← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. DUNDEE κ.α., Αρ. Αγωγής: 1385/2012, 9/7/2019

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. DUNDEE κ.α., Αρ. Αγωγής: 1385/2012, 9/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1385/2012 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσας ΚΑΙ

  1. XXXXX XXXXX DUNDEE
  2. M. MILIOTOU INVESTMENTS LTD
  3. RAPHAEL PANAYIS PROPERTIES LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 9.7.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα : κ. Α. Φασιανού για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 1 : κα Γ. Καραμαλλή για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η H Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.6), το οποίο τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.1.2016, αξιώνει εναντίον του Εναγομένου 1, αφού εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στις 23.1.2013, το ποσό των €293.989,08 πλέον τόκο 9% από 1.1.2012 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30.
  4. και 31.
  5. εκάστου έτους, δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 9.7.2008 και διάφορα διατάγματα και/ή απόφαση δυνάμει δύο συμφωνιών εκχώρησης δικαιωμάτων του Εναγομένου 1, ημερ. 11.7.2008, επί των δύο πωλητηρίων εγγράφων ημερ. 3.12.2007, μεταξύ του Εναγομένου 1 και των Εναγομένων 2 και 3, οι οποίες συμφωνίες δανείου και εκχώρησης υπογράφηκαν από δικηγόρο ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος (δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 18.5.2008). Με την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι

(1)ουδέποτε ζήτησε και/ή συγκατατέθηκε και/ή συμφώνησε όπως του παραχωρηθεί το εν λόγω δάνειο,
(2)αν υπογράφηκε σύμβαση δανείου, η υπογραφή τέθηκε από δικηγόρο χωρίς να το γνωρίζει και/ή χωρίς τη συγκατάθεση του και/ή χωρίς να του κοινοποιηθεί εκ των προτέρων το περιεχόμενο και οι όροι της συμφωνίας δανείου και/ή χωρίς να του επεξηγηθούν τούτοι και οι συνέπειες αυτών,
(3)ότι η δικηγόρος ενήργησε καθ΄ υπέρβαση της εξουσιοδότησης της, εναντίον της οποίας επιφυλάσσει τα δικαιώματα του,
(4)το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο παραχωρήθηκε στη δικηγόρο υπό τον όρο ότι οποιαδήποτε έγγραφα υπογράφονταν απ΄ αυτή θα παρουσιάζονταν σε αυτή προς επιθεώρηση και/ή έγκριση και/ή νοουμένου θα χρησιμοποιούσε το πληρεξούσιο έγγραφο με σύνεση και/ή προς το συμφέρον του,
(5)τα έγγραφα που έχουν υπογραφεί από την δικηγόρο είναι άκυρα καθότι τούτο έγινε χωρίς την έγκρισή του και/ή κατά παράβαση των οδηγιών του και/ή καθ΄ υπέρβαση της εξουσιοδότησης του,
(6)διαζευκτικά και χωρίς βλάβη των πιο πάνω οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι καταχρηστικοί και/ή αποφασίστηκαν και τέθηκαν κατά την απόλυτη και μονομερή κρίση της Ενάγουσας και/ή είναι παράνομοι και/ή επαχθείς και/ή παραβιάζουν τις διατάξεις του Περί Αθέμιτων Πρακτικών και ή την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές,
(7)Ουδέποτε έλαβε το αναφερθέν δάνειο από την Ενάγουσα για αγορά ακινήτου και/ή για άλλο σκοπό και διαζευκτικά και άνευ βλάβης τούτου αν ήθελε αποδειχθεί η παραχώρηση του ποσού της σύμβασης δανείου σε αυτό, τούτο έγινε χωρίς τη θέληση και/ή τη συγκατάθεση του και/ή την έγκριση του,
(8)η συμφωνία εκχώρησης έγινε από τη δικηγόρο χωρίς την συγκατάθεση και/ή έγκριση του και/ή χωρίς να του κοινοποιηθεί και/ή να γνωρίζει εκ των προτέρων το περιεχόμενο της και/ή κατά παράβαση των οδηγιών του και/ή καθ΄ υπέρβαση της εξουσιοδότησης της,
(9)εάν αποδειχθεί ότι η συμφωνία δανείου είναι δεσμευτική, το αξιούμενο ποσό δεν είναι το πραγματικά οφειλόμενο και ότι αποτελεί προϊόν παράνομων χρεώσεων τόκων, εξόδων και ότι ο τόκος υπερημερίας αποτελεί ποινική ρήτρα,
(10)δεν παρέλαβε τις επιστολές και αν κριθεί ότι η συμφωνία δανείου είναι δεσμευτική γι΄ αυτόν τότε δεν έγινε δεόντως ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου και/ή είναι παράνομος και ως εκ τούτου δεν είχε δικαίωμα να εγείρει την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα,
(11)αν δεν κριθεί ότι η συμφωνία εκχώρησης είναι άκυρη τότε δεν έχει το δικαίωμα η Ενάγουσα να αξιώνει ως η παράγραφος 18Β(α)-(η), Γ(α)-(η) και Δ(α)-(γ) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης γιατί η Ενάγουσα είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη και ως εκ τούτου αποτελεί κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης και/ή της θέσης ισχύος και/ή είναι αθέμιτη εμπορική πρακτική και/ή αποτελεί παράβαση των δικαιωμάτων του ως καταναλωτής δυνάμει της Ευρωπαϊκής και Κυπριακής Νομοθεσίας και
(12)η Ενάγουσα δεν έχει νόμιμο και η συμβατικό δικαίωμα για τις αξιώσεις 18Β(δ) και Γ(δ), για τους λόγους που ήδη αναφέρει στην παράγραφο 12(α) της Έκθεσης Υπεράσπισης του, αλλά διαζευκτικά και γιατί με τη συμφωνία εκχώρησης δεν εκχωρούνται εμπράγματα δικαιώματα επί των ακινήτων αλλά προσωπικά δικαιώματα και επομένως δεν μπορεί η Ενάγουσα να αξιώνει την ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου αφού δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/2011, ενώ όσον αφορά τις αξιώσεις 18Β(ε) και (η) και 18Γ(ε) και (η) δεν έχει νόμιμο και ή συμβατικό δικαίωμα, ως ανωτέρω αναφέρεται και τέλος
(13)δεν οφείλει κανένα ποσό στην Ενάγουσα και η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Η Ενάγουσα με την Απάντηση στην Υπεράσπιση απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και αφού θέτει τους δικούς της ισχυρισμούς και για άλλους επαναλαμβάνει όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της, ζητεί την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου 1. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τέσσερις
(4)μάρτυρες, την XXXXX Σολωμού Χριστοφόρου (Μ.Ε.1), της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασής της αποτέλεσε δήλωση-κατάθεση της ως Έγγραφο Α, στην οποία ανέφερε ότι για αρκετά χρόνια μέχρι και την 31.1.2018 ήταν λειτουργός στο τμήμα παρακολούθησης και ανάκτησης χρεών της Ενάγουσας και από την 1.2.2018 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, (στο εξής Altamira), δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της Ενάγουσας και της Altamira. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira ενεργεί διά λογαριασμό της Ενάγουσας και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Ενάγουσας και συναφών θεμάτων μεταξύ των οποίων και η παρούσα σύμβαση Δανείου. Επίσης εξήγησε τις διάφορες συγχωνεύσεις και επονομασίες που έλαβε η Ενάγουσα μέχρι την ημέρα που έδινε την μαρτυρία της. Προς τούτο κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων. Συγκεκριμένα στις 9.7.2008, η Ενάγουσα παραχώρησε δάνειο ύψους €292.000, δυνάμει σύμβασης δανείου, στον Εναγόμενο 1 μέσω της πληρεξούσιας του, Μ.Ε.4, Τεκμήριο 2, αφού προηγουμένως ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε στις 18.5.2008 τα πληρεξούσια έγγραφα, Τεκμήρια 3 και
  1. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 συμφωνία εκχώρησης ημερ. 11.7.2008 για τα δικαιώματα του Εναγομένου 1 επί του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 3.12.2007, μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Εναγομένης 3, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, καθώς και ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 18.5.
  2. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 για επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα υπέγραψαν και ενέγραψαν στις 22.8.2008 την υποθήκη με αρ. 5841/2008 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, για την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης και ως Τεκμήριο 12 το έγγραφο υποθήκης ίδιας ημερομηνίας. Επίσης ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε συμφωνία εκχώρησης ημερ. 11.7.2008, Τεκμήριο 8, ενώ το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 3.12.2007 για άλλο διαμέρισμα μαζί με ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 10 και 9, αντίστοιχα. Επειδή ο Εναγόμενος 1 δεν τήρησε τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, η Ενάγουσα, αφού έστειλε επιστολή ημερ. 19.7.2011 με την οποία ενημέρωνε όλους τους Εναγομένους περί τούτου, Τεκμήριο 13, στη συνέχεια τερμάτισε αυτή με επιστολή ημερ. 12.12.2011, Τεκμήριο 14, προς τους Εναγομένους και ακολούθησε η παρούσα αγωγή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήριο 16 αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Ακόμη κατέθεσε ως Τεκμήριο 17, βεβαίωση ημερομηνίας 10.7.
  3. Επιπλέον κατέθεσε ως Τεκμήριο 18, επιστολή ημερομηνίας 21.2.2008, ως Τεκμήριο 19, επιστολή ημερομηνίας 1.5.2008 και ως Τεκμήριο 20 ηλεκτρονική αλληλογραφία. Μετά την έγερση της αγωγής δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό. Ως εκ τούτου αξιώνεται το οφειλόμενο ποσό των €452.792,24 πλέον τόκο 6.50% από 1.7.2018 μέχρι εξόφλησης των τόκων κεφαλαιοποιημένων κάθε 30.
  4. και 31.
  5. εκάστου έτους, τα διατάγματα που αναφέρονται στην ΄Εκθεση Απαίτησης και τα έξοδα. Ως Μ.Ε.3 κάλεσε την Φανή Ιακώβου, η οποία εργάζεται στους δικηγόρους που εκπροσωπούν την Ενάγουσα από το 2007, η οποία επιβεβαίωσε ότι αυτή σύνταξε τις επιστολές Τεκμήρια 13 και 14 και αποστάληκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο στις διευθύνσεις των Εναγομένων 1, 2 και 3 που οι ίδιοι δήλωσαν. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 κατάσταση με τα στοιχεία των Εναγομένων, τα οποία τους δόθηκαν από την Ενάγουσα και ως Τεκμήριο 22 απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου ημερ. 22.12.2011 μαζί με αντίγραφο της ημερομηνίας 12.12.2011, οι οποίες επιστολές δεν επιστράφηκαν πίσω. Τέλος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 23 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 17.5.2013 με επισυνημμένα το αντίγραφο εμβάσματος μαζί με αίτηση για επίδοση δικαστικών εγγράφων μέσω του Ε.Κ.1393/
  6. Ως Μ.Ε.2 κάλεσε τον XXXXX Πιερή, ο οποίος ανέφερε ότι το 2008 εργαζόταν στη ΣΠΕ Μακράσυκας στο τμήμα δανείων, εξυπηρέτησης, ετοιμασίας εγγράφων και υπογραφών αυτών. Τώρα εργάζεται στην ΚΕΔΙΠΕΣ. Του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 2, 5 και 8 τα οποία αναγνώρισε όπως και την υπογραφή του επί αυτών, το ένα ως λειτουργός για την Ενάγουσα και τα άλλα δύο ως μάρτυρας. Τέλος ως Μ.Ε.4 κάλεσε την δικηγόρο και λέκτορα στο ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, XXXXX Παπακλεοβούλου, η οποία εξήγησε πως έγινε πελάτης της ο Εναγόμενος 1, όπως και την υπογραφή εκ μέρους της ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Εναγομένου 1, στις αναφερθείσες συμφωνίες και στα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 24, οδηγίες του Εναγομένου 1 προς αυτή, ως Τεκμήριο 25, επίσης οδηγίες του Εναγομένου 1 προς αυτή, ως Τεκμήριο 26, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 11.8.2008, ως Τεκμήριο 27, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 8.8.2008 και ως Τεκμήριο 28, δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Όλοι οι μάρτυρες της Ενάγουσας αντεξετάστηκαν από τη συνήγορο του Εναγομένου 1 και κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον XXXXX Ορφανίδη, Μ.Υ., ο οποίος είναι ταχυδρομικός επιθεωρητής και ο οποίος εξήγησε τη διαδικασία αποστολής συστημένων και μη επιστολών και δη στη Βόρεια Ιρλανδία. Στη γραπτή της αγόρευση η δικηγόρος της Ενάγουσας, αφού προέβη σε μία εισαγωγή σε σχέση με το τι απαιτείται, ακολούθως αναφέρθηκε στην απαίτηση, στην υπεράσπιση και στην απάντηση στην υπεράσπιση, ενώ προέβη και σε αναφορές από την μαρτυρία που έδωσαν οι Μ.Ε.1, 2, 3 και 4 και ο Μ.Υ. Κάλεσε δε το Δικαστήριο όπως κρίνει τους μάρτυρες αυτούς αξιόπιστους. Τέλος, καταλήγει με την εισήγηση ότι το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση ως ανωτέρω αναφέρεται. Από την άλλη, στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του Εναγομένου 1 ουσιαστικά επαναλαμβάνονται όσα αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, δίδοντας έμφαση, αφού σχολίασε την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στα ακόλουθα σημεία: (α) Δεν κατόρθωσε η Ενάγουσα να αποδείξει την αξίωση της για το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό γιατί η μαρτυρία που παρουσίασε δεν συνάδει με το άρθρο 22(α) του Περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9, αφού εκ πρώτης όψεως απόδειξη με βάση το άρθρο αυτό αποτελεί για όσες δοσοληψίες και λογαριασμούς είναι καταχωρισμένα στο αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου, εδώ η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 15 και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, επειδή δεν αποδεικνύεται σε αυτό το ύψος του επιτοκίου με το οποίο η Ενάγουσα χρέωνε τον επίδικο λογαριασμό και ούτε αποδείχθηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία οιαδήποτε καταχώρηση που αποτυπώνεται στον επίδικο λογαριασμό. (α1) Επίσης δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 22 και 35
(3)του ΚΕΦ. 9, ούτε με βάση την μαρτυρία της Μ.Ε.1, ούτε με άλλη μαρτυρία γιατί δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι τα Τεκμήρια 15 και 16 αποτελούν μέρος ενός από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας, ότι αυτό βρίσκεται στη φύλαξη της Ενάγουσας, ότι έχει γίνει σύγκριση των Τεκμηρίων 15 και 16 με τις καταχωρήσεις που υπάρχουν στο βιβλίο και ότι έχει εκτυπωθεί και αναπαριστά το βιβλίο αυτό και δεν εξηγήθηκε πως ετοιμάστηκε η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. (β) Δεν έγινε νόμιμος τερματισμός αφού οι επιστολές στάληκαν σε άλλη διεύθυνση από αυτή που δήλωσε ο Εναγόμενος 1, στην οποία έπρεπε να αποσταλούν σύμφωνα με την παράγραφο 15 του Τεκμηρίου 2. Σημειώνει και τονίζει το γεγονός ότι η επιστολή ημερ. 21.2.2008, Τεκμήριο 18, στάληκε στη διεύθυνση που είχε δηλώσει ο Εναγόμενος 1 στη συμφωνία δανείου. Ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε άλλαξε διεύθυνση και η Ενάγουσα δεν προσκόμισε αντίθετη μαρτυρία. Επομένως, καταλήγει, ο Εναγόμενος 1 δεν έλαβε γνώση του τερματισμού και ως εκ τούτου ο τερματισμός να μην είναι νόμιμος. Επί αυτού σχολιάζει ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.3, που ανέφερε ότι οι επιστολές δεν επιστράφηκαν πίσω, δεν ευσταθεί αφού σύμφωνα με τον Μ.Υ. οι επιστολές που αποστέλλονται με απλό ταχυδρομείο δεν επιστρέφονται στον αποστολέα αν δεν παραληφθούν. Επίσης δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της ότι οι επιστολές αποστάληκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση αφού δεν προσκομίστηκε οιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει τούτο. Το Τεκμήριο 21 που παρουσίασε η Μ.Ε.3 ως αποδεικτικό για την τελευταία γνωστή διεύθυνση του Εναγομένου 1, αποτελεί ένα πίνακα με κάποια στοιχεία για τον οποίο δεν αναφέρθηκε από ποιον ετοιμάστηκε και από ποιον έγινε επιβεβαίωση των στοιχείων επ΄ αυτού. Επικαλέσθηκε δε σχετική νομολογία. (γ) Επίσης η Ενάγουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει το επιτόκιο αφού σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο συναποτελείτο από βασικό επιτόκιο 4%, πλέον 1.5% περιθώριο, ενώ όπως προκύπτει από τη μαρτυρία αυτό αυξήθηκε σε 9% και από την 1.7.2016 και μετά σε 6.5% χωρίς να παρουσιαστεί οιαδήποτε ανακοίνωση η ειδοποίηση που να δικαιολογεί την αυξομείωση του επιτοκίου για όλη την διάρκεια του λογαριασμού και επομένως δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας δανείου. Ακόμη, συνέχισε, ότι δεν δικαιούτο η Ενάγουσα στην τροποποίηση του είδους του επιτοκίου, όπως και για το ύψος του γιατί αποτελεί καταχρηστική ρήτρα η παράγραφος 7(c) της σύμβασης δανείου, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1), 4 και 5
(1)(ε) του Ν.93(Ι)/1996, ως τροποποιήθηκε. (δ) Αν και η θέση του Εναγομένου 1 είναι ότι η συμφωνία δανείου υπογράφηκε με βάση μη έγκυρο πληρεξούσιο έγγραφο διότι η υπογραφή απαιτείται να τεθεί στην παρουσία "notary public" και να φέρει την σχετική σφραγίδα και εν συνεχεία να γίνει "apostille", για το οποίο θέμα σχετικές είναι οι επιστολές, Τεκμήρια 18 και 19, που αναφέρεται στα πιο πάνω ή στην παρουσία "Cyprus High Commissioner in London". Όπως διαφάνηκε τα πληρεξούσια έγγραφα, Τεκμήρια 3 και 4, στη βάση των οποίων υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία δανείου δεν έγιναν "apostille» και ως εκ τούτου δεν πληρείται η προϋπόθεση αυτή ως απαιτείται. Επίσης οι αναφερθείσες συμφωνίες υπογράφηκαν από την Μ.Ε.4 χωρίς να είχε εξασφαλίσει την συγκατάθεση του Εναγομένου 1 ως προς το περιεχόμενο και τους όρους τους, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ίδια τη μαρτυρία της Μ.Ε.4, αφού
(1)στα Τεκμήρια 24 και 25 γίνεται αναφορά ότι το πρόσωπο που τα υπογράφει συμφωνεί και έχει αντιληφθεί τους όρους της συμφωνίας δανείου και υποθήκης, χωρίς να επισυνάπτονται σε αυτά αντίγραφα των κειμένων των δύο αυτών συμφωνιών ή τουλάχιστον στην ημερομηνία αυτών, για να επιβεβαιώνεται ότι πρόκειται γι΄ αυτά,
(2)Η ηλεκτρονική αλληλογραφία που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 26 είναι μεταγενέστερη της υπογραφής των επίδικων συμφωνιών, οι οποίες σύμφωνα με την Μ.Ε.1 υπογράφηκαν στις 9.7.2008, που εν πάση περιπτώσει στο εν λόγω έγγραφο γίνεται αναφορά σε υπογραφή υποθήκης και όχι συμφωνίας δανείου,
(3)Η αλληλογραφία, Τεκμήριο 27, αφορά αλληλογραφία μεταγενέστερη των συμφωνιών που έγιναν στις 9.7.2008. Σε κάθε περίπτωση δε τα έγγραφα που επισυνάπτονται με αυτή είναι έγγραφα τα οποία φέρουν διαφορετική ημερομηνία, η δε συνημμένη σε αυτό συμφωνία δανείου φέρει ημερομηνία 9.6.2008 ενώ η επίδικη είναι ημερομηνίας 9.7.2008 και η συμφωνία εκχώρησης είναι ημερομηνίας 10.7.2008 και οι επίδικες συμφωνίες εκχώρησης ημερομηνίας 11.7.2008,
(4)Το σύνολο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, Τεκμήριο 28, είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας υπογραφής των επίδικων συμφωνιών και αφορούν τα διαμερίσματα Α2-FXX2 και Β1-FXX2, τα οποία δεν είναι τα επίδικα, καθώς και με την Alpha Bank για πιστωτικές διευκολύνσεις και τέλος
(5)δεν υπάρχει ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ της Μ.Ε.4 και του Εναγομένου 1, αλλά γινόταν μεταξύ της Μ.Ε.4 και προσώπων άσχετων με τον Εναγόμενο 1, η σχέση των οποίων δεν έχει καταδειχθεί με τον Εναγόμενο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. ωσδφ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Από την υπόθεση Χριστιάνας Πάλμα Μαυροσκούφη ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολιτική Έφεση 352/08, ημερομηνίας 16.4.2014 παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα: «Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του μόνο στη βάση της εντύπωσης που διαμόρφωσε γι΄ αυτούς, παρόλο που υπενθύμισε ότι το στοιχείο αυτό είναι παράγοντας εξαιρετικής σημασίας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273). Προχώρησε και σε εξέταση της μαρτυρίας εκάστου των μαρτύρων με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα, πειστικότητα και της σύγκρισης της με την υπόλοιπη μαρτυρία, όπως έχει υποδειχθεί και στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506.» Στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος, ως διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.ά. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1746 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπου στην ουσία υπάρχει μια μόνο εκδοχή για ένα επίδικο θέμα, ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας καθίσταται πολύ πιο δύσκολος και το έργο του δικαστηρίου πιο λεπτό απ' ότι στις συνήθεις περιπτώσεις. Στην υπόθεση Wynne v. Mavronicolas κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον τρόπο που το δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει επίδικα θέματα για τα οποία υπάρχει μια μόνο εκδοχή. Στη σελ. 1145-6 της πιο πάνω απόφασης, αναφέρθηκε ότι:- "Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο."» Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους Μ.Ε.1 και 3, των οποίων μέρος της μαρτυρίας τους αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση τους όπως και τους Μ.Ε.2 και 4 και του Μ.Υ. και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, τη σαφήνειας τους, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και το γεγονός ότι για κανένα από αυτούς δεν έγινε εισήγηση ότι είπαν ψέματα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η διαφωνία των δύο πλευρών βρίσκεται στην προσέγγιση ως προς την ερμηνεία των όσων αναφέρθηκαν από αυτούς. Κρίνω ότι ήταν σαφείς, ειλικρινείς, ευθείς και μάρτυρες της αλήθειας. Ως εκ των πιο πάνω οι Μ.Ε.1, 2, 3, 4 και το Μ.Υ., κρίνονται αξιόπιστοι σε όλη την έκταση της μαρτυρίας τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, η οποία έτυχε συγχωνεύσεων και αλλαγής ονομασίας ως φαίνεται από το Τεκμήριο 1. Δυνάμει γραπτή σύμβασης δανείου ημερομηνίας 9.7.2008, Τεκμήριο 2, την οποία υπέγραψε η Μ.Ε.4 ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγομένου 1, Τεκμήρια 3 και 4, για την αγορά δύο διαμερισμάτων, ένα στο XXXXX LUXURY APARTMENTS και ένα στο XXXXX APARTMENTS, αντίστοιχα στη Λάρνακα, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις σε δάνειο ύψους €292.000 σε αυτό. Σύμφωνα δε με τη βεβαίωση της Μ.Ε.4, Τεκμήριο 17, τα Τεκμήρια 3 και 4 ήταν σε ισχύ. Εν τω μεταξύ ο τότε διευθυντής της ΣΠΕ Μακράσυκας, απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 21.2.2008, Τεκμήριο 18, με την οποία ζητούσε από τον Εναγόμενο 1 να παρουσιάσει πληρεξούσιο έγγραφο προς την Μ.Ε.4 η οποία ανέφερε ότι ήθελε δάνειο ο Εναγόμενος 1. Ο Εναγόμενος 1 απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 1.5.2008, Τεκμήριο 19, με την οποία επισύναπτε και τα δύο πληρεξούσια έγγραφα, Τεκμήρια 3 και 4, υπογραμμένα και σφραγισμένα. Επίσης η Μ.Ε.4 ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Εναγομένου 1 υπέγραψε στις 11.7.2008 δύο
(2)συμφωνίες εκχώρησης, Τεκμήρια 5 και 8, των δικαιωμάτων του που εκπηγάζουν από τα πωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 3.12.2007, Τεκμήρια 7 και 10, ενώ υπέγραψε και δύο
(2)ανέκκλητα πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 1.5.2008, Τεκμήρια 6 κα 9, αφού εξήγησε ότι δεν ήταν 18 αλλά «1 st» δηλαδή «1», ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 για επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα υπέγραψαν σύμβαση και δήλωση υποθήκης μαζί με έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 22.8.2008, Τεκμήρια 11 και
  1. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Μ.Ε.4 υπέγραψε για τον Εναγόμενο 1 (άλλο θέμα το νόμιμο της υπογραφής της Μ.Ε.4 για τον Εναγόμενο 1, το οποίο θα εξεταστεί στη συνέχεια σε άλλο μέρος της απόφασης) την σύμβαση δανείου, όπως και τα υπόλοιπα έγγραφα που αναφέρονται ανωτέρω, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τη δικηγόρο του Εναγομένου 1 ότι δεν ήταν η υπογραφή της στη σύμβαση δανείου και στα άλλα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν. Επίσης η Μ.Ε.4 ανέφερε ότι είναι αυτή η ίδια που υπέγραψε όλα τα αναφερθέντα έγγραφα ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Εναγομένου 1 και ο Μ.Ε.2 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ήταν ο ίδιος προσωπικά που είδε την Μ.Ε.4 ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Εναγομένου 1 να υπογράφει τα Τεκμήρια 2, 5 και 8 και έθεσε την υπογραφή της επί αυτών, ως μάρτυρας της υπογραφής της στα Τεκμήρια 5 και 8 και στο Τεκμήριο 2 ως λειτουργός της Ενάγουσας. Να σημειωθεί ότι η Μ.Ε.4 είχε ηλεκτρονική αλληλογραφία με τον Εναγόμενο 1 και αυτός με τον τότε διευθυντής της ΣΠΕ Μακράσυκας και την Μ.Ε.4, ως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο
  2. Συγκεκριμένα μετά από ηλεκτρονικό μήνυμα της Μ.Ε.4 προς τον Εναγόμενο 1, ημερ. 6.10.2008 για να δώσει οδηγίες στη ΣΠΕ Μακράσυκας για απελευθέρωση πληρωμής από το δάνειο του, ο Εναγόμενος 1 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα την ίδια ημερομηνία προς τον τότε διευθυντή της ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ, μέσω του Μιχάλη, υπαλλήλου της ΣΠΕ Μακράσυκας, με θέμα την απελευθέρωση πληρωμής, στο οποίο έδιδε την συγκατάθεση του για την δεύτερη φάση πληρωμής. Στο Τεκμήριο 20 εμφαίνεται ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 17.2.2009, από την XXXXX@dundeegroup.co.uk προς τον τότε διευθυντή της ΣΠΕ Μακράσυκας με το οποίο απελευθέρωνε πληρωμή της επόμενης φάσης για το διαμέρισμα στο RAPHAEL, μετά που απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς αυτή στις 16.1.
  3. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα συνεχίζουν με την εν λόγω εταιρεία επένδυσης, η οποία με το ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερομηνίας 14.7.2009 ζητεί να τις αποστείλει ο τότε διευθυντής της ΣΠΕ Μακράσυκας φωτοτυπίες της συμφωνίας πώλησης και εκχώρησης του Εναγομένου 1 και της Darran Dundee για τρία διαμερίσματα μεταξύ των οποίων και το διαμέρισμα του Τεκμηρίου 7 στο RAPHAEL, ενώ όπως φαίνεται από το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 10.3.2010 από τον τότε διευθυντή της ΣΠΕ Μακράσυκας συνέχιζε να ενημερώνεται πλήρως ο Εναγόμενος 1 για το δάνειο και τις πληρωμές αφού αναφέρεται στο διαμέρισμα στο OLYMPUS. Επειδή ο Εναγόμενος 1 δεν τήρησε τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, ήτοι την πληρωμή των δόσεων, η Ενάγουσα διά μέσου των δικηγόρων της, αφού έστειλε την επιστολή ημερομηνίας 19.7.2011 προς τον Εναγόμενο 1 και κοινοποίηση τούτης προς τους Εναγόμενους 2 και 3, Τεκμήριο 13, ακολούθως τερμάτισε αυτή με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 12.12.2011, Τεκμήριο 14 προς τους Εναγόμενους 1, 2και
  4. Τόσο η επιστολή Τεκμήριο 13 όσο και η επιστολή Τεκμήριο 14 αποστάληκαν στον Εναγόμενο 1 στη διεύθυνση 55 XXXXX Road, XXXXX, XXXXX, XXXXX, Northern Ireland. Ακολούθως επειδή ο Εναγόμενος 1, αλλά και οι άλλοι Εναγόμενοι, δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς την Ενάγουσα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Η ειδοποίηση αγωγής επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 στην ως άνω διεύθυνση, κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.11.2012 για υποκατάστατη επίδοση, μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, με βάση και τον Ε.Κ.1393/2007, στις 27.6.2013, ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου και το Τεκμήριο 23 και καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγορικού γραφείου την 1.8.2013, χωρίς καμιά επιφύλαξη. Ουδέποτε δε καταχωρήθηκε αίτηση για ακύρωση της επίδοσης αυτής. Σύμφωνα με την επιστολή Τεκμήριο 14 η Ενάγουσα θα χρέωνε από την 1.7.2011 το οφειλόμενο ποσό εκ €283.962,88 σεντς με τόκο 9% και κεφαλαιοποίηση του κάθε 30.
  5. και 31.
  6. εκάστου έτους. Η Ενάγουσα αποφάσισε τη μείωση του επιτοκίου σε 6,5% από την 1.7.
  7. Σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, η οποία έγινε δυνάμει του Τεκμηρίου 15, που αποτελεί την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, ως ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας, που επιβεβαίωσε με την μαρτυρία της η Μ.Ε.1, δυνάμει του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ. 9, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό την 29.6.2018 ανήρχετο στις €452.792,24 πλέον τόκο 6,5%. Πριν αποσταλούν οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού, Τεκμήρια 13 και 14, η ΣΠΕ Μακράσυκας έστειλε σε αυτούς το Τεκμήριο 21, στο οποίο φαίνεται η διεύθυνση του Εναγομένου 1, στην οποία αποστάληκαν οι επιστολές Τεκμήρια 13 και
  8. Η αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 12.12.2011 με συστημένο ταχυδρομείο επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  9. Η επίδοση της ειδοποίησης της αγωγής και των άλλων σχετικών εγγράφων μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ως ήδη αναφέρθηκε, επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  10. Οι οδηγίες του Εναγομένου 1 προς την Μ.Ε.4 για το διαμέρισμα Β2-FXX2 στο RAPHAEL και για το διαμέρισμα X2 στο OLYMPUS κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 24 και 25 αντίστοιχα. Ότι ο Εναγόμενος 1 έδωσε οδηγίες στη Μ.Ε.4 να συνεχίσει με όλες τις διαδικασίες για τις υποθήκες υπογράφοντας αντ΄ αυτού χρησιμοποιώντας την εξουσιοδότηση που είχε, οι λεπτομέρειες των οποίων περιέχονται στο πληρεξούσιο έγγραφο, φαίνονται από το Τεκμήριο 26, ημερ. 11.8.
  11. Οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό μετά την καταχώρηση της αγωγής. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και Απάντηση στην Υπεράσπιση και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών, έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων και τις υποθέσεις Μαρσέλ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερ. 17.10.2014 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση Αρ. 398/2011, ημερ. 12.2.2018. Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση για να αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ήτοι η σύμβαση δανείου, Τεκμήριο 2, πρέπει να αποδειχθεί ότι η υπογραφή του από τη Μ.Ε.4 έγινε κατόπιν νόμιμης εξουσιοδότησης και εντός των πλαισίων του περιεχομένου και όρων αυτής. Η Μ.Ε.4 προς τεκμηρίωση της πληρεξουσιοδότησης της από τον Εναγόμενο 1 αναφέρθηκε στα Τεκμήρια 3 και 4, με βάση τα οποία υπέγραψε τη σύμβαση δανείου εκ μέρους του Εναγομένου 1 για την αγορά των δύο ακινήτων, δυνάμει δύο πωλητηρίων εγγράφων, Τεκμήρια 7 και 10 ημερομηνίας 3.12.2017 από τον Εναγόμενο 1 ως αγοραστή από τους Εναγόμενους 2 και 3 ως πωλητές, τα οποία πωλητήρια έγγραφα υπέγραψε ο ίδιος ο Εναγόμενος
  1. Σε αντίθεση με την θέση της συνηγόρου του Εναγομένου 1, τα πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 1.5.2008 υπογράφηκαν από και στην παρουσία "notary public" και φέρει τη σχετική σφραγίδα όπως εμφανώς και ολοκάθαρα αποδεικνύεται από την σχετική αναφορά "signed and sealed in my presence by XXXXX XXXXX DUNDEE .." και φέρει τη σφραγίδα και την υπογραφή του "notary public" στο κάτω πίσω μέρος του φύλλου χάρτου που αποτελεί τη δεύτερη σελίδα των πληρεξουσίων εγγράφων Τεκμήρια 3 και
  2. Όμως είναι ορθό ότι τα Τεκμήρια 3 και 4 δεν έγιναν "apostille". H παράλειψη αυτή δεν έχει την σημασία και δεν μπορεί να προσλάβει την μορφή ακυρότητας των πληρεξουσίων εγγράφων, Τεκμήρια 3 και 4, ως η εισήγηση της συνηγόρου του Εναγομένου
  3. Όχι μόνο γιατί ο Εναγόμενος 1 δεν μπορεί να επικαλείται την δική του παράλειψη και γιατί η αποδοχή της Ενάγουσας των Τεκμηρίων 3 και 4 με κάτι λιγότερο από αυτό που ζητούσε αφορά την ίδια την Ενάγουσα και όχι τον Εναγόμενο 1, ο οποίος είναι αποδεδειγμένο πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 3 και 4, άλλωστε δεν επικαλείται πλαστογραφία, αλλά και γιατί στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε με την Μ.Ε.4 και τον τότε διευθυντή της ΣΠΕ Μακράσυκας και τον XXXXX που ενεργούσε γι΄ αυτόν, επικαλείται και παραπέμπει στα πληρεξούσια έγγραφα Τεκμήρια 3 και 4 για την αποδέσμευση χρημάτων για πληρωμή από το επίδικο δάνειο ή για άλλες ενέργειες ή πράξεις. Ως προς τη θέση της συνηγόρου του Εναγομένου 1 ότι η Μ.Ε.4 δεν είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του Εναγομένου 1 πριν υπογράψει τις αναφερθείσες συμφωνίες, ως προς το περιεχόμενο και τους όρους τους, επειδή με τα Τεκμήρια 24 και 25 δεν επισυνάπτονται οι συμφωνίες δανείου και υποθήκης, ουδεμία σημασία έχει αφού σε κάθε ένα από αυτά αναφέρεται το ακίνητο για το οποίο δίνεται το ανέκκλητο πληρεξούσιο, το οποίο ακίνητο, σε αντίθεση με ό,τι αναφέρει η συνήγορος, που αναφέρεται στα τεκμήρια 3 και 4 ανταποκρίνεται στα Τεκμήρια 24 και 25, αντίστοιχα. Ούτε βέβαια ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία, Τεκμήριο 26, είναι μεταγενέστερη της συμφωνίας δανείου 9.7.2008, Τεκμήριο 2, ανατρέπει το έγκυρο της συμφωνίας αυτής. Απεναντίας από προσεκτική μελέτη διαπιστώνεται το αντίθετο από ότι εισηγείται η συνήγορος του Εναγομένου
  4. Το ίδιο ισχύει και για την ηλεκτρονική αλληλογραφία, Τεκμήριο
  5. Ούτε η διαφορετική ημερομηνία που φέρουν τα έγγραφα που επισυνάπτονται με το Τεκμήριο 27, σύμβαση δανείου, δηλαδή 9.6.2008 και 9.7.2008 και η συμφωνία εκχώρησης 10.7.2008 αντί 11.7.2008, έχει οιαδήποτε σημασία αφού πρόκειται για την μεν συμφωνία δανείου το ίδιο το γεγονός της συμφωνίας αυτής χωρίς διαφορές, ενώ δε για την συμφωνία εκχώρησης για το ίδιο ακίνητο. ΄Οσον αφορά το Τεκμήριο 28, που είναι ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταγενέστερη της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 9.7.2008, πράγματι δεν αφορά τα δύο ακίνητα για τα οποία έγινε η σύμβαση δανείου ημερ. 9.7.2008, όμως αυτό που αποδεικνύουν είναι η αλήθεια αυτών που ανέφερε η Μ.Ε.4 για τις επενδύσεις της οικογένειας Dundee. Δεν ευσταθεί η θέση ότι δεν υπάρχει ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της Μ.Ε.4 και του Εναγομένου 1, αφού ναι μεν η Μ.Ε.4 επικοινώνησε και με άλλο πρόσωπο που φαίνεται ότι εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο 1 στη χώρα του, όμως ο Εναγόμενος 1 είχε ηλεκτρονική αλληλογραφία και με την Μ.Ε.4 και με τον πρώην διευθυντή της ΣΠΕ Μακράσυκας, που σε κάποια από αυτή, όπως αναφέρεται ανωτέρω με αναφορά στο Τεκμήριο 20, ο τελευταίος ζητούσε από τον Εναγόμενο 1 να δώσει οδηγίες στη Μ.Ε.4 να ενεργήσει σχετικά με το δάνειο, πράγμα που έκανε ο Εναγόμενος 1, βλ. Τεκμήριο
  6. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ως άνω, δηλαδή το έγκυρο της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο
  7. Επίσης έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Β), δηλαδή η παράβαση όρου σύμβασης, αφού δεν τηρούνταν οι όροι αυτής, δηλαδή δεν πληρώνονταν οι δόσεις ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 15 και την μαρτυρία της Μ.Ε.
  8. Ακόμη έχει αποδειχθεί και το στοιχείο (Γ), ήτοι ο τερματισμός του λογαριασμού όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 14, το οποίο η δικηγόρος του Εναγομένου 1 αμφισβήτησε, γιατί κατ΄ αυτή δεν αποστάληκε στη διεύθυνση που δήλωσε ο Εναγόμενος 1 στη σύμβαση δανείου. Συγκεκριμένα η Μ.Ε.3 ανέφερε ότι συντάχθηκε από αυτή, ελέγχθηκε από δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα και αποστάληκε συστημένη, Τεκμήριο 22, η συγκεκριμένη επιστολή στον Εναγόμενο 1, Τεκμήριο
  9. Επί αυτού αναφέρεται, σύμφωνα και με την μαρτυρία της Μ.Ε.3 και ως εξάγεται, ότι δεν επιστράφηκε. Η μη επιστροφή της επιστολής συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχε παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθυνόταν, βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ
  1. Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκε αντιστρέφεται και είναι ο Εναγόμενος 1 που επικαλείται τη μη παραλαβή της που πρέπει πλέον να αποδείξει ότι δεν έλαβε την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Η μαρτυρία του Μ.Υ. το μόνο που πρόσφερε ήταν η διαδικασία που ακολουθείται και τι συμβαίνει με την Βόρεια Ιρλανδία, η οποία όμως δεν αποδεικνύει ότι δεν παραλήφθηκε η επιστολή από τον Εναγόμενο. Η θέση της Υπεράσπισης ότι άλλη διεύθυνση δηλώθηκε στη σύμβαση δανείου και σε άλλη διεύθυνση αποστάληκε και ως εκ τούτου καταδεικνύει και την μην παραλαβή της στερείται ερείσματος για τον απλούστατο λόγο ότι η ειδοποίηση της αγωγής με τα άλλα έγγραφα επιδόθηκε σύμφωνα με τον Ε.Κ.1393/2007 στον Εναγόμενο 1 στη διεύθυνση που αποστάληκε και η επιστολή τερματισμού και αμέσως έδωσε οδηγίες και καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από δικηγόρο που διόρισε, γεγονός που αποδεικνύει την ορθότητα της διεύθνσης που είχε η Ενάγουσα όταν απέστειλε την επιστολή, Τεκμήριο 14, στον Εναγόμενο
  2. Επίσης το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16 ως η δήλωση του δικηγόρου της Ενάγουσας. Τούτο έχει δύο πτυχές. Πρώτο, αν αυτό αποτελεί απότοκο παραβίασης της νομοθεσίας αφού προβάλλεται ο ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι η σύμβαση δανείου δεν έγινε σύμφωνα με τις σχετικές νομοθεσίες και περιέχει καταχρηστικούς όρους και ως εκ τούτου είναι άκυρη και δεύτερο, όποιο και να είναι το οφειλόμενο ποσό, αποδείχθηκε με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Θα έλεγα, σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για παράβαση της νομοθεσίας στη σύμβαση δανείου, δεν υπήρχε καμιά παράβαση γιατί η Ενάγουσα ενήργησε σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία. Ο Εναγόμενος 1 επέλεξε, με ελεύθερη βούληση, να προβεί στη σύμβαση δανείου μέσω δικηγόρου που διόρισε ως πληρεξούσια αντιπρόσωπο του, που εκ της ιδιότητας της κατανοεί τους όρους αυτής. Επίσης, όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, η δικηγόρος του Εναγομένου 1 δεν παρουσίασε οιανδήποτε μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύει συγκεκριμένα σημεία παράβασης της σύμβασης δανείου εκ μέρους της Ενάγουσας ή της νομοθεσίας και ποιος όρος ή ποια χρέωση είναι παράνομη υπό το πρίσμα της νομοθεσίας ή της σύμβασης δανείου. Απλή άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης, που περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς των παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης, οι οποίοι στη συνέχεια δεν προωθήθηκαν με ανάλογες υποβολές ή ερωτήσεις με αντεξέταση κυρίως της Μ.Ε.1, εκτός του θέματος του τόκου, έτσι ώστε από τη μία να τεθεί η θέση της Υπεράσπισης και συνάμα να αμφισβητηθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας και από την άλλη να δοθεί η ευκαιρία στη Μ.Ε.1 να απαντήσει εκ μέρους της Ενάγουσας, δεν αρκεί για να τεθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας υπό αμφισβήτηση. Αλλά και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η σχετική αντεξέταση αυτό το σκοπό είχε, δεν ανέδειξε καμιά παρανομία και καμιά παράβαση της σύμβασης δανείου. Μάλιστα, όταν δεν πρόσφερε καμία μαρτυρία. Όμως ως προς το θέμα της αύξησης του τόκου σε 9% από την 1.7.2011, σύμφωνα με το Τεκμήριο 14, αυτό δεν δικαιολογείται με οιονδήποτε τρόπο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σύμβαση δανείου, στην οποία προβλέπεται κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο συναποτελείται από 4% συν 1,5% περιθώριο και τόκο υπερημερίας 2%. Παρόλο που υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι αυτοί απορρίπτονται, στο βαθμό που εξηγείται ανωτέρω, αλλά και με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, ζητείται μόνο ο τόκος επί του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς αυτούς διαπιστώνεται ότι στους όρους της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 2, προβλέπονται οι χρεώσεις για οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο, μεταξύ των οποίων το επιτόκιο καθώς και άλλες επιβαρύνσεις. Δεν υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ποιά χρέωση από αυτές που καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 16, επιβλήθηκε κατά παράβαση είτε της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 2, είτε κάποιας από τις σχετικές νομοθεσίες ή ποιος όρος της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 2, εκτός από τον τόκο, είναι αντίθετος ή κατά παράβαση των σχετικών νομοθεσιών. Στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί από το Τεκμήριο 16, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του ειδικό, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που σχετίζονται με διάφορες επιβαρύνσεις πλην των σχετικών με τον τόκο. Για τον τόκο θα επανέλθω σε κατοπινό στάδιο, αφού τούτος πρέπει να συμβαδίζει με όσα προβλέπονται στη σύμβαση δανείου. Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται και αυτή η θέση. Όσον αφορά την άλλη πτυχή του στοιχείου (Δ), η οποία κατά την εισήγηση της συνηγόρου του Εναγομένου 1 δεν αποδείχθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην αγόρευσή της και καταγράφονται ανωτέρω, η Μ.Ε.1, η οποία κατέθεσε τα Τεκμήρια 15 και 16, έστω και αν δεν έγινε με βάση το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, ανέφερε στη δήλωση-κατάθεσή της ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 15, η οποία αρχίζει από την ημέρα ανοίγματος του λογαριασμού και/ή εκταμίευσης του ποσού του δανείου και φτάνει μέχρι τις 30.6.2018 και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, ότι αυτές αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας και παράχθηκαν, ως εξάγεται από τις παραγράφους 15 και 16 της δήλωσης-κατάθεσης της Μ.Ε.1, Έγγραφο Α, σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται ρητά στις παραγράφους 15 και 16 της δήλωσης-κατάθεσης της Μ.Ε.1 ότι, (α) η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο15 και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, αποτελούν μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης των τραπεζικών λογαριασμών των πελατών της Ενάγουσας, δηλαδή είναι από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9), (β) ότι η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (άρθρο 22
(2)του Κεφ. 9), (γ) ότι τα βιβλία βρίσκονται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9) και (δ) ότι τα Τεκμήριο15 και 16 έχουν συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθά (άρθρο 22
(3)του Κεφ.9), το οποίο μάλιστα αποτελεί επιτακτική ανάγκη για απόδειξη του οφειλομένου υπόλοιπου ποσού, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίγραφο της καταχώρησης, στην περίπτωσή μας τα Τεκμήριο 15 και 16, ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη. Όμως η Ενάγουσα δεν επέμενε στο ποσό που φαίνεται στο Τεκμήριο 15, αλλά ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 16, επί τη βάσει του Τεκμηρίου 15, μείωσης του ποσού του Τεκμηρίου 15, για το οποίο ουδεμία αμφισβήτηση χωρεί, με βάση τα όσα ανάφερε η Μ.Ε.1, ότι εκπληρώθηκαν όλα τα πιο πάνω. Σύμφωνα δε με την μαρτυρία της Μ.Ε.1 στις 25.11.2016, δηλαδή 4 ½ χρόνια περίπου μετά την καταχώρηση της αγωγής στις 27.4.2012, η Ενάγουσα αποφάσισε όπως το επιτόκιο μειωθεί σε 6,5% από την 1.7.
  1. Αυτό σίγουρα αποτελεί ένδειξη ότι η Ενάγουσα, για δικούς της λόγους, έκρινε ότι είναι ορθότερο ή και δικαιότερο το οφειλόμενο ποσό να χρεωθεί με το αναφερθέν επιτόκιο. Όμως παραμένει η επιβολή τόκου 9% από 1.7.2011 μέχρι 30.6.2016 επί του τότε οφειλόμενου ποσού. Τόκος ο οποίος δεν δικαιολογείται με βάση τις πρόνοιες της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 2, στην οποία προνοείτο κυμαινόμενο επιτόκιο με βασικό επιτόκιο 4% συν 1.5% περιθώριο και σε περίπτωση υπερημερίας ακόμη 2%, σύνολο δηλαδή 7,5%. Από τη στιγμή όμως που μείωσε το επιτόκιο σε 6,5% από 1.7.2016 και επειδή κρίνω ορθότερο και δικαιότερο ο τόκος υπερημερίας να είναι της τάξης του 1% αφού δεν παρουσιάστηκε ζημιά της τάξης του 2% όπως και για την περίοδο 1.7.2011 έως 30,6,2016 είναι 6,5%. Από τη στιγμή δε του τερματισμού είναι ορθό όπως το επιτόκιο είναι σταθερό. Επομένως, ως εκ των πιο πάνω, η Ενάγουσα απέδειξε το οφειλόμενο ποσό προς αυτήν από τον Εναγόμενο 1, ως τούτο φαίνεται στο Τεκμήριο 14, ήτοι το ποσό των €283.962,
  2. Ως προς την εισήγηση της δικηγόρου του Εναγομένου 1 ότι δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα διατάγματα της αξίωσης 18Β(α)-ή και Γ(α)-(η) που σχετίζονται με τις συμφωνίες εκχώρησης, αφού πρώτα κρίνεται ότι οι συμφωνίες εκχώρησης υπογράφηκαν από την Μ.Ε.4 νόμιμα σύμφωνα με τα πληρεξούσια έγγραφα, Τεκμήρια 3 και 4, δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση της αυτή, αφού τα διατάγματα αυτά ζητούνται ακριβώς στο πλαίσιο των όσων διαλαμβάνονται στις δύο συμφωνίες εκχώρησης. Άλλο θέμα είναι η επιτυχία, σε περίπτωση αίτησης, π.χ. της ειδικής εκτέλεσης των συμβάσεων πώλησης με βάση το Ν.81(Ι)/
  3. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον του Εναγομένου
  4. Όσον αφορά τους άλλους ισχυρισμούς που προβλέπονται στην Έκθεση Υπεράσπισης αλλά τελικά δεν προωθήθηκαν κατά την αντεξέταση των Μ.Ε. ή κατά την αγόρευση της συνηγόρου του Εναγομένου 1, θεωρείται ότι τούτοι εγκαταλείφθηκαν. Εν πάση περιπτώσει εξετάζοντας αυτούς βρίσκω ότι δεν ευσταθούν και η Ενάγουσα δικαιούται και στα αιτούμενα διατάγματα. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1, για το ποσό των €283.962,88 με τόκο 6,50% από 1.7.2011 ετησίως μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδονται Διατάγματα ως η παράγραφος 18 Β(α), (β), (γ), (δ), (ε) (i) και (η) (i), Γ(α)(i), (β), (γ), (δ) (ε) (i) και (η) (i) της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης, πλέον έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1, ομού και κεχωρισμένα με τους υπόλοιπους Εναγόμενους στο βαθμό που είναι κοινά, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.