ΚΑΡΥΔΑ ν. ΚΑΡΥΔΑ κ.α., Αριθμός Αγωγής:698/2018, 3/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A263 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής:698/2018 XXXXX ΚΑΡΥΔΑ Ενάγουσα ν.
- XXXXX ΚΑΡΥΔΑ
- Υ.KARYDAS CAR ENGINEERING & VALETING SERVICES LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 19/6/2019 (για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) Ημερομηνία: 3/9/19 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: O κ. Γ. Χριστοδούλου μαζί με Μ. Κωνσταντίνου για Λ. Παπαφιλιππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενο 1-Καθ'ού η αίτηση: Η κα Ε. Χ''Στυλλή για Ελένη Βραχίμη & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2, R.1) που η ενάγουσα-αιτήτρια (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») καταχώρησε, στις 19/6/18, αξιώνει εναντίον του εναγομένου 1 - καθ' ου η αίτηση (στο εξής καλούμενος «ο καθ' ου η αίτηση») Δήλωση και Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι ο αυτός δεν αποτελεί μέλος στο μητρώο μελών της εναγόμενης 2 (στο εξής καλούμενη «η εταιρεία»), δεν είναι μέτοχος της και ότι δεν κατέχει μετοχές στο μετοχικό κεφάλαιο της. Περαιτέρω αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, μεταξύ άλλων, για δόλο. Ταυτόχρονα η αιτήτρια καταχώρησε και μονομερή αίτηση αξιώνοντας από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: Α. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να συγκαλεί τακτική ή και έκτακτη Γενική Συνέλευση της εταιρείας. Β. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να διορίζει, να παύει και να προβαίνει σε ενέργειες που να σχετίζονται με τον διορισμό και την παύση των διευθυντών και ή του γραμματέα της εταιρείας. Γ. Προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση από του να κοινοποιεί, καταθέτει, δημοσιεύει, ενημερώνει και γνωστοποιεί στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών οποιαδήποτε έγγραφα της εταιρείας. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 3, 4, 5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60, άρθρα 11, 21, 29, 31, 32, 34, 36, 37, 39, 44 και 51 και στον περί Εταιρειών Νόμο άρθρα 124-128, 135,
- Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας η οποία, εν συντομία, αναφέρει τα ακόλουθα:
- Είναι εγγεγραμμένη μέτοχος στο μητρώο μελών της εταιρείας. Είναι μοναδική μέτοχος της από το 2016 κατόπιν μεταβίβασης επ' ονόματι της ολόκληρου του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας από τη μητέρα της.
- Μέχρι τον Ιούνιο του 2016 σπούδαζε νομική στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι ασφαλιστική σύμβουλος και απασχολείται μερικώς στην εταιρεία. Είναι θυγατέρα του καθ' ου η αίτηση και της XXXXX Πελεκάνου, η οποία είναι η μοναδική διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας.
- Η εταιρεία από το 1996 ασχολείται με την επισκευή αυτοκινήτων και την παροχή υπηρεσιών φύλαξης αυτοκινήτων ατόμων που ταξιδεύουν από το αεροδρόμιο Λάρνακας. Αποτελεί επίσης το εγκεκριμένο συνεργείο επισκευής και συντήρησης των αυτοκινήτων στην πόλη και επαρχίας Λάρνακας και Αμμοχώστου της εταιρείας CTC Automotive Ltd, αντιπροσώπου των οχημάτων Volvo και Hyundai. Αυτό αποτελεί ίσως το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας εφόσον οι αγοραστές των εν λόγω οχημάτων για την περίοδο της εγγύησης οφείλουν να διορθώνουν και να συντηρούν τα οχήματα τους στην εν λόγω εταιρεία, διασφαλίζοντας της μεγάλη ροή πελατών επί μηνιαίας βάσεως.
- Ο καθ' ου η αίτηση ήταν μέτοχος στο μητρώο μελών της εταιρείας μέχρι και τις 10.5.06 κατέχοντας το 60% των μετοχών. Την 31.10.2012 η μητέρα της, εν γνώσει του καθ' ου η αίτηση, προχώρησε σε γνωστοποίηση στον Έφορο Εταιρειών της μεταβίβασης των μετοχών που κατείχε ο καθ' ου η αίτηση στο όνομα της, ενεργοποιώντας λευκό έγγραφο μεταβίβασης μετοχών. Ως εκ τούτου την 31.10.2012 η μητέρα της κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας.
- Στις 26.9.2016 η μητέρα της, της μεταβίβασε ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας και σχετικές καταχωρήσεις έλαβαν χώρα στο μητρώο μελών της (Τεκμήριο 1).
- Ο καθ΄ ου η αίτηση και η μητέρα της ήταν σύζυγοι μέχρι το 2014, όπου επήλθε ρήξη στη σχέση τους και μέχρι σήμερα είναι σε διάσταση, λόγω εξωσυζυγική σχέσης του καθ΄ ου η αίτηση με μία εκ των υπαλλήλων της εταιρείας.
- Ο καθ΄ ου η αίτηση επεδίωξε να λάβει τον πλήρη έλεγχο της εταιρείας πλην όμως απέτυχε να το πράξει εφόσον οι αντιπροσωπείες επέλεξαν να συνεχίσουν την εργασία τους με την εταιρεία. Έκτοτε ο καθ΄ ου η αίτηση δήλωσε ότι στόχος του ήταν να καταστρέψει την εταιρεία.
- Ο καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβήτησε την μεταβίβαση των μετοχών που έλαβε χώρα το 2006 και από τον Οκτώβριο του 2014 σταμάτησε να εργάζεται στην εταιρεία. Ακολούθως προχώρησε με τη σύσταση νέας επιχείρησης συσκευής και συντήρησης αυτοκινήτων, σε παρακείμενο υποστατικό με το συνεργείο της εταιρείας.
- Σκοπός του καθ΄ ου η αίτηση ήταν να ανταγωνιστεί την εταιρεία εφόσον το συνεργείο του επιδιορθώνει οχήματα τύπου Volvo και Hyundai. Ο καθ΄ ου η αίτηση αποχωρώντας από την εταιρεία οικειοποιήθηκε το πελατολόγιο της ώστε να διοχετεύσει την εν λόγω εργασία στον ίδιο. Ειδικότερα πήρε όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τον κεντρικό υπολογιστή, διάφορα λογιστικά και άλλα έγγραφα, τις εισπράξεις της εταιρείας αφήνοντας την ανήμπορη να συνεχίσει τη λειτουργία της. Μετά από καταγγελία της μητέρας της στο ΤΑΕ Λάρνακας και την έκδοση εντάλματος έρευνας επέστρεψε τα πιο πάνω στην εταιρεία, εξαιρουμένων των μετρητών. 10.Το 2008 κάποιος κ. XXXXX Λυκούργος καταχώρησε αγωγή εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση στα πλαίσια της οποίας, κατόπιν ακρόασης, στις 28.11.2012 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση για το ποσό των €52.748,10 πλέον τόκους. Ο καθ' ου η αίτηση έναντι της πιο πάνω απόφασης καταχώρησε έφεση την οποία απέσυρε το
- 11.Στις 16.12.14 ο κ. XXXXX Λυκούργος καταχώρησε αίτηση, στη βάση του περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμος 162, εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση, της μητέρας της και του XXXXX Πελεκάνου, παππού της. Το Δικαστήριο με απόφαση του στις 30.3.2018 (Τεκμήριο 2) (στο εξής καλούμενο «το διάταγμα») ακύρωσε τη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας που έλαβε χώρα το 2012 επ' ονόματι της μητέρας της και διέταξε όπως οι μετοχές πωληθούν. Η μητέρα της, έναντι της πιο πάνω απόφασης, καταχώρησε σχετική έφεση η οποία και εκκρεμεί. Η ίδια προσωπικά δεν έλαβε μέρος στην πιο πάνω δικαστική διαδικασία. 12.Ο καθ΄ ου η αίτηση, κατά παράβαση του διατάγματος Δικαστηρίου, απέστειλε επιστολή στις 9.5.18 (Τεκμήριο 3) στην εταιρεία με την οποία, ως μέτοχος του 60% του μετοχικού κεφαλαίου της, καλεί τη μητέρα της, υπό την ιδιότητα της ως διευθυντή της εταιρείας, να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση με θέμα την αλλαγή του διευθυντή και γραμματέα της εταιρείας. Σε έρευνα που έχει προβεί στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 4) εντόπισε ότι ο Έφορος Εταιρειών έχει προβεί σε αλλαγή του αρχείου του και πλέον φαίνεται ότι ο καθ΄ ου η αίτηση κατέχει πλέον το 60% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Ακολούθως αποστάληκε σχετική επιστολή (Τεκμήριο 5) από τους δικηγόρους της στον Έφορο Εταιρειών ενημερώνοντας τον, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ του μητρώου μελών της εταιρείας και το αντίστοιχο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, καλώντας τον παράλληλα όπως επαναφέρει την προγενέστερη μετοχική κατάσταση της εταιρείας, δηλαδή να επαναφέρει την ίδια ως μέτοχο του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της. Εις απάντηση ο Έφορος Εταιρειών απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 6) αναφέροντας ότι το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής έχει σημειωθεί. 13.Το μητρώο μελών της εταιρείας, το οποίο τηρείται από την ίδια την εταιρεία, καταγράφει την ίδια προσωπικά από το 2016 ως το μοναδικό μέλος της. Ο καθρέφτης της πραγματικής κατάστασης των μετόχων μίας εταιρείας είναι το μητρώο μελών της. Ακολούθως η εταιρεία απέστειλε επιστολή στον καθ΄ ου η αίτηση (Τεκμήριο 7) ενημερώνοντας τον ότι, με βάση το μητρώο μελών της, ο ίδιος δεν είναι μέτοχος και το αίτημα του για σύγκληση γενικής συνέλευσης απορρίπτεται. Περαιτέρω, απέστειλε και η ίδια προσωπικά επιστολή (Τεκμήριο 8) στον καθ΄ ου η αίτηση με την οποία τον ενημέρωνε ότι εν γνώσει του η μητέρα της μεταβίβασε τις μετοχές επ' ονόματι της το 2016 καλώντας τον όπως σταματήσει να προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες στις οποίες επικαλείται την ιδιότητα του ως μέτοχος της εταιρείας. Τον κάλεσε μάλιστα να της διαβεβαιώσει γραπτώς εντός 7 ημερών ότι δεν θα προβεί σε τέτοιες ενέργειες. Η ίδια δεν έλαβε όμως οποιαδήποτε απάντηση, εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας, από τον καθ΄ ου η αίτηση. Περαιτέρω στην πιο πάνω επιστολή η ίδια ανάφερε ότι μετά που έρευνα που πραγματοποίησέ στο φάκελο της εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών διαπίστωσε ότι οι δικηγόροι του κ. Λυκούργου απέστειλαν επιστολή ώστε να γίνει μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του καθ΄ ου η αίτηση. Μέχρι σήμερα οι δικηγόροι του κ. Λυκούργου δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για πώληση των μετοχών. Τα πιο πάνω δείχνουν ξεκάθαρα ότι τα πιο πάνω πρόσωπα ενεργούν ενορχηστρωμένα. 14.Με επιστολή του ο καθ΄ ου η αίτηση, ημερομηνίας 29.5.18 (Τεκμήριο 9), της ανάφερε ότι δεν αποδέχεται την ιδιότητα της ως μέτοχος της εταιρείας και γενικά το περιεχόμενο της επιστολής της. Περαιτέρω αναφέρει ότι η μητέρα της καταχράται την περιουσία του παραγνωρίζοντας και αγνοώντας το διάταγμα του Δικαστηρίου. 15.Παρόλο που το διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσει τον καθ΄ ου η αίτηση να πωλήσει τις μετοχές της εταιρείας, ο καθ΄ ου η αίτηση προχωρεί σε άλλα διαβήματα, κατά παράβαση του εν λόγω διατάγματος, προς επίτευξη του σκοπού και στόχου του δηλαδή να καταστρέψει την εταιρεία και τη μητέρα της. Ο καθ΄ ου η αίτηση παραγνωρίζοντας το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών άφησε έξω από την πόρτα της οικίας της μητέρας της , επιστολή 11.6.18 (Τεκμήριο 10), για σύγκλιση έκτακτης γενικής συνέλευσης στις 27.6.18 με αντικείμενο την αντικατάσταση των διευθυντών και του γραμματέα της εταιρείας καθώς και την αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου της. 16.Η πιο πάνω σύγκλιση της πιο πάνω έκτακτης γενικής συνέλευσης ως έχει αναφέρει είναι παράνομη και αντικανονική. Περαιτέρω, η συζήτηση των θεμάτων είναι επίσης αντινομική εφόσον για να συγκληθεί γενική συνέλευση, με σκοπό την παύση-αντικατάσταση διευθυντή οποιασδήποτε εταιρείας, απαιτείται όπως δοθεί ειδική ειδοποίηση τουλάχιστον 28 ημερών πριν την ημερομηνία σύγκλισης της έκτακτης γενικής συνέλευσης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει δοθεί ειδική ειδοποίηση που χρονικά προβλέπει ο περί Εταιρειών Νόμος. 17.Ο καθ΄ ου η αίτηση προβαίνει σε ενέργειες ανάκτησης εξουσίας της εταιρείας και ως εκ τούτου είναι απαραίτητο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα προς διαφύλαξη των συμφερόντων και δικαιωμάτων της στην εταιρεία αλλά και προς τήρηση του εφαρμοστέου νομικού δικαίου. Σε συμπληρωματική της ένορκη που δήλωση που η αιτήτρια καταχώρησε, αφού έλαβε σχετική άδεια από το Δικαστήριο, ανάφερε επιπρόσθετα τα ακόλουθα:
- Μετά την έκδοση του διατάγματος, ο καθ΄ ου η αίτηση ξεκίνησε μία άνευ προηγούμενου επίθεση εναντίον της εταιρείας και των συμφερόντων της. Η μητέρα της την ενημέρωσε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση, χρησιμοποιώντας το Διάταγμα, διεμήνυσε στην αντιπροσωπεία ότι πλέον αυτός είναι ο κύριος μέτοχος της εταιρείας και ότι όλα θα αλλάξουν όταν αναλάβει αυτός. Η εν λόγω στάση θορύβησε ιδιαίτερα την αντιπροσωπεία η οποία ανάφερε στην εταιρεία ότι δεν μπορεί να της παρέχει περαιτέρω πίστωση, ενόψει και των προβλημάτων που έχουν προκύψει με τον καθ΄ ου η αίτηση. Η αντιπροσωπεία έχει ζητήσει την άμεση καταβολή της αξίας των εμπορευμάτων που αγοράζονταν από την εταιρεία. Η γνωστοποίηση αυτή έγινε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος (Τεκμήριο 1).
- Η πιο πάνω πίστωση αποτελούσε παράγοντα καθοριστικής σημασίας για την υγιή και απρόσκοπτη λειτουργία της εταιρείας προσφέροντας της την απαραίτητη ρευστότητα. Ενόψει της νέας πρακτικής η εταιρεία θα πρέπει πλέον να καταβάλλει ένα σημαντικό ποσό προς την αντιπροσωπεία, το οποίο η ίδια η εταιρεία θα λαμβάνει σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας. Αυτό θα έχει ως άμεσο επακόλουθο η εταιρεία να προχωρεί πλέον σε παραγγελία λιγότερων εξαρτημάτων με άμεσο επακόλουθο να μην μπορεί να εξυπηρετεί τον ίδιο αριθμό πελατών που εξυπηρετούσε.
- Επιπρόσθετα η αντιπροσωπεία έχει ζητήσει από την εταιρεία την παραχώρηση αμετάκλητης τραπεζικής εγγύησης για το ποσό των €16.000, ούτως ώστε να διασφαλιστούν τα ποσά που αντιπροσωπεύουν την τελευταία αγορά εξαρτημάτων κατά την περίοδο που εφαρμοζόταν το καθεστώς πίστωσης 60 ημερών. Η πιο πάνω εξασφάλιση θα προκαλέσει στην εταιρεία ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα ρευστότητας.
- Περαιτέρω, προβλήματα έχουν δημιουργηθεί και με το προσωπικό της εταιρείας εφόσον οι υπάλληλοι της έχουν θορυβηθεί ιδιαίτερα από την εν λόγω κατάσταση φοβούμενοι ότι πιθανόν να απωλέσουν την εργασία τους ακούγοντας τις φήμες ότι ο καθ΄ ου η αίτηση θα επιστρέψει πίσω στο συνεργείο και θα τερματίσει τη λειτουργία της. Ο καθ΄ ου η αίτηση ενεργεί ανταγωνιστικά με την εταιρεία και από την ημέρα έκδοσης του διατάγματος δεν έχει ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο ή ενέργεια προς διενέργεια πώλησης των μετοχών του. Αν ο καθ΄ ου η αίτηση αφεθεί να προχωρήσει με τα σχέδια του θα επιδιώξει και πάλι να εκδώσει πιστοποιητικά διευθυντών και γραμματέα από τον ΄Έφορο Εταιρειών με σκοπό να προκαλέσει ζημιά στην ίδια την εταιρεία. Η καταστροφή της θα επιφέρει και τον εκμηδενισμό ουσιαστικά της αξίας των μετοχών που κατέχει στην εταιρεία. Το Δικαστήριο μελετώντας την αρχική ένορκη δήλωση, την συμπληρωματική ένορκη δήλωση και το περιεχόμενο των επισυναπτόμενων σε αυτών τεκμηρίων, ικανοποιήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις και εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα ως η παράγραφος Α και Β της αίτησης. Σε σχέση με το αιτητικό Γ, δόθηκαν οδηγίες όπως αυτό επιδοθεί. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ O καθ' ου η αίτηση αντέδρασε στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων καταχωρώντας σχετική ένσταση εγείροντας τους ακόλουθους λόγους: «
- Η αιτήτρια παρέλειψε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης.
- Η αιτήτρια δεν προσήλθε στη διαδικασία με καθαρά χέρια αφού αποδέχτηκε να εγγραφούν οι μετοχές στο όνομα της παρά το γεγονός ότι γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εμφανιζόταν η μητέρα της ως ιδιοκτήτρια των μετοχών και με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τη μητέρα της να αποφύγει όπως πίστευε την εφαρμογή τυχόν απόφαση εναντίον της για μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα μου.
- Μοναδικός σκοπός της διαδικασίας είναι να υποβοηθηθεί η μητέρα της αιτήτριας να συνεχίσει να εμφανίζεται ως ιδιοκτήτρια της εταιρείας και να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται την εταιρεία για δικό της όφελος επηρεάζοντας δυσμενώς την ίδια την εταιρεία κατά τρόπο ανεπανόρθωτο.
- Με βάση τις διατάξεις του περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμος (ΚΕΦ. 62), η απόφαση του Δικαστηρίου είχε σαν αποτέλεσμα να καταστεί ο καθ΄ ου η αίτηση και πάλι ιδιοκτήτης των μετοχών και να ακυρωθούν όλες οι πράξεις που έγιναν σε σχέση με την αποξένωση των μετοχών από το όνομα του καθ΄ ου η αίτηση χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από μέρους οποιουδήποτε προσώπου ή από μέρους της εταιρείας.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Σε κάθε περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης.» Η ένσταση υποστηρίζει από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση ο οποίος, εν συντομία, αναφέρει τα ακόλουθα:
- Είναι η θέση του ότι η κατοχή μετοχών εκ μέρους της αιτήτριας είναι εικονική. Η αιτήτρια ενεργεί με οδηγίες της μητέρας της και ο μόνος λόγος που οι μετοχές είναι ο εγγεγραμμένες στο όνομα της είναι στην προσπάθεια της μητέρας της να αποφύγει να συμμορφωθεί με το διάταγμα επαναμεταβίβασης του 60% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας στο όνομα του. Η μεταβίβαση των μετοχών της μητέρας της αιτήτριας προς στην αιτήτρια ήταν παράνομη και δόλια.
- Ο ίδιος είναι μηχανικός αυτοκινήτων. Η εταιρεία ιδρύθηκε από τον ίδιο και τη μητέρα της αιτήτριας για να αναλάβει την ίδρυση και λειτουργία συνεργείου επισκευής οχημάτων. Λόγω των διασυνδέσεων του πέτυχε ώστε η εταιρεία να οριστεί το εγκεκριμένο συνεργείο των οχημάτων της CTC Automotive Ltd.
- Το 2008 καταχωρήθηκε εναντίον του αγωγή από τον κ. XXXXX Λυκούργο με την οποία διεκδικούσε αποζημιώσεις ύψους €55.000 αναφορικά με μία πράξη πώλησης ενός αυτοκινήτου. Δικηγόρος του ήταν ο XXXXX Πελεκάνος, αδερφός της μητέρας της αιτήτριας. Ο τότε δικηγόρος του, του ανάφερε ότι πιθανότητα θα εκδιδόταν απόφαση εναντίον του στη πιο πάνω αγωγή. Τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος ήταν συνιδιοκτήτης της εταιρείας με τη μητέρα της αιτήτριας, στην οποία ο ίδιος κατείχε το 60% και η μητέρα της αιτήτριας το 40%. Ο δικηγόρος του, του ανάφερε ότι εφόσον θα κέρδιζε την υπόθεση ο ενάγοντας θα προχωρούσε αμέσως σε εκτέλεση της απόφασης όπου, μεταξύ άλλων, θα δρομολογούσε και την πώληση των μετοχών που διατηρεί στην εταιρεία προς τυχόν ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Τον συμβούλευσε ότι ο μόνος τρόπος για να αποφύγει την πώληση των μετοχών, μέχρι να γίνει η έφεση, ήταν να μεταβιβάσει τις μετοχές του στη μητέρα της αιτήτριας.
- Η ανέγερση των κτιρίων στα οποία στεγάστηκε η εταιρεία, ήταν το προϊόν πώλησης ενός τεμαχίου, το οποίο αγοράστηκε από τον ίδιο και τη μητέρα της αιτήτριας το οποίο όμως μεταβιβάστηκε στη μητέρα της αιτήτριας υπό μορφή δωρεάς έτσι ώστε να μην πληρωθούν μεταβιβαστικά. Ακολούθως το τεμάχιο αυτό πωλήθηκε και μέρος των χρημάτων χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση της εταιρείας. Επίσης αγοράστηκε εξοπλισμός μηχανουργείου πέραν των €200.000 για να ξεκινήσει να λειτουργεί η εταιρεία και ο ίδιος έδωσε προσωπικά πέραν των Λ.Κ. 100.
- Ο πεθερός του και ο δικηγόρος του θα διευθετούσαν ώστε να φαίνεται ότι η μεταβίβαση των μετοχών έγινε μετά την πώληση του τεμαχίου, ώστε να φαίνεται ότι τα χρήματα όλα ανήκαν στη μητέρα της αιτήτριας και ως αντάλλαγμα ο ίδιος θα τις μεταβίβαζε τις μετοχές του, που κάτι τέτοιο βεβαίως δεν ευσταθούσε. Εν πάση περίπτωσή, ο πεθερός του και ο δικηγόρος του ήταν βέβαιοι ότι όταν θα υπέγραφαν τα χαρτιά που ετοίμασαν θα μπορούσαν να αποφύγουν την πώληση των μετοχών του στην εταιρεία για την ικανοποίηση της απόφασης που θα εξασφάλιζε ο κ. Λυκούργος. Υπό αυτές τις συνθήκες τον Οκτώβριο του 2012 υπέγραψε δύο έγγραφα, το ένα ήταν ένα λευκό έγγραφο μεταβίβασης μετοχών ενώ το άλλο ήταν έγγραφο καταπιστεύματος με το οποίο ο ίδιος δήλωνε ότι κατείχε το 60% της εταιρείας ως καταπιστευματοδόχος της μητέρας της αιτήτριας. Τα έγγραφα είχαν αναγραφεί ότι συντάχθηκαν το 2006 ώστε να φαίνεται ότι αυτά είχαν καταρτιστεί και υπογραφεί πριν προκύψει η διαφορά του με τον κ. Λυκούργο. Για να γίνει πιο πειστική αυτή η πράξη ο πεθερός του και ο δικηγόρος του, φρόντισαν τα έγγραφα αυτά να πιστοποιηθούν από κάποιο κοινοτάρχη φίλο του πεθερού του, ο οποίος πιστοποίησε τα έγγραφα με ημερομηνία 10.5.
- Παράλληλα ο πεθερός του και ο δικηγόρος του προχώρησαν στη μεταβίβαση όλων των μετοχών του στο όνομα της μητέρας της αιτήτριας ώστε να φαίνεται η μόνη ιδιοκτήτρια του συνόλου των μετοχών. Η μεταβίβαση ήταν εικονική.
- Μετά τη μεταβίβαση των μετοχών συνέχισε να εργάζεται κανονικά ως συνιδιοκτήτης της εταιρείας. Η μητέρα της αιτήτριας στην ουσία κατείχε το 60% των μετοχών προς όφελος του.
- Τον Ιανουάριο του 2014 επήλθε κλονισμός στη σχέση του με τη μητέρα της αιτήτριας με αποτέλεσμα να αποχωρήσει οριστικά από τη συζυγική εστία τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Συνέχισε όμως να εργάζεται και να διευθύνει κανονικά την εταιρεία μέχρις ότου, τον Οκτώβριο του 2014, η μητέρα της αιτήτριας τον απομάκρυνε από διευθυντή της εταιρείας και τον εκδίωξε από αυτή, επικαλούμενη το γεγονός ότι ήταν η αποκλειστική ιδιοκτήτρια της.
- Στις 21.1.15 καταχωρήθηκε από τον κ. Δώρο Λυκούργο εναντίον του και εναντίον της μητέρας της αιτήτριας, αίτηση για ακύρωση των μεταβιβάσεων των μετοχών της εταιρείας. Η αιτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του αδερφού της μητέρας της, επομένως γνώριζε για την εν λόγω υπόθεση. Επίσης παρακολούθησε και σε μία περίπτωση τη διαδικασία της δίκης. Επομένως η ίδια γνώριζε τις θέσεις του ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η μητέρα της βρέθηκε να κατέχει ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Στις 30.3.18 εκδόθηκε απόφαση (Τεκμήριο Α) με την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι η μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα της μητέρας της αιτήτριας το 2012 ήταν δόλια. Το δικαστήριο απέρριψε την εξήγηση που είχε δοθεί από τη μητέρα της αιτήτριας ότι δήθεν ο ίδιος είχε υπογράψει έγγραφο με το οποίο την είχε καταστήσει δικαιούχο των μετοχών το
- Με αυτό το δεδομένο το δικαστήριο διέταξε την επαναμεταβίβαση των μετοχών στο όνομά του.
- Η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο, όταν αποτάθηκε μονομερώς, το γεγονός ότι η ίδια γνώριζε για τη δική του θέση ως προς το καθεστώς που έγινε η μεταβίβαση των μετοχών από τον ίδιο στη μητέρα της το 2012 ώστε να μην μπορεί ο κ. Λυκούργος να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Είναι η θέση του ότι η μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα της αιτήτριας, η οποία έγινε ενώ βρισκόταν προς εκδίκαση η αίτηση για ακύρωση των μεταβιβάσεων των μετοχών του στο όνομα της μητέρας της, ήταν εικονική. Ο μόνος λόγος της μεταβίβασης ήταν όπως τυπικά να μην φαίνεται ως μέτοχος της εταιρείας η μητέρα της αιτήτριας διότι θεωρούσαν ότι με αυτό το τρόπο δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί η όποια απόφαση για ακύρωση της μεταβίβασης ως δόλιας. Ως εκ τούτου είναι η θέση του ότι το υποτιθέμενο μητρώο της εταιρείας που παρουσίασε η αιτήτρια είναι και αυτό εικονικό και έγινε από τη μητέρα της και τον παππού της μετά την έκδοση της απόφασης στην αίτηση δόλιας μεταβίβασης ακριβώς γιατί νόμιζαν ότι με αυτό τον τρόπο θα εμπόδιζαν την μεταβίβαση των μετοχών στο όνομά του. Είναι συνεπώς η θέση του ότι η πράξη αυτή δεν έχει κανένα νομικό αποτέλεσμα και το Δικαστήριο θα πρέπει να την αγνοήσει. Το ότι είναι εικονικό το όλο πιστοποιητικό φαίνεται και από το γεγονός ότι σε αυτό καταγράφεται ότι δήθεν η μητέρα της αιτήτριας ήταν ιδιοκτήτρια όλων των μετοχών της εταιρείας από τον Μάιο του
- Η θέση της μητέρας της όμως ήταν ότι ο ίδιος παρέμεινε ιδιοκτήτης των μετοχών μέχρι το 2012 και ότι δήθεν την είχε καταστήσει δικαιούχο των μετοχών του το
- Ο δικαιούχος των μετοχών όμως δεν είναι ιδιοκτήτης τους. Ιδιοκτήτης παραμένει το πρόσωπο στο όνομα του οποίου είναι εγγεγραμμένες οι μετοχές άσχετα αν τις μετοχές της κατέχει ως καταπιστευματοδόχος προς όφελος τρίτου. Το μητρώο της εταιρείας θα μπορούσε να αλλάξει μόνο όταν ο δικαιούχος ενεργοποιήσει το λευκό έντυπο μεταβίβασης μετοχών κάτι που όπως η μητέρα της αιτήτριας ισχυρίζεται είχε γίνει το
- Η πιο πάνω απόκρυψη είναι πολύ σοβαρή και δικαιολογεί από μόνη της την απόρριψη του εν λόγω διατάγματος.
- Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος με βάση την απόφαση του δικαστηρίου έχει καταστεί και πάλι ιδιοκτήτης των μετοχών και θα πρέπει να ακυρωθούν όλες οι πράξεις που έγιναν σε σχέση με την αποξένωση των μετοχών από τον ίδιο, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από μέρους οποιουδήποτε προσώπου. 10.Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ότι δεν θα μπορούσε να συγκαλέσει ο ίδιος έγκυρα γενική συνέλευση ώστε να γίνει παύση και αντικατάσταση του διευθυντή της εταιρείας αυτό το θέμα άπτεται του κύρους της οποιαδήποτε απόφασης και δεν είναι ζήτημα που μπορεί να τύχει αντιμετώπισης στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης. Σε περίπτωση που εγκριθεί το διάταγμα η μητέρα της αιτήτριας θα μπορέσει να συνεχίσει και να έχει κάτω από τον δικό της αποκλειστικό έλεγχο και να διοικεί την εταιρεία όπως η ίδια θέλει. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ Το Δικαστήριο, μετά από ενδιάμεση απόφαση του, έδωσε άδεια στην αιτήτρια όπως καταχωρήσει συμπληρωματική απαντητική δήλωση σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του καθ΄ ου η αίτηση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, ουδέποτε ο δικηγόρος του καθ΄ ου η αίτηση, είτε ο παππούς της ανάφεραν σ΄ αυτόν ότι η αγωγή που καταχώρησε ο κ. Λυκούργος εναντίον του δεν πήγαινε καλά και ότι θεωρούσαν δεδομένο ότι θα εκδοθεί απόφαση υπέρ του τελευταίου. Αντίθετα, ήταν βέβαιοι ότι η υπόθεση θα είχε επιτυχή κατάληξη για τον καθ΄ ου η αίτηση. Εναντίον μάλιστα της απόφασης αυτής καταχωρήθηκε έφεση (Τεκμήριο 1) η οποία εν τέλει αποσύρθηκε, μετά από σχετική ειδοποίηση απόσυρσης που απέστειλε ο καθ΄ ου η αίτηση (Τεκμήριο 2), χωρίς προηγούμενος να ειδοποιήσει του δικηγόρους του. Το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκαν κατά την εκδίκαση της αίτησης που καταχωρήθηκε για ακύρωση των μεταβιβάσεων. Ουδέποτε ο δικηγόρος του καθ΄ ου η αίτηση είτε ο παππούς της παρότρυναν τον καθ΄ ου η αίτηση να μεταβιβάσει τις μετοχές που κατέχει στην εταιρεία επ' ονόματι της μητέρας της, ούτως ώστε να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του σύμφωνα με την απόφαση που θα εκδιδόταν εναντίον του. Ενισχυτικό του πιο πάνω γεγονότος ήταν ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο καθ΄ ου η αίτηση είχε και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Ειδικότερα ο καθ΄ ου η αίτηση είχε συλλεκτικό όπλο μεγάλης συλλεκτικής αξίας, ½ μερίδιο σκάφους αναψυχής, ½ ενός τεμαχίου στην Αραδίππου, γραμμάτιο ύψους €25.000, μετοχές στο χρηματιστήριο και όχημα τύπου Mercedes. Επομένως τα όσα αναφέρει ο καθ΄ ου η αίτηση είναι ψέματα και εκ των υστέρων σκέψεις, ο οποίος έχει μοναδικό σκοπό να λάβει τις μετοχές της εταιρείας. Επίσης είναι η θέση της ότι το ακίνητο για το οποίο κάνει αναφορά ο καθ' ου η αίτηση στην Τερσεφάνου αποτελούσε προσωπική περιουσία της μητέρας της, την οποία της είχε δωρίσει ο παππούς της και δεν αγοράστηκε από τη μητέρα της και τον πατέρας της όπως ψευδώς ο ίδιος είχε αναφέρει (Τεκμήριο 3). Το 2006 κατέστη αναγκαίο η εταιρεία να προχωρήσει στην ανέγερση κτιρίων και εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση των δραστηριοτήτων της. Λόγω του ότι η εταιρεία δεν μπορούσε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση η μητέρα της πώλησε το ακίνητο και το τίμημα της πώλησης το διέθεσε προς όφελος της εταιρείας (Τεκμήριο 4). Είναι η θέση της επίσης ότι ούτε ο καθ' ου η αίτηση έδωσε στην εταιρεία το ποσό των Λ.Κ. 100.000 προσωπικά. Τα έγγραφα που αφορούσαν τη μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι της μητέρας της υπογράφηκαν στις 10.5.06 ενώπιον του κοινοτάρχη Σκάλας. Τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν εικονικά, ήταν καθόλα νόμιμα και υπογράφηκαν προς εξασφάλιση της προσφοράς που είχε κάνει η μητέρα της στην εταιρεία με την πώληση και διάθεση προσωπικής της περιουσίας και της αγοράς σκάφους της επιλογής του καθ΄ ου η αίτηση το οποίο χρησιμοποιούσε μόνο ο ίδιος. Αυτό που έλαβε χώρα το 2012 ήταν η κοινοποίηση τους στον ΄Έφορο Εταιρειών γεγονός που έλαβε χώρα 6 χρόνια αργότερα, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε η μητέρα της και όταν η μητέρας της άρχισε να αντιλαμβάνεται την εξωσυζυγική σχέση που διατηρούσε ο καθ' ου η αίτηση. Τέλος είναι η θέση της ότι η μεταβίβαση των μετοχών από τη μητέρα της δεν ήταν εικονική και ούτε το μητρώο μελών της εταιρείας είναι εικονικό αλλά αποτελεί γνήσιο μητρώο μελών της το οποίο τηρείται από την εταιρεία σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Η δικονομία σε ό,τι αφορά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, μονομερώς, ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, θ.
- Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς ένα τέτοιο διάταγμα περιορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ.6, το οποίο καθορίζει ότιː «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.». Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων βρίσκεται στο άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων (Ν.14/60)[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο, ανάλογα βεβαίως με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Οι σωρευτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν έτσι ώστε το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, είναι οι ακόλουθες: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. H Kυπριακή νομολογία είναι πλούσια σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η κλασσική αυθεντία σε σχέση με το ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι η υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557. Περαιτέρω το ζήτημα αυτό αναλύθηκε και αναπτύχθηκε και σε μεταγενέστερες υποθέσεις όπως, για παράδειγμα, στις υποθέσεις National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X''Bασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ Α.Α.Δ 2015 καθώς επίσης και στην μεταγενέστερη υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή τηςΚρις Ιακωβίδη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783 Αερογραμμές. Στην τελευταία αναφερόμενη απόφαση αναλύθηκαν, συνοπτικά, οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. DrydenGroupLtd, Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Επιπρόσθετα το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση μαρτυρίας (Χαριτίνη Χρυσάνθου Κυριλλου, διά της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Γεωργίας Καραγιώργη v. Άντρης Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι αλληλένδετες σε κάποιο βαθμό. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα». Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.(ανωτέρω). Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει μελλοντικά πλήρη δικαιοσύνη. Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων τα Δικαστήρια προτού εκδώσουν ή οριστικοποιήσουν προσωρινά διατάγματα, ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και κάποιες ευρύτερες αρχές οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί και αναπτυχθεί μέσω της νομολογίας. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη και τον παράγοντα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience). Το Δικαστήριο, δηλαδή, πριν εκδώσει οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να αποφασίσει, ζυγίζοντας όλα τα δεδομένα, κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να το εκδώσει καθώς θα πρέπει να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στις δύο πλευρές. Η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)1(B)Α.Α.Δ.). Άλλοι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη προτού εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα είναι του εάν ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι, στις μονομερείς αιτήσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος "εξαπάτησης" του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπειες την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή έχει ιδιαίτερη σημασία για το δικαιικό μας σύστημα καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος, μονομερώς, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω), το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides"), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που οι δύο πλευρές καταχώρησαν στο Δικαστήριο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, αντιστοίχως, δεν αντεξετάστηκε στη βάση της Δ.39, Κ. 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους, παραπέμποντας και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα όσα και οι δύο πλευρές εισηγήθηκαν έχουν μελετηθεί με προσοχή και αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας παραθέσει τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση, στην προκειμένη περίπτωση, των αιτούμενων διαταγμάτων. Σημειώνω εξ αρχής ότι, μέσω της αγόρευσης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβήτησε ότι στη προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι 2 πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Ανάλογη ήταν και η περίπτωση στην υπόθεση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2),
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, όπου το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι πληρούνταν στην προκειμένη περίπτωση οι 2 πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπου και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση, όπως προκύπτει από την αγόρευσή του, δεν αμφισβητεί την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και την πιθανότητα να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας αμφισβήτησε επί της ουσίας την 3η προϋπόθεση, γεγονός το οποίο σχολιάζω αμέσως κατωτέρω. Παρά την απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησης από τον ευπαίδευτο συνήγορο του καθ' ου η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32, το Δικαστήριο, καθηκόντως, θα εξετάσει εν πάση περιπτώσει κατά πόσο αυτές, στην προκειμένη περίπτωση, πληρούνται. Σε σχέση με την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κρίνω στην παρούσα υπόθεση ότι, με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της αιτήτριας και των επισυναπτόμενων σε αυτών Τεκμηρίων, πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Σημειώνω ότι η αιτήτρια, μέχρι στιγμής, δεν καταχώρησε στο Δικαστήριο την Έκθεση Απαίτησης της. Αυτό όμως, με βάση την επικρατούσα νομολογία, δεν αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το μόνο που ξεκαθαρίζει η νομολογία είναι ότι η εξέταση σ' αυτό το στάδιο εστιάζεται στη δύναμη των δικογράφων κα στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Στην Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (ανωτέρω), διευκρινίστηκε ότι η αναφορά στην Odysseos σε «pleadings, χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια του όρου και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Ούτε στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, αναφέρθηκε οτιδήποτε που «να υποδηλώνει ότι η καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας». Αντίθετα, εκεί οι εκατέρωθεν θέσεις είχαν προσδιοριστεί σε ένορκες δηλώσεις, που αποτέλεσαν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (νομικό σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη «Διατάγματα», σε. 122). Ένα από τα αγώγιμα δικαιώματα της αιτήτριας εδράζεται στο γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι εγγεγραμμένος μέτοχος στο μητρώο μελών της εταιρείας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ενεργεί ως τέτοιος. Περαιτέρω η βάση της αγωγής της εδράζεται στο γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση ενεργεί ως μέτοχος, ενώ δεν είναι με βάση το μητρώο μελών της εταιρείας, συγκαλώντας έκτακτη γενική συνέλευση κατά παράβαση του εκδοθέντος διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο δεν κατέστησε μέτοχο για να ενεργεί ως τέτοιο, αλλά τον κατέστησε μέτοχο με σκοπό την πώληση των μετοχών του. Τέλος η βάση της αγωγής της εδράζεται στο γεγονός, μεταξύ άλλων ότι ο καθ' ου η αίτηση ενεργεί με δόλο, και έχοντας ως μοναδικό σκοπό να λάβει τον έλεγχο της εταιρείας κατά παράβαση του Διατάγματος. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι καταχωρημένος στο μητρώο μελών της εταιρείας. Ούτε και ο ίδιος προβάλει τέτοια θέση μέσω της ένορκης του δήλωσης. Ως προκύπτει μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία το μητρώο μελών της εταιρείας το οποίο τηρείται από την ίδια την εταιρεία καταγράφει την αιτήτρια από το 2016 ως το μοναδικό μέλος της εταιρείας. Ο καθρέφτης της πραγματικής κατάστασης των μετόχων μίας εταιρείας είναι το μητρώο μελών της. Ούτε και το Διάταγμα του Δικαστηρίου προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά σε διόρθωση ή τροποποίηση του Μητρώου Μελών της καθ' ης η αίτηση. Από την άλλη, ο καθ΄ ου η αίτηση προβάλλει ότι το μητρώο μελών που προσκόμισε η αιτήτρια είναι κανονικό και πως με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου δεν επιτρέπετο να γίνει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ώστε να καταστεί μέτοχος ο καθ΄ ου η αίτηση. Με βάση το άρθρο 113 του Περί Εταιρειών Νόμο. Κεφ.113 «Το μητρώο μελών αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία οποιωνδήποτε θεμάτων που απαιτούνται ή εξουσιοδοτούνται από το Νόμο να καταχωρούνται σε αυτό.» Στην πρωτόδικη απόφαση Βάνιας Δημητρίου v Morsa Trading Ltd, ημερομηνίας 28/8/15, Αριθμός Αγωγής 2521/13 στην οποία με έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι της αιτήτριας λέχθηκαν επί του προκειμένου τα ακόλουθα: «Καθρέφτης της πραγματικής κατάστασης των μετόχων μιας εταιρείας είναι το Μητρώο Μελών της εταιρείας. Όταν αυτό τηρείται δεόντως αποδίδει την πραγματική κατάσταση. Αναφέρεται στο άρθρο 113 του Νόμου ότι: «Το μητρώο μελών αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία οποιωνδήποτε θεμάτων που απαιτούνται ή εξουσιοδοτούνται από το Νόμο να καταχωρούνται σε αυτό», σύμφωνα δε με το άρθρο 105
(1)περιλαμβάνει τα ονόματα των μελών, κατάσταση των μετοχών που κατέχουν, την ημερομηνία που κάποιος καταγράφηκε ως μέλος κλπ. Οι πρόνοιες του άρθρου 113 Α του Νόμου στοχεύουν αφενός στη διατήρηση από τον Έφορο ενημερωμένου αντίστοιχου μητρώου ή αρχείου του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των μετοχών των εταιρειών προς το σκοπό επιθεώρησης και πληροφόρησης και αφετέρου στο να εμποδίζονται οι εταιρείες, ή τουλάχιστον να μην είναι τόσο εύκολο γι΄ αυτές, να αλλοιώνουν την εικόνα του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος στο παρελθόν χρησιμοποιώντας προχρονολογημένα έγγραφα. Καθίσταται κάποιος εγγεγραμμένος μέτοχος μιας εταιρείας όταν το όνομα του καταχωριστεί στο Μητρώο Μελών της εταιρείας. Η κοινοποίηση στον Εφορο Εταιρειών εντύπου ΗΕ57 ότι μετοχές της εταιρείας μεταβιβάστηκαν στο όνομα του συνιστά μαρτυρία ότι αυτός έχει εγγραφεί στο Μητρώο Μελών της εταιρείας, αφού το άρθρο 113 Α προϋποθέτει να έχει προηγηθεί εγγραφή της μεταβίβασης στο Μητρώο Μελών πριν από την αποστολή του εντύπου ΗΕ57. Και αυτή η προηγηθείσα εγγραφή της μεταβίβασης στο Μητρώο Μελών της εταιρείας μπορεί να γίνει νόμιμα μόνο εφόσον παραδοθεί κατάλληλο μεταβιβαστικό έγγραφο στην εταιρεία, όπως προνοείται στο άρθρο 73 του Νόμου. Μπορεί να διαφανεί ότι ένα έντυπο ΗΕ57 κοινοποιήθηκε εκ λάθους και να παρουσιαστεί το Μητρώο Μελών της εταιρείας για να καταδειχθεί πως πράγματι ουδέποτε αυτός καταχωρίστηκε ως μέτοχος. Ακόμα, όμως, και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να πεισθεί το Δικαστήριο ότι αυτό που προσφέρεται ως πειστήριο είναι το γνήσιο Μητρώο Μελών της εταιρείας και όχι παραποιημένο αντίγραφο. Και τούτο αφού το Μητρώο Μελών ευρίσκεται στην κατοχή και έλεγχο της ίδιας της εταιρείας, πολλές φορές όπως και εδώ αντιδίκου. Η ορθότητα ή αυθεντικότητα του, πέραν από τη σχετική μαρτυρία που θα προσφερθεί, ελέγχεται με παραπομπή στις σχετικές κοινοποιήσεις μεταβιβάσεων στον Έφορο Εταιρειών, δηλαδή τα έντυπα ΗΕ57». Στο νομικό σύγγραμμα Gower's Principles of Modern Company Law (σελίδες 897-898) αναφέρεται ότι: «The normal rule is that a person becomes a member of a company and the legal owner of the shares when they have agreed to this and their name has been entered into the company's register of members. The company enters the transferee' s name on the register of members in place of the transferor's name. It is precisely this requirement which gives a closed company the opportunity to control the process of transfer of shares to new holders. It also follows from this analysis that a share certificate is not a negotiable instrument. Legal title does not pass by mere delivery of the certificate to the transferee but upon registration of the transferee by the company. In fact, ever registration is not conclusive of the transferee's legal title. Section 127 provides that the register of members is only "prima facie evidence's of matters directed or authorised to be inserted in it and s.768 correspondingly says that a share certificate issued by the company (for example, to the transferee) is "prima facie evidence" of the transferee's title to the shares. Where there is a conflict between the register and the certificate, the former is stronger prima facie evidence than the latter but neither is decisive.» Με βάση τα πιο πάνω καθίσταται εκ πρώτης όψεως ζήτημα ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Μελών της εταιρείας, με βάση το Τεκμήριο 1 που παρουσίασε η αιτήτρια. Το αν αυτό είναι ή όχι κανονικό δεν είναι ζήτημα που θα αποφανθεί στο παρόν στάδιο. Στο νομικό σύγγραμμα 'Κυπριακό Εταιρικό Δίκαιο΄ του Γιώργου Κακογιάννη στη σελίδα 33 αναφέρεται ότι σε περίπτωση που το όνομα οποιουδήποτε προσώπου παραλείπεται να καταχωριστεί στο Μητρώο Μελών, ενώ θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί ή αν υπάρξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση του γεγονότος ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έπαυσε να είναι μέλος, μπορεί να υποβληθεί αίτηση στο Δικαστήριο από το παραπονούμενο πρόσωπο ή από οποιοδήποτε μέλος της εταιρείας ή και από την ίδια την εταιρεία για να επιτευχθεί η σχετική καταχώριση. Με την τέτοια αίτηση στο Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την τροποποίηση του μητρώου (Άρθρο 111). Το άρθρο 111 του Περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «Εξουσία Δικαστηρίου διόρθωσης μητρώου 111.-
(1)Αν- (α) χωρίς ικανοποιητικό λόγο, το όνομα οποιουδήποτε προσώπου καταχωρείται ή παραλείπεται από το μητρώο μελών της ή (β) γίνεται παράλειψη ή άσκοπη καθυστέρηση της καταχώρησης στο μητρώο του γεγονότος ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έπαυσε να είναι μέλος, το πρόσωπο που είναι δυσαρεστημένο, ή οποιοδήποτε μέλος της Εταιρείας, ή η εταιρεία, δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για διόρθωση του μητρώου.
(2)Όταν υποβάλλεται αίτηση με βάση το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο δύναται είτε να απορρίψει την αίτηση ή δύναται να διατάξει διόρθωση του μητρώου και πληρωμή αποζημίωσης από την εταιρεία οποιωνδήποτε ζημιών που υπέστηκε το δυσαρεστημένο μέρος.
(3)Μετά από αίτηση με βάση το άρθρο αυτό το Δικαστήριο δύναται να αποφασίζει οποιοδήποτε θέμα σχετικά με το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου που είναι μέρος στην αίτηση αυτή όπως το όνομα του καταχωρείται ή παραλείπεται από το μητρώο, είτε το θέμα προέκυψε μεταξύ μελών ή φερομένων μελών, ή μεταξύ μελών ή φερομένων μελών από τη μια και της εταιρείας από την άλλη, και γενικά δύναται να αποφασίζει για κάθε ζήτημα που είναι αναγκαίο ή σκόπιμο να αποφασιστεί για τη διόρθωση του μητρώου.
(4)Σε περίπτωση εταιρείας που σύμφωνα με το Νόμο αυτό, οφείλει να παραδίδει κατάλογο των μελών της στον έφορο εταιρειών, το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος για διόρθωση του μητρώου, με το διάταγμα του δίνει οδηγίες όπως ειδοποίηση για τη διόρθωση δίνεται στον έφορο.
(5)Αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο δίδονται οδηγίες ειδοποίησης του εφόρου εταιρειών, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(4), παραδίδεται από την Εταιρεία ή τον Αιτητή για εγγραφή στον έφορο εταιρειών. Ο καθ' ου η αίτηση, δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα για να καταχωρηθεί ο ίδιος στο μητρώο μελών της εταιρείας αλλά και ούτε διορθώθηκε το μητρώο με οποιοδήποτε τρόπο κατόπιν αίτησης του καθ' ου η αίτηση στη βάση του πιο πάνω άρθρου. Περαιτέρω το αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας εδράζεται και στο ότι ο καθ' ου η αίτηση ενεργεί δόλια και στη βάση αυτού αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Όπως προκύπτει, μέσα από τα αναντίλεκτα γεγονότα, το Δικαστήριο με βάση το Διάταγμα ακύρωσε τη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας που έλαβε χώρα το 2012 επ' ονόματι της μητέρας της αιτήτριας, την επανεγγραφή των μετοχών στο όνομα του καθ' ου η αίτηση και την πώληση τους έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Η μητέρα της, έναντι της πιο πάνω απόφασης καταχώρησε σχετική έφεση η οποία και εκκρεμεί. Όπως επίσης προκύπτει από την ημέρα έκδοσης της σχετικής απόφασης καμία πώληση των μετοχών δεν έλαβε μέχρι στιγμής προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως πιστωτή. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία περί επιβάρυνσης των μετοχών του καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 (Ν. 31(I)/1992). Ούτε και ο καθ΄ ου η αίτηση προβάλει οποιοδήποτε θετικό ισχυρισμό ότι λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα για εφαρμογή του διατάγματος του Δικαστηρίου. Ούτε καν αναφέρει την πρόθεση του για την τήρηση και εφαρμογή του εν λόγω Διατάγματος ώστε να ικανοποιήσει τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Η μόνη μαρτυρία η οποία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το γεγονός ότι οι συνήγοροι του εξ αποφάσεως πιστωτή απέστειλαν επιστολή στον Έφορο Εταιρειών για επανεγγραφή των μετοχών στον καθ' ου η αίτηση. Παρά το γεγονός ότι δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα για την τήρηση και εφαρμογή του Διατάγματος αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι ο καθ' ου η αίτηση, έχοντας ως δεδομένο την επανεγγραφή των μετοχών στο όνομα του προσπάθησε να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας με σκοπό την παύση του διευθυντή και γραμματέα της εταιρείας, που εκ πρώτης όψεως, και που τονίζω δεν αποφαίνομαι οριστικά, εκπίπτει εντός της εμβέλειας και του λεκτικού του εν λόγω διατάγματος. Στη βάση αυτών η αιτήτρια αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δόλο εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Παρόλο δηλαδή που το διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσει τον καθ΄ ου η αίτηση να πωλήσει τις μετοχές της εταιρείας, ο καθ΄ ου η αίτηση προχωρεί σε άλλα διαβήματα κάτι που εξάλλου ο ίδιος δεν αρνείται, αντίθετα θα έλεγα αποδέχεται. Από την άλλη, ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι σε κάθε περίπτωση ο ίδιος με βάση την απόφαση του δικαστηρίου έχει καταστεί και πάλι ιδιοκτήτης των μετοχών και θα πρέπει να ακυρωθούν όλες οι πράξεις που έγιναν σε σχέση με την αποξένωση των μετοχών από τον ίδιο χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από μέρους οποιουδήποτε προσώπου. Όπως προκύπτει επομένως υπάρχουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές και η κάθε πλευρά προβάλλει τα δικά της επιχειρήματα προσπαθώντας να προωθήσει και να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Είναι επίσης πάγια αρχή ότι το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Σε ό,τι αφορά το στάδιο αυτό με βάση τα πιο πάνω και ενόψει των κατατεθειμένων Τεκμηρίων το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει τους ισχυρισμούς και θέσεις της αιτήτριας. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η αιτήτρια από το 2016 κατέστη αποκλειστικός μέτοχος της εταιρείας και η ίδια δεν ήταν διάδικο μέρος στα πλαίσια της αίτησης που είχε εκδοθεί για ακύρωση της μεταβίβασης των μετοχών της μητέρας της. Τα αγώγιμα δικαιώματα της δεν είναι επιπόλαια και ενοχλητικά και μπορεί να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις πράξεις του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος προσπαθεί να συγκαλέσει γενική συνέλευση για παύση του διευθυντή και γραμματέα της καθ' ης η αίτηση ενώ η απόφαση του Δικαστηρίου προνοεί για πώληση των μετοχών του που κατείχε προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέος του κ. Δώρου Λυκούργου. Δεν εκδόθηκε δηλαδή με σκοπό ο καθ' ου η αίτηση να λάβει τον έλεγχο της εταιρείας. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για την πώληση των μετοχών που βρίσκονται πλέον επ' ονόματι του. Τονίζω για ακόμα μια φορά ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ευρήματα αλλά και ούτε αποδέχεται τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Συνεπώς και για τα δύο αγώγιμα δικαιώματα της αιτήτριας πληρείται η 1η προϋπόθεση του άρθρου 32 εφόσον εκ πρώτης όψεως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και κυρίως ενόψει του γεγονότος ότι ο καθ' ου η αίτηση λειτουργεί, εκ πρώτης όψεως και χωρίς να καταλήγω σε εύρημα, εκτός των προνοιών του Διατάγματος. Στρεφόμενος στην 2η προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αιτήτριας στην αγωγή της, έχω ικανοποιηθεί ότι και στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω προϋπόθεση πληρείται. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θεωρεί ότι υπάρχει και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας το Δικαστήριο κρίνει ότι ικανοποιείται και η 2η προϋπόθεση εφόσον με βάση την μέχρι στιγμής ενώπιον του μαρτυρία και με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να τονίζω ότι αποφαίνομαι επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, κρίνω ότι υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας για την αιτήτρια. Καταλήγω λοιπόν, με βάση τη δικαστική μου κρίση, ότι με τα όσα η πλευρά της αιτήτριας έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη και το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ότι υπάρχει και διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση και του κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και την έκδοση του αιτουμένου υπό της παραγράφου (Γ) αίτησης έχω διαπιστώσει ότι και, στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω προϋπόθεση πληρείται. Εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου: Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας προβάλλεται η θέση πως αν το Δικαστήριο δεν οριστικοποιήσει τα αιτούμενα διατάγματα ο καθ' ου η αίτηση θα προχωρήσει και θα συγκαλέσει γενική Συνέλευση της εταιρείας και να προχωρήσει σε αλλαγή του διευθυντή και γραμματέα της με αποκλειστικό σκοπό να ανακτήσει τον έλεγχο της καθ' ης η αίτηση. Αν το Δικαστήριο επιτρέψει στον καθ' ου η αίτηση να προβεί στις πιο πάνω ενέργειες τα συμφέροντα της ως μετόχου στην καθ' ης η αίτηση θα πληγούν. Επίσης υπάρχει κίνδυνος ο καθ' ου η αίτηση να υλοποιήσει τις απειλές του για την καταστροφή της εταιρείας με δεδομένο πάντοτε ότι ο ίδιος λειτουργεί ανταγωνιστικό συνεργείο εφόσον μοναδικός σκοπός του είναι να πάρει τον έλεγχο της εταιρείας. Από την άλλη, αποτελεί θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν καταγράφει τη ζημιά που θα υποστεί από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, γιατί θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και γιατί η ίδια θα υποστεί ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Τα διατάγματα αφορούν αποκλειστικά το ζήτημα κατά πόσο ο καθ' ου η αίτηση θα μπορέσει να αναλάβει εκ νέου τη διοίκηση της καθ' ης η αίτηση. H αιτήτρια πουθενά δεν αναφέρει ποια είναι η ζημιά που θα υποστεί σε τέτοια περίπτωση και το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες. Στο σημείο αυτό θα συμφωνήσω καταρχάς με τον ευπαίδευτο συνήγορο του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν αναφέρει αυτολεξεί τη φράση ότι θα υποστεί «ανεπανόρθωτη ζημιά». Όμως το γεγονός αυτό συνάγεται μέσα από το σύνολο και των τριών ενόρκων δηλώσεων της αποσπασματικά. Σημασία κατά την άποψη του Δικαστηρίου έχει το γεγονός της στοιχειοθέτησης της 3ης προϋπόθεσης και όχι η ρητή αναφορά στην ένορκη δήλωση «περί ανεπανόρθωτης ζημιάς». Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από τα γεγονότα της υπόθεσης Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (ανωτέρω) στην οποία απλά ο αιτητής ανάφερε γενικά και αόριστα ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως γενικός και αόριστος. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι με αυτό τον ισχυρισμό καταδεικνύεται ανεπανόρθωτη ζημία. Δεν δίδεται καμία λεπτομέρεια ή επεξήγηση που να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ώστε να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος.». Η παρούσα υπόθεση διαφέρει εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ένας εντελώς και αόριστος ισχυρισμός ότι η αιτήτρια θα υποστεί ζημιά από την μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Και τούτο γιατί η μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων θα έδινε το δικαίωμα στον καθ' ου η αίτηση, όποτε και με οποιοδήποτε τρόπο κρίνει ο ίδιος σκόπιμο, έχοντας αποκτήσει πλέον τον έλεγχο της ίδιας της εταιρείας να της προκαλέσει τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά και να βλάψει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της αιτήτριας σε σημείο που θα είναι δύσκολο να αποτιμηθεί και εκτιμηθεί η οποιαδήποτε ζημιά. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι ο καθ' ου η αίτηση, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο, μετά την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την αιτήτρια, προέβη ήδη σε μονομερής ενέργειες που είχαν σαν στόχο να πλήξουν την ίδια την εταιρεία. Όπως για παράδειγμα ότι ο ίδιος διαμήνυσε στην αντιπροσωπεία ότι θα 'διαλύσει την ίδια την εταιρεία' και ότι «τα πράγματα θα αλλάξουν». Δεν μπορεί να αποκλειστεί επομένως το ενδεχόμενο αυτό το όποιο είναι πέρα για πέρα ορατό. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια θα είναι κατά την γνώμη του Δικαστηρίου, ανεπανόρθωτη εφόσον αφενός οι ζημιές θα είναι ανυπολόγιστες και αφετέρου η επιχείρηση που λειτουργεί η ίδια η εταιρεία και που η αιτήτρια είναι μέτοχος της, έστω και με τα υπάρχοντα δεδομένα σε ποσοστό 40% θα τερματίσει την λειτουργία της. Υπάρχει επομένως ορατό το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν τετελεσμένα γεγονότα τα οποία θα είναι αναπόφευκτα εις βάρος της αιτήτριας και δεν θα είναι εύκολο να ανατραπούν στο μέλλον. Όπως χαρακτηριστικά ανάφερε η αιτήτρια υπάρχει ορατός κίνδυνος «η καταστροφή της εταιρείας θα επιφέρει και τον μηδενισμό ουσιαστικά της αξίας των μετοχών που κατέχει στην εταιρεία». Ούτε και μπορεί το Δικαστήριο να αποδεχθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εναντίον της εταιρείας με σκοπό να επωφεληθεί η ανταγωνιστική επιχείρηση που ο ίδιος λειτουργεί. Αναμφίβολα η οριστικοποιήσει των εν λόγω διαταγμάτων συνιστά εργαλείο ώστε να διασφαλιστούν απρόσκοπτα τα συμφέροντα της εταιρείας και κατ' επέκταση της αιτήτριας μέχρι την εκδίκαση της αγωγής όπου το Δικαστήριο θα αποφασίσει την ουσία της επίδικης διαφοράς. Η καταβολή οποιονδήποτε αποζημιώσεων στο μέλλον δεν θα αποτελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επαρκή θεραπεία. Με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος θα διατηρηθεί το υφιστάμενο καθεστώς (status quo). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M&CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του." Στο νομικό σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη 'Διατάγματα', στη Σελίδα 136-137 γίνεται αναφορά σε περιπτώσεις που η θεραπεία των αποζημιώσεων κρίθηκε μη επαρκής και ότι υπήρχε κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Μία από τις περιπτώσεις αυτές είναι και η διακοπή των εργασιών μιας επιχείρησης, όπως είναι και η προκειμένη περίπτωση. Επιπρόσθετα και το ισοζύγιο της ευχέρειας, σαφέστατα κλείνει υπέρ της αιτήτριας. Και τούτο γιατί, υπό το σύνολο των περιστάσεων, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια από την μη οριστικοποίηση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ζημιά που θα υποστεί ο καθ' ου η αίτηση ο οποίος εδώ και χρόνια εξάλλου δεν συμμετέχει στην διοίκηση της εταιρείας. Από την άλλη δεν μπορώ να αντιληφθώ την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί ο καθ' ου η αίτηση αν δεν οριστικοποιηθούν τα αιτούμενα διατάγματα ούτως ώστε να μην μπορεί ο ίδιος να συγκαλέσει οποιαδήποτε συνέλευση. Ούτε εξάλλου προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια θα υποστεί μεγαλύτερη ζημιά εφόσον δεν θα μπορεί να μετριάσει τις οποιεσδήποτε ζημιές της σε περίπτωση που η εταιρεία τερματίσει την λειτουργία της από τις οποιεσδήποτε ενέργειες του καθ' ου η αίτηση. Υπό το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και πρόσφορο να διατηρηθεί η τωρινή κατάσταση (status quo ante) μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Η διατήρηση του status quo ante είναι ένας από τους σημαντικότερους ισοζυγιστικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (Σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη (ανωτέρω Σελ. 154 και 155). ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΘ'ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ Με τον 1ο λόγο ένστασης αποτελεί ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Ειδικότερα αποτελεί θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο, όταν και αποτείνετο μονομερώς, αυτούσια την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/3/18 και το γεγονός ότι η εκδοχή της μητέρας της αιτήτριας, με βάση την οποία η μεταβίβαση των μετοχών από τον καθ' ου η αίτηση στην μητέρα της το 2006 είχε γίνει έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και χωρίς δόλο, έχει κριθεί αναξιόπιστη από το Δικαστήριο. Περαιτέρω δεν αποκάλυψε ούτε την εκδοχή του καθ' ου η αίτηση η οποία επίσης ήταν γνωστή στην ίδια. Οι αρχές περί πλήρους αποκάλυψης έχουν αναφερθεί ανωτέρω κατά την παράθεση της νομικής πτυχής. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο οι πιο πάνω παραλείψεις είναι ουσιώδεις και κατά πόσο η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα παραβαίνοντας το καθήκον της αυτό. Χρήσιμη καθοδήγηση για το τί αποτελεί «ουσιώδες ζήτημα» έγινε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslands banken Holding A.G v Adeona Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αριθμός Ε6/14, ημερομηνίας 27/2/15, όπου, επί του προκειμένου, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής.» Στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding AS υπό εκκαθάριση εκπροσωπούμενη από τον εκκαθαριστή αυτής Zdenek Castoral ν. Daventree Resources Ltd και Άλλων,
(2008)1 Α.Α.Δ. 801 με παραπομπή σε αγγλικές αυθεντίες, λέχθηκε επίσης ότι: «Το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink's - MAT Ltd v. Elcombe and Others [1988] 3 All E.R. 188 στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
- i)φύση της υπόθεσης και (
- ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος.» Έχοντας παραθέσει τις βασικές νομικές αρχές και εξετάζοντας ιδιαίτερα τις θέσεις του καθ' ου η αίτηση κρίνω ότι η αιτήτρια δεν απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί ως συνάγεται μέσα από τις θέσεις της το αγώγιμο δικαίωμα της, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, εδράζεται στο γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι εγγεγραμμένος μέτοχος στο μητρώο μελών της εταιρείας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ενεργεί ως μέτοχος. Περαιτέρω η βάση της αγωγής της εδράζεται στο γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση ενεργεί ως μέτοχος, συγκαλώντας έκτακτη γενική συνέλευση κατά παράβαση του εκδοθέντος διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο δεν κατέστησε μέτοχο για να ενεργεί ως τέτοιο αλλά τον κατέστησε μέτοχο με σκοπό την πώληση των μετοχών του. Τέλος η βάση της αγωγής της εδράζεται στο δόλο εφόσον ο καθ' ου η αίτηση ενεργεί κατά παράβαση του Διατάγματος σε συνάρτηση με το γεγονός ότι μέχρι στιγμής, μετά την παρέλευση ενός και πλέον έτους, δεν λήφθηκε οποιοδήποτε μέτρο για την πώληση των μετοχών του. Μέσα στα πλαίσια αυτά η αιτήτρια αποκάλυψε, ως όφειλε το τελικό Διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 30/3/18 το οποίο εκδόθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Αποκάλυψε μάλιστα στο Δικαστήριο ότι αυτό με την απόφαση του ακύρωσε τη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας που έλαβε χώρα το 2012 επ' ονόματι της μητέρας της και διέταξε όπως οι μετοχές πωληθούν. Επομένως δεν αποτελεί ουσιώδες γεγονός ότι η θέση της αιτήτριας, η οποία είναι ακριβώς η ίδια με τη θέση της μητέρας της όπως τέθηκε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και ότι αυτή κρίθηκε αναξιόπιστη. Σημασία είχε και έχει το λεκτικό του Διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο αυτό αποκαλύφθηκε από την αιτήτρια στο Δικαστήριο. Η αξίωση της δεν σχετίζεται με την εκδοχή της μητέρας της. Δεν θεωρώ επίσης ότι η αιτήτρια με το να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο αυτούσια την απόφαση προσπάθησε να το παραπλανήσει και να παρουσιάσει μία πλασματική εικόνα γεγονότων. Θεωρώ ότι υπό το σύνολο των περιστάσεων και έχοντας λάβει υπόψη όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και αντιπαραβάλλοντας τα με τις αξιώσεις της αιτήτριας θεωρώ εν κατακλείδι ότι αυτή δεν παρέβη το καθήκον αποκάλυψης. Συνεπακόλουθα ο 1ος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ούτε και ο 2ος λόγος ένστασης ευσταθεί ότι δηλαδή η αιτήτρια δεν προσήλθε στη διαδικασία με καθαρά χέρια αφού η ίδια αποδέχθηκε να εγγραφούν οι μετοχές στο όνομα της μητέρας της, παρά το γεγονός ότι γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εμφανιζόταν η μητέρα της ως ιδιοκτήτρια των μετοχών και με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τη μητέρα της να αποφύγει όπως πίστευε την εφαρμογή τυχόν απόφασης εναντίον της για μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα του καθ' ου η αίτηση. Καταρχάς οφείλω να παρατηρήσω ότι ο εν λόγω λόγος ένστασης δεν προωθείται μέσω της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση. Το ζήτημα αυτό ο καθ' ου η αίτηση το συνδέει αποκλειστικά με την παράλειψη της αιτήτριας να αποκαλύψει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, όπως συνάγεται μέσα από τα αναντίλεκτα γεγονότα η αιτήτρια δεν ήταν διάδικο μέρος στην αίτηση για δόλια μεταβίβαση αλλά ούτε και της επιδόθηκε το ίδιο το Διάταγμα. Ούτε επίσης επιδόθηκε το ίδιο το Διάταγμα στην εταιρεία. Σημασία όμως στην προκειμένη περίπτωση έχει ότι οι μετοχές έχουν πλέον επανεγγραφεί στο όνομα του καθ' ου η αίτηση με σκοπό την πώληση τους για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Ουδέποτε η αιτήτρια επικαλείται ότι δεν δεσμεύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως η θέση του καθ' ου η αίτηση δεν ενέχει καμία απολύτως σημασία με βάση τα γεγονότα που έχουν ακολουθήσει μεταγενέστερα της έκδοσης του Διατάγματος και της εγγραφής των μετοχών στο όνομα του καθ' ου η αίτηση. Συνεπακόλουθα, υπό το φως των πιο πάνω και στη βάση των δεδομένων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και αφού συνεκτίμησα όλους τους σχετικούς παράγοντες, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, τη δεδομένη στιγμή, επιτάσσει όπως το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και οριστικοποιήσει τα εκδοθέντα Διατάγματα καθώς και εκδώσει και προσωρινό Διάταγμα ως η παράγραφος (Γ) της αίτησης. Δεν βλέπω λόγο γιατί να αποκλίνω από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα δε θα είναι όμως πληρωτέα μετά την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]32.-
(1)Τηρoυμέvoυoιoυδήπoτεδιαδικαστικoύκαvovισμoύέκαστovδικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικήςαυτoύδικαιoδoσίας, δύvαταιvαεκδίδηαπαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vαδιoρίζηπαραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τoδικαστήριovκρίvειτoύτoδίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoιδεvαξιoύvται ή χoρηγoύvταιoμoύ μετ' αυτoύαπoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτovαπαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάvτoδικαστήριovικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoςεκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυδιαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάvεκδoθήπαρεμπίπτovαπαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαιδύσκoλov ή αδύvατovvααπovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερovστάδιov cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο