PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LIMITED ν. JOANNOU & PARASKEVAIDES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 142/2019, 13/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 142/2019 Μεταξύ: PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LIMITED Ενάγουσας ΚΑΙ JOANNOU & PARASKEVAIDES LIMITED Εναγομένης ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 17.4.2019 ΓΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ημερομηνία: 14.6.2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα ‑ Αιτήτρια: κ. Χ. Κυριακίδης με την κα Γ. Αθανασίου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη ‑ Καθ' ης η Αίτηση: κ. Σ. Φωτίου για Χρίστης και Σια ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕX‑ΤEMPORE) Η Ενάγουσα ‑ Αιτήτρια (στο εξής Αιτήτρια) καταχώρησε την παρούσα αγωγή με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ.6) στις 13.2.
- Με αυτή αξιώνει το ποσό των €370.111,77 σεντς περιλαμβανομένου ΦΠΑ ως ποσό οφειλόμενο ως αντάλλαγμα για πώληση προϊόντων ή/και συμφωνίας και/ή στη βάση τιμολογίων ή/και ως υπόλοιπο τιμολογίων ή/και εκκαθαρισμένου λογαριασμού ή/και άλλως πως, νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης και έξοδα. Η αγωγή επιδόθηκε στις 19.2.2019 ως διαπιστώνεται από την ένορκη δήλωση επίδοσης με επισυναπτόμενο το κλητήριο ένταλμα που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη ‑ Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής Καθ' ης η Αίτηση) καταχώρησε εμφάνιση στις 4.3.
- Στις 17.4.2019 η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία εξαιτείται συνοπτικής απόφασης ως η αξίωση της. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Αιτήτριας, o οποίος είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει δε ότι έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, ως εκ της ιδιότητας του, αφού κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την αγωγή ήταν υπάλληλος της Αιτήτριας στο τμήμα ελέγχου και πιστώσεων της Αιτήτριας και υπεύθυνος για την ετοιμασία, την εποπτεία και τον έλεγχο των ανεξόφλητων τιμολογίων των πελατών, καθώς και ετοιμασία καταστάσεων πελατών αναφορικά με τα προβληματικά και ανεξόφλητα τιμολόγια, θέση την οποία κατέχει μέχρι σήμερα. Είναι δε υπεύθυνος να φροντίζει για την κατοχή και φύλαξη όλων των σχετικών εγγράφων και έχει υπό την ευθύνη του την παρακολούθηση των εκδοθέντων από την Αιτήτρια τιμολόγια στα οποία περιλαμβάνονται και τα ανεξόφλητα τιμολόγια της Καθ' ης η Αίτηση. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτονται 9 Τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1 δέσμη απλήρωτων τιμολογίων αναφορικά με τις αγορές καρτών, ως Τεκμήριο 2 δέσμη απλήρωτων τιμολογίων αναφορικά με λάδια, ως Τεκμήριο 3 την κατάσταση λογαριασμού από την οποία προκύπτει το οφειλόμενο ποσό, ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 9.5.2018, ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 8.6.2018, ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 3.7.2018, ως Τεκμήριο 7 η ένορκη δήλωση μαζί με αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 10.10.2018, ως Τεκμήριο 8 βεβαίωση υπολοίπου ημερομηνίας 2.5.2017 και ως Τεκμήριο 9 βεβαίωση υπολοίπου ημερομηνίας 6.3.
- Η αίτηση βασίζεται στη Δ.18 Θ.1 έως 9, Δ.39, Δ.48 Θ.1 έως
- Δ.59, Δ.64, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η Αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 7.6.2019, με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
- Η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η Αγωγή της Ενάγουσας/Αιτήτριας είναι εσφαλμένη και/ή παράτυπη και/ή πάσχει νομικά και/ή αντικανονική καθώς έχει καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, το οποίο στερείται δικαιοδοσίας και/ή της κατά τόπο αρμοδιότητας να εκδικάσει την εν λόγω Αγωγή καθώς η βάση της Αγωγής βρίσκεται εντός της Επαρχίας Λευκωσίας και/ή η συμφωνίας πώλησης και παράδοσης των καυσίμων συνομολογήθηκε εντός της Επαρχίας Λευκωσίας και/ή στην έδρα της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση η οποία βρίσκεται εντός της Επαρχίας Λευκωσίας και/ή οποιαδήποτε παραλαβή των προϊόντων πραγματοποιούνταν εντός της Επαρχίας Λευκωσίας.
- Η υπό κρίση Αίτηση στερείται νομικού και/ή ουσιαστικού ερείσματος και ως εκ τούτου είναι παράνομη και/ή νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή αυθαίρετη και/ή αστήρικτη και/ή αναιτιολόγητη και/ή άνευ αντικειμένου και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν πληροί και/ή δεν ικανοποιεί και/ή δεν δικαιολογεί υπό τις περιστάσεις τις προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δια την άσκηση διακριτικής ευχέρειας ως προς την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης.
- Η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση έχει καλόπιστη και/ή βάσιμη και/ή ισχυρή Υπεράσπιση με βάση τα γεγονότα, την οποία δικαιούται να προβάλλει κατά την ακρόαση της Αγωγής.
- Η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας («good defence on the merits») η οποία είναι καλόπιστη και επί των νομικών θεμάτων και φαίνεται στην επισυνημμένη Ένορκο Δήλωση.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο.
- Η απαίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας δεν είναι εκκαθαρισμένη ούτε και δύναται να αξιολογηθεί και/ή να επιβεβαιωθεί και/ή να επαληθευθεί μέσω της συνοπτικής διαδικασίας.
- Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση έγινε από άτομο ο οποίος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει προσωπικά τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθότι δεν έχει ιδία και θετική γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη υπόθεση αλλά ούτε και αναφέρεται σε τέτοια γνώση που να δύναται να αποσείσει το βάρος που φέρει και/ή ούτε και είναι Αξιωματούχος της Ενάγουσας/Αιτήτριας εταιρείας.
- Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως τύχει έγκρισης η Αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας για Συνοπτική Απόφαση καθώς σε τέτοια περίπτωση θα παραβιαστεί το θεμελιώδες άρθρο 6
(1)της της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) ως αυτή κυρώθηκε με το Νόμο 39/62 καθώς και στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί κατάφωρη αδικία και/ή θα στερηθεί της πρόσβασης στη Δικαιοσύνη και/ή θα στερηθεί του δικαιώματος να ακουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια στερείται του δικαιώματος να προωθεί την Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση καθότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά αντίθετα, ήρθε με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
- Η Ένορκη Δήλωση που έχει καταχωρηθεί προς υποστήριξη της Αίτησης δεν επιβεβαιώνει και/ή δεν τεκμηριώνει και/ή δεν δικαιολογεί και/ή δεν υποστηρίζει την κατ' ισχυρισμό έλλειψη Υπεράσπισης της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση.
- Η βασιμότητα ή μη του δικαιώματος της Ενάγουσας/Αιτήτριας στις αιτούμενες δια της Έκθεσης Απαίτησης αξιώσεις της θα πρέπει να τύχει δικαστικής κρίσης ορθά και δίκαια με την προσκόμιση απαραίτητης μαρτυρίας έπειτα από ακροαματική διαδικασία.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια επιδιώκει να μετατρέψει τη διαδικασία Συνοπτικής Απόφασης σε δίκη επί της ουσίας κατά παράβαση της πάγιας επί του θέματος Νομολογίας.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα Αγωγή ένεκα της συμπεριφοράς της.
- Τυχόν απόφαση προς έγκριση της Αίτησης θα είναι ακροσφαλής εφόσον έκδηλα η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή Υπεράσπιση στην Αγωγή.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια έχει στην κατοχή της εσφαλμένες καταστάσεις λογαριασμού και/ή καταστάσεις λογαριασμού που δεν αφορούν την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση και/ή καταστάσεις λογαριασμού που δεν καταγράφουν το ορθό υπόλοιπο της οφειλής, το οποίο είναι κατά πολύ χαμηλότερο και σε περίπτωση έκδοσης Συνοπτικής Απόφασης θα επηρεαστεί το δικαίωμα της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση σε δίκαιη δίκη.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια παρουσιάζει έγγραφα ως δήθεν αναγνώριση χρέους τα οποία όμως πάσχουν νομικά και/ή δεν έχουν καμία νομική ισχύ καθότι υπογράφηκαν καλόπιστα εκ μέρους της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση υπό συνθήκες που ισοδυναμούν με απάτη εκ μέρους της Ενάγουσας/Αιτήτριας καθώς μόνο εκ των υστέρων αντιλήφθηκε η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση ότι τα αναφερόμενα ποσά ήταν υπερχρεωμένα και/ή δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
- Η υπό εξέταση Αίτηση είναι μη εξυπηρετική της ανάγκης απονομής δικαιοσύνης και δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις του Νόμου έτσι ώστε να δικαιολογείται και/ή να καθίσταται εύλογη και/ή δίκαιη η έκδοση Συνοπτικής Απόφασης.
- Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και/ή η Νομολογία για την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης.
- Η εν λόγω Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταχωρίστηκε προς ικανοποίηση αλλότριων και/ή παράνομων σκοπών της Ενάγουσας/Αιτήτριας και/ή για τον σκοπό δημιουργίας πίεσης στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτριας τελεί υπό πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα.
- Η υπό έλεγχο Αίτηση βασίζεται σε αυθαίρετα και αβάσιμα συμπεράσματα.
- Δεν έχει τεθεί το απαραίτητο πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στην υπό κρίση Αίτηση και/ή η Αίτηση δεν προσδιορίζει όλες τις απαραίτητες δικονομικές διατάξεις επί των οποίων εδράζεται.
- Η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση δεν οφείλει το ποσό το οποίο αξιοί η Ενάγουσα/Αιτήτρια.
- Άνευ βλάβης, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση πράγματι οφείλει το όποιο ποσό στην Ενάγουσα/Αιτήτρια, το εν λόγω οφειλόμενο ποσό δεν ανέρχεται στο ποσό των €370.111,17 ως η αξίωση της Ενάγουσας/Αιτήτριας αλλά σε πολύ μικρότερο και/ή χαμηλότερο ποσό, το ύψος του οποίου δεν παρέχονται τα αποδεικτικά μέσα και/ή δεν παρέχεται η ευχέρεια στο Σεβαστό Δικαστήριο ώστε να υπολογιστεί κατά το παρόν στάδιο της Αίτησης και χωρίς την προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας εκατέρωθεν.
- Άνευ βλάβης, με την υπό εξέταση Αίτηση καλείται το Δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και/ή της διαφοράς και να προβεί, κατά τρόπο μη επιτρεπτό και/ή προβλεπόμενο, σε ευρήματα επ' αυτής χωρίς να ακουστεί η πλευρά της Εναγόμενης/Αιτήτριας.
- Η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία εάν εκδοθεί η Συνοπτική Απόφαση χωρίς να ακουστεί καθώς θα κριθεί εξ' αποφάσεως οφειλέτης ποσού που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και επομένως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα υπέρ της απόρριψης της αίτησης.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας τείνει υπέρ της μη έκδοσης Συνοπτικής Απόφασης και/ή τυχόν έκδοση Συνοπτικής Απόφασης είναι άδικη και/ή υπερβολική και/ή εσφαλμένη και/ή αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας και/ή δεν αποτελεί το ενδεδειγμένο και/ή κατάλληλο και/ή ορθό δικονομικό μέτρο.
- Η υπό εξέταση Αίτηση πάσχει καθότι εδράζεται σε Ένορκη Δήλωση που καταγράφει γενική και/ή αόριστη μαρτυρία και όχι σαφή και ισχυρή μαρτυρία ως επιτάσσει η νομολογία για την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτριας δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο «με καθαρά χέρια» και/ή δεν έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα πλήρη και/ή αληθή περιστατικά και/ή γεγονότα της υπόθεσης. Ουσιώδης μαρτυρία, έγγραφα αλλά και γεγονότα έχουν αποκρυβεί από το Δικαστήριο.
- Το Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση καλείται από την Ενάγουσα/Αιτήτρια όπως εκδικάσει και/ή αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων στη βάση ελλιπούς Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας/Αιτήτριας και/ή να εκφράσει πρόωρη άποψη επί της ουσίας της αγωγής, γεγονός ανεπίτρεπτο.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του οικονομικού διευθυντή της Καθ' ης Αίτησης, ο οποίος ως αναφέρει γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της ιδιότητας του αυτής, αλλά και μέσα από έγγραφα που κατέχει, καθώς και από μελέτη της δικογραφίας ως και από πληροφορίες που συνέλεξε. Για όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά, αναφέρει την πηγή της γνώσης του. Δεν επισυνάπτεται οιοδήποτε Τεκμήριο με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σκοπίμως το Δικαστήριο δεν παρέθεσε, ως έχουν, τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αφού το Δικαστήριο στη συνέχεια εν περιλήψει θα αναφέρει την ουσία αυτών. Οι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, αφού καταπιάνονται τόσο με τα γεγονότα της υπόθεσης, όσο και με τη νομική πτυχή του θέματος και κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις, αλλά και με το ζήτημα που αναφέρεται ως προδικαστική ένσταση της κατά τόπο δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, με επιχειρηματολογία που εδράζεται στα γεγονότα, που ως ο κάθε ένας από αυτούς αντιλαμβάνεται, ό,τι εξάγεται από τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς και με παραπομπή σε νομολογία, από τη μια πλευρά ο δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγείται ότι το Δικαστήριο έχει κατά τόπο δικαιοδοσία και θα πρέπει να προχωρήσει να εξετάσει στην ουσία της την αίτηση για συνοπτική απόφαση, ενώ από την άλλη ο Συνήγορος της Καθ' ης η Αίτησης με παραπομπή στην απόφαση LCA Domiki Ltd v. Ice Developers Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A323, Πολιτική Έφεση 473/2011 ημερομηνίας 28 Σεπτεμβρίου 2017, αλλά και άλλης, εισηγείται ότι ένεκα αυτού του λόγου το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προχωρήσει να εξετάσει την κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και πολύ περισσότερο την ουσία της αίτησης για συνοπτική απόφαση. ΝΟΜΙΚH ΠΤΥΧH - ΣΥΜΠΕΡAΣΜΑΤΑ KATA ΤΟΠΟ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Το σχετικό άρθρο του περί Δικαστηρίων Νόμου14/60 είναι το άρθρο 21 το οποίο έχει τίτλο «Κατά τόπο αρμοδιότης των Επαρχιακών Δικαστηρίων» και έχει ως ακολούθως: «21.
(1)Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις- α) η βάσις της αγωγής έχει προκύψει είτε καθ΄ ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι΄ ην το δικαστήριο καθιδρύθη. β) ο Εναγόμενος ή οιοσδήποτε των Εναγομένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής, διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της επαρχίας δι΄ ην το δικαστήριον καθιδρύθη.» Δεν θα ήταν πλήρης η εικόνα του θέματος που εξετάζουμε εάν δεν γίνει αναφορά και στο άρθρο 2 του Νόμου 14/60 για την έννοια της «βάσης της αγωγής» το οποίο έχει ως πιο κάτω: «Βάσις της αγωγής» περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμον δικαίωμα, περί ού η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας εάν η σύμβασις συνήφθη εντός αυτής, καίτοι η διάρρηξις δυνατόν να επήλθεν αλλαχού και επίσης εάν η διάρρηξις επήλθεν εντός της δικαιοδοσίας, καίτοι η σύμβασις δυνατόν να συνήφθη αλλαχού.» Στην υπόθεση Ανδρέα Θεοχάρους v. Σάββα Παστελλή
(1993)1ΑΑΔ, 240, 245 λέχθηκε ότι: «Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την αίτηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφ΄ εαυτής βάση δικαιοδοσίας (βλέπε υποθέσεις Kyriakos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 CLR 203, Stephanidou v. Pirgoti
(1975)1 CLR 100 και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 CLR 88). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι θέματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι πρωταρχικής και κύριας σημασίας και το Δικαστήριο κέκτηται εξουσία να τα εξετάσει αυτεπάγγελτα (ex proprio motu). Ακόμα στο θέμα της δικαιοδοσίας το κατώτερο Δικαστήριο έχει, όχι μόνο εξουσία αλλά και καθήκον να το εξετάσει (βλέπε υπόθεση Άννας Γεωργίου v. Γεωργίου Γεωργίου, Δευτερ. Οικογεν. Δικαστήριο, Έφεση αρ. 118 ημ. 19.10.01) Στην υπόθεση Νίκος Δημητρίου v. Τζηζέλας Δημητρίου
(1991)1 ΑΑΔ 1153, 1161 ειπώθηκε ότι: «Η δικαιοδοσία είναι θέμα δημόσιας τάξης και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα δικαιούται και έχει καθήκον να εγείρει το θέμα και να αποφασίσει, γιατί απόφαση Δικαστηρίου που στερείται δικαιοδοσίας είναι άκυρη Central Co-operative Bank v. CY.E.N.S.
(1984)1 CLR 435." Στην υπόθεση Philippou v. Philippou
(1986)1 CLR 689, στην σελίδα 698 αναφέρονται τα εξής: «The jurisdiction of the enferior Courts in this country must be traced in the statute establishing them. Trial and decision by an inferior Court on a matter on which it has no jurisdiction is a nullity. The question of jurisdiction is one for the Court, and it is our plain duty to decide whether there haw been an absence of jurisdiction if satisfied that is so. It is always the duty of the Court to take notice of a point which goes to the Jurisdiction of the Court of trial - (R. v. Dennis,
(1924)1 K.B. 867) Simpson and Another v. Crowle & Others
(1921)3 K.B. 243. Βλέπε επίσης Τάκης Ζαβρού Ανδρέα Χαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 447 και Βουνού v. Βουνού
(1995)1 ΑΑΔ 168).» Στο μέρος Χ του Συντάγματος και υπό τον τίτλο ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟ ΤΟΥΤΟ ΤΕΤΑΓΜΕΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ αναφέρεται στο άρθρο 152 εδάφιο 1 ότι: «Η δικαστική εξουσία, εξαιρουμένης της αιτουμένης κατά το έννατον μέρος υπό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και κατά την δευτέρα παράγραφον του παρόντος άρθρου υπό των Δικαστηρίων των προβλεπομένων υπό κοινοτικού νόμου, ασκείται υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου και υπό κατωτέρων Δικαστηρίων τα οποία θα ιδρυδώσιν δια νόμου, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος. Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα Δικαστήρια με την έννοια που αποδίδεται από το ως άνω άρθρο 152 του Συντάγματος και η δικαιοδοσία τους κατά τόπον ή καθ΄ ύλην και αρμοδιότητα τους καθορίζονται από τον Νόμο 14/60 (βλ. Efthymiadou v. Zoudros
(1986)1 ΑΑΔ 341, Michaelides v. Gregoriou
(1988)1 ΑΑΔ 88 και Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240. Στην υπόθεση C & K Κυριάκου και Αδελφοί Λτδ v. Αντώνη Ιωάννου
(1990)1 ΑΑΔ 479, στην αναζήτηση της κατά τόπο δικαιοδοσίας από το πρωτόδικο δικαστήριο, γίνεται αναφορά ότι η βάση της αγωγής, για προσδιορισμό του κατά τόπου αρμοδίου Επαρχιακού Δικαστηρίου, πήγαζε από διάρρηξη συμφωνίας και όχι από παράλειψη αποπληρωμής οφειλής με αποτέλεσμα να κριθεί ως ορθή η απόφαση το πρωτόδικου Δικαστηρίου από το Ανώτατο Δικαστήριο αφού υπήρχαν τα πραγματικά γεγονότα περί τούτου. Στην υπόθεση SEVEGEP LTD v. UNITED SEA TRANSPORT LTD και άλλου
(1989)1 ΑΑΔ(Ε) 729 και δη στην σελίδα 732 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ερώτημα απαντάται στην πρωτόδικη απόφαση όπου γίνεται διαπίστωση ότι δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται κώλυμα στην διερεύνηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Υποδεικνύεται ότι η αρχή αυτή υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kyriakos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 CLR 203. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση περιέχονται στην έκθεση απαίτησης...». Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ και άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225, 229 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Ό,τι προκύπτει από την νομολογία είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για την διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το ζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στην Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and Others
(1989)1 AAD(E)729, εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαιτήσεως». Στην υπόθεση SAFARINO SHOES INDUSTRY & TRADING COMPANY LTD v. ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ Ε. ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ΛΤΔ
(1991)1 ΑΑΔ 1059, 1063 αναφέρεται ότι: «Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από την δικογραφία (βλ. μεταξύ άλλων Γεώργιος Παπαγεωργίου v. Λούη Κλεόπα (Investments Services Ltd) 1 ΑΑΔ 24, Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1CLR 180 και Christakis Loucaides v. C.D.Hay and Sons Ltd
(1971)1 CLR 134). Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and Another
(1989)1 ΑΑΔ(Ε) 729.» Στην υπόθεση Μιχαήλ Μούρτζινος v. Global Cruises S.A.
(1992)1 AAΔ 1160 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επίδικων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνονται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του γι΄ απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες (βλ. Central Co-operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 ΑΑΔ(Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης (βλ. επίσης Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ v. Γενικός Εισαγγελέας Δημοκρατίας και άλλος
(1991)1 ΑΑΔ 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059.» Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Lebois Hotel Management Ltd v. Καλλιόπης Μπάντσιου
(1994)1 ΑΑΔ 634. Στην υπόθεση Κωστάκη Πουγιούκα και άλλης v. Ευαγόρα Θρασυβούλου
(1998)1 ΑΑΔ 2014, 2021 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Theofanous v. Georghiou
(1969)1 CLR 203, 205 όσον αφορά το θέμα της κατά τόπον δικαιοδοσίας ο γενικός κανόνας είναι ότι όπου δεν καθορίζεται ρητά ή εξυπακουόμενα από την σύμβαση ο τόπος πληρωμής είναι καθήκον του οφειλέτη να αναζητήσει τον δανειστή, με σκοπό να τον πληρώσει στον τόπο της διαμονής του ή της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, αν οι τόποι αυτοί είναι στην Κύπρο.» Σχετική επί αυτού του θέματος είναι και η υπόθεση Stefanidou v. Pirgoti
(1975)1 CLR 100, 102. Στην υπόθεση Σάββα Παστελή v. Ανδρέας Θεοχάρους
(1999)1 ΑΑΔ 1614 λέχθηκε ότι: «Γνώμονας για το δικαιοδοτικό θέμα στην περίπτωση μπορούσε να ήταν μόνο οι ισχυρισμοί του εφεσείοντα στην έκθεση απαίτησης...» Στην υπόθεση Παναγιώτη Μιχαηλίδη Μωσαϊκά Λτδ v. Ανδρέα Σιακαλή
(2001)1 ΑΑΔ 1324, αφού καταγράφεται το άρθρο 21
(1)(α)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και παραθέτεται το άρθρο 49 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αναφέρεται στην σελίδα 4 της απόφασης: «Είναι δεδομένο από την ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου ότι αν δεν έχει συμφωνηθεί ρητά ο τόπος πληρωμής τότε θεωρείται ο τόπος που διεξάγει τις εργασίες του ο δανειστής. Εάν όμως έχει συμφωνηθεί τότε ο τόπος πληρωμής είναι αυτός που συμφωνήθηκε. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ρητή παραδοχή του διευθυντή των εφεσειόντων ότι συμφωνήθηκε ως τόπος πληρωμής το χωριό Ψευδάς συγχρόνως με την παράδοση των εμπορευμάτων. Και αυτό πράγματι εφάρμοσαν οι διάδικοι αφού στις τρεις πρώτες περιπτώσεις αμέσως με την παράδοση εξοφλείτο επί τόπου, στον Ψευδά, το τιμολόγιο. Πέραν τούτου, οι εφεσείοντες επεδίωξαν την πληρωμή των καθυστερημένων, επισκεπτόμενοι επανειλημμένα το χωριό Ψευδάς και την κατοικία του εφεσίβλητου. Στην Έκθεση Υπεράσπισης ρητά και με τις αναγκαίες λεπτομέρειες αναφέρεται η προδικαστική ένσταση ότι τόσο η συμφωνία όσο και η παράδοση των εμπορευμάτων και η εξόφληση του τιμήματος συμφωνήθηκε και επραγματοποιείτο στο χωριό Ψευδάς. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα όπως προσδιορίζονται από τη δικογραφία είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Σαφαρίνο Λτδ v. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059). Οι αρχές που αναφέρονται πιο πάνω υιοθετήθηκαν και επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Εύρος Χριστοφόρου και άλλη v. PANEUROPIAN INSURANCE CO LTD
(2002)1 ΑΑΔ 1644. Αφού αναφέρθηκε και καταγράφηκε το νομοθετικό δικαιοτικό πλαίσιο των Επαρχιακών Δικαστηρίων Άρθρο 21
(1)(α)(β) Ν.14/60και η ερμηνεία της «βάσις της αγωγής» στο άρθρο 2 του ίδιου Νόμου στην σελίδα 6 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καθορισθεί ο τόπος πληρωμής της οφειλής στο επίδικο γραμμάτιο. Σε τέτοια περίπτωση ο οφειλέτης υπέχει υποχρέωση να αναζητήσει τον πιστωτή για να τον πληρώσει στον τόπο της εργασίας του ή της διαμονής του. Αυτός ο κανόνας έχει διατυπωθεί αρχικά στην Theofanous v. Georghiou
(1969)1 CLR 203, 205, 206 και υιοθετήθηκε στην C & K Kyriakou και Α/φοι Λτδ v. Ιωάννου
(1990)1 ΑΑΔ 479, 481, 482.» Στην υπόθεση INTERAMERICAN INSURANCE CO LIMITED v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 1529, καταγράφεται με τον πιο καθαρό τρόπο το θέμα το οποίο τώρα το δικαστήριο εξετάζει. Ο έντιμος, πρώην Δικαστής Νικολάου αναφέρει τα εξής: «Αναπόφευκτα, η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο στηρίζεται κατ΄ αρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Από την πλούσια επ΄ αυτού νομολογία αρκεί η αναφορά στην Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 729 όπου λέχθηκε στην σελίδα 732 ότι: «Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως.» Δεν ακολουθεί όμως εξ αυτού ότι οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι πάντοτε άνευ σημασίας. Εξαρτάται από το τι προβλέπει η δικαιοδοτική νομοθετική διάταξη. Όπου ορίζονται προϋποθέσεις με την έννοια των σταθερών δεδομένων, το κατά πόσο πληρούνται παραμένει ζήτημα ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης και αν τότε προκύψει αρνητική απάντηση, η υπόθεση ναυαγεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.» Στην υπόθεση Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1238, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Στην προκειμένη περίπτωση, ορθά κατά την άποψή μας ο ευπαίδευτος Πρόεδρος θεώρησε ότι ανεξάρτητα από τον τόπο που ο ίδιος έθεσε την υπογραφή του επί της αιτήσεως, αυτή εγκρίθηκε στη Λευκωσία και ως εκ τούτου ορθά κρίθηκε ότι εκεί συνομολογήθηκε. Επομένως, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε δικαιοδοσία. Συντρέχουσα δικαιοδοσία φαίνεται να είχε και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, λόγω της κατοικίας του Εφεσείοντος. Όμως υπό τις περιστάσεις δεν τίθεται θέμα αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Περαιτέρω, όλες οι πράξεις αγοραπωλησίας μετοχών γίνονταν στη Λευκωσία, όπου έγινε και η παράβαση. Πέραν τούτου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και πάλιν θα είχε κατά τόπο αρμοδιότητα, αν ληφθεί υπόψη η υποχρέωση του Εφεσείοντος, ως χρεώστη, να αναζητήσει για εξόφληση τον πιστωτή του στην έδρα του, που ήταν η Λευκωσία.» Χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς στην υπόθεση την οποία παρέπεμψε ο κύριος Φωτίου για να εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο εκ του σχετικού λόγου της αναφερθείσας ένστασης για κατά τόπο Δικαστήριο δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησης για συνοπτική απόφαση και να την απορρίψει. Στην υπόθεση LCA Domiki Ltd v. Ice Developers Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A323, Πολιτική Έφεση 473/2011 ημερομηνίας 28 Σεπτεμβρίου 2017 αναφέρθηκε: «Το Δικαστήριο θεώρησε ότι προτεραιότητα είχε η εξέταση του ζητήματος της δικαιοδοσίας, λόγω της πιθανής καταλυτικής του σημασίας για την περαιτέρω προώθηση της αίτησης αλλά και της αγωγής. Εξετάζοντας το ζήτημα, σημείωσε ότι το εγγεγραμμένο γραφείο των εφεσιβλήτων βρισκόταν στην Πάφο, ενώ ο υπεύθυνος του καταστήματος των εφεσειόντων στην Πάφο, ομνύων στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση τους, επιβεβαίωσε πως όλες οι πωλήσεις προς τους εφεσίβλητους λάμβαναν χώρα μέσω του ιδίου, δηλαδή από το εν λόγω κατάστημα της Πάφου, και εκτελούνταν σύμφωνα με τις οδηγίες των εφεσιβλήτων. Μετά δε από κάθε παράδοση εμπορευμάτων, ο ίδιος προσωπικά επικύρωνε ανελλιπώς, με εκπρόσωπο των εφεσιβλήτων, ότι οι παραδόσεις γίνονταν κανονικά. Για τον τόπο πληρωμής, δεν αναφερόταν οτιδήποτε στην έκθεση απαίτησης αλλά ούτε στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ή στη συνοδευτική της ένορκη δήλωση, ενώ η θέση των εφεσιβλήτων στη δική τους ένορκη δήλωση, ότι όλες οι πληρωμές προς τους εφεσείοντες γίνονταν στην Πάφο, όπως παρατήρησε, παρέμεινε αναντίλεκτη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε και στη νομική πτυχή του θέματος, ιδιαίτερα στις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(α)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60, όπως έχει τροποποιηθεί καθώς και σε σχετική επί του θέματος νομολογία[1], αποδέχτηκε τη θέση των εφεσιβλήτων, κρίνοντας ότι στερείτο κατά τόπο αρμοδιότητας να εκδικάσει την μεταξύ των διαδίκων αγωγή και πως αρμόδιο ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Συνακόλουθα, ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία και παρέπεμψε την υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για την εκδίκαση της από το στάδιο στο οποίο βρισκόταν. Η έφεση, όπως έχει περιοριστεί κατά τη συζήτηση της ενώπιόν μας, μετά και την απόσυρση του δεύτερου λόγου έφεσης, στρέφεται εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στερείτο κατά τόπο δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αγωγής, ως εσφαλμένης. Θεωρούν οι εφεσείοντες ότι το Δικαστήριο ενήργησε κάτω από πλάνη αναφορικά με το νόμο και τη νομολογία επί του θέματος και παρερμήνευσε το σκεπτικό υποθέσεων στις οποίες παρέπεμψε. Ιδιαίτερη αναφορά από τους εφεσείοντες γίνεται στη Sartas (ανωτέρω) με την παρατήρηση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό της μειοψηφίας, αγνοώντας παντελώς το σκεπτικό της πλειοψηφίας, σύμφωνα με το οποίο ο προσδιορισμός του ενάγοντος, όπως και του εναγομένου, καθώς και η πλήρης διεύθυνσή τους προβλέπονται από τη Δ.2, θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ως συστατικά στοιχεία της οντότητας και της ταυτότητάς τους· στην περίπτωση δε εταιρείας, το εγγεγραμμένο γραφείο της αποτελεί τη διεύθυνσή της. Υποστηρίζοντας την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης σε όλη της την έκταση, οι εφεσίβλητοι υπογραμμίζουν ότι οι μεταξύ των διαδίκων ρητές και εξυπακουόμενες συμφωνίες καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας, επέβαλλαν οι πληρωμές να πραγματοποιούνται στα εμπορικά καταστήματα των εφεσειόντων στην Πάφο, γι' αυτό και το πρωτόδικο Δικαστήριο, επικαλούμενο την υπόθεση Theofanous (ανωτέρω) έκρινε ότι αρμόδιο για να εκδικάσει την υπόθεση είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Όπως ορθά αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση, η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης, (βλ., μεταξύ άλλων, Sartas (ανωτέρω) και Μουρτζινός ν Global Cruises S.A.
(1992)1 ΑΑΔ 1160). Ορθή είναι και η παρατήρηση του Δικαστηρίου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν αναφερόταν οτιδήποτε στην έκθεση απαίτησης ή στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση για συνοπτική απόφαση για τον τόπο πληρωμής, σε αντίθεση με την ένορκη δήλωση που υποστήριζε την ένσταση των εφεσιβλητων στην οποία αναδεικνυόταν ως τόπος πληρωμής η Πάφος. Δεν συμφωνούμε όμως με τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ενόψει της θέσης των εφεσιβλήτων αναφορικά με το ζήτημα της τοπικής αρμοδιότητας, οι εφεσείοντες έφεραν σχετικό βάρος απόδειξης στοιχειοθέτησης της ύπαρξης τοπικής αρμοδιότητας με μαρτυρία, κάτι που οι εφεσείοντες παρέλειψαν να πράξουν, με αποτέλεσμα η θέση των εφεσιβλήτων να παραμένει αναντίλεκτη. Η θεώρηση αυτή των πραγμάτων από το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνωρίζει τη φύση της διαδικασίας της Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και, αναλόγως, της δικαιοδοσίας του δυνάμει αυτής. Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». Στην προκειμένη περίπτωση, αν και δεν εγείρεται συγκεκριμένος λόγος με την έφεση, διαπιστώνεται η ανάγκη να μας απασχολήσει, ως θέμα δικαιοδοσίας, ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο χειρίστηκε την ενώπιον του αίτηση (βλ. Ironfx Global Limited v. Χριστάκης Αλεξάνδρου & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε338/2016, ημερομηνίας 23.3.2017). Με την ικανοποίηση από τους εφεσείοντες των προϋποθέσεων που τίθενται στη Δ.18, θ.1, το βάρος μετατοπίστηκε στους εφεσίβλητους να αποδείξουν ότι είχαν καλή υπεράσπιση. Το ζητούμενο δεν ήταν αν τα γεγονότα ήταν πράγματι όπως ισχυρίζονταν οι εφεσίβλητοι, αλλά κατά πόσο οι ισχυρισμοί που προβάλλονταν από αυτούς θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παραχώρηση άδειας να προβάλουν υπεράσπιση σε σχέση με την απαίτηση των εφεσειόντων. Οι δε εφεσείοντες δεν είχαν υποχρέωση να απαντήσουν σε όλα όσα οι εφεσίβλητοι προέβαλαν με σκοπό να αποδείξουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, η κατάδειξη της οποίας θα σφράγιζε την τύχη της αίτησης των εφεσειόντων παραπέμποντας τη διαφορά σε κανονική δίκη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, λοιπόν, δεν έπρεπε, κατά την κρίση μας, στο στάδιο της αίτησης να αποφασίσει τελικά σε σχέση με τους ισχυρισμούς γεγονότων που πρόβαλλαν οι εφεσίβλητοι στην ένορκη δήλωση τους αναφορικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα του, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα σχετικά διατείνονταν στην υπεράσπιση που είχαν ήδη καταχωρίσει. Το κατάλληλο στάδιο εξέτασης και απόφασης επί των θεμάτων που εγείρονταν στην ένορκη δήλωση και ειδικότερα το θέμα της κατά τόπο δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ήταν αυτό της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Τότε είναι που οι δύο πλευρές θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τη μαρτυρία τους και το Δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγηση της και στην εξαγωγή των συμπερασμάτων και ευρημάτων του σε σχέση με το θέμα της κατά τόπο δικαιοδοσίας. Ενεργώντας όπως ενήργησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπερέβη της δικαιοδοσίας που του παρείχετο δυνάμει της Δ.
- Για τους πιο πάνω λόγους δικαιολογείται η επέμβαση μας προς ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης.» Στην κρινόμενη περίπτωση φαίνεται ότι δεν υπάρχει διαφορά ως προς τα γεγονότα μεταξύ των δύο πλευρών, αφού και οι δύο πλευρές παραπέμπουν σε προφορική συμφωνία, αφού δεν κατατέθηκε γραπτή συμφωνία, με βάση την οποία η Αιτήτρια θα πωλούσε και θα παρέδιδε εμπορεύματα του κύκλου εργασιών της στην Καθ' ης η αίτηση, θα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια και θα πληρώνετο με βάση αυτά. Η συμφωνία άρχισε κατά ή/και πριν το 1993, που σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατά την Αιτήτρια, έγινε στη Λάρνακα, ενώ κατά την Καθ΄ης η αίτηση στη Λευκωσία. Σε κάποιο χρόνο φαίνεται η Καθ' ης η Αίτηση παρουσίασε αδυναμία πληρωμών, οπότε άρχισαν οι οχλήσεις εκ μέρους της Αιτήτριας προς την Καθ' ης η Αίτηση. Αυτές έλαβαν και τη μορφή συγκεκριμένων αναφορών σε επιστολές, όπως είναι τα Τεκμήρια που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Η Καθ' ης η Αίτηση υπέγραψε σε δύο περιπτώσεις δήλωση αναγνώρισης χρέους, Τεκμήρια 8 και 9, η οποία όμως χρήζει να καταγραφεί ως έχει, αφού δεν είναι μόνο αυτό το γραπτό στοιχείο που εμπεριέχεται στο συγκεκριμένο έγγραφο, αλλά και άλλα. «Τεκμήριο 8: «Κύριο J & P Ltd 06 Aπριλίου 2017 Θέμα: Αναγνώρισης Απαίτησης (Acknowledgment of Claim) Σύμφωνα με τα δικά μας λογιστικά στοιχεία ο λογαριασμός σας με την Εταιρεία μας στις 31 Δεκεμβρίου 2016 παρουσίαζε τα ακόλουθα υπόλοιπα: €345.201,67 ΧΡΕΩΣΤΙΚΟ (προς όφελος μας) Παρακαλούμε όπως συγκρίνετε τις πιο πάνω πληροφορίες με τα δικά σας λογιστικά βιβλία, συμπληρώσετε την πιο κάτω δήλωση αναγνώρισης χρέους και αποστείλετε την παρούσα απευθείας στους ανεξάρτητους ελεγκτές μας, ΚPMG Limited, μέσω ταχυδρομείου. Οι ανεξάρτητοι ελεγκτές μας θα μας ειδοποιήσουν για οποιεσδήποτε διαφορές τις οποίες θα εξετάσουμε άμεσα. .......... ΔΗΛΩΣΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΧΡΕΟΥΣ Εμείς οι κάτωθι υπογεγραμμένοι με το παρόν αναγνωρίζουμε ότι είμαστε ειλικρινώς και νομίμως υπόχρεοι στην εταιρεία Petrolina (Holdings) Public Limited για το ποσό που αναφέρεται ανωτέρω και δηλώνουμε ότι δεσμευόμαστε και αναλαμβάνουμε να καταβάλουμε πλήρως το πιο πάνω ποσό άμα την κοινοποίηση απαίτησης (on demand). To πιο πάνω υπόλοιπο είναι σύμφωνα με τα λογιστικά βιβλία. (Παρακαλείστε όπως παρουσιάσετε λεπτομέρειες για οποιεσδήποτε διαφορές) Η παρούσα δίδεται για σκοπούς ελέγχου, άρσης οποιασδήποτε διαφοράς σε σχέση με το υπόλοιπο και για σκοπούς αναγνώρισης του χρέους και έναρξης ημερομηνίας παραγραφής από την ημερομηνία της παρούσας ως επίσης και για κάθε άλλο νόμιμο σκοπό. Ν. AZINAS CHIEF FINANCIAL OFFICER ........... Υπογραφή 2/5/17 Ημερομηνία» Υπογράφει τη δήλωση αναγνώρισης χρέους, εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση ο Ν. Αζίνας ως chief financial officer. Ακριβώς ίδιο έγγραφο, αλλά για το υπόλοιπο στις 31.12.2018, αποτελεί και το Τεκμήριο 9, το οποίο υπέγραψε το ίδιο πρόσωπο στις 6.3.
- Το πρόσωπο αυτό είναι το πρόσωπο που προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην οποία αναφέρεται ότι δεν είναι ορθή η κατάσταση λογαριασμού, δεν είναι ορθό το υπόλοιπο και ότι παραπλανήθηκαν από την Αιτήτρια για να υπογράψει για την Καθ΄ης η αίτηση, τόσο το Τεκμήριο 8, όσο και το Τεκμήριο 9 που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Διερωτάται όμως κάποιος, όταν η αγωγή κινήθηκε στις 13.2.2019, επιδόθηκε στις 19.2.2019 και καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης στις 4.3.2019 από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν την Καθ' ης η Αίτηση σε αυτή τη διαδικασία, ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου της ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντα που συνοδεύει την ένσταση, όταν δηλαδή δύο μέρες μετά που είχαν διορίσει δικηγόρους, υπέγραψε το Τεκμήριο 9 με το οποίο αναγνωρίζεται η οφειλή της η Καθ'ης η αίτηση. Με όλο τον σεβασμό προς την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση για εφαρμογή της απόφασης LCA Domiki Ltd, δεν με βρίσκει σύμφωνο, γιατί σε εκείνη την περίπτωση τα γεγονότα ήταν διαφορετικά από την παρούσα περίπτωση, όπου στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι θα έπρεπε να καταβληθεί το ποσό στην Αιτήτρια, το οποίο αναγνωρίζει η Καθ' ης η Αίτηση ότι το οφείλει με το Τεκμήριο
- Με βάση δε την υπόθεση Καλλικά και τις άλλες που αναφέρονται ανωτέρω, ο χρεώστης είναι αυτός που θα πρέπει να αναζητήσει τον πιστωτή για να του καταβάλει το όποιο οφειλόμενο ποσό και αφού η έδρα της Αιτήτριας είναι η Λάρνακα, υποχρέωση είχε η Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό στη Λάρνακα, ως κομίσιμο χρέος. Δεν είναι η περίπτωση αυτή ίδια με την περίπτωση της υπόθεσης Domiki, επειδή τα γεγονότα είναι διαφορετικά, όπως διαπιστώνεται από αυτά που ήδη έχουν αναφερθεί. Να σημειωθεί επιπλέον ότι στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ρητά ότι η συμφωνία έγινε εντός της επαρχίας Λάρνακας. Τα γεγονότα δε που λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι αυτά που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Όντως, όπου φαίνεται να μην τίθεται θέμα υπεράσπισης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, και όπου ακόμη φαίνεται ότι, ίσως, αφού η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία έχει την έδρα της στη Λευκωσία, αρμόδιο Δικαστήριο να ήταν και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αλλά και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, για τους λόγους που εξήγησα, δεν θα πρέπει να αφήνεται να διαιωνίζεται και να χάνεται πολύτιμος χρόνος για ένα τέτοιο ξεκάθαρο θέμα, άλλως πώς η Δ.18 Θ.1 θα καθίστατο μια διακοσμητική διάταξη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Επομένως έχοντας υπόψη την παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία αναφέρεται ότι η συμφωνία έγινε εντός της Επαρχίας Λάρνακας και ότι ο χρεώστης όφειλε να αναζητήσει και να καταβάλει το οφειλόμενο στον Πιστωτή, η Καθ' ης η Αίτηση δηλαδή να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό που η ίδια αναγνώρισε με το Τεκμήριο 9 στην Αιτήτρια, που η έδρα της είναι στη Λάρνακα, κρίνω ότι το Δικαστήριο έχει κατά τόπο αρμοδιότητα. Η νομική βάση της αίτησης ρυθμίζεται και θεμελιώνεται επί της Δ.18 Κ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: Δ.18, Κ.1(α):
- (a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Σε μετάφραση: «1.(α) Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με τη περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης» Από την πιο πάνω διατύπωση συνάγεται ότι: (Α) Ο Ενάγων πρέπει να εγείρει την αγωγή του σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο Δ.2, Κ.
- (Β) Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. (Γ) Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, η οποία να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται εάν υπάρχει και να δηλώνει ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ο Ενάγων υπέχει υποχρέωση να καταδείξει ότι συνυπάρχουν οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις: Το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει και να ελέγξει πρώτα ότι ο Αιτητής έχει αυστηρά συμμορφωθεί με την Δ.18, Κ.1, γιατί τότε μόνο το Δικαστήριο περιβάλλεται με δικαιοδοσία εξέτασης της ουσίας της αίτησης που είναι η ύπαρξη εύλογης και καλόπιστης υπεράσπισης (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Ogcondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης στην επάρκεια ή την πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται στην υπόθεση Symon & Co. v. Palmer's Stores Ltd
(1903){1912} 1 K.B. 259, 266-27 ως ακολούθως: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. .............................. An application is often made under Order XIV, not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV, r.1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. ............................. Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία.» Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 789 επ. όπου αναλύεται εις βάθος η έννοια της προσωπικής γνώσης του ομνύσαντος και το νόημα της αποδίδεται και μεταφέρεται στη συνέχεια. Φαίνεται από την Δ.18, Κ.1 ότι θεωρεί ως δεδομένο ότι ο Ενάγων είναι ικανός να κάνει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι Ενάγων. Είναι πάγια αρχή της νομολογίας ότι εάν ο Ενάγων καταφέρει να αποδείξει την συνύπαρξη των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων τότε ο Εναγόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εύλογη, συζητήσιμη, καλή, εκ πρώτης όψεως ή πλήρη υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή ή που να δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο παραχωρήσει σ' αυτόν άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Αυτό το μέρος της εξέτασης μιας αίτησης για συνοπτική απόφαση πραγματεύεται η νομολογία μας στις υποθέσεις Kypros S. Kyprianides v. Symeon Ioannides
(1996)1 C.L.R. 265, C.Y.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co. Ltd v. Ioulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 204, Γεώργιος Καζαμίας v. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 752, Trans Middles East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, 243, όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και από τις αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση. (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1988)1 Α.Α.Δ. 22 πέραν των πιο πάνω που ήδη έχουν αναφερθεί λέχθηκε ότι είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται «καλή τη πίστει» ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης, πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια ακόμη και αν ο Εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρης της απαίτησης. Επί πλέον αναφέρεται ότι στην υπόθεση εγείρονται πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολότητα της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ και άλλου v. Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, λέχθηκε ότι συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Επίσης στην υπόθεση Brainvibes Ltd v. Tράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, ημερ. 17.5.2018, λέχθηκαν τα εξής: «Κατά πάγια νομολογία (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ. 418 που παραπέμπει στην CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897) «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». Όπου όμως το βάρος τεκμηρίωσης ύπαρξης Υπεράσπισης μετέρχεται στον εναγόμενο - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση - αυτός θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά για διεξαγωγή δίκης (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Κριτήριο που δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση της Δ.17 (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912). Στην παρούσα περίπτωση οι εφεσείοντες περιορίστηκαν με την ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 2 να προβάλουν απλώς ότι το αξιούμενο ποσό είναι παράνομο και/ή υπέρογκο λόγω του ότι προέκυψε από υπερχρεώσεις και/ή παράνομο ανατοκισμό κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου. Ποιους όρους παρέβηκε η εφεσίβλητη, δεν αναφέρουν. Όπως δεν αναφέρουν σε ποιες υπερχρεώσεις και/ή παράνομο ανατοκισμό προέβη η εφεσίβλητη.» Το Δικαστήριο έχει υπόψη του και τις σχετικές με το υπό συζήτηση θέμα, υποθέσεις Επίσημος Παραλήπτης, ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 347Α/2012 ημερομηνίας 14.6.2017, Brainvibes Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση αρ. 504/2012, ημερομηνίας 17.5.2018, Χριστοδούλου ν. Σάββα, Πολιτική Έφεση αρ. 139/2012, ημερομηνίας 12.9.2018, την Χαράκης ν. Βρυώνη, Πολιτική Έφεση αρ. Ε28/2017, ημερ. 24.10.2018 και Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε75/2013, ημερ. 5.3.2019. Άλλωστε το Δικαστήριο πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο και να παρουσιάσει σε ακρόαση τις θέσεις του. Το Δικαστήριο οφείλει με πολλή προσοχή και περίσκεψη να βλέπει ένα τέτοιο αίτημα. Από την άλλη όμως δεν θα πρέπει να απολήγει σε διακοσμητική διάταξη η Δ.18 Κ.1 και στην ουσία να περιπέσει σε αχρησία. Αρχίζοντας από το θέμα κατά πόσο το Δικαστήριο θα βασισθεί στην υπεράσπιση ή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση για να καταλήξει εάν αποκαλύπτεται κάτι περισσότερο από σκιώδη αλλά λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση αναφέρω ότι στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο βασίζεται στις ενόρκους δηλώσεις όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Michalacis Christodoulou v. Olympia Erotokritou
(1956)21 C.R. 175 και δεν προσκομίζεται μαρτυρία. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην Αίτηση Αρ. 91/93 Χριστάκη Αυγουστή και άλλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 409 στην οποία λέχθηκε ότι εκείνο το οποίο μπορούσαν να κάνουν οι Αιτητές ήταν να δώσουν ειδοποίηση για να αντεξετάσουν τον Ενάγοντα πάνω στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους, πράγμα που δεν είχαν κάνει. Εξετάζοντας τώρα πρώτα κατά πόσο τηρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω σύμφωνα με την Δ.18 Κ.1(α) καταδεικνύεται ότι: (Α) Η πρώτη προϋπόθεση πληρείται αφού η αγωγή εγέρθηκε επί κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου Δ.2 Κ.
- (Β) Επίσης ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 22/11/13 και μετά καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Κατ' ακρίβεια μετά και την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης στις 7/2/
- Επομένως πληρείται η προϋπόθεση αυτή. (Γ) Ως προς την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, φαίνεται ότι με την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της Αιτήτριας, ο οποίος είναι στο τμήμα ελέγχου πιστώσεων της Αιτήτριας, με ό,τι αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2, 3, 4 και 5, να γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, επιβεβαιώνεται η αγωγή και το ποσό που αξιώνεται, ως διαπιστώνεται άλλωστε από το Τεκμήριο 9 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και όπως πιστεύει ο ομνύων δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, ως εκ τούτου κρίνεται ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Με την πλήρωση των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων το βάρος μετατίθεται στους ώμους της Καθ' ης η Αίτηση να αποδείξει ότι έχει κάτι περισσότερο από σκιώδη και κάτι λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση. Όσον αφορά τον λόγο 2 της ένστασης, ότι «Η υπό κρίση Αίτηση στερείται νομικού και/ή ουσιαστικού ερείσματος και ως εκ τούτου είναι παράνομη και/ή νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή αυθαίρετη και/ή αστήρικτη και/ή αναιτιολόγητη και/ή άνευ αντικειμένου και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας», δεν με βρίσκει σύμφωνο αφού ως έχω αναφέρει η αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομική βάση ήτοι Δ.18 Θ.1 και Δ.48 Θ.1 έως 4, όπως και η Δ.39 και σε καμία περίπτωση δεν στερείται ουσιαστικού ερείσματος, αφού ακριβώς η αίτηση αυτή γίνεται στη βάση της αξίωσης και των όσων με την ένορκη δήλωση υποστηρίζει και επιβεβαιώνει την αγωγή o ομνύοντας. Έχοντας κατά νου δε τις αποφάσεις για κατάχρηση διαδικασίας, όπως είναι η ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ ν. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΥ
(2002)2 ΑΑΔ 522, ΛΥΡΑΣ ν. ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΛΤΔ
(1996)1 ΑΑΔ 1401, CONSTANTINIDES ν. VIMA LTD κ.ά.
(1983)1 CLR 348 και ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΦΥΛΑΚΩΝ ν. ΤΖΕΝΝΑΡΟ ΠΕΡΡΕΛΛΑ
(1995)1 ΑΑΔ 217, και άλλες, δεν βρίσκω σε καμία περίπτωση ότι τίθεται τέτοιο θέμα, αφού αυτή έγινε σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στις σχετικές διαταγές που έχω αναφέρει προηγουμένως. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης 3, ήδη έχω αποφασίσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1. Ως προς όλους τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, τους οποίους δεν θα απαντήσω ένα προς ένα, εξάγεται από αυτά που θα αναφέρει το Δικαστήριο στη συνέχεια ότι απαντώνται. Σε ό,τι αφορά τη θέση που προβάλλεται από τον ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι δεν είναι αυτό το πραγματικό οφειλόμενο ποσό, ότι καλόπιστα προχώρησε και υπέγραψε την αναγνώριση του χρέους επειδή όπως τους αναφέρθηκε, προφανώς προφορικά, επρόκειτο για μια τυπική αναγνώριση απλώς και μόνο για να κλείσουν τα λογιστικά βιβλία της Ενάγουσας και όλα τα υπόλοιπα που σχετίζονται με τα τιμολόγια, του εσφαλμένου των τιμολογίων δηλαδή, και ότι δεν ήταν αυτές οι τιμές πώλησης που συμφωνήθηκαν, αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν μπορούν να βρουν έρεισμα πουθενά ενόψει μάλιστα και της υπογραφής του Τεκμηρίου 9 δύο
(2)μέρες μετά που καταχωρήθηκε και σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους δικηγόρων της, στοιχείο το οποίο ουσιαστικά προσλαμβάνει, το Τεκμήριο 9 δηλαδή, τη μορφή κωλύματος εκ γραπτής παράστασης της Καθ' ης Αίτηση προς την Αιτήτρια να ισχυρίζεται οτιδήποτε αντίθετο με αυτά που ο ίδιος ο Ν. Αζίνας επιβεβαιώνει στο Τεκμήριο 9, όταν μάλιστα δεν επικαλείται σε καμία περίπτωση δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, για τις οποίες βέβαια έπρεπε να καταγράφονται και συγκεκριμένοι ισχυρισμοί οι οποίοι να τεκμηριώνουν τούτα. Έχοντας εξετάσει προσεκτικά τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ενόψει και των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί, κρίνω ότι αυτοί δεν μπορεί να στοιχειοθετήσουν ή να τεκμηριώσουν έστω μια υποτυπώδη σκιώδη υπεράσπιση ούτως ώστε να δοθεί στην Καθ΄ης η αίτηση το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της και να ακουστεί σε ακροαματική διαδικασία. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €370.111,77 σεντς περιλαμβανομένου ΦΠΑ, με νόμιμο τόκο από 13.2.2019, μέρα καταχώρησης της αγωγής δηλαδή, ετησίως μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο