.Δ.Τ. XXXXX5257)
- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ
- XXXXX ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 1/07/2019 ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Ημερομηνία: 11/07/2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Κασιανής για Ανδρέας Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση 1: Καμία εμφάνιση Για την Εναγόμενη 2-Καθ' ης η Αίτηση: κα Γ. Δημητρίου για κ. Α. Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 3-Καθ' ου η Αίτηση: κα Τ. Μενοίκου Για τους Εναγόμενους 4, 5 και 6-Καθ' ων η Αίτηση: κα Χ. Θεοδούλου μαζί με κ. Στρόππο (ασκούμενο δικηγόρο) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX-ΤEMPORE) Ο Ενάγοντας- Αιτητής, (στο εξής Αιτητής), με γενικώς οπισθογραφημένο, (Δ.2 Θ.1) το οποίο καταχωρήθηκε την 1/07/2019, αξιώνει διάφορες δηλώσεις και διατάγματα από το Δικαστήριο, με τα οποία, ουσιαστικά, απολήγουν, να ζητείται όπως ο πλειστηριασμός που έγινε στις 13/11/2017, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 8/2X9, φύλλο σχέδιο 40 ‑ 64 Ε Κεφάλαιο 2, τμήμα 8, Τεμάχιο 2X1, είδος ακινήτου οικόπεδο, στην ενορία Άγιος Νικόλαος, τοποθεσία λεωφόρος Φανερωμένης στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας, η οποία διενεργήθηκε με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί με το Ν.142(Ι)/2014 και το Ν.87(Ι)/2018, κριθεί παράνομη και άκυρη, καθ' ότι πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση του Μέρους VIB του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε και διάταγμα επαναφοράς του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του αναφερθέντος ακινήτου στην προγενέστερη κατάσταση. Εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αξιώνονται ειδικές ή και γενικές αποζημιώσεις, για το ποσό των €247.826, 08, ή και για μεγαλύτερο ποσό λόγω παράβασης της συμφωνίας αγοραπωλησίας του διαμερίσματος αριθμός XXX του οικοδομικού συγκροτήματος με όνομα XXXXX Court 55, το οποίο ανεγέρθηκε ή και θα ανεγείρετο επί του αναφερθέντος ακινήτου. Επίσης αξιώνονται τα πιο πάνω ποσά, λόγω αμέλειας ή και παράβασης θέσμιων ή και εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων 1 και 2, αναφορικά με τη διεξαγωγή ή και πώληση του αναφερθέντος ακινήτου, αφού έλαβε χώρα βάσει παράνομου, άκυρου και ανυπόστατου πλειστηριασμού, ημερομηνίας 13/11/
- Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, την 1/07/2019, καταχωρήθηκε και η παρούσα μονομερή αίτηση, η οποία κατέστη διά κλήσεως, με την οποία ο Αιτητής εξαιτείται παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2 (Καθ' ης η αίτηση 2), και στον Εναγόμενο 3, (Καθ' ου η αίτηση 3), να μεταβιβάσουν και ή να εγγράψουν και ή να προβούν σε μετεγγραφή του ακινήτου του αναφερθέντος ακινήτου. Ακόμη, εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 3, ζητείται παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύεται σε αυτόν, από το να παραμερίσει τον φάκελο και αίτηση με αριθμό ΑΕΑ, 363/
- Επίσης, ζητείται παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 4, 5 και 6, (Καθ' ων η αίτηση 4, 5 και 6), να πωλήσουν και/ή να υποθηκεύσουν και/ή να μεταβιβάσουν και/ή να διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν και ή αποξενώσουν με οποιονδήποτε τρόπο, το αναφερθέν ακίνητο. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, η οποία αποτελείται από 13 σελίδες και στην οποία δεν χρειάζεται τώρα να γίνει αναφορά, αφού θα γίνει τούτο σε μεταγενέστερο στάδιο, με την οποία επισυνάπτονται 17 τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1, έρευνα στην επίσημη ιστοσελίδα του τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 5/08/
- Ως Τεκμήρια 3, 4, 5, 6 και 7, αποδείξεις καταβολής του συνολικού ποσού των €130.272,64 σεντς, έναντι του τιμήματος πώλησης του αναφερθέντος διαμερίσματος. Ως Τεκμήριο 8, την κατάθεσή του πωλητηρίου εγγράφου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στις 29/08/2011, που έλαβε αριθμό ΠΩΕ 684/
- Ως Τεκμήριο 9, πληρεξούσιο έγγραφο του Αιτητή προς τον πατέρα του, ημερομηνίας 15/01/
- Ως Τεκμήριο 10, ειδοποίηση Τύπος «Ι», η οποία επιδόθηκε στον πατέρα του Αιτητή στις 10/04/
- Ως Τεκμήριο 11, ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», η οποία επιδόθηκε στις 4/08/2017 στο ίδιο πρόσωπο. Ως Τεκμήριο 12, την ειδοποίηση πλειστηριασμού κατά τον Τύπο του Δελτίου Α, ημερομηνίας έκδοσης 9/10/2017, με την οποία αναφερόταν ότι θα πωλείτο το αναφερθέν ακίνητο σε πλειστηριασμό, στις 13/11/
- Ως Τεκμήριο 13, απόδειξη ημερομηνίας 8/11/2017 της αίτησης, ίδιας ημερομηνίας, με αριθμό φακέλου ΑΕΑ 363/
- Ως Τεκμήριο 14, σχετική ειδοποίηση για την πώληση που έγινε και διάθεση του προϊόντος. Ως Τεκμήριο 15, ειδοποίηση, σε συνέχεια της προηγούμενης, ημερομηνίας 20/08/2018, που ενημέρωνε τον Αιτητή για τη διάθεση του προϊόντος, την επικύρωση δηλαδή του προϊόντος. Ως Τεκμήριο 16, επιστολή ημερομηνίας 12/06/2019, του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, η οποία απευθύνετο στον Αιτητή και ως Τεκμήριο 17, επιστολή ημερομηνίας επίσης 12/06/2019, η οποία απευθύνετο προς τον Αιτητή και παραλήφθηκε από τον πατέρα του με τον σχετικό φάκελο. Η αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 29 ‑ 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα Άρθρα 5, 21, 27, 44 Α ‑ 44 ΙΑΑ, 44 ΙΒ, 44 ΙΣΤ‑ 44 ΚΖ, 44 ΙΣΤ και 44ΙΘ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 ως τροποποιήθηκε και παραρτήματα αυτού. Στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του ΚΔΠ 185/2015,περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση), Νόμο 81(Ι) /2011, Μέρος VΙΑ του ΚΕΦ. 224, στην Δ.39, Δ.48 θθ 1 - 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα Άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ.
- Στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική νομολογία. Αφού επιδόθηκε η αίτηση στους Καθ' ων η αίτηση, η Καθ' ης η αίτηση 1, δεν κατεχώρησε εμφάνιση, ούτε και παρουσιάστηκε εκ μέρους της στην παρούσα διαδικασία οιοσδήποτε και καταχωρήθηκαν ενστάσεις εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση 2, του Καθ' ου η αίτηση 3 και των Καθ' ων η αίτηση 4, 5 και 6, στις οποίες αναφορά θα γίνει τώρα. Η Καθ' ης η αίτηση 2, με την ένσταση της, προβάλλει δεκαοκτώ
(18)λόγους ένστασης ως ακολούθως: «
- Η αίτηση είναι νομικά, δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Ο αιτητής δεν δικαιούται στα αιτούμενα διατάγματα.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
- Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή αστήριχτη.
- Οι αιτητές προβάλλουν ψευδείς, παραπλανητικούς και ανυπόστατους ισχυρισμούς.
- Δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
- Ο αιτητής δεν έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε πιθανότητα επιτυχίας.
- Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
- Η αίτηση και η αγωγή είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένες.
- Η αίτηση και η αγωγή είναι κακόπιστες και καταχρηστικές
- Ο αιτητής δε δικαιούται σε θεραπεία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και/ή αγωγή.
- Δεν υπάρχει δυσκολία απονομής δικαιοσύνης με μεταγενέστερο στάδιο.
- Καμία ζημιά θα υποστεί ο αιτητής.
- Ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα.
- Δεν παρατίθενται στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη.» Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εταιρείας APS Servicing Cyprus Ltd, η οποία αποτελείται από 8 σελίδες, αναφορά στην οποία θα γίνει στη συνέχεια, με την οποία επισυνάπτονται 2 τεκμήρια. Ως Τεκμήριο Α, απόδειξη πληρωμής των τελών της αίτησης ΑΝΠ 83/2013 και ως Τεκμήριο Β, πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του ακινήτου που πωλήθηκε στον πλειστηριασμό, ημερομηνίας 21/11/2017, στην οποία δεν φαίνεται η αίτηση ΑΕΑ του Αιτητή, παρά μόνο το πωλητήριο του. Ο Καθ' ου η αίτηση 3, εγείρει, με την ένσταση του, καταρχάς δύο
(2)προδικαστικές ενστάσεις. Με την πρώτη ότι, ο Αιτητής προωθεί τις θέσεις που προβάλλονται με λανθασμένο ένδικο μέσο, ήτοι με αγωγή αντί με αίτηση-έφεση, κατά παράβαση του άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε και με την δεύτερη ότι, δεν θα έπρεπε η αγωγή και αίτηση να στρέφεται εναντίον του. Περαιτέρω, προβάλλονται δεκαοκτώ
(18)λόγοι ένστασης οι οποίοι μπορεί να συνοψιστούν στα ακόλουθα: «
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος και/ή το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή του αιτούμενου διατάγματος.
- Η Αγωγή δεν αποτελεί το ορθό ένδικο μέσο για την απαγόρευση της εγγραφής του ακινήτου που ζητά ο Αιτητής και/ή αναφορικά με την προσβολή της απόφασης του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ημερομηνίας 12 Ιουνίου 2019 για παραμερισμό της αίτησης ΑΕΑ 363/2017, και/ή
- Η αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο θα πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να εξεταστεί στην ουσία της, διότι κατά παράβαση του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού, και δη του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμού 1956, έχει συμπεριληφθεί ως διάδικο μέρος στη διαδικασία ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, παρά τη σχετική πρόνοια του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού, και/ή σε κάθε περίπτωση διάδικο μέρος στην διαδικασία του Πλειστηριασμού.
- Δεν έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο της πιθανότητας ο Αιτητής/Ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία καθότι προωθεί τις θέσεις του με λανθασμένο ένδικο μέσο.
- Ο Αιτητής/Ενάγων δεν προσφέρει καμία μαρτυρία και/ή δεν εξηγεί για ποιο λόγο θα είναι δύσκολο να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η Αίτηση καταχωρήθηκε υπέρμετρα και αδικαιολόγητα καθυστερημένα, καθυστέρηση η οποία δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
- Η Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, απαράδεκτη, νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Ο Διευθυντής εξέτασε την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας την ορθή και/ή νενομισμένη διαδικασία και/ή πρακτική.
- Ο Διευθυντής, ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965 και τροποποιητικούς αυτού Νόμους και σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς ως αυτοί τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα και ως εκ τούτου η απόφαση του είναι νόμιμη, ορθή, βάσιμη, αιτιολογημένη δεν είναι εσφαλμένη, είναι δε σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και επομένως δεν πρέπει να κηρυχθεί άκυρη και/ή να παραμεριστεί και/ή να ανασταλεί και/ή να τερματιστεί και/ή να τροποποιηθεί. Ο Διευθυντής ενήργησε εντός των πλαισίων και των εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος.
- Η απόφαση του Διευθυντή δεν λήφθηκε υπό πλάνη περί τα πράγματα, αλλά αντίθετα, στηρίζεται σε όλα τα πραγματικά δεδομένα και στα ορθά νομικά κριτήρια.
- Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 12 Ιουνίου 2019 λήφθηκε μετά από μελέτη όλων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων.
- Ο Καθ΄ου η αίτηση 3 ενήργησε νόμιμα και ορθά και εντός του πλαισίου των προβλεπόμενων Διαδικασιών.
- Δεν προβάλλονται σοβαροί, εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
- Δεν αναφέρεται στην Αίτηση λόγος που να δικαιολογεί τη θέση του Αιτητή ότι η απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ελήφθη λανθασμένα.
- Ουδείς λόγος και/ή δικαιολογημένος λόγος επί του οποίου στηρίζεται η παρούσα Αίτηση αναφέρεται ούτε στο σώμα της Αίτησης αλλά ούτε και στην ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει.
- Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και μη τεκμηριωμένη.
- Η χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών δεν είναι δίκαιη και/ή λογική και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις και/ή δεν δικαιολογείται κάτω από τη σχετική νομοθεσία και/ή κάτω από τις αρχές της επιείκειας.
- Ο Διευθυντής επιφυλάσσει το δικαίωμα του όπως βασισθεί και σε άλλους λόγους ένστασης με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Βοηθού Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας, με την οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Α1 ως Α14, διάφορα έγγραφα, όπως το πωλητήριο έγγραφο, η απόδειξη κατάθεσης του στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και άλλα που σχετίζονται με το πωλητήριο έγγραφο και την κατάθεση τους στο Κτηματολόγιο, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα σχέδια της οικοδομής. Ως Τεκμήριο Β, κτηματολογικό σχέδιο, ως Τεκμήριο Γ, έκθεση λεπτομερειών ακινήτου του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Ως Τεκμήριο Δ, τον διορισμό διαχειριστή παραλήπτη, με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 97, 334 ‑ 344 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφάλαιο
- Ως Τεκμήριο Δ.2 την γνωστοποίηση του διορισμού παραλήπτη-διαχειριστή. Ως Τεκμήριο Ε, αίτηση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το Άρθρο 98 και 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο
- Ως Τεκμήριο Ε2 ένορκη δήλωση μαζί με το Τεκμήριο Ε
- Ως Τεκμήρια Ε4, 5, 6, κατάλογος. Ως Τεκμήριο Ζ1, Ζ2, Ζ3, αίτηση μεταβίβασης ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή. Ως Τεκμήριο Ζ2, είναι απόδειξη πληρωμής είσπραξης, το ίδιο και το Τεκμήριο Ζ
- Ως Τεκμήριο Η, επιστολή ημερομηνίας 25/07/2018, από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Ltd προς τον Επαρχιακό Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Ως Τεκμήριο Θ, επιστολή ημερομηνίας 14/11/
- Ως Τεκμήριο Κ1, η επιστολή του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ημερομηνίας 12/06/2019 και ως Τεκμήριο Κ2, απόδειξη από το τμήμα ταχυδρομικών υπηρεσιών. Η ένσταση στηρίζεται στην ίδια νομική βάση που στηρίζεται και η αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6 με την ένσταση τους προβάλλουν 14 λόγους ένστασης, οι οποίοι, μπορώ να αναφέρω ότι, σε μεγάλο βαθμό είναι ίδιοι σχεδόν με τους λόγους ένστασης των δύο προηγούμενων ενστάσεων και περιληπτικά αναφέρω ότι προβάλλεται, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, ότι δεν έχει αποδειχθεί κίνδυνος να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ότι η αίτηση σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αυτά, θα παραβιάζουν τα Συντάγματος και θα επιβάλουν αδικαιολόγητη στέρηση, επιβάρυνση και περιορισμούς στο δικαίωμα περιουσίας των Καθ' ων η Αίτηση, η αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και τέλος ότι, για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση 6, αναφορά στην οποία θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και με αυτήν επισυνάπτονται 7 τεκμήρια. Επίσης συνοδεύεται από τις ενόρκους δηλώσεις των Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5, οι οποίοι υιοθετούν τα όσα αναφέρονται στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση
- Η νομική βάση της Ένστασης ουσιαστικά είναι η ίδια όπως και της αίτησης. Είχα την ευκαιρία, στον χρόνο που διέρρευσε από τη στιγμή που παρέδωσαν τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι και το Δικαστήριο έκανε διάλειμμα, μέχρι την συνεδρίαση και πάλι του Δικαστηρίου, να διαβάσω και να μελετήσω αυτές πολύ προσεκτικά. Ο δικηγόρος του Αιτητή, αφού προβαίνει σε μια μικρή εισαγωγή, για το αντικείμενο της αίτησης, στη συνέχεια προσδιορίζει ως επίδικο ζήτημα, το αμιγώς, κατά τη θέση του, νομικό θέμα, που είναι το κατά πόσο η διαδικασία πλειστηριασμού και η πώληση που έλαβε χώρα στις 13/11/2017 ήταν νόμιμη και έγκυρη, για να εισηγηθεί ότι αυτή ήταν ανυπόστατη εξ' αρχής, αφού 5 μέρες πριν τον πλειστηριασμό, δηλαδή στις 8/11/2017, υποβλήθηκε αίτηση από τον Αιτητή, ως εγκλωβισμένος αγοραστής με βάση το Μέρος VIB, για απάλειψη της υποθήκης και εγγραφή του αναφερθέντος διαμερίσματος επ' ονόματι του και ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Άρθρο 44 ΙΘ 2 το οποίο προνοεί, «τηρουμένων διατάξεων του Εδαφίου 1, οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του μέρους VI και VIA του νόμου, του περί Πτώχευσης Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου εν ισχύ νόμου, αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, όταν α)...β).....», δεν θα έπρεπε να προχωρήσει ο πλειστηριασμός. Στα πλαίσια εξέτασης των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, εισηγείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, ένεκα των γεγονότων που εξιστορεί από το μέσο περίπου της σελίδας 3, μέχρι το μέσο της σελίδας 5 της γραπτής του αγόρευσης. Δηλαδή η αναφορά στη συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 5.8.2011 που έγινε μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση 1 και του Αιτητή, του διαμερίσματος 201 επί του οικοδομήματος που θα ανεγείρετο με την ονομασία Theodorou Court 55, η καταβολή του συνολικού ποσού των €130.272,64 έναντι τιμήματος, από αυτό στην Καθ' ης η Αίτηση 1, η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου εμπρόθεσμα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο τις 29/08/2011 που έλαβε τον αριθμό ΠΩΕ 684/11, η επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «Ι» στις 10/04/2017, η επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» στις 4/08/2017, η επίδοση στις 9/10/2017 του Δελτίου Α, η παραλαβή στις 8/11/2017 της αίτησης που έχει αναφερθεί προηγουμένως εκ μέρους του Αιτητή, από τον πληρεξούσιο πατέρα του, ότι παραμένει σε εκκρεμότητα η εξέταση της αίτησης ΑΕΑ 363/17 που κατατέθηκε στις 8/11/2017 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, ο πλειστηριασμός που έγινε στις 13/11/2017, όπου πωλήθηκε το ακίνητο €358.000 στους Καθ' ων η Αίτηση, 4, 5 και 6 και οι σχετικές ειδοποιήσεις σχετικά με τη διάθεση του προϊόντος από την πώληση και η επιστολή ημερομηνίας 12/06/2019 από τον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας για παραμερισμό της αίτησης με αριθμό ΑΕΑ 363/
- Στη συνέχεια εισηγείται ότι θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να επέλθει η πρότερα κατάσταση των πραγμάτων, ενώ συνάμα, δεν παραλείπει να αναφερθεί και στους Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6, όπως και στην καθυστέρηση που κατά τους ενιστάμενους υπήρχε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης, χωρίς βέβαια να παραλείπει να απαντήσει και ως προς το ορθό δικονομικό μέτρο που κατά τον Καθ' ου η Αίτηση 3, θα έπρεπε να ήταν η αίτηση-έφεση με βάση το άρθρο 51 του Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε. Στην προφορική του αγόρευση ο κύριος Κασιανής, επεσήμανε και έδωσε έμφαση ακριβώς σε αυτό που αναφέρει και στη γραπτή του αγόρευση, δηλαδή για το έγκυρο και νόμιμο του πλειστηριασμού, εν όψει της κατάθεσης της αίτησης, εκ μέρους του Αιτητή, ΑΕΑ 363/17 στις 8/11/2017, δηλαδή 5 μέρες πριν από τον πλειστηριασμό. Επίσης επισημαίνει ότι με την επιστολή ημερομηνίας 12/06/2019, ουσιαστικά δεν αποφασίζει ο διευθυντής για την αίτηση, που εν πάση περιπτώσει ο λόγος που προέβη στην αποστολή αυτής της επιστολής ήταν το γεγονός του πλειστηριασμού και όχι ακριβώς η εξέταση των στοιχείων της αίτησης. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι δεν έγινε η μεταβίβαση, σε αντίθεση με ό, τι εισηγείται η Καθ' ης η Αίτηση 2, αφού από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του Καθ' ου η Αίτηση 3, εξάγεται ότι δεν έγινε μεταβίβαση. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικές με τα απαγορευτικά διατάγματα. Η δικηγόρος της Καθ' ης η Αίτηση 2, στη γραπτή της αγόρευση, αφού προβαίνει στην ανάλυση των αρχών για το πότε εκδίδονται παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα, επεσήμανε όλα τα πιο πάνω που έχουν αναφερθεί. Δηλαδή ότι δεν έλαβε ουδέν μέτρο, για επιδίωξη, ως εγκλωβισμένος αγοραστής, να απαλειφθεί η υποθήκη στον βαθμό που σχετίζετο με το διαμέρισμα 201 και να εγγραφεί επ΄ ονόματί του, παρόλο ότι αποστάληκαν και επιδόθηκαν στον Αιτητή τόσο η ειδοποίηση Τύπος «Ι», όσο και η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» καθώς και η επιστολή για τον καθορισμό του πλειστηριασμού, όπως δεν έλαβε και κανένα μέτρο από το 2015 και εντεύθεν μέχρι πριν από την καταχώρηση της αίτησης στις 8/11/
- Επισημάνθηκε βέβαια και το θέμα της αντισυνταγματικότητας του Μέρους VIB του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε και των συγκεκριμένων διατάξεων, καταλήγοντας ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εξέταση, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της, ούτε και ότι έχει αποδειχθεί ότι από την μη έκδοση του διατάγματος θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή, ούτε και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ του Αιτητή, αλλά απεναντίας με βάση την καθυστέρηση και τη θέση που έχουν βρεθεί οι Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6, θα πρέπει να βαρύνει προς την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Στη γραπτή της αγόρευση η δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση 3, ουσιαστικά επαναλαμβάνει όλα όσα αναφέρονται στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, με αναφορά σε νομολογία, αλλά και στα γεγονότα που σχετίζονται με αυτήν, όπως έχουν αναφερθεί προηγουμένως, τονίζοντας στις σελίδες 7 και 8 της γραπτής της αγόρευσης, ότι ακριβώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44ΙΘ,
(2)(β) στην οποία πιθανόν να ενέπιπτε η παρούσα αίτηση ΑΕΑ 363/17, αφού πρόκειται για οικοδομή που βρίσκεται στον σκελετό της. Επισήμανε και αυτή ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση που προνοείται στο άρθρο 32 του Ν.14/60. Στα ίδια, περίπου, πλαίσια κινήθηκε και η αγόρευση της δικηγόρου που παρουσιάστηκε εκ μέρους των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6, αφού, αναφέρεται στην αρχή τι ζητείται με την αίτηση και στη συνέχεια γίνεται ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος με παραπομπή σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και την εισδοχή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις συγκεκριμένες αρχές, υποστηρίζοντας ότι δεν πληρείται καμία από τις τρεις προϋποθέσεις, δίδοντας έμφαση στο ότι οι Καθ' ων Αίτηση 4, 5 και 6 είναι οι αθώοι αγοραστές και δεν θα πρέπει να πληρώσουν, ένεκα της υπέρμετρης καθυστέρησης στην οποία ο Αιτητής προέβη στα μέτρα αυτά, καθώς και ότι πρόκειται για καταχρηστική διαδικασία, αφού είχε την ευχέρεια να προβεί σε άλλα μέτρα σε προηγούμενο στάδιο, ή ακόμη και για αυτά, πολύ πιο νωρίς. Δεν παρέλειψε να αιτιολογήσει και όλους τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ‑ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ας σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στην υπόθεση. Σημειώνω εδώ, αφού αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης τα άρθρο 4 και 5 του Κεφ. 6, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς, ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και μπορεί να εκδοθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ v. Αρίστης Κώστα Ευθυμίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο Ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ' οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το άρθρο 32 του Ν.14/1960 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v. Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/1960 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον Ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, 324, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848, ειπώθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Ιωάννης Κυριάκου Όξυνος κ.ά. v. Μαρίας Ρόλη Λου
(2011)1 ΑΑΔ 1066, P & MA. Restaurant Limited κ.ά. v Eric John Wakehah, Πολ. Έφεση 286/10, ημερ. 22/2/13, και Πέτρος Κωμοδρόμος v. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση 110/10, ημερ. 3/1/14. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές, βλέπε γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Αντώνη Χ''Κωνσταντή ν. Μαργαργίτας Χ''Κωνσταντή
(1998)1 ΑΑΔ 1827 στην οποία, όμως, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Έχει λεχθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ως εκείνο που ζητείται διά της αγωγής, όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. ................................ Το θέμα αυτό κατά συνέπεια επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), με επίκληση της υπόθεσης Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββας κ.ά. v. Χάρη Γεωργίου Κύζη
(2001)1(B) 1245, 1265-1257, αναφέρθηκε ότι: «Τέλος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι ένα διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.» Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.ά., υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653,όπου λέχθηκε ότι: «.. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων, όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Στο σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ INJUNCTIONS» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016, αναφέρονται τα εξής στη σελ. 152: "
(11)Όταν η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος θα διεκπεραιώσει και την ουσία της αγωγής Ορισμένες φορές η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος στην ουσία διεκπεραιώνει και ολόκληρη την αγωγή ή ένα ουσιαστικό μέρος της. Αυτό οφείλεται στην ταυτοσημία της θεραπείας που ζητείται με την αγωγή και αυτής που ζητείται με την αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα. Σε τέτοια περίπτωση, τα δικαστήρια αποφεύγουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία θα φαίνεται ότι διευθετεί τελεσίδικα το επίδικο θέμα της αγωγής υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Ιδιαίτερα τα δικαστήρια αποφεύγουν να εκδώσουν προσωρινό διάταγμα υπέρ του ενάγοντα, όταν αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή, χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής. Το θέμα δεν έχει σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η περίπτωση προϋποθέτει ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Επομένως, το θέμα μπορεί να εξεταστεί μόνο κατά το τελικό στάδιο στάθμισης των διαφόρων παραγόντων κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου ότι είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αυστηρά ομιλούντες, το θέμα δεν σχετίζεται με το ισοζύγιο της ευχέρειας, αφού η έκδοση του προσωρινού διατάγματος υπό αυτές τις συνθήκες, και με βάση το ισοζύγιο, ισοδυναμεί με εκδίκαση της ουσίας της αγωγής χωρίς δίκη. Το θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc, στην οποία θεωρήθηκε ότι το δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει κατά τρόπο που να αποφεύγει κατά το δυνατό να προκαλέσει αδικία στη μια ή στην άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α. το εφετείο, διαφοροποιούμενο από προηγούμενη νομολογία έκρινε ότι «το ζήτημα της παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται». Όπως εξήγησε, το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και «αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων». Το «ανεπιθύμητο», πρόσθεσε, δεν μπορεί να εξισωθεί με «απαγόρευση»." Στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 734, αναφέρθηκαν τα εξής: «Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστακτικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37).» Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Τέθηκε επίσης το ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα.» Εν όψει όμως της έγερσης του θέματος της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 44ΙΘ αλλά και του ίδιου του Μέρους VIB του Νόμου 9/65, ως καθιερώθηκε με το Νόμο 142(Ι)/2014 και τροποποιήθηκε με το Ν.139(Ι)/2015 και το Νόμο 87(Ι)/2018, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν ορθότερο να εξετάσει αυτό το θέμα. Ο κύριος Κασιανή εισηγήθηκε ότι δεν θα πρέπει το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο και διαδικασία, να προβεί στην εξέταση ενός τέτοιου θέματος, αλλά θα πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας που δεν είναι άλλη, παρά η παράκαμψη της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 44ΙΘ
(1)και
(2), του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε. Για την εισήγηση μη εξέτασης του θέματος της αντισυνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΘ
(1)και
(2), αλλά και γενικότερα του Μέρους VIB του Ν. 9/1965, ως τροποποιήθηκε, σε σχέση με τα Συντάγματος, ο κύριος Κασιανή δεν παρέπεμψε το Δικαστήριο σε οποιανδήποτε νομολογία για να τεκμηριώσει την εισήγηση του αυτή. Η κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον το θέμα τίθεται με σχετική αναφορά στον δέκατο (10ο) λόγο ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6, όπως και στη νομική βάση και στις παραγράφους 12, 15, 16 και 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 2, είναι ότι έχει την εξουσία να προβεί και να εξετάσει ένα τέτοιο θέμα σε αυτό το στάδιο και διαδικασία. Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΟΥ Τόσο από τις πρόνοιες του Άρθρου 179 του Συντάγματος, όσο και από το σκεπτικό των υποθέσεων The Attorney General v. Ibrahim & Others
(1964)1 CLR 105, Αίτηση Νικολάου
(1991)1 ΑΑΔ 1045, Νικολάου ν. Νικολάου
(1992)1 ΑΑΔ 1338, Ορφανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 168, στην οποία αναφέρθηκε ξεκάθαρα ότι η απόφαση επί θεμάτων αντισυνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε κατώτερο Δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, Codal Synto Limited n. Bayr Aktien Gesellshaft
(1996)1 AAΔ 197, Investylia Ltd v. E. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1872, Χαράκη ν. Υπουργού Δικαιοσύνης
(2005)1 ΑΑΔ 519, Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου (Νομικό Ερώτημα Αρ. 373) ημερ. 2.5.17 και Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 429/11, ημερ. 6.12.17, διαφαίνεται με σαφήνεια ότι τα Επαρχιακά Δικαστήρια, σε αντίθεση με το Οικογενειακό Δικαστήριο, έχουν εξουσία να αποφασίσουν την συνταγματικότητα νόμου ή διατάξεων αυτού, όχι όμως ζητημάτων που αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούρτης ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910, Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8, Investylia Ltd v. Ταμπούρη
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1325, Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671, 674, Αχιλλέως κ.ά. Πιτταρα κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1590, 1602 και Πιπονίδη (ανωτέρω), σε μερικές εκ των οποίων καταγράφεται απόσπασμα από αυτές κατωτέρω. Στην υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:A444 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά κ.α.
(2012)1 (Β) ΑΑΔ 1590, 1602, η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8. Στην υπόθεση Investylia Ltd. ν. Tαμπούρη
(2006)1 (B) AAΔ 1325 ένα από τα θέματα που ηγέρθησαν ήταν η αντίθεση άρθρων του Νόμου 42
(1)/2000 με Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας το θέμα ως κάτι ανάλογο με εκείνο της αντισυνταγματικότητας, ανέφερε ότι είναι επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες γιατί παραβιάζει την Οδηγία. Στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 ΑΑΔ 671 στις σελ. 674 και 675 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εγείρεται θέμα συνταγματικότητας νομοθεσίας από ένα διάδικο: «..Η γενική και αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της προσφυγής ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα δεν συνάδει καθόλου με ό,τι απαιτούν οι σχετικές δικονομικές διατάξεις* και οι αρχές της νομολογίας** που διέπουν το θέμα της εξέτασης συνταγματικότητας νόμου. Ελλείπει παντελώς από το δικόγραφο της αίτησης η αναγκαία εξειδίκευση η οποία θα καθιστούσε εφικτή την εξέταση του σημαντικού αυτού νομικού θέματος. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε καν τέτοια επίκληση. Το γεγονός ότι το θέμα είχε ακροθιγώς αναφερθεί στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν το καθιστούσε εγειρόμενο προς εξέταση. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδόπουλος ν. Ιωσηφίδη κ.ά.
(2002)3 A.A.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 A.A.Δ. 56.» Η θέση των Καθ' ων η αίτηση 4, 5 και 6 και της Καθ΄ης η αίτηση 2, είναι ότι η αναφερθείσα διάταξη και μέρος, αντίκειται στα Συντάγματος, καθ' ότι επιβάλλουν αδικαιολόγητη στέρηση και περιορισμό στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και περιουσίας των Καθ' ων η Αίτηση και δημιουργείται ανισότητα. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αν και λιτή όπως αναπτύχθηκε στους λόγους ένστασης και στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αυτές, εντούτοις ικανοποιεί το Δικαστήριο για σκοπούς εξέτασης του θέματος. ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΟΥ Στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640 καταγράφονται οι γενικές αρχές που το Δικαστήριο εφαρμόζει για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και έχουν ως ακολούθως: «(α) Κανένας νόμος κηρύσσεται άκυρος εκτός σε πολύ "καθαρή περίπτωση" (clear case), ή εκτός αν ο νόμος είναι αντισυνταγματικός πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια ο νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο, πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. (β) Τα Δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα της Νομοθεσίας και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία της ή με το σύμφωνο της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης, τις θεμελιώδεις αρχές της Διοίκησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. (γ) Είναι επίσης ουσιώδης αρχή ότι εκεί που είναι δυνατόν, τα Δικαστήρια να ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. (δ) Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται σε εξέταση αφηρημένων θεμάτων. Το Δικαστήριο εξετάζει θέματα συνταγματικότητας μόνο όταν είναι απόλυτα αναγκαίον για την επίλυση της διαφοράς που έχει τεθεί ενώπιον του. (ε) Στις περιπτώσεις όπου μέρος του νόμου είναι αντισυνταγματικό και άλλο όχι, το Δικαστήριο θα διαχωρίσει το πρώτο από το δεύτερο εκτός εκεί που τα δύο μέρη είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.» Στην υπόθεση D. Theocharides and Others v. S. Ploussiou
(1976)3 CLR 319, 340 ειπώθηκαν τα εξής: «.. σε τέτοιες διαδικασίες, το Δικαστήριο αυτό σαν Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν καλείται να δηλώσει τη συνταγματικότητα ενός νόμου με σκοπό να τον κηρύξει συνταγματικό ή αντισυνταγματικό γενικά για όλους τους σκοπούς, αλλά πρέπει να περιορισθεί να εξετάσει τη συνταγματικότητα του νόμου, επί της οποίας η επίδικη διοικητική πράξη ή απόφαση στηρίχθηκε, συνεπώς μια "ένσταση ως προς την αντισυνταγματικότητα" εξετάζεται μόνο σε σχέση με την επίδικη διαφορά και μόνο για τους σκοπούς της συγκεκριμένης υπόθεσης. (Βλ. σχετικά, Βλάχου «Η Έρευνα της Συνταγματικότητας των Νόμων» (1954 π.106 Σγουρίτσα Burdeeau "Traite De Science Politique", 2η Έκδοση, Τόμος 4, σελ. 469)» Στην υπόθεση Investylia Ltd v. Βασίλη Ταμπουρή
(2006)1(Β) 1325 και 1343 αναφέρεται ότι είναι επιθυμητό όπως θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που διάδικος επιθυμεί να το εγείρει σε κατοπινό στάδιο, ο ενδεδειγμένος τρόπος έγερσης θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου είναι η γραπτή διατύπωση του και η υποστήριξη από λεπτομέρειες γιατί ο νόμος είναι αντισυνταγματικός. Το βάρος απόδειξης για ανατροπή του τεκμηρίου συνταγματικότητας του νόμου το φέρει αυτός που επικαλείται την αντισυνταγματικότητα του νόμου. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.1)
(2000)3 ΑΑΔ 157, λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΟΥ Η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου ή διάταξης αυτού αναφέρθηκε στην Αίτηση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 4)
(1994)3 ΑΑΔ 167, στην οποία υποδείχθηκε ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας ενός νόμου επιτυγχάνεται με την αντιπαραβολή των διατάξεων του κρινόμενου νόμου προς τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα (βλ. μεταξύ άλλων, The Board for Registrationof Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640· The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167· PIK v. Kαραγιώργη και Άλλων
(1991)3 ΑΑΔ 159 Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπρ.
(1991)3 ΑΑΔ 252).» ΑΡΘΡΟ 23 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Στην υπόθεση Παύλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)3 ΑΑΔ 584, τονίστηκε ότι η αναλογική σύνταξη αποτελεί περιουσία που απαιτεί νομική προστασία. Στην υπόθεση Φιλίππου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2010)3 ΑΑΔ 241 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι η σύνταξη αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα το οποίο χρήζει σεβασμού και προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά., αριθμός υπόθεσης 1480/2011, ημερ. 11.6.14, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθέτησε, για την έννοια του όρου «περιουσία», το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του ΣΤΕ της Ελλάδος στην υπόθεση Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Αρ. Υπόθ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012:- «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Αναφορά αρ. 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 16.3.
- Σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, ερμηνεύοντας το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, τα «possessions» τα οποία εντάσσονται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, μπορεί να είναι υφιστάμενα, περιλαμβανομένων και απαιτήσεων τις οποίες κάποιος έχει θεμιτή προσδοκία ότι θα απολαύσει, βλ. Kopecky v. Slovakia, Αίτηση αρ. 44912/98, ημερ. 28.9.04, παρ. 35, όταν αυτή, δηλαδή η προσδοκία, εκπηγάζει από το εσωτερικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, απαιτήσεις που ερείδονται από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, αποφασίστηκε ότι εντάσσονται στον όρο «possessions», βλ. Pressos Compania Naviera SA v. Belgium, Αίτηση αρ. 17849/91, ημερ. 20.11.95 και Maurice v. France, Αίτηση αρ. 11810/03, ημερ. 6.10.05, επίσης αποφασίστηκε ότι στον ίδιο όρο εντάσσονται απαιτήσεις που έλκουν την πηγή τους σε συμβάσεις, βλ. Mellacher v. Austria, Αιτήσεις αρ. 10522/83, 11011/84, 11070/84, 11070/84, ημερ. 19.12.
- Στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του Α. N. Λοΐζου αναφέρονται τα πιο κάτω: «Η έννοια της «περιουσίας» στο άρθρο 1 έχει αυτόνομη σημασία η οποία, βέβαια, δεν περιορίζεται στην ιδιοκτησία υλικών αντικειμένων. Ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που αποτελούν κεφάλαιο μπορούν να θεωρηθούν «περιουσιακά δικαιώματα», και έτσι «ιδιοκτησία» για τους σκοπούς του άρθρου αυτού. Περιλαμβάνει ακίνητα και κινητά, μετοχές και προνόμια ευρεσιτεχνίας, όπως επίσης συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων, και δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία του, το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου το οποίο στην ουσία διασφαλίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας, δημιουργεί τρεις ξεχωριστούς κανόνες. Ο πρώτος κανόνας, που βρίσκεται στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου, είναι γενικού χαρακτήρα και διατυπώνει καθαρά την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας. Ο δεύτερος κανόνας, που περιέχεται στη δεύτερη πρόταση της πρώτης παραγράφου, καλύπτει τη στέρηση της κυριότητας την οποία θέτει υπό την αίρεση ορισμένων όρων. Ο τρίτος κανόνας, που περιέχεται στη δεύτερη παράγραφο, αναγνωρίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Μέρη δικαιούνται, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον. Οι δεύτερος και τρίτος κανόνες ασχολούνται με συγκεκριμένες περιπτώσεις επέμβασης στο δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύονται κάτω από το φως της γενικής αρχής που διατυπώνεται καθαρά στον πρώτο κανόνα.» Στο σύγγραμμα Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. Στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. ............................................ Η έννοια της περιουσίας με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι η έννοια της περιουσίας περιλαμβάνει διάφορες και ποικίλες μορφές και εκτείνεται σε εύρος τέτοιο που να μπορεί να καλύπτει την κάθε φύση τούτου όταν παραβιάζεται πέραν του ανεκτού και επιτρεπτού ορίου που προβλέπεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Επομένως καθίσταται ξεκάθαρο ότι τα δικαιώματα της Καθ΄ης η αίτηση 2 τα οποία απορρέουν από την σύμβαση υποθήκευσης αποτελούν «ιδιοκτησία» που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, αλλά και «possession» σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΑΔ, όρος η ερμηνεία του οποίου ταυτίζεται με την ερμηνεία του όρου «περιουσία» στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Το δικαίωμα αυτό της Καθ΄ης η αίτηση 2 δεν είναι «μελλοντικό» αλλά δικαίωμα το οποίο αναγνωρίζεται από τον Περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ. 149 και τον Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμο 9/1965, που καθορίζει και τη διαδικασία πώλησης του τόσο στο Μέρος VIA όσο και στο Μέρος VI και το Μέρος της Πολιτικής Δικονομίας ΚΕΦ. 6 που προνοεί για την διαδικασία έκδοσης διατάγματος πώλησης ενός ακινήτου. Κατά συνέπεια το δικαίωμα αυτό της Καθ΄ης η αίτηση 2 αποτελεί ιδιοκτησία που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Αφού κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η σύμβαση υποθήκης εμπίπτει στην έννοια της ιδιοκτησίας του Άρθρου 23 του Συντάγματος που τυγχάνει προστασίας, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του ουσιαστικού ζητήματος που είναι κατά πόσο οι πρόνοιες του αναφερθέντος Άρθρου 44ΙΘ
(1)και
(2)και το Μέρος VIB του Νόμου 9/1965 και αν οι εξουσίες που δίνονται στον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου, να εκδώσει απόφαση απάλειψης της υποθήκης και εγγραφής του διαμερίσματος, στη συγκεκριμένη περίπτωση του διαμερίσματος 201, συνιστούν περιορισμό ή αποστέρηση του δικαιώματος της Καθ' ης η Αίτηση 2 και κατ' επέκταση από την αγορά αυτού του ακινήτου από τους Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6, αποστέρηση και γι΄ αυτούς, καθώς και αν αυτός ο περιορισμός ή αποστέρηση είναι ή μη συνταγματικός. Σε σχέση με την διαφορά της έννοιας περιορισμός και στέρησης χρήσιμη είναι η υπόθεση Simonis and another v. The Improvement Board of Latsia
(1984)3 C.L.R. 109, 115, όπου εξηγήθηκε ότι τo να αποστερήσεις σημαίνει να αφαιρέσεις από κάποιον ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο ενώ το να περιορίσεις σημαίνει να περικόψεις ή να μειώσεις ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο. Εάν η αποκοπή είναι τέτοιας έκτασης, ώστε ουσιαστικά να καταργεί το δικαίωμα ή το περιουσιακό στοιχείο, τότε δικαιωματικά μπορεί να θεωρηθεί σαν πράξη αποστέρησης, διαφορετικά πρόκειται για περιορισμό. Στην υπόθεση Manglis and Others v. Republic
(1984)3(A) C.L.R. 351, 361 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε πως σε κάθε υπόθεση όπου οι περιορισμοί ουσιαστικά μειώνουν την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης περιουσίας, ο ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας έχει δικαίωμα για αποζημιώσεις και κατά συνέπεια το Άρθρο 23 του Συντάγματος δεν παραβιάζεται. Σε άλλες υποθέσεις όμως όπου οι περιορισμοί είναι τόσο δραστικοί, που στην ουσία ισοδυναμούν με αποστέρηση της περιουσίας, τότε μπορεί να θεωρηθεί πως είναι αντισυνταγματικοί (βλ. και Alonia (Yeri) Properties Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1989)3 ΑΑΔ 1538). Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Thymopoulos v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, ένας περιορισμός ισοδυναμεί με αποστέρηση όταν επηρεάζει την περιουσία σε τέτοιο βαθμό που την καθιστά τελείως ακατάλληλη για τη συνήθη, κάτω από τις περιστάσεις, χρήση για την οποία προορίζεται. Στην υπόθεση Municipality of Limassol v. Ayia Katholiki Church of Limassol and Others
(1984)3 C.L.R. 1562 αποφασίστηκε ότι στέρηση είναι η ουσιαστική αδρανοποίηση μιας ιδιοκτησίας ανάλογα με τον προορισμό της. Στην απόφαση Καναρά ν. Πρωτοπαπά
(1999)1 ΑΑΔ 801, με αναφορά στην απόφαση Δημητριάδη κ.α. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 ΑΑΔ 85, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Βάσει των διατάξεων του Άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδη και Άλλων ν. Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 ΑΑΔ 85. Όπως διαπιστώθηκε στην απόφαση μας (σελ. 102): «Όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας, που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι στέρηση. Περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρηση της, μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή.» Και στη σελίδα 103 αναφέρεται: «Περιορισμοί απολήγουν σε στέρηση της ιδιοκτησίας οποτεδήποτε καθιστούν τη γη αδρανή για το σκοπό για τον οποίο, εξ αντικειμένου προορίζεται.» Στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του Α. Ν. Λοΐζου, αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 141: «Η άσκηση της εξουσίας για την επιβολή περιορισμών εναποτίθεται στους εκάστοτε φορείς της κρατικής εξουσίας και κανένας δεν μπορεί να την απεμπολήσει. Η υφιστάμενη χρήση γης δεν παρέχει, όμως, κεκτημένο δικαίωμα στους ιδιοκτήτες για μη μεταβολή της. Αν οι περιορισμοί οι οποίοι επιβάλλονται, εξουδετερώνουν ουσιαστικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, η πράξη ακυρώνεται για κατάχρηση εξουσίας. ............................................ Οι περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας δεν προϋποθέτουν την εκ των προτέρων αποζημίωση του ιδιοκτήτη για ζημιά που, ενδέχεται, πιθανό, να υποστεί ως αποτέλεσμα της επιβολής τους. Η αποζημίωση για ουσιαστική μείωση της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας, εξ αιτίας περιορισμών στη χρήση της, καθορίζεται, σε περίπτωση διαφωνίας, από αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο. ............................................ Η παράγραφος 2 προστατεύει το δικαίωμα της περιουσίας από στέρηση ή περιορισμό ή όρους οι οποίοι το επηρεάζουν χάριν του συμφέροντος της Πολιτείας ή των δημοσίων Αρχών και όχι απλώς κάτω από ένα νόμο που ρυθμίζει αστικά δικαιώματα σχετικά με περιουσία. (Neofytos Sofroniou & Others v. The Municipality of Nicosia & Others
(1976)3 C.L.R. 124) ............................................ Για την ερμηνεία της παραγράφου 3 θα πρέπει να γίνεται αναφορά στο Αγγλικό κείμενο ενόψει των διαφορών οι οποίες έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο ότι υπάρχουν μεταξύ των επισήμων Ελληνικών και Τουρκικών κειμένων. Η παράγραφος αυτή, κατά κανόνα, δεν εφαρμόζεται σε νόμιμους περιορισμούς οι οποίοι προϋπήρχαν του Συντάγματος και συνεχίζουν να υφίστανται, χωρίς να το παραβιάζουν μετά την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ. Αναμφίβολα, όμως, μπορεί ένας να προσφύγει για περιορισμούς που τέθηκαν μετά τη 16 Αυγούστου
- (Hussein Ramadan and The Electricity Authority of Cyprus, 1 R.S.C.C.
- Στην υπόθεση αυτή, σελ. 57-58, εξηγείται ο περιορισμός που μπορεί να επιβληθεί μπορεί να είναι πραγματικός ή εξυπακουόμενος "actual" ή "constructive" και ότι ο εξυπακουόμενος περιορισμός μπορεί να προέλθει είτε από την αλλαγή της χρήσης του δουλεύοντος (servient) κτήματος ή ένεκα της λήψης νέας διοικητικής απόφασης. ............................................ Η αρμοδιότητα για την απαλλοτρίωση ακίνητης ιδιοκτησίας για την εκπλήρωση σκοπών δημοσίας ωφελείας, αποτελεί πτυχή της Εκτελεστικής Εξουσίας.» Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, στις σελ. 364 - 366 στο οποίο αναφέρεται ότι: «Αντίθετα, οι περιορισμοί της ιδιοκτησίας συνίστανται σε απώλεια ορισμένων μόνο και όχι όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη δεσμίδα των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας και η αποζημίωση αντιστοιχεί στην απώλεια της οικονομικής αξίας που έχουν τα σχετικά αφαιρούμενα ή περιοριζόμενα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. .................... Είναι όμως σημαντικό να τονισθεί πως παρόλο που οι περιορισμοί είναι συνταγματικά επιτρεπτοί, εντούτοις δεν μπορούν να συρρικνώνουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας σε σημείο εξανεμίσεώς του. Δεν μπορούν δηλαδή οι περιορισμοί να αποδυναμώσουν το δικαίωμα ή να το κενώσουν από τα επιμέρους ωφελήματα σε τέτοιο βαθμό που να παραμείνει δικαίωμα μόνο κατ' όνομα». Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας Αίτησης, η επίδικη υποθήκη Υ8371/2008, ενεγράφη πριν από την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου από την Καθ' ης η Αίτηση 1 και τον Αιτητή, ως εμπράγματο βάρος σε όλο το ενυπόθηκο ακίνητο. Η οικοδομή που ανέγειρε η Καθ' ης η Αίτηση 1, μετά από έρευνα του Κτηματολογίου Λάρνακας στις 5.12.2017 και στις 2.7.2019, διαπιστώθηκε ότι έφτασε μέχρι το σημείο του σκελετού στο ισόγειο, 1ο όροφο και 2ο όροφο. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 μάλιστα, τέθηκε υπό διαχείριση, όπως φαίνεται και από τα τεκμήρια στα οποία έχει γίνει αναφορά προηγουμένως και δεν εκδόθηκε οποιοσδήποτε τίτλος ιδιοκτησίας σε οποιαδήποτε από τα διαμερίσματα που θα ανεγείροντο σε σχέση με αυτήν. Επομένως η επίδικη υποθήκη, προηγείται ως εμπράγματο βάρος του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 5.8.2011 που κατάθεσε ο Αιτητής στο Κτηματολόγιο στις 29.8.
- Σκοπός της υποθήκης, είναι η εμπράγματη εξασφάλιση της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς πληρωμή των οφειλών της Καθ' ης η Αίτηση 1 προς αυτήν. Μέχρι σήμερα αυτό δεν έχει γίνει. Με την απόφαση του Διευθυντή αποφασίστηκε ουσιαστικά η μη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στον Αιτητή και η απαλλαγή του από την υποθήκη. Η εξουσία που δίδεται από το Μέρος IVB του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, στο Διευθυντή του Κτηματολογίου, αποτελεί εξουσία επέμβασης στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της Καθ΄ης η αίτηση 2 και δεν αποτελεί περιορισμό ή επιβολή κάποιου όρου ως προς το πώς το δικαίωμα θα ασκείται, αλλά η ολοκληρωτική ακύρωση και εξάλειψη του δικαιώματος που εκπηγάζει από την υποθήκη. Στην υπόθεση Καναρά, πιο πάνω, αποφασίστηκε ότι βάσει των προνοιών του Άρθρου 23 παράγρ. 4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός της προνοούμενης διαδικασίας της απαλλοτρίωσης, η οποία βέβαια δεν εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όμως αποστέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να επέλθει, μόνον όταν καθορίζεται δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την ιδιοκτησία που απαλλοτριώνεται. Το δικαίωμα που παρέχεται στην Καθ΄ης η αίτηση 2 από το άρθρο 44ΚΒ
(4)του Ν.9/1965 να υποβάλει αίτηση για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του πωλητή δεν αποτελεί ικανοποιητική αποζημίωση ή ανταπόδοση για την αποστέρηση της ιδιοκτησίας της, αφού με βάση τις περιστάσεις της υπό κρίσης υπόθεσης η Καθ΄ης η αίτηση 1 δεν διαφάνηκε ότι διαθέτει άλλη ελεύθερη και απαλλαγμένη εμπραγμάτων βαρών ακίνητη ιδιοκτησία. Ούτε βέβαια αποτελεί δίκαιο μέτρο ισοζυγισμένης στάθμισης περιουσιακών δικαιωμάτων, αφού, αν μη τι άλλο, εκτός των αναφερθέντων πιο πάνω, ο Αιτητής από μόνος του έθεσε τον εαυτό του σε αυτή τη θέση επειδή ενώ υπήρχε η υποθήκη και όφειλε ή με εύλογη προσπάθεια και επιμέλεια μπορούσε να γνωρίζει γι΄ αυτό το γεγονός, αν δεν το γνώριζε όταν προέβαινε στην αγορά, ουδέν έπραξε για να προφυλάξει τον εαυτό του. Η δε αρχή της αναλογικότητας εξόφθαλμα αγνοήθηκε, αλλά και αν λήφθηκε υπόψη, αυτή εφαρμόστηκε λανθασμένα για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν ως άνω. Να σημειωθεί ξανά ότι αν και η επίδικη σύμβαση υποθήκης προηγείται της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου, εντούτοις ο νομοθέτης φαίνεται να μην έλαβε υπόψη αυτή την περίπτωση και τη ζημιά και απώλεια την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής, εδώ η Καθ΄ης η αίτηση 2, θα υποστεί από την εξάλειψη της από το επίδικο οικόπεδο. Στην ουσία ο νομοθέτης προκειμένου να βοηθήσει αυτή την μερίδα των ανθρώπων προέβη σε μια αυθαίρετη και δυσμενή για τα δικαιώματα της Καθ΄ης η αίτηση 2 επιλογή μεταξύ δύο εμπράγματων δικαιωμάτων, εκ των οποίων αυτό της Καθ΄ης η αίτηση 2 προϋπήρχε αυτού του Αιτητή, χωρίς να έχει στοιχειοθετήσει την ανάγκη που εξυπηρετείται με τον περιορισμό των δικαιωμάτων της Καθ΄ης η αίτηση 2 και χωρίς να έχει τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας, αφού η ρύθμιση που έκανε είναι μονόπλευρη και ετεροβαρής, προς όφελος των εγκλωβισμένων αγοραστών, του Αιτητή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σε ό, τι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6, διαφαίνεται ότι με την πώληση, στις 13.11.2017 του ακινήτου και την αγορά από αυτούς επήλθαν και δημιουργήθηκαν, στην ουσία, περιουσιακά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί όλου του ακινήτου, τα οποία, κατ΄ επέκταση της αντισυνταγματικής προσβολής των δικαιωμάτων της Καθ΄ης η αίτηση 2, επηρεάζονται και προσβάλλονται και αυτών. Η αναφερθείσα διάταξη και το Μέρος VIB του Νόμου 9/65, αποτελούν επέμβαση στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση 2 και επομένως αποστερεί στην Καθ' ης η Αίτηση 2, το δικαίωμα της να προβεί σε εκποίηση του ακινήτου προς εξόφληση των οφειλών της Καθ' ης η Αίτηση 1 προς αυτήν. Με όσα το Δικαστήριο έχει αναλύσει και εξηγήσει πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του ότι τα επίδικα άρθρα επί των οποίων δίνεται η εξουσία στο Διευθυντή για έκδοση απόφασης από αυτό βρίσκονται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος, για το λόγο ότι απολήγουν σε αποστέρηση της ιδιοκτησίας της Καθ΄ης η αίτηση 2 και κατ΄ επέκταση των Καθ΄ων η αίτηση 4, 5 και 6, και αν χρειάζεται να λεχθεί και κάτι περισσότερο, χωρίς να εφαρμοστεί η διαδικασία που προβλέπει στο Άρθρο 23.4 του Συντάγματος και χωρίς την καταβολή, στην Καθ΄ης η αίτηση 2, δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Κατά συνέπεια το άρθρο 44ΙΘ αλλά και το Μέρος VIB του Ν. 9/1965, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.139(Ι)/2015, είναι αντισυνταγματικό. ΑΡΘΡΟ 28 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ: ΙΣΟΤΗΤΑ ΟΛΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ Σύμφωνα με το Άρθρο 28 του Συντάγματος όλοι είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου και δικαιούνται να τύχουν ίσης προστασίας και μεταχείρισης. Όπως είναι διατυπωμένο το Άρθρο 28 του Συντάγματος δεν χωρούν περιορισμοί του δικαιώματος αυτού, όπως συμβαίνει με άλλα άρθρα του Συντάγματος, με βάση δε τη νομολογία οι πολίτες προστατεύονται από δυσμενείς διακρίσεις. Η αρχή της ισότητας έχει αναγνωριστεί από σειρά αποφάσεων, όπως η υπόθεση Demetrakis Meletiou and another v. District Labour Officer Nicosia,
(1975)2 AAΔ 21. Στην υπόθεση Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ 119 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το Συντάγματος προβλέπει την ουσιαστική, σε αντίθεση με την φαινομενική, ισότητα. Η δυναμική της αρχής της ισότητας επιβάλλει την ανίχνευση της φύσης, των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου, ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια και να αποκλείεται η ταύτιση των ανομοίων.» Στην Αναθεωρητική Έφεση Αντωνίου Ανδρέας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών και Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών
(1997)3 ΑΑΔ 441 λέχθηκε ότι: «Η αρχή της ισότητας του Άρθρου 28 παραβιάζεται μόνο όταν η διαφοροποίηση δε βασίζεται σε αντικειμενική και εύλογη διάκριση .».Στην Αναθεωρητική Έφεση Σωτηριάδης Ανδρέας ν. Παντελή Θεοφυλάκτου και Άλλης
(2002)3 ΑΑΔ 56 ειπώθηκαν τα κατωτέρω: «Η συνταγματική αρχή της ισότητας συνεπάγεται την ίση ή ομοιόμορφη μεταχείριση «πάντων των υπό τας αυτάς συνθήκας τελούντων» .. Στη Σεργίδης ν. Δημοκρατίας .. υποδεικνύεται, επίσης, ότι η δυναμική της αρχής της ισότητας επιβάλλει την ανίχνευση της φύσης, των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου, ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια και τον αποκλεισμό της ταύτισης των ανομοίων ... Αυτό που απαγορεύει η συνταγματική αρχή της ισότητας είναι η δημιουργία αυθαίρετων, τυχαίων ή συμπτωματικών διακρίσεων..». Στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του Α. Ν. Λοΐζου αναφέρονται τα εξής: «Η αρχή της ισότητας που καθιερώνεται με το Άρθρο αυτό, από την έκφραση "ίσοι ενώπιον του νόμου" στην πρώτη παράγραφο και "δυσμενούς διάκρισης" στη δεύτερη, δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά προστατεύει μόνο από αυθαίρετη διάκριση χωρίς να αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις. Αυτό ισχύει με την ίδια δύναμη στην ερμηνεία της πρώτης παραγράφου του Άρθρου 24, η οποία είναι μια πτυχή της γενικής αρχής της ισότητας. Η δε δικαστική εξουσία περιορίζεται σε έλεγχο υπερβάσεως των ακραίων ορίων. Ίση ρύθμιση υφίσταται όταν ενεργείται όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια μεταχείριση των ανομοίων. Η όμοια μεταχείριση για να είναι ίση προϋποθέτει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων. Αναφορικά με το δικαστικό έλεγχο, ο Δικαστής οφείλει να ερευνά αν πράγματι υπάρχει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων. Ανεξάρτητα δε από την πνευματική κατάσταση ενός ατόμου, τα συνταγματικά δικαιώματα του κάτω από το Άρθρο αυτό διασφαλίζονται πλήρως. Το Άρθρο 28 έχει ως λόγο την ουσιαστική σε αντίθεση με τη φαινομενική ισότητα. Η δυναμική της αρχής αυτής επιβάλλει την ανίχνευση της φύσης, των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου, ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια και τον αποκλεισμό της ταύτισης των ανομοίων.» Στην Αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2)
(1989)3(Γ) ΑΑΔ 1931, 1939, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.το άρθρο 28 εισάγει την Αριστοτελική έννοια της ισότητας. Ταυτίζεται η ισότητα με την ουσιαστική ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων ή υποκειμένων του δικαίου. Ίση μεταχείριση οφείλεται από τον νομοθέτη σε όλα τα άτομα τα οποία βρίσκονται ουσιαστικά στην ίδια θέση ή κατάσταση. Το μέτρο της ισότητας είναι η ομοιογένεια μεταξύ των πραγμάτων ή της κατάστασης ή θέσης των ατόμων που επηρεάζονται από την νομοθεσία. Κριτήριο για τον προσδιορισμό της ομοιογένειας είναι η ουσιαστική σε αντίθεση με την φαινομενική υπόσταση ή την ποσοτική αρίθμηση των υποκειμένων του δικαίου. Το άρθρο 28 αποκλείει τόσο διακρίσεις μεταξύ ομοιογενών όσο και την εξομοίωση ανομοιογενών αντικειμένων. ..Τόσο η συμπερίληψη πραγμάτων ή ατόμων σε ομοιογενή κατηγορία όσο και οι διακρίσεις που γίνονται στα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις ατόμων πρέπει να έχουν, όπως ορίζει η νομολογία, ... λογικό έρεισμα το οποίο να πηγάζει από την ομοιότητα ή διαφορές μεταξύ των πραγμάτων ή των φορέων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. .. Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων περιορίζεται στη διαπίστωση αντίθεσης ή ασυμφωνίας μεταξύ του νόμου και συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων. Δεν επεκτείνεται στον έλεγχο των κινήτρων του νομοθέτη ή τον σκοπό που επιδιώκει να επιτύχει με την θέσπιση της νομοθεσίας ή την σοφία ή το επιθυμητό των μέτρων που λαμβάνονται. Για τον λόγο αυτό δεν θα μας απασχολήσουν οι σκοποί του νομοθέτη .». Επίσης βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.1)
(1989)3 ΑΑΔ 1490. Στην Γεώργιος Χαραλάμπους κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά., Υποθέσεις Αρ. 1480/2011, 1481/2011, 1483/2011, 1484/2011, 1591/2011 και 1625/2011, ημερ. 11.6.2014 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Τo δεύτερο είναι ότι η πρόνοια του Άρθρου 28.1 του Συντάγματος, ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου, «δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά εξασφαλίζει εναντίον των αυθαίρετων διαφοροποιήσεων» (βλ. Mikrommatis v. Republic 2 RSCC 125 και Anastassiou v. Republic
(1977)3 CLR 91). Το Άρθρο 28 δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις που απαιτούνται να γίνουν λόγω της φύσης των πραγμάτων και του γενικού συμφέροντος. Το τρίτο που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι στις περιπτώσεις που προβάλλεται ότι πρόνοια Νόμου είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα τις αρχές της ισότητας, νομολογιακά αναγνωρίζεται όχι μόνο ευρεία εξουσία στο κράτος στον περίπλοκο τομέα της οικονομίας και της δημοσιονομικής ρύθμισης, αλλά και ευρεία ευχέρεια στο νομοθέτη να προσαρμόζει τα οικονομικής και φορολογικής φύσεως νομοθετήματα, ώστε όχι μόνο να είναι δίκαια αλλά να συνάδουν και με τα εκάστοτε δεδομένα και φορολογικές πολιτικές που επιλέγει το κράτος τη δεδομένη στιγμή (βλ. Matsis v. Republic
(1969)3 CLR 245 και Σύγγραμμα Π.Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο-Ατομικά Δικαιώματα, Τόμος Β, παρ. 1415). Όπως τονίστηκε από την Ολομέλεια στην υπόθεση Matsis με αναφορά σε αμερικανική και ινδική νομολογία, η πρόνοια του Συντάγματος που προστατεύει την αρχή της ισότητας, δεν αποσκοπεί στο να εμποδίζει το κράτος να προσαρμόζει με εύλογο τρόπο το δημοσιονομικό και φορολογικό του σύστημα (βλ. Κoufakis ν. Greece, Case No. 57665/12, ημερ. 7.5.2013 (ΕΔΑΔ), σκέψη 31). Γι' αυτό και είναι αδύνατο να τεθούν αυστηροί και άκαμπτοι κανόνες. Η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται με τα δικά της δεδομένα που επικρατούν στην κοινωνία τη στιγμή που ελέγχεται η νομοθετική πρόνοια. Βέβαια, η ευχέρεια του νομοθέτη μπορεί να είναι ευρεία, αλλά δεν είναι απεριόριστη. Κάθε φορολογικής φύσεως νομοθέτημα που εγκρίνεται από τη Βουλή, δεν πρέπει να είναι αυθαίρετο. Σε σχέση με το σκοπό του νομοθέτη θα πρέπει οι πρόνοιες του να θεωρούνται ότι κρίνουν πρόσωπα ή ομάδες στην ίδια θέση με όμοιο τρόπο, χωρίς να προβαίνουν σε πλασματικές διαφορές (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1989)3 ΑΑΔ 1931). Όπως αναφέρεται σε αμερικανική νομολογία όπως υιοθετήθηκε στη Matsis, ανωτέρω (σελ. 259-262), το κριτήριο κατά πόσο μια νομοθετική πρόνοια παραβιάζει την αρχή της ισότητας, είναι κατά πόσο αυτή εναποθέτει αυθαίρετα και χωρίς οποιοδήποτε γνήσιο λόγο, βάρος σε μια ομάδα, ενώ ταυτόχρονα εξαιρεί άλλη ομάδα η οποία είναι ουσιαστικά στην ίδια θέση (βλ. επίσης Anastassiou v. Republic, ανωτέρω). Εκείνο όμως που έχει εξίσου μεγάλη σημασία, είναι ότι η φορολογικής φύσεως νομοθεσία κατανέμει το βάρος κατά τρόπο ίσο μεταξύ εκείνων που αποτελούν μια συγκεκριμένη ομάδα.» Στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)3 ΑΑΔ 192 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Το Άρθρο 28 του Συντάγματος προσδίδει έρεισμα στην εξασφάλιση ίσων ευκαιριών και ιδιαιτέρως καθεστώς ισονομίας σ' όλους τους πολίτες της χώρας (Ηλία ν. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 884). Η αρχή της ισότητας και η αποφυγή οποιασδήποτε μορφής δυσμενούς διάκρισης, αποτελεί το κριτήριο αντίκρισης μιας νομοθετικής πρόνοιας. (In the matter of application by advocates Vassiliades and Vakis
(1971)2 C.L.R. 279). H συνταγματικότητα ενός νόμου είναι δεδομένη, αφού ισχύει απόλυτα η ανάλογη αρχή μέχρι να αποφασιστεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αντίθετο. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441, αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 446. «Στην υπόθεση Republic v. Maria Christoudia and Another
(1988)3 C.L.R. 2622, τονίστηκε ότι το Άρθρο 28 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα ισότητας, ενσωματώνει δε την αρχή της μη δυσμενούς διάκρισης. Δεν απαγορεύει όμως διακρίσεις στη μεταχείριση που θεμελιώνονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών πραγματικών καταστάσεων που βασίζεται στο δημόσιο συμφέρον. Η αρχή της ισότητας του Άρθρου 28 παραβιάζεται μόνο όταν η διαφοροποίηση δε βασίζεται σε αντικειμενική και εύλογη διάκριση (Melis Kyriakides v. Republic
(1969)3 C.L.R. 390). Η ύπαρξη μιας τέτοιας αιτιολόγησης θα πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με το σκοπό του υπό εξέταση μέτρου, έχοντας πάντα κατά νου τις αρχές που συνήθως ισχύουν σε δημοκρατικές κοινωνίες. Το Άρθρο 28 παραβιάζεται όταν αποδεικνύεται καθαρά ότι δεν υπάρχει εύλογη αναλογία μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιούνται και του σκοπού που επιδιώκεται να επιτευχθεί. Επισημαίνεται επίσης ότι μόνη η ισότητα στην αντιμετώπιση, χωρίς να λαμβάνεται υπ΄όψη η ανισότητα των πραγματικοτήτων, δε συνιστά ούτε δικαιοσύνη, ούτε σεβασμό της συνταγματικής αρχής. Όπου σκοποί, πρόσωπα ή καταστάσεις, ουσιαστικά ανόμοιες, τυγχάνουν όμοιας μεταχείρισης, τότε δυνατόν να δημιουργείται δυσμενής διάκριση.» Και επίσης στη σελίδα 447 της ίδιας απόφασης, αναφέρεται: «Το Άρθρο 28 δεν απαγορεύει διακρίσεις που βασίζονται σε αντικειμενική εκτίμηση ουσιαστικά διαφορετικών αντικειμένων και οι οποίες εδράζονται στο δημόσιο συμφέρον, φέρουν δε ισοζύγιο μεταξύ του γενικού συμφέροντος της πολιτείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών του πολίτη. Η αρχή της ισότητας παραβιάζεται μόνο αν η διάκριση δεν είναι αντικειμενική και εύλογη (Παύλος Παύλου ν. Γενικού Εφόρου Εκλογών και Άλλου
(1987)1 C.L.R. 252). Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι το Άρθρο 28 συναρτά την ισότητα με την ουσιαστική ομοιογένεια μεταξύ πραγμάτων και καταστάσεων, σε αντίθεση με τη φαινομενική ή αριθμητική εξίσωσή τους. Η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη είναι πολύ ευρεία (βλέπε μεταξύ άλλων Χαρ. Ι. Φιλιππίδης και Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 378 και Ανδρέας Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119). Το Δικαστήριο εξετάζοντας τη συνταγματικότητα ενός νόμου επικεντρώνει την προσοχή του στην εξεύρεση της ενδεχόμενης πρόσκρουσης προς τη συνταγματική αρχή που εξετάζεται χωρίς να υπεισέρχεται στα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία του εξεταζόμενου νόμου. (Κυπριανού ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8).» Στην υπόθεση Κουτσελίνη, ανωτέρω, καταγράφεται το κατωτέρω απόσπασμα: «Το ζήτημα της καταστρατήγησης και του Άρθρου 28 του Συντάγματος αλλά και άλλων άρθρων του Συντάγματος, στα οποία αναφέρθηκαν κάποιοι από τους αιτητές, καθίσταται υπό τις περιστάσεις άνευ ιδιαίτερης σημασίας, εφόσον οι αιτητές πέτυχαν να δείξουν ότι η επίδικη πρόνοια καταστρατηγεί το Άρθρο
- Όμως θεωρούμε ότι και το Άρθρο 28 του Συντάγματος καταστρατηγείται από την προαναφερόμενη πρόνοια, εφαρμοζόμενη μόνο στους αιτητές, εφόσον αυτοί τίθενται σε δυσμενέστερη θέση έναντι άλλων αξιωματούχων ή συνταξιούχων που βρίσκονται στην ίδια θέση με αυτούς, αλλά δεν επηρεάζονται αρνητικά, όπως οι αιτητές, στο περιουσιακό τους δικαίωμα στη σύνταξη, όπως είναι π.χ. οι αξιωματούχοι που, μετά την συνταξιοδότηση τους, εργάζονται σε θέσεις που δεν εμπίπτουν στη σχετική έννοια του άρθρου 2 του Ν 88(Ι)/
- Δεν θα εξετάσουμε όμως περαιτέρω, αν η καταστρατήγηση αυτή του Άρθρου 28, δικαιολογείται από άλλες υπέρτερες ανάγκες.» Σχετικές, επί των αρχών, είναι και οι υποθέσεις Τραττονικόλα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3 ΑΑΔ 305 και Κυπριακή Δημοκρατία ν. Λακαταμίτη, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 190/2012, ημερομηνίας 4.10.
- Στη συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση, διαπιστώνεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2, είναι φορέας του δικαιώματος που πηγάζει από ελεύθερη βούληση κατάρτισης σύμβασης και εγγραφής υποθήκης από την Καθ' ης η Αίτηση 1, προς όφελος της Καθ΄ης η αίτηση 2, που έγινε σύμφωνα με τον περί Συμβάσεων Νόμο, ΚΕΦ. 149 και τον περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων νόμο 9/
- Από την άλλη, ο Αιτητής είναι φορέας του δικαιώματος που πηγάζει από ελεύθερη βούληση κατάρτισης σύμβασης πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, δυνάμει του ίδιου Νόμου, Κεφάλαιο 149, το οποίο αποτελεί μέρος του ενυπόθηκου ακινήτου, το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση 1 με την εξόφληση του προβαίνει στην επ' ονόματι του Αιτητή εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας. Η Καθ' ης η Αίτηση 2, αποτελεί μέρος της ομάδας των ενυπόθηκων δανειστών που ανέμεναν, λόγω της μη πληρωμής εκ μέρους των οφειλετών τους, να εκποιήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα και να λάβουν το όλο ή μέρος των χρημάτων που δάνεισαν. Ο Αιτητής αποτελεί μέρος μιας άλλης ομάδας, των αγοραστών ακινήτων, τα οποία είναι υποθηκευμένα, για τα οποία προσδοκούσαν αφού κατέβαλλαν το τίμημα της πώλησης να καταστούν κύριοι τους, αφού κατέθεσαν αυτά στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με το καταργηθέν ΚΕΦ. 232 και τον περί Πωλήσεως Ακινήτων, (Ειδική Εκτέλεση), Νόμος 81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε. Παραμένει πραγματικό γεγονός στην υπό κρίση περίπτωση, που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, ότι η υποθήκη ενεγράφη προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση 2, από την Καθ' ης η Αίτηση 1, πριν την κατάθεσή του πωλητηρίου εγγράφου από τον Αιτητή, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Κοινός παρονομαστής των δύο αυτών προσώπων, που κατά τα άλλα ουδεμία συμβατική σχέση έχουν μεταξύ τους, είναι το ενυπόθηκο ακίνητο στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το διαμέρισμα 201 που αγόρασε ο Αιτητής από την Καθ' ης η Αίτηση 1 και τα δύο αυτά δικαιώματα, αποτελούν εμπράγματα βάρη επί του επίδικου ακινήτου. Το δικαίωμα διαγραφής και εξάλειψης της υποθήκης που δίδεται από το Μέρος VIB του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, στον διευθυντή του Κτηματολογίου, δυνάμει αναφερθέντων άρθρων, αποτελεί αυθαίρετη και δυσμενή διάκριση που δεν βασίζεται σε αντικειμενική και εύλογη αναλογία, έχοντας υπόψη ότι εκμηδενίζει το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση
- Από την άλλη δε, όχι μόνο αφήνει ανέπαφο και ανεπηρέαστο το δικαίωμα του Αιτητή, αλλά ευωδώνει αυτό όπου πληρούνται οι προϋποθέσεις για εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του Αιτητή, προκαλώντας έτσι ανισότητα μεταξύ των φορέων των δύο δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, το άρθρο 44ΙΘ του Μέρους VIB του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε, είναι αντίθετο με το Άρθρο 28 του Συντάγματος και επομένως κρίνεται αντισυνταγματικό. Παρόλο ότι το Δικαστήριο έχει αποφασίσει ότι είναι αντισυνταγματικό το αναφερθέν άρθρο 44ΙΘ του Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε και επομένως ένεκα τούτου, αφού στηρίζεται επί αυτών η αγωγή και η υπό κρίση αίτηση, τελειώνει εδώ το θέμα, αφού δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32, του Νόμου 14/60, το Δικαστήριο προς πληρότητα της απόφασης σε περίπτωση που κάνει λάθος, θα προχωρήσει να εξετάσει και τα υπόλοιπα θέματα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως, ως προς τα γεγονότα και το χρονολογικό σημείο που κάθε ένα από αυτά έγινε, αρχής γενομένης από την εγγραφή της υποθήκης που είναι πριν από την υπογραφή της σύμβασης πώλησης του διαμερίσματος 201 μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση 1 και Αιτητή ημερομηνίας 5/08/2011, διαπιστώνω ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2, αφού η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν κατέβαλε τις δόσεις της, προφανώς προχώρησε και επέδωσε την ειδοποίηση Τύπος «Ι», στις 10/04/
- Σε αυτό το σημείο, να παρατηρήσω ότι θα έπρεπε από τότε ο Αιτητής αφού η νομοθεσία για τον εγκλωβισμένο αγοραστή έγινε από το 2015, να λάμβανε το πρώτο σήμα κινδύνου και να προχωρούσε στην κατάθεση αίτησης, με βάση το άρθρο 44ΙΓ πριν την κατάργηση του με το Ν.87(Ι)/2018 ημερ. 13.7.2018 ή μετέπειτα με βάση το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου 9/1965, για ανακοπή της προβλεπόμενης και αναμενόμενης διαδικασίας του πλειστηριασμού, αφού η ειδοποίηση Τύπος «Ι», αν και ενημερωτικής φύσεως, αποτελεί ένα βήμα πριν από την έναρξη της διαδικασίας πώλησης ακινήτου που επέρχεται με την ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ». Όμως ο Αιτητής ουδέν έπραξε. Στις 4/08/2017, επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ», η οποία αποτελεί την έναρξη διαδικασίας του πλειστηριασμού στην οποία καθορίζεται και ημερομηνία πλειστηριασμού, αλλά και πάλι ο Αιτητής δεν προέβη στο διάβημα που έχει αναφερθεί προηγουμένως για ανακοπή του πλειστηριασμού. Ούτε προέβη σε καταχώρηση αίτησης έφεσης εναντίον της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Αφού έχασε την προθεσμία αυτήν, που ας σημειωθεί θα μπορούσε στα πλαίσια αγωγής να εξασφαλίσει, ίσως, διάταγμα που να απαγορεύεται η πώληση και σίγουρο ήταν ότι θα εξασφάλιζε διάταγμα από τη στιγμή που καταχωρούσε αίτηση με βάση το Μέρος VIB, αφού ακριβώς αναφέρεται σε αυτό ότι αναστέλλεται κάθε διαδικασία, δεν το έπραξε. Πέντε ημέρες πριν τον πλειστηριασμό, καταχώρησε την αίτηση ΑΕΑ 363/17, ήτοι στις 8/11/2017, η οποία όμως απευθύνετο στον Διευθυντή του Κτηματολογίου, δεν προέβη σε προληπτικό διάβημα επίδοσης της αίτησης αυτής στην Καθ' ης η Αίτηση 2, με αναφορά ότι αυτή αποτελεί εκ του νόμου αναστολή του πλειστηριασμού και έτσι η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν είχε γνώση αυτού του γεγονότος, όπως και οιοσδήποτε άλλος έλαβε μέρος εις τον πλειστηριασμό, όπως οι Καθ' ων Αίτηση 4, 5 και 6, αγοραστές ολόκληρου του ακινήτου, όχι του διαμερίσματος 201, το οποίο όπως έχει αναφερθεί είναι στη σκελέτωση, αφήνοντας τον πλειστηριασμό να προχωρήσει κανονικά. Ούτε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λάρνακας μπορούσε να γνωρίζει για τον πλειστηριασμό, αφού πρόκειται για ιδιωτικό πλειστηριασμό. Να σημειωθεί ότι από τις €285.000 του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος 201 ο Αιτητής κατέβαλε το ποσό των €130.272,60 σεντς. Παρέμεινε δηλαδή μεγαλύτερο από το 1/2 της καταβολής ολόκληρου του ποσού. Αφού παρήλθαν από τις 8/11/2017 μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής την 1/07/2019, περίπου 20 μήνες, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και η υπό κρίση αίτηση, όταν πλέον έλαβε την ειδοποίηση ημερομηνίας 12/06/2019 του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Η θέση του κ. Κασιανή για αυτήν την επιστολή, είναι ότι δεν αποτελεί απόφαση και ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να αναφερθεί το περιεχόμενο της, το οποίο έχει ως εξής: "Αναφέρομαι στην αίτηση σας με αριθμό φακέλου ΑΕΑ 363/17 που κατατέθηκε στο γραφείο μου στις 8/11 του '17 και αφορά αίτηση μεταβίβασης στο όνομα σας ενός διαμερίσματος αριθμός ΧΧΧ στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 8/2Χ9 φύλλο σχέδιο 40/64 Ε 2, Τεμάχιο 2Χ1 τμήμα 8, ενορία Άγιος Νικόλαος στον Δήμο Λάρνακας και έχετε αγοράσει με το πωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ 684/11, ημερομηνίας 5/08/2011, από την εταιρεία Κ & Y Theodorou Investments and Construction Ltd. Για το διαμέρισμα δεν υπάρχει ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, εν όψει των πιο πάνω και επειδή το ακίνητο της πωλήτριας εταιρείας όπως περιγράφεται πιο πάνω έχει πωληθεί στις 13/11/2017 στη δημοπρασία από τον ενυπόθηκο δανειστή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του μέρους (Β) ΙΑ του περί Μεταβιβάσεως και Ακινήτων Νόμος 9/
- Σας πληροφορώ ότι η αίτηση σας ΑΕΑ 363/17, θα παραμεριστεί εκτός και αν μέσα σε 30 μέρες προσκομίσετε διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Είμαι στη διάθεση σας για οποιανδήποτε διευκρίνιση". Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αυτή αποτελεί απόφαση του Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, με την οποία αναφέρεται ρητώς, ότι θα παραμεριστεί η αίτηση, πρώτο γιατί για το διαμέρισμα δεν υπάρχει ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας και δεύτερο, γιατί πωλήθηκε ολόκληρο το ακίνητο. Διευκρινιστικά του πρώτου σημείου της απόφασης του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, δηλαδή ότι για το διαμέρισμα δεν υπάρχει ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 3, αναφέρεται στην παράγραφο 5 Δ ότι για το αναφερθέν διαμέρισμα 201, που είναι το αντικείμενο του πωλητηρίου εγγράφου, μέχρι σήμερα, δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, ούτε υποβλήθηκε οποιαδήποτε αίτηση για έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας και ότι και στις 2/07/2019, που έγινε έρευνα, διαφάνηκε ότι μέχρι σήμερα η οικοδομή βρίσκεται στον σκελετό. Επομένως έχοντας κατά νου ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου προσβάλλεται με βάση το άρθρο 51 του Ν.9/1965 με αίτηση-έφεση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θα έπρεπε να προσβληθεί η απόφαση αυτή με αίτηση- έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια δε της αίτησης-έφεσης, θα μπορούσε να γίνει αίτηση για έκδοση διατάγματος, το οποίο ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ανέφερε στον Αιτητή ότι αν του προσκόμιζε, θα σταματούσε και δεν θα προχωρούσε στον παραμερισμό της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα αυτή η προσέγγιση του Δικαστηρίου είναι λανθασμένη, προχωρώντας και εξετάζοντας το θέμα των τριών προϋποθέσεων για έκδοση προσωρινού διατάγματος, θα έλεγα ότι ως προς την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον ο πλειστηριασμός έγινε μετά την καταχώρηση της αίτησης ΑΕΑ 363/17, στις 8/11/2017, πληροί τις δύο αυτές προϋποθέσεις. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για περιουσιακά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Αιτητή που σχετίζονται με το πωλητήριο έγγραφο που έχει αναφερθεί προηγουμένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχοντας κατά νου από την άλλη τα περιουσιακά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Καθ΄ης η αίτηση 2 και τα αυτά δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6, αθώων αγοραστών, του ποσού που αυτοί κατέβαλαν για την αγορά ολόκληρου του ακινήτου και της επένδυσης που έκαναν σε αυτό, με σκοπό να ολοκληρώσουν την οικοδομή και να προχωρήσουν οι ίδιοι σε πωλήσεις και ότι δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος γι' αυτό το διαμέρισμα, όπως και για κανένα άλλο διαμέρισμα και ότι ούτε βρίσκεται σε αυτό, ούτε κατέχει αυτό, ούτε είναι ιδιοκτήτης αυτού, ούτε ζει σε αυτό ο Αιτητής, συγκρίνοντας αυτά τα δύο, βρίσκω ότι θα μπορούσε ο Αιτητής σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, να αποζημιωθεί σε χρήμα. Εν πάση περιπτώσει, αν και δεν εξετάζεται το εύλογο και πρόσφορο σύμφωνα με τη νομολογία όταν δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, σε περίπτωση που κάνω λάθος θα εξετάσω και αυτό το θέμα. Έτσι όσον αφορά το εύλογο και δίκαιο, έχοντας κατά νου τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, όπως είναι η καθυστέρηση, που στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση εκ μέρους του Αιτητή να προχωρήσει, έστω, με την παρούσα αγωγή και την αίτηση, κάτι που θα μπορούσε να πράξει πολύ πιο πριν και δεν το έπραξε, και μάλιστα και με άλλες διαδικασίες, όπως επίσης, ως ένας άλλος παράγοντας, οι αποζημιώσεις, αν και δεν είναι το κύριο στοιχείο πάντα σε μια αγωγή, όπως έχω αναφέρει, το ζήτημα εδώ, τίθεται και επί αυτής της βάσης, καθ' ότι το ποσό που έχει καταβάλει ο Αιτητής μέχρι τώρα, είναι €130.000, ενώ από την άλλη οι Καθ' ων Αίτηση 4, 5 και 6, έχουν καταβάλει το ποσό των €358.000 με προοπτική την επένδυση, τα οποία λεφτά ως αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση 6, είναι από δάνειο που τα εξασφάλισαν και ως εκ τούτου η άμεση και γρήγορη διεκπεραίωση των σχεδίων τους για ολοκλήρωση της οικοδομής, θα πρέπει να γίνει άμεσα, κρίνω ότι κλείνει προς την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Όσον αφορά το status quo, το οποίο λαμβάνεται υπόψη όταν οι άλλοι παράγοντες είναι ισοσταθμισμένοι, που δεν είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ως φαίνεται, έχει γίνει η πώληση ολόκληρου του ακινήτου στις 13.11.2017, έχει γίνει η αίτηση για μεταβίβαση και προφανώς, ίσως, ένεκα αυτής της δημιουργηθείσας κατάστασης, δεν έχει γίνει η μεταβίβαση και η έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας μέχρι σήμερα επ΄ονόματι των Καθ΄ων η αίτηση 4, 5 και 6, όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 και 6, έχουν προβεί στην αγορά ολόκληρου του συγκεκριμένου ακινήτου, ενώ από την άλλη ο Αιτητής, σχετίζεται με την αγορά μόνο του διαμερίσματος 201, επομένως και αυτό το στοιχείο, θα λαμβάνετο υπόψη υπέρ των Καθ΄ων η αίτηση, όπου βεβαίως οι άλλοι παράγοντες μεταξύ τους είναι ισοσταθμισμένοι, που, όπως ανέφερα προηγουμένως, δεν είναι. Πρέπει να τονισθεί εμφαντικά ότι, κατά την άσκηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, το Δικαστήριο έχει κατά νου όλο το υλικό που βρίσκεται ενώπιον του και διαδραματίζει τον ουσιαστικό ρόλο στην προσπάθειά του να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει, αν φανεί ότι λανθασμένα δεν χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα (βλ. υπόθεση Χρίστου Ευστρατίου ν. Dicran Oyzounian and Company Limited, εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus, Πολιτική Έφεση 292/2010, ημερομηνίας 20/01/2014, ECLI:CY:AD:2014:A38και Milton Investment Company Ltd κ.ά. ν. Dryden Group Ltd, Πολιτική Έφεση 424/2011, 27/03/2014), ECLI:CY:AD:2014:A
- Στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση 71/11 ημερομηνίας 16/04/14, αναφέρεται ότι: «Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Έχοντας αυτά κατά νου, βρίσκω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ΄ων η αίτηση. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου με βάση τις υποθέσεις ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ ν. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ
(2002)2 ΑΑΔ 522, ΛΥΡΑΣ ν. ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΛΤΔ
(1996)1 ΑΑΔ 1401, CONSTANTINIDES ν. VIMA LTD κ.ά.
(1983)1 CLR 348, ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΦΥΛΑΚΩΝ ν. ΤΖΕΝΝΑΡΟ ΠΕΡΡΕΛΛΑ
(1995)1 ΑΑΔ 217, RASHID v. ΠΑΠΟΡΗ Πολιτική Έφεση 198/2012, ημερομηνίας 6.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A274 και την Πολιτική Έφεση 33/2016, ημερομηνίας 28.5.2019, ECLI:CY:DOD:2019:8, όπου σ΄ αυτές αναλύεται σε όλο το φάσμα το θέμα της κατάχρησης διαδικασίας, κρίνω ότι σε αυτή την περίπτωση, με βάση τα γεγονότα όπως τα έχω αναφέρει προηγουμένως, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και επομένως το Δικαστήριο θα ανέκοπτε και για αυτόν τον λόγο την παρούσα διαδικασία. Ως προς τα υπόλοιπα θέματα, εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι παρέλκουν εξέτασης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται, πλέον έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3, 4, 5 και 6, (για τους Καθ΄ων η αίτηση 4, 5 και 6 ένα σετ εξόδων γιατί είναι κοινή η ένσταση τους) και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Σημείωση: Όπως έχει αναφερθεί από το Δικαστήριο πάρα πολλές φορές open court, έστω και αν δεν αναφερθεί ρητά ότι τα έξοδα θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης, αυτό εννοείται όταν η διαδικασία είναι ενδιάμεση πριν την ολοκλήρωση της αγωγής, έτσι και σε αυτή την περίπτωση τα έξοδα εννοείται ότι θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο