← Κύπρος

ΑΝΤΡΗ ΝΙΚΟΛΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ ν. ΜΟΥΖΟΥΡΗ, Αριθμός Αγωγής: 894/2012, 27/8/2019

ΑΝΤΡΗ ΝΙΚΟΛΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ ν. ΜΟΥΖΟΥΡΗ, Αριθμός Αγωγής: 894/2012, 27/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A255 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 894/2012 Μεταξύ: ΑΝΤΡΗ ΝΙΚΟΛΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ Ενάγουσας -και- xxxxxxx ΜΟΥΖΟΥΡΗ Εναγομένου Ημερομηνία: 27/8/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: Ο κ. Ν. Γ. Νικολάου Για Εναγόμενο: Η κα. Μ. Χ'' Κωνσταντή για Γ. Φ. Πιττάτζη Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα, εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο και η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παροχή οδοντιατρικών και άλλων παρεμφερών υπηρεσιών, αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €1.190, δυνάμει τιμολογίου, για την παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών που του παρείχε. Αποτελεί, σε συντομία, δικογραφική θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν πελάτης της. Τον Σεπτέμβριο του 2011 και μετέπειτα ο εναγόμενος προσήλθε στο οδοντιατρείο της ενάγουσας, σε διάφορα προγραμματισμένα ραντεβού, όπου του παρασχέθηκαν διάφορες υπηρεσίες εφόσον παρουσίαζε αρκετά προβλήματα στα δόντια του. Η ενάγουσα τηρούσε σχετικό λογαριασμό στο όνομα του σε σχέση με τις εκάστοτε χρεώσεις και πιστώσεις του. Κατά το 2012 ο εναγόμενος παρήγγειλε ολική οδοντοστοιχία άνω, το κόστος της οποίας ανερχόταν στο ποσό των €

  1. Αφού ετοιμάστηκε και τοποθετήθηκε η σχετική οδοντοστοιχία στον εναγόμενο αυτός αρνήθηκε να καταβάλει το συμφωνηθέν κόστος της, προβάλλοντας διάφορα αβάσιμα παράπονα σε σχέση με προβλήματα που υπήρχαν στην εν λόγω οδοντοστοιχία. Η ενάγουσα, με σκοπό να ικανοποιήσει τον εναγόμενο, προχώρησε στην παραγγελία και 2ης οδοντοστοιχίας, χωρίς ο εναγόμενος να χρεωθεί την σχετική αξία αυτής. Ο εναγόμενος και πάλι συνέχιζε να διαμαρτύρεται αδικαιολόγητα και αβάσιμα και αρνείτο να καταβάλει την αξία της 1ης οδοντοστοιχίας. Η ενάγουσα του ζήτησε να πληρώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού του και ο ίδιος να επισκεφθεί οποιοδήποτε άλλο οδοντίατρο της επιλογής του. Ο εναγόμενος μέχρι και σήμερα αρνείται να καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Ο εναγόμενος, μέσω των δικογραφημένων θέσεων του, εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή και δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του λόγω του ότι η ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο των Οδοντιάτρων Κύπρου, δεν μπορούσε να παρέχει οδοντιατρικές υπηρεσίες και συνεπώς δεν ήταν οδοντίατρος με βάση τον περί Οδοντιάτρων Νόμο του
  2. Πέραν της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι υπηρεσίες που έλαβε από αυτήν ήταν κατά παράβαση των απαιτούμενων ιατρικών επαγγελματικών επιπέδων. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση της η ενάγουσα, πέραν του γεγονότος ότι υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της, αναφέρει επιπρόσθετα ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν εγγεγραμμένη ως οδοντίατρος στο Μητρώο Οδοντιάτρων Κύπρου και νόμιμα ασκούσε το επάγγελμα του οδοντιάτρου και εξακολουθεί να ασκεί και να παρέχει οδοντιατρικές υπηρεσίες δυνάμει της εγγραφής της στο πιο πάνω αναφερόμενο Μητρώο. Σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στον εναγόμενο είναι η θέση της ότι αυτές ήταν οι προσήκουσες και αρμόζουσες. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες. Ειδικότερα κατέθεσε η κα. Άντρη Νικόλα (Μ.Ε.1) μέτοχος και διευθύντρια της ενάγουσας και η κα. XXXXX Κουμή (Μ.Ε.2), λογιστής στο επάγγελμα. Από πλευράς υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ο ίδιος ο εναγόμενος. Κατατέθηκαν επίσης συνολικά και 12 Τεκμήρια. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πλήρης εικόνα της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά και κρίνω ότι δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια σύνταξης της παρούσας απόφασης. Θα παρατεθούν όμως τα κυριότερα σημεία αυτής για σκοπούς αξιολόγησής της. Η Μ.Ε.1 ανέφερε, μέσα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, ότι ασκεί από το 1995 το επάγγελμα του Χειρούργου Οδοντίατρου. Μέχρι το 2009 δραστηριοποιείτο υπό την προσωπική της ιδιότητα όπου ακολούθως, κατά το πιο πάνω έτος, το οδοντιατρείο της μετατράπηκε σε εταιρεία, την ενάγουσα. Προς το σκοπό αυτό κατέθεσε αντίγραφα των σχετικών πιστοποιητικών της ενάγουσας τα οποία εκδόθηκαν από τον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 1). Κατέθεσε περαιτέρω το ιδρυτικό και καταστατικό της εν λόγω εταιρείας (Τεκμήριο 2), το πιστοποιητικό καθώς και το πτυχίο της (Τεκμήριο 3). Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η ενάγουσα ήταν εγγεγραμμένη από τον οδοντιατρικό σύλλογο εφόσον τα ζητήματα αυτά τα χειριζόταν ο σύζυγος της. Κάθε χρόνο η ίδια ανανεώνει, υπό την προσωπική της ιδιότητα, την άδεια εξάσκησης του επαγγέλματος της (Τεκμήριο 14), ως η σχετική νομοθεσία προνοεί. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο εναγόμενος προσήλθε στο ιατρείο της το 2011, θέλοντας να προβεί σε κάποιες θεραπείες οι οποίες περιλάμβαναν μερικώς οδοντοστοιχίες, εξαγωγές, σφραγίσματα και απονευρώσεις. Στα πλαίσια αυτά και της ενδεδειγμένης θεραπείας του εναγόμενου έγιναν διάφορες συναντήσεις. Για την κάθε συνεδρία ξεχωριστά καταγράφετο ηλεκτρονικά στο λογαριασμό του εναγομένου η εργασία που συντελέσθηκε και η ανάλογη χρέωση της. Για τις υπηρεσίες που η ενάγουσα του προσέφερε αυτές καταγράφονται στο σχετικό Τιμολόγιο το οποίο εκτυπώθηκε από το ηλεκτρονικό σύστημα του οδοντιατρείου (Τεκμήριο 5). Με βάση το πιο πάνω τιμολόγιο, ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €1.
  3. Επιβεβαίωσε επίσης ότι, όπως φαίνεται και από το σχετικό τιμολόγιο δίπλα από την στήλη 11/6/2012, η 2η ολική οδοντοστοιχία άνω, η οποία παραγγέλθηκε και τοποθετήθηκε στον εναγόμενο κατόπιν παραπόνων του για την 1η οδοντοστοιχία που του είχε τοποθετηθεί, δεν είχε χρεωθεί. Διευκρίνισε όμως ότι η ενάγουσα χρεώθηκε από τον οδοντοτεχνίτη που την ετοίμασε. Όπως εξήγησε στο Δικαστήριο ο σκοπός που ετοιμάζεται και τοποθετείται μια οδοντοστοιχία είναι για να αποκαταστήσει τα ελλείποντα δόντια του ασθενούς με το να τοποθετηθεί μια κινητή προσθετική εργασία. Εξήγησε περαιτέρω ότι με το που τοποθέτησε την 1η οδοντοστοιχία στον εναγόμενο του έδωσε σχετικές οδηγίες πώς να την καθαρίζει. Του εξήγησε επίσης ότι αρχικά θα έχει κάποια προβλήματα (πόνο) μέχρι να τη συνηθίσει. Ο ίδιος δεν άκουγε και δεν συνεργαζόταν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, με σκοπό να τον ικανοποιήσει, να παραγγείλει και 2η οδοντοστοιχία. Ο εναγόμενος όμως συνέχιζε να παραπονείται. Η ίδια τότε του ζήτησε να τερματίσουν τη συνεργασία τους, να την εξοφλήσει και ακολούθως να επισκεφθεί άλλο οδοντίατρο της επιλογής του. Ο ίδιος εκνευρίστηκε, πέταξε τις οδοντοστοιχίες και ακολούθως της ανέφερε ότι δεν προτίθεται να πληρώσει οτιδήποτε. Η ίδια ζήτησε το οφειλόμενο ποσό τόσο τηλεφωνικώς όσο και με επιστολή που απεστάλη μέσω του δικηγόρου της (Τεκμήριο 6). Χαρακτήρισε, τέλος, την όλη συμπεριφορά του εναγόμενου προβληματική. Η ίδια γνωρίζοντας τις θέσεις του εναγόμενου ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείτο να ασκεί οδοντιατρικές υπηρεσίες, αποτάθηκε στον οδοντιατρικό σύλλογο όπου της ανέφεραν ότι από το 2015 και ακολούθως θεσπίστηκε νόμος για τη σύσταση οδοντιατρικών εταιρειών, οι οποίες είναι σε θέση να ασκούν οδοντιατρικές υπηρεσίες. Δεν της ανέφεραν από τον Οδοντιατρικό Σύλλογο ότι υπήρχε το οτιδήποτε μεμπτό για το γεγονός ότι η ενάγουσα ως εταιρεία, πριν το 2015, ασκούσε οδοντιατρικές υπηρεσίες. Τώρα, διευκρίνισε πάντως, ότι η ίδια ασκεί το επάγγελμα του οδοντιάτρου μέσω της προσωπικής της ιδιότητας. Αντεξεταζόμενη από την ευπαίδευτη συνήγορο του εναγομένου, η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι τις αμέσως πιο πάνω πληροφορίες τις έλαβε κατόπιν συνομιλίας της που είχε με τον Πρόεδρο του Οδοντιατρικού Συλλόγου, πλην όμως δεν θυμόταν το ακριβές όνομα του. Η ίδια όμως ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι δεν υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα, ως της ανέφεραν, για το ότι η ενάγουσα ασκούσε, πριν το 2015, οδοντιατρικές υπηρεσίες. Ερωτηθείσα κατά πόσο το 2011 η ενάγουσα κατείχε ετήσια άδεια οδοντιατρικού επαγγέλματος παρόμοια με αυτή του Τεκμηρίου 4, η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι εφόσον ο Νόμος για οδοντιατρικές εταιρείες ψηφίσθηκε το 2015 δεν μπορούσε ο οδοντιατρικός σύλλογος να εκδίδει άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος για οδοντιατρικές εταιρείες. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η ενάγουσα πριν το 2015 δεν είχε δικαίωμα να ασκεί οδοντιατρικές υπηρεσίες. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι το καταστατικό της ενάγουσας δεν αποστάληκε στον οδοντιατρικό σύλλογο προσθέτοντας ότι, ελλείψει σχετικής νομοθετικής πρόνοιας, δεν ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει προς τούτο τον Παγκύπριο Οδοντιατρικό Σύλλογο. Ερωτηθείσα σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στον εναγόμενο η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι διορθώθηκε η κάτω γνάθος του εναγόμενου που ήταν προβληματική και τοποθετήθηκε οδοντοστοιχία στην άνω γνάθο. Για την κάτω γνάθο η ίδια δεν προέβη σε οποιεσδήποτε χρεώσεις. Διευκρίνισε ότι η ετοιμασία οδοντοστοιχίας κοστίζει από τον οδοντοτεχνίτη €50 - €
  4. Το ποσό αυτό όμως δεν το αξιώνει από τους ασθενείς της και συμπεριλαμβάνεται στο ολικό ποσό που χρεώνει για την ετοιμασία και τοποθέτηση της οδοντοστοιχίας. Ανάφερε επίσης ερωτηθείς σχετικά ότι ο εναγόμενος εξέφραζε παράπονα για την τοποθέτηση της 1ης οδοντοστοιχίας και επέμενε να αφαιρεθούν (εξαγωγή) δύο υγιή δόντια παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν συμφωνούσε. Ακολούθως έδωσε οδηγίες να ετοιμασθεί και 2η οδοντοστοιχία. Ερωτηθείς γιατί στο τιμολόγιο αναφέρεται ολική οδοντοστοιχία ενώ στην ουσία είναι μερική οδοντοστοιχία που τοποθέτησε στον εναγόμενο, η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι είτε είναι μερική είτε είναι ολική, με αυτό τον τρόπο αναγράφεται στο πρόγραμμα του υπολογιστή και η χρέωση είναι η ίδια. Αντίθετα στις επιδιορθώσεις της οδοντοστοιχίας υπάρχει ξεχωριστή αναφορά για ολική και μερική επιδόρθωση. Ανέφερε ότι δεν εκδιδόταν τιμολόγιο για κάθε ξεχωριστή επίσκεψη του εναγομένου. Το τιμολόγιο εκδόθηκε όταν ζητήθηκε από τον εναγόμενο να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Διευκρίνισε επίσης ότι η χρέωση για κάθε εργασία είναι προκαθορισμένη από το σύστημα, πλην όμως μπορούσε η ίδια αν επιθυμούσε να προβεί σε έκπτωση. Στον εναγόμενο έκανε έκπτωση και δεν τον χρέωσε με τις κανονικές τιμές. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι δεν προέβη σε οποιοδήποτε σφράγισμα στον εναγόμενο προσθέτοντας ότι σφράγισε τα δόντια του εναγόμενου στην κάτω γνάθο. Επιβεβαίωσε επίσης το γεγονός ότι στην λίστα με τους χρεώστες της ενάγουσας που παραδόθηκε στον λογιστή της για τα έτη 2011 και 2012 βρισκόταν και το όνομα του εναγόμενου. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το Τεκμήριο 5 δεν δόθηκε στους λογιστές και ότι το όνομα του εναγόμενου δεν βρίσκεται ανάμεσα στους χρεώστες της ενάγουσας. Επιβεβαίωσε ότι στην τιμή των €900 που η ίδια χρέωσε περιλαμβάνεται η αμοιβή της, τα έξοδα της και τα έξοδα του τεχνίτη. Σε σχέση με την οδοντοστοιχία και ερωτηθείσα σχετικά ανέφερε ότι δεν την παρήγγειλε κατόπιν οδηγιών του εναγομένου, πλην όμως η ίδια πρόσθεσε ότι ο εναγόμενος το γνώριζε και όταν αυτή ετοιμάσθηκε, δεν αντέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η 1η οδοντοστοιχία που εφάρμοσε ήταν ελαττωματική εξ ου και το γεγονός ότι έσπασε, προσθέτοντας ότι ο πόνος και η ενόχληση είναι φυσιολογική. Ο λόγος που έσπασε, όπως διευκρίνισε ήταν γιατί ο εναγόμενος ήθελε να του λεπτύνει την οδοντοστοιχία ρινίζοντας την. Η ίδια του επέστησε την προσοχή ότι υπάρχει κίνδυνος σπασίματος της. Αφού αυτή την επιδιόρθωσε και ακολούθως παρήγγειλε καινούρια. Ο λόγος που παρήγγειλε την 2η οδοντοστοιχία ήταν γιατί στον εναγόμενο δεν άρεσε η επιδιορθωμένη. Επιβεβαίωσε επίσης το γεγονός ότι ο εναγόμενος παραπονιόταν και για την 2η οδοντοστοιχία. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι είναι η ίδια που έδιωξε τον εναγόμενο από το ιατρείο της και ότι ο εναγόμενος αναγκάσθηκε να επισκεφθεί άλλο οδοντίατρο ο οποίος προέβη σε εξαγωγή δύο δοντιών στην άνω γνάθο και ακολούθως τοποθέτησε νέα οδοντοστοιχία, η οποία δεν παρουσίαζε το παραμικρό πρόβλημα. Αρνήθηκε ότι η ίδια ενήργησε πλημμελώς με το να μην αφαιρέσει τα δόντια 11 και 21 ώστε η οδοντοστοιχία να λειτουργεί καλά. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι δεν πλήρωσε τον τεχνίτη και προς το σκοπό αυτό κατέθεσε σχετική βεβαίωση (Τεκμήριο 7) τις χρεώσεις του για τις εργασίες που έγιναν αναφορικά με τον εναγόμενο καθώς και τις χειρόγραφες σημειώσεις του (Τεκμήριο 8). Η Μ.Ε.2 ανέφερε, μέσα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, ότι είναι λογίστρια στο επάγγελμα και εργοδοτείται στο λογιστικό γραφείο Νικήτας Χαραλάμπους & Σία Λτδ. Η ενάγουσα είναι πελάτης του πιο πάνω λογιστικού γραφείου. Κατέθεσε έγγραφο (Τεκμήριο 9), το οποίο εκτυπώθηκε από το ηλεκτρονικό αρχείο της εταιρείας, και το οποίο παρουσιάζει τα υπόλοιπα ποσά που εκκρεμούν προς πληρωμή από τους ασθενείς της ενάγουσας μέχρι την 31/12/
  5. Ανάμεσα σε αυτό συμπεριλαμβάνεται και το όνομα του εναγόμενου. Η εν λόγω λίστα παραδόθηκε από την ενάγουσα προς το λογιστικό γραφείο ώστε να ετοιμασθούν οι οικονομικές της καταστάσεις. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν υπάγεται στο ΦΠΑ, από τη στιγμή που προσφέρει οδοντιατρικές υπηρεσίες. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε το γεγονός ότι υπάρχει σχετική εγκύκλιος από την υπηρεσία Φ.Π.Α ότι οι οδοντιατρικές εταιρείες δεν υπάγονται στο ΦΠΑ. Δεν ήταν όμως σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο υπήρχε τέτοια εγκύκλιος το
  6. Επιβεβαίωσε επίσης το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε ετοιμάσει και καταχωρίσει από την σύσταση της μέχρι και σήμερα όλες τις φορολογικές της δηλώσεις. Αρνήθηκε το γεγονός ότι το συνολικό ποσό που καταγράφεται στο Τεκμήριο 9 δεν έχει συμπεριληφθεί στις οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας προσθέτοντας ότι το εν λόγω Τεκμήριο είναι αληθές και φέρει την υπογραφή του εργοδότη της. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι ο ίδιος γνωρίζει την Μ.Ε.1 και ουδέποτε περιήλθε εις γνώση του το όνομα της ενάγουσας. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι την επισκέφθηκε για πρώτη φορά στις 30/8/2011 με σκοπό να του ετοιμάσει άνω οδοντοστοιχία. Αφού υπεβλήθη σε ακτινογραφία, κατόπιν οδηγιών της, τον συμβούλεψε πως θα έπρεπε να του αφαιρεθούν 4 δόντια από την άνω γνάθο. Ακολούθως η Μ.Ε 1 του αφαίρεσε τα 3 δόντια, όχι με την μέθοδο που χρησιμοποιούν οι οδοντίατροι, αλλά του τα έσπαζε «κοκκαλάκι κοκκαλάκι», όπως χαρακτηριστικά ανάφερε. Εξαιτίας αυτού της μεθόδου ο ίδιος προτίμησε το 4ο δόντι να το κάνει εξαγωγή σε άλλο οδοντίατρο, περί τον Νοέμβριο του
  7. Κατέθεσε προς το σκοπό αυτό σχετική βεβαίωση (Τεκμήριο 10) από τον οδοντίατρο που είχε επισκεφθεί. Ακολούθως επισκέφθηκε την Μ.Ε.1 ώστε να του πάρει μέτρα για την ετοιμασία της οδοντοστοιχίας. Αφού του την τοποθέτησε, ο ίδιος ένιωσε ενοχλήσεις και προς το σκοπό αυτό την επισκέφθηκε εκ νέου με σκοπό να του την επιδιορθώσει. Επίσης σε κάποιο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του φαγητού του, αυτή έσπασε. Η Μ.Ε.1 ακολούθως του την επιδιόρθωσε δίδοντας του μάλιστα και νέα οδοντοστοιχία ως επιπρόσθετη. Ακολούθως η επιδιορθωμένη οδοντοστοιχία του πάλι έσπασε. Επίσης με τη νέα οδοντοστοιχία είχε και πάλι ενοχλήσεις τις οποίες ανέφερε στην Μ.Ε.
  8. Η Μ.Ε.1 του είπε ότι είναι «ιδιότροπος» και του σύστησε να συνεργαστεί με άλλο οδοντίατρο αφού διευθετήσει, προηγουμένως, τις οικονομικές του εκκρεμότητες. Ο ίδιος της ανέφερε ότι δεν θα την πληρώσει επειδή η Μ.Ε.1 δεν του προσέφερε οποιεσδήποτε υπηρεσίες. Ακολούθως αποχώρησε αφήνοντας στο οδοντιατρείο και τις δύο οδοντοστοιχίες. Ακολούθως επισκέφθηκε άλλο οδοντίατρο ο οποίος, αφού του αφαίρεσε και τα εναπομείναντα 2 δόντια, του τοποθέτησε νέα οδοντοστοιχία για το ποσό των €600 (Τεκμήρια 11 και 12). Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας αποδέχθηκε το γεγονός ότι για την αφαίρεση των δοντιών κατέβαλε, έναντι του υπολοίπου του, το ποσό των €150 και το υπόλοιπο ποσό θα το κατέβαλλε αφού ολοκληρωνόταν η τοποθέτηση της οδοντοστοιχίας. Ο ίδιος ουδέποτε είδε το σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 5) και ήταν η θέση του ότι η Μ.Ε.1 κατάγραφε ότι ήθελε σε αυτό και ως εκ τούτου τα στοιχεία και τα δεδομένα που καταγράφονται σε αυτό δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ερωτηθείς για ποιο λόγο ο ίδιος επισκέφθηκε ξανά την Μ.Ε.1 για την τοποθέτηση οδοντοστοιχίας εφόσον δεν ήταν ευχαριστημένος από τις υπηρεσίες που η τελευταία του προσέφερε αναφορικά με την εξαγωγή των δοντιών, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είχε παράπονο, παράπονο είχε επειδή η Μ.Ε.1 προέβη σε εξαγωγή άλλων δοντιών από αυτά που έπρεπε να προβεί. Ήταν λάθος του μάλιστα που την επισκέφθηκε ξανά όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ο λόγος που δεν συνέχισε την θεραπεία του στον εν λόγω οδοντίατρο ήταν γιατί αυτός βρισκόταν στην Λάρνακα ενώ ο ίδιος διαμένει στη Δερύνεια. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο ίδιος αντέδρασε μόλις η Μ.Ε.1 του ανέφερε ότι του ετοίμασε και την 2Η οδοντοστοιχία. Η Μ.Ε.1, διευκρίνισε, δεν του ζήτησε επιπρόσθετα χρήματα αλλά ο ίδιος υπέθεσε ότι θα την πλήρωνε εφόσον δεν του ανέφερε ότι την 2η οδοντοστοιχία την ετοίμασε δωρεάν. Ανέφερε επίσης ότι η ίδια τον έδιωξε και τον παρέπεμψε σε άλλο οδοντίατρο λόγω του ότι όπως του ανέφερε ήταν ιδιότροπος. Του ζήτησε να πάρει τις οδοντοστοιχίες και ο ίδιος αρνήθηκε αναφέροντας της ότι δεν είναι δικές του και ότι δεν θα τις εξοφλήσει διότι δεν του παρέδωσε οποιοδήποτε ορθή οδοντοστοιχία. Αρνήθηκε το γεγονός ότι η Μ.Ε.1 απλά του συνέστησε να επισκεφθεί και άλλο οδοντίατρο και ότι δεν τον έδιωξε. Αρνήθηκε επίσης κατηγορηματικά το γεγονός ότι ενημερώθηκε από την Μ.Ε.1 ότι θα του ετοίμαζε και την 2η οδοντοστοιχία. Αρνήθηκε επίσης ότι ο ίδιος δεν ακολούθησε τις οδηγίες της Μ.Ε. 1 ώστε να συνηθίσει την οδοντοστοιχία. Επιβεβαίωσε τέλος το γεγονός ότι ο οδοντίατρος που του τοποθέτησε τη νέα οδοντοστοιχία βρισκόταν στην Λάρνακα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους

(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)». Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Επίσης αξίζει να αναφερθεί ότι μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Αποτελεί επίσης βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω προχωρώ με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η Μ.Ε 1 άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ήταν σταθερή στις θέσεις της, απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και βεβαιότητα. Έχω πεισθεί παρακολουθώντας την με προσοχή από το εδώλιο του μάρτυρα, όπου κατέθεσε, ότι ήταν ειλικρινής χωρίς να έχει διάθεση να αποκρύψει και να αποφύγει τα πραγματικά δεδομένα. Η δε μαρτυρία της υποστηρίζεται και από την ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Δεν διαπίστωσα να υπέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση η οποία θα ήταν ικανή να αλλοιώσει τη θετική εικόνα που σχημάτισε το Δικαστήριο. Ήταν πλήρως κατατοπιστική και διαφωτιστική ως προς την φύση και την έκταση των οδοντιατρικών υπηρεσιών που προσέφερε στον εναγόμενο. Εξήγησε ως καταγράφεται και στο σχετικό Τιμολόγιο την θεραπεία και τις ενέργειες που η ίδια είχε προβεί. Παρά την έντονη αντεξέταση που υπέστη, η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί, αλλά απεναντίας εξήλθε ενισχυμένη από την διαδικασία της αντεξέτασης, λόγω των επεξηγήσεων και γενικά των διευκρινήσεων και λεπτομερειών που έδινε στις ερωτήσεις και θέσεις που της υποβάλλοντο, παραμένοντας σταθερή. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι είναι λογική και πειστική η εκδοχή της ως προς την φύση και την έκταση των υπηρεσιών που προσέφερε στον εναγόμενο και που αντικατοπτρίζονται παραστατικά στο Τεκμήριο 5 και το ίδιο ισχύει και για το ύψος των υπηρεσιών αυτών. Επί αυτού του θέματος μάλιστα, ήτοι το ύψος των υπηρεσιών, το Δικαστήριο αποδέχεται τις χρεώσεις της ενάγουσας ως λογικές, αιτιολογημένες και δικαιολογημένες και που εν πάση περιπτώσει όπως θα γίνει ειδική μνεία κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγόμενου, ο ίδιος αποδέχθηκε το ποσό. Δείγμα της ειλικρίνειας της και της τιμιότητας της αποτελεί το γεγονός ότι η ίδια, έχοντας ενημερώσει τον εναγόμενο προς τούτο, προέβη, αναλαμβάνοντας με δικά της έξοδα και χωρίς να χρεώσει τον εναγόμενο, με την ετοιμασία 2ης οδοντοστοιχίας του εναγομένου με σκοπό να τον αφήσει απόλυτα ικανοποιημένο ώστε ο ίδιος να σταματήσει να διαμαρτύρεται. Επίσης δείγμα της ειλικρίνειας της αποτελεί και το γεγονός ότι η ίδια αποδέχθηκε το γεγονός ότι δεν ενημέρωσε τον Οδοντιατρικό Σύλλογο ότι η ενάγουσα ασκούσε οδοντιατρικές υπηρεσίες αλλά και ούτε απέστειλε σε αυτόν το καταστατικό. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι λογική και πειστική η αναφορά της ενάγουσας ότι εξήγησε στον εναγόμενο ότι τις πρώτες μέρες αφού τοποθετηθεί η σχετική οδοντοστοιχία ο ίδιος θα αντιμετωπίζει κάποιες δυσκολίες οι οποίες θα ξεπεραστούν με το χρόνο και ότι με το να ρινίσει και μάλιστα δύο φορές την οδοντοστοιχία, υπάρχει κίνδυνος διάσπασης της, όπως εξάλλου επεσυνέβη. Αποδέχομαι επίσης την αναφορά της ότι η συμπεριφορά του εναγομένου ήταν όντως προβληματική. Ενισχυτική της θέσης της αυτής ήταν και η παραδοχή του εναγομένου ότι, αφού η εν λόγω μάρτυρας δεν προέβη σε ορθή και κατάλληλη εξαγωγή των δοντιών του, επισκέφθηκε άλλο οδοντίατρο για την εξαγωγή του 4ου δοντιού του και ακολούθως επέστρεψε πίσω στην Μ.Ε.1 για να συνεχίσει τη θεραπεία. Επίσης δεν διαφεύγει το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος η Μ.Ε 1 να εισηγηθεί στον εναγόμενο να επισκεφθεί άλλο οδοντίατρο της επιλογής του αν η συμπεριφορά του εναγομένου δεν ήταν όντως προβληματική. Αποδέχομαι επίσης ότι ο εναγόμενος ενημερώθηκε για την θεραπεία που υπεβλήθη και το κόστος αυτής και ο εναγόμενος τα αποδέχθηκε και συνακόλουθα αποτελεί σχετικό εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αναμενόμενο ένας οδοντίατρος και στην προκειμένη περίπτωση η Μ.Ε 1 να εξηγεί την διαδικασία και το κόστος στον ασθενή για να δύναται να προχωρήσει με την έγκριση του πάντοτε. Η ενάγουσα έχει δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα των υπηρεσιών που προσέφερε στον εναγόμενο σε κάθε στάδιο, την πρόοδο που γινόταν, η προεργασία που γινόταν, ως επίσης και το θετικό αποτέλεσμα των εργασιών της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία της Μ.Ε
  1. Αποδεκτή επίσης γίνεται στην ολότητα της και η μαρτυρία της Μ.Ε 2, η οποία θα έλεγα ότι ήταν επουσιώδης ως προς τα επίδικα θέματα. Η εν λόγω μάρτυρας ήταν αντικειμενική και δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Κατάθεσε στο Δικαστήριο την σχετική λίστα με τους πιστωτές της ενάγουσας κατά το έτος 2012, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το όνομα του εναγομένου. Ως ανάφερε η σχετική λίστα κατατέθηκε με σκοπό την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της ενάγουσας. Επί της ουσίας η εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσε τα όσα η Μ.Ε 1 ανάφερε, ότι δηλαδή ο εναγόμενος εξακολουθούσε να οφείλει προς την ενάγουσα το αξιούμενο ποσό αλλά και το ότι το σχετικό τιμολόγιο δεν ήταν πλαστό, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Τέλος δεν έχω εντοπίσει το οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να κλονίσει τις σχετικές αναφορές της. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της Από την άλλη, ο εναγόμενος δεν μου άφησε καθόλου καλές εντυπώσεις και ως εκ τούτου δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Το Δικαστήριο διέκρινε ότι ήταν εμφανής και έντονη η προσπάθεια του να αποποιηθεί της συμβατικής υποχρέωσης του να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος που οφείλει στην ενάγουσα για τις υπηρεσίες που του έχουν προσφερθεί. Ο εναγόμενος καταρχάς δεν αμφισβήτησε τις χρεώσεις της ενάγουσας στις έγγραφες του προστάσεις. Το τι αμφισβήτησε, μέσω του δικογράφου του, ήταν το γεγονός ότι οι υπηρεσίες που του προσφέρθηκαν δεν ήταν οι κατάλληλες και δέουσες. Προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να προωθήσει μια υστερόβουλη, ψευδής, συγχυστική και σε κάποιες περιπτώσεις μια εκτός των δικογράφων εκδοχή, που πρώτη φορά προέβαλε στην μαρτυρία του και που δεν δόθηκε καν η ευκαιρία στην ενάγουσα να απαντήσει στις μη δικογραφημένες θέσεις του με το να της υποβληθούν αυτές. Για παράδειγμα για πρώτη φορά προέβαλε τη θέση, κατά την προφορική του μαρτυρία, ότι η ενάγουσα προέβη σε εξαγωγή άλλων δοντιών από αυτά που έπρεπε. Ήταν επίσης έντονα προκατειλημμένος έναντι της Μ.Ε.1 Παρακολουθώντας τον προσεκτικά από το εδώλιο του μάρτυρα να καταθέτει διαπίστωσε ότι η εμπάθεια του προς την Μ.Ε 1 ήταν έντονη. Προσπάθησε με κάθε δυνατό τρόπο να πείσει το Δικαστήριο, ότι η Μ.Ε 1 δεν του προσέφερε οποιεσδήποτε ικανοποιητικές οδοντιατρικές υπηρεσίες εντελώς αόριστα και ατεκμηρίωτα. Στην προσπάθεια του αυτή ο Μ.Ε 1 να πείσει το Δικαστήριο, προωθώντας τη δική του εκδοχή και αφετέρου να αντικρούσει την εκδοχή της ενάγουσας, δεν απέφυγε τις αντιφάσεις και τις υπερβολές ενώ κάποιες θέσεις του αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Περαιτέρω δε, κάποια κατατεθειμένα Τεκμήρια (για τα οποία κάνω ειδική αναφορά κατωτέρω) διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του. Σε κρίσιμα δε ερωτήματα που του τέθηκαν απέφυγε να απαντήσει με ευθύτητα προσπαθώντας να υπεκφέυγει. Ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Καταρχάς η μαρτυρία του συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Ε 1 εφόσον τα όσα ο ίδιος ανάφερε έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα όσα έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Ενώ ο ίδιος αναφέρει ότι η μόνη θεραπεία που υπεβλήθη από την Μ.Ε 1 ήταν σε σχέση με την τοποθέτηση της άνω οδοντοστοιχίας η αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Ε 1 τον διαψέυδει εφόσον η ίδια εκτέλεσε οδοντιατρικές εργασίες και στην κάτω γνάθο. Αυτό, εξάλλου, καταμαρτυρά και το ίδιο το Τεκμήριο
  2. Κατά δεύτερο η προφορική του μαρτυρία δεν συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του. Ανατρέχοντας στην υπεράσπιση, πέραν της προδικαστικής ένστασης που προβάλλεται και των γενικών αρνήσεων, η μόνη θετική μαρτυρία ως προς τα γεγονότα που καταγράφεται είναι το γεγονός ότι ο εναγόμενος παραπονέθηκε για τις προσφερθείσες υπηρεσίες της Μ.Ε 1 ότι ήταν κατά παράβαση των απαιτούμενων ιατρικών επαγγελματικών επιπέδων. Δεν δίδονται οποιεσδήποτε επαρκής λεπτομέρειες ώστε η ενάγουσα να γνωρίζει ποιες ήταν αυτές ώστε να θέσει τις δικές της θέσεις. Αντίθετα κατά την παράθεση της προφορικής του μαρτυρίας ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι η Μ.Ε 1 δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη οδοντιατρική θεραπεία πέραν της αφαίρεσης των 4 δοντιών από την άνω γνάθο, οδοντιατρική ενέργεια και θεραπεία η οποία ήταν απαραίτητη για την τοποθέτηση της ολικής άνω οδοντοστοιχίας. Περαιτέρω ουδεμία αναφορά υπάρχει στις δικογραφημένες θέσεις του ότι η Μ.Ε 1 τον έδιωξε από το ιατρείο της και του εισηγήθηκε να επισκεφθεί άλλο οδοντίατρο. Η αναφορά του περί το ότι έπρεπε να βγουν και τα 2 εναπομείναντα δόντια για να γίνει καλύτερη η οδοντοστοιχία δεν δικογραφείται και αναφέρθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 Περαιτέρω γενική, αόριστη αλλά κυρίως αντιφατική ήταν και η θέση του ότι η Μ.Ε 1 δεν προέβη σε εξαγωγή των δοντιών του με τον κατάλληλο και ενδεδειγμένο τρόπο. Πέραν του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν εξήγησε με ποιος ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος αποτελεί άξιον απορίας γιατί εφόσον ο ίδιος δεν έμεινε ευχαριστημένος από τις πιο πάνω υπηρεσίες που η Μ.Ε 1 του προσέφερε, εντούτοις γιατί αφού προέβη σε εξαγωγή του 4ου δοντιού του σε άλλο οδοντίατρο επέστρεψε πίσω στην Μ.Ε 1 ώστε να συνεχίσει την θεραπεία και να του τοποθετήσει την οδοντοστοιχία; Το ερώτημα αυτό έχει παραμείνει αναπάντητο. Ουδόλως πείθει το Δικαστήριο η θέση του ότι ο άλλος οδοντίατρος που επισκέφθηκε για την εξαγωγή του 4ου δοντιού βρισκόταν στην Λάρνακα και ότι δεν μπορούσε να τον επισκέπτεται εφόσον βρισκόταν μακριά από την οικία του. Μπορούσε κάλλιστα να επιλέξει για την θεραπεία του άλλους οδοντιάτρους από την επαρχία του, όντας ο ίδιος κάτοικος της επαρχίας Παραλιμνίου. Ούτε αποδέχομαι τη βασική του θέση ότι οι υπηρεσίες που η Μ.Ε 1 του προσέφερε ήταν κατά παράβαση των απαιτούμενων ιατρικών επαγγελματικών επιπέδων. Οι θέσεις του ως προς το ζήτημα αυτό παρέμειναν γενικές, αόριστες μα προπαντός ατεκμηρίωτες. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι ο ίδιος δεν είναι οδοντίατρος και συνεπώς δεν έχει τις κατάλληλες ιατρικές γνώσεις να βοηθήσει το Δικαστήριο ώστε αυτό να διαπιστώσει ποια ήταν υπό τις περιστάσεις η κατάλληλη και ενδεδειγμένη θεραπεία που ένας μέσος οδοντίατρος θα ασκούσε στην προκειμένη περίπτωση καθώς και αν οι ενέργειες της Μ.Ε 1 δεν ήταν οι ορθές. Ούτε και ο εναγόμενος κάλεσε οποιοδήποτε εμπειρογνώμονα ώστε να τεκμηριώσει και να προωθήσει την βασική του εκδοχή, η οποία στην απουσία των πιο πάνω δεν μπορεί παρά να μην γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και να απορριφθεί. Επίσης η θέση του ότι ο μόνος λόγος που ο ίδιος επισκέφθηκε την Μ.Ε 1 ήταν για να του τοποθετήσει άνω οδοντοστοιχία. Ουδέν αναληθέστερον όμως εφόσον όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 5 η Μ.Ε 1 εκτέλεσε και άλλες οδοντιατρικές υπηρεσίες. Επίσης αποτελεί άξιον απορίας το γεγονός γιατί ο ίδιος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε μετά που ο ίδιος, όπως εξάλλου αποδέχεται, έλαβε επιστολή μέσω του δικηγόρου της ενάγουσας για το αξιούμενο ποσό. Για ποιο λόγο δεν αντέδρασε είναι ένα ερώτημα που και πάλι έχει παραμείνει αναπάντητο. Επίσης ούτε ο ίδιος αντέδρασε όταν ετοιμάσθηκε η 2η οδοντοστοιχία, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ανάφερε ότι δεν έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία του, και την παρέλαβε αποδεχόμενος την. Στερείται λογικής η θέση του επίσης ότι η Μ.Ε 1 ουδέποτε του ανάφερε και του εισηγήθηκε να επισκεφθεί άλλο οδοντίατρο. Αποτελεί τότε άξιον απορίας γιατί ο ίδιος ο εναγόμενος άφησε στο οδοντιατρείο και τις δύο οδοντοστοιχίες και αποχώρησε; Ούτε επίσης ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο λόγος που επικαλείται ο ίδιος για την μη πληρωμή στην ενάγουσα του οφειλόμενου ποσού ότι η Μ.Ε 1 δεν του παράδωσε τις οδοντοστοιχίες. Όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του ίδιου του εναγομένου αλλά και της Μ.Ε 1 η τελευταία του παράδωσε 2 οδοντοστοιχίες, εκ των οποίων την 2η δεν χρέωσε. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να παραθέσω άλλες αντιφάσεις, που όντως παρουσιάζει η μαρτυρία του Μ.Υ 1, για να δικαιολογήσω του λόγου το αληθές της πιο πάνω κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Η εκδοχή του εναγομένου, όπως την παρουσίασε ο εν λόγω μάρτυρας έχει εγγενής αδυναμίες και κενά που δεν μπορούν να παραβλεφθούν από το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του, στον βαθμό που συγκρούεται με την υπόλοιπη αποδεχτή μαρτυρία, ως καταγράφεται κατωτέρω, απορρίπτεται. Έχοντας αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία και αφού έλαβα υπόψη τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα: Η ενάγουσα εταιρεία, η οποία συστάθηκε το 2009, είναι δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παροχή οδοντιατρικών και άλλων παρεμφερών υπηρεσιών. Μέτοχος και διευθυντής της ενάγουσας είναι η Μ.Ε.1 η οποία είναι χειρούργος οδοντίατρος από το
  3. Αρχικά η Μ.Ε.1 ασκούσε το επάγγελμα του οδοντιάτρου υπό την προσωπική της ιδιότητα μέχρι το 2009 όπου το οδοντιατρείο της μετατράπηκε σε εταιρεία, δηλαδή την ενάγουσα. Η Μ.Ε 1 ανανέωνε κάθε χρόνο την ετήσια άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος της υπό την προσωπική της ιδιότητα. Ο εναγόμενος προσήλθε στο ιατρείο της το 2011, θέλοντας να προβεί σε κάποιες θεραπείες οι οποίες περιλάμβαναν μερικώς οδοντοστοιχίες, εξαγωγές, σφραγίσματα και απονευρώσεις. Στα πλαίσια αυτά και της ενδεδειγμένης θεραπείας έγιναν διάφορες συναντήσεις. Για την κάθε συνεδρία ξεχωριστά καταγράφετο ηλεκτρονικά στο λογαριασμό του εναγομένου τί εργασία συντελέστηκε καθώς και ποια ήταν η χρέωση της. Για τις υπηρεσίες που η ενάγουσα προσέφερε εξέδωσε σχετικό Τιμολόγιο. Με βάση το πιο πάνω τιμολόγιο, ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €1.
  4. Πριν την τοποθέτηση της 1ης οδοντοστοιχίας η Μ.Ε 1 έλαβε μέτρα με σκοπό την παραγγελία και τοποθέτηση της στον εναγόμενο. Ακολούθως η Μ.Ε 1 τοποθέτηση την 1η οδοντοστοιχία δίδοντας μάλιστα οδηγίες στον εναγόμενο πως να την καθαρίσει. Του εξήγησε επίσης ότι αρχικά θα έχει κάποια προβλήματα (πόνο) μέχρι να τη συνηθίσει ο ίδιος. Ο εναγόμενος δεν συνεργαζόταν με αποτέλεσμα να ζητήσει από την Μ.Ε 1 να του την ρινίσει ώστε κατά τη γνώμη του να εφαρμόζει καλύτερα. Η Μ.Ε 1 επέστησε στην προσοχή του εναγομένου ότι με το να ρινίσει την οδοντοστοιχία υπάρχει κίνδυνος διάσπασης της. Ακολούθως η 1η οδοντοστοιχία έσπασε και η Μ.Ε 1 την επιδιόρθωσε. Επίσης με σκοπό να ικανοποιήσει πλήρως το εναγόμενο παράγγειλε και 2η οδοντοστοιχία χωρίς να τον χρεώσει με οποιοδήποτε κόστος. Την 2η οδοντοστοιχία ο εναγόμενος την παρέλαβε χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Ο εναγόμενος όμως συνέχιζε να παραπονείται και την 2η οδοντοστοιχία. Η ίδια τότε του ζήτησε να τερματίσουν τη συνεργασία τους, να την εξοφλήσει και ακολούθως να επισκεφθεί άλλο οδοντίατρο της επιλογής του. Ο ίδιος εκνευρίστηκε, πέταξε τις οδοντοστοιχίες και ακολούθως της ανέφερε ότι δεν προτίθεται να πληρώσει οτιδήποτε. Η ενάγουσα ζήτησε το οφειλόμενο ποσό τόσο τηλεφωνικώς όσο και με επιστολή που απεστάλη μέσω του δικηγόρου της. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ο ενάγων (στην περίπτωση ανταπαίτησης ο εναγόμενος) έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295, όπου με παραπομπή στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Προτού το Δικαστήριο εξετάσει την νομική πτυχή της αγωγής και του κατά πόσο αυτή έχει στοιχειοθετηθεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων με κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία, θα εξετάσει κατά προτεραιότητα την προδικαστική ένσταση που ο εναγόμενος εγείρει στην Υπεράσπιση του αλλά και που η ευπαίδευτη συνήγορος έχει προωθήσει μέσω της γραπτής αγόρευσης της. Και τούτο γιατί σε περίπτωση που η εν λόγω προδικαστική ένσταση επιτύχει, αναμφίβολα θα υπάρχουν καταλυτικές συνέπειες ως προς την τύχη της παρούσας αγωγής. Αποτελεί θέση του εναγομένου ότι η ενάγουσα, κατά τον επίδικο με τα γεγονότα ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο των Οδοντιάτρων Κύπρου και ως εκ τούτου δεν είχε το νόμιμο δικαίωμα να παρέχει οδοντιατρικές υπηρεσίες και να είναι οδοντίατρος. Εις απάντηση της πιο πάνω θέσης είναι η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι αυτή ήταν εγγεγραμμένη ως οδοντίατρος κατά τον επίδικο χρόνο και συνεπώς νομίμως ασκούσε οδοντιατρικές υπηρεσίες. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι πρόνοιες του περί Εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμου, Κεφ. 249 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος») και ειδικότερα τα άρθρα 16 και 17, τα οποία, κατά τον επίδικο με τα γεγονότα χρόνο, βρίσκονταν σε ισχύ. Το άρθρο 16 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Δικαίωμα εγγεγραμμένου οδοντιάτρου να ασκεί το επάγγελμα 16. Κάθε πρόσωπο το οποίο είναι εγεγραμμένο βάσει του Νόμου αυτού δικαιούται να ασκεί οδοντιατρική και οδοντοχειρουργική στη Δημοκρατία, και να απαιτεί και να λαμβάνει εύλογα δικαιώματα για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από αυτόν υπό την ιδιότητα του οδοντιάτρου και τα έξοδα των φαρμάκων και χειρουργικών συσκευών που προμηθεύτηκαν από αυτόν» Το δε άρθρο 17 διαλαμβάνει ότι: «Δικαίωμα ανάκτησης εξόδων από άσκηση οδοντιατρικής 17. Κανένα πρόσωπο δεν δικαιούται να ανακτά οποιοδήποτε έξοδο σε οποιοδήποτε Δικαστήριο για οποιαδήποτε οδοντιατρική επέμβαση, υπηρεσία, εργασία ή περίθαλψη ή για οποιοδήποτε φάρμακο το οποίο όρισε και προμήθευσε, εκτός αν αποδείξει κατά τη δίκη ότι είναι εγγεγραμμένο βάσει του Νόμου αυτού» Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες απαραίτητη προϋπόθεση για να ασκεί κάποιο πρόσωπο οδοντιατρικές υπηρεσίες (άρθρο 2
(2)[1]), όπως αυτές που ασκούσε η ενάγουσα, και να απαιτεί και να λαμβάνει αμοιβή θα πρέπει αυτό να είναι εγγεγραμμένο βάση του Νόμου. Το βάρος απόδειξης ότι το πρόσωπο το οποίο αξιώνει οδοντιατρική αμοιβή είναι εγγεγραμμένο με βάση τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 17, βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντος. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η ενάγουσα αξιώνει πληρωμή για τις οδοντιατρικές υπηρεσίες που προσέφερε στον εναγόμενο, θα πρέπει να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι ήταν εγγεγραμμένη ως οδοντίατρος με βάση τη διαδικασία που ο ίδιος ο Νόμος καθορίζει. Με βάση το Νόμο η διαδικασία για να εγγραφεί κάποιο πρόσωπο ως οδοντίατρος είναι η ακόλουθη: Με βάση το άρθρο 3 ο Έφορος τηρεί μητρώο, που καλείται «Μητρώο Οδοντιάτρων», όλων των προσώπων που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού και επιθυμούν να καταχωρίσουν τα ονόματα τους στο Μητρώο αυτό. Με βάση το άρθρο 5 όταν πρόσωπο επιθυμεί να εγγραφεί στο σχετικό Μητρώο υποβάλλει τέτοια αίτηση στον Έφορο και προσάγει τέτοια μαρτυρία που να είναι αναγκαία για να δείξει ότι δικαιούται να γραφτεί. Με βάση το άρθρο 6 το Οδοντιατρικό Συμβούλιο χορηγεί πιστοποιητικό εγγραφής σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ικανοποιεί το Οδοντιατρικό Συμβούλιο ότι πληροί τα προσόντα και τις προϋποθέσεις που ο Νόμος ορίζει. Κρίσιμο επομένως είναι το ερώτημα κατά πόσο η ενάγουσα, κατά το έτος 2011 και 2012 που άσκησε τις οδοντιατρικές της υπηρεσίες στον εναγόμενο και που βάση αυτών αξιώνει αμοιβή, ήταν εγγεγραμμένη στο Μητρώο του Εφόρου καθώς και της είχε χορηγηθεί οποιοδήποτε πιστοποιητικό εγγραφής. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία η Μ.Ε 1 προσκόμισε ως Τεκμήριο 4 τις ετήσιες άδειες της για τα έτη 2011 έως και 2014, οι οποίες εκδόθηκαν από το Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος του Παγκύπριου Οδοντιατρικού Συλλόγου το οποίο άσκησε τις εξουσίες του με βάση το άρθρο 15Β[2] των περί Οδοντιάτρων (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείων Συντάξεων) Νόμοι του 1968 μέχρι 1997. Οι ετήσιες σχετικές άδειες εκδόθηκαν στο όνομα της Μ.Ε 1 προσωπικά και όχι στο όνομα της ενάγουσας. Αυτά ήταν και τα μόνα στοιχεία που η ενάγουσα προσκόμισε. Δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι κατά τον ουσιώδη τον χρόνο η ενάγουσα ήταν εγγεγραμμένη στο σχετικό Μητρώο. Δεν κατάθεσε, ως όφειλε, οποιοδήποτε πιστοποιητικό εγγραφής ότι η ενάγουσα ικανοποίησε το Οδοντιατρικό Συμβούλιο ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις που ο σχετικός Νόμος ορίζει. Ως συνάγεται μέσα από την προφορική μαρτυρία αποτελεί θέση της ενάγουσας ότι από τη στιγμή που η ίδια είναι εγγεγραμμένη ως οδοντίατρος στο σχετικό Μητρώο η ενάγουσα δικαιούται να ασκεί οδοντιατρικές υπηρεσίες και να αξιώνει σχετική αμοιβή από την στιγμή που είναι διευθύντρια και μέτοχος της. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ενάγουσα είναι εταιρεία νομίμως και δεόντως εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο. Από την άλλη όμως αποτελεί θεμελιώδη αρχή του εταιρικού Δικαίου ότι μία εταιρεία έχει ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα από τα μέλη της (Ροναλτ Γουοτς κ.α v Γιάννης Λαούρης κ.α, Πολιτική Έφεση Αρ. 318/2008, ημερομηνίας 7/7/2014, Salomon v Salomon & Co Ltd
(1897)AC 22). Εγγεγραμμένη οδοντίατρος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν προσωπικά η Μ.Ε 1 και όχι η ενάγουσα ως συνάγεται μέσα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία. Συνεπώς μόνο η Μ.Ε 1 είχε το δικαίωμα με βάση τις πρόνοιες του Νόμου να ασκεί οδοντιατρικές υπηρεσίες και στη βάση αυτών να αξιώνει οποιαδήποτε οδοντιατρική αμοιβή. Δεν προσκομίσθηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να βεβαιώνει στο Δικαστήριο ότι η ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένη οδοντίατρος. Ούτε και ενέχει οποιαδήποτε σπουδαιότητα και ιδιαίτερη σημασία ότι η ενάγουσα είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία και στο καταστατικό της (Τεκμήριο 2) περιέχεται μεταξύ άλλων πρόνοια ότι αυτή μπορεί να ασκήσει οδοντιατρικές υπηρεσίες. Στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο Περί Οδοντιάτρων Νόμος και όχι ο περί Εταιρειών Νόμος με βάση την νομική αρχή «lex specialis derogat legi generali» εφόσον οι ρυθμίσεις του περί Οδοντιάτρων Νόμου, ως νόμου ειδικού, υπερισχύουν των ρυθμίσεων του Κεφ. 113. Για σκοπούς του Νόμου απαραίτητο στοιχείο είναι το πρόσωπο το οποίο αξιώνει αμοιβή στη βάση οδοντιατρικών υπηρεσιών να είναι εγγεγραμμένο. Η ενάγουσα με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν ήταν εγγεγραμμένη στο σχετικό Μητρώο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μόνο η Μ.Ε 1 ήταν, γεγονός το οποίο δεν είναι αρκετό. Δεν παραγνωρίζεται επίσης το γεγονός ότι η ίδια η Μ.Ε 1 κατά την παράθεση της μαρτυρίας, ερωτηθείσα σχετικά, αποδέχθηκε το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Μητρώο καθώς αποδέχθηκε και το γεγονός ότι το καταστατικό της ενάγουσας δεν αποστάληκε στον Έφορο ή στο Οδοντιατρικό Συμβούλιο ώστε να λάβουν σχετική γνώση. Ούτε η ίδια η ενάγουσα, δεν προσκόμισε οποιοδήποτε πρόσωπο είτε τον ίδιο τον Έφορο ή οποιοδήποτε μέλος του Οδοντιατρικού Συμβουλίου ώστε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς τους ότι η ενάγουσα μπορούσε και ήταν σε θέση να ασκήσει οδοντιατρικές υπηρεσίες. Την θέση του Δικαστηρίου ενισχύει και το γεγονός ότι στις 5/6/2015 τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Νόμος 81
(1)/2015, ο οποίος δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση εφόσον τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα το 2011 και το 2012. Με βάση τον εν λόγω τροποποιητικό Νόμο (βλέπε νέο άρθρο 10Α) επιτρέπεται η σύσταση εταιρείας ως εταιρείας Οδοντιάτρων, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, και η έγκριση της από το Οδοντιατρικό Συμβούλιο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Με βάση το νέο τροποποιητικό Νόμο (βλέπε άρθρο 2) εταιρεία Οδοντιάτρων σημαίνει εταιρεία της οποίας η σύσταση εγκρίνεται από το Οδοντιατρικό Συμβούλιο και η οποία αμέσως μετά την εγγραφή της από τον Έφορο Εταιρειών, εγγράφεται στο Μητρώο Εταιρειών Οδοντιάτρων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10Α. Θα πρέπει επομένως, με βάση τις τροποποιητικές διατάξεις, τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, προτού αποταθούν στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη για την εγγραφή εταιρείας, θα πρέπει πρώτα αυτή να εγκριθεί από το Οδοντιατρικό Συμβούλιο. Ποιος θα ήταν άλλωστε ο σκοπός της εισαγωγής στο βασικό Νόμο της σχετικής τροποποίησης, αν προηγουμένως επιτρεπόταν η ίδρυση και άσκηση οδοντιατρικών υπηρεσιών από εταιρείες στις οποίες μέτοχοι και διευθυντές ήταν οδοντίατροι; Θεωρώ ότι με την εισαγωγή της νέας πρόνοιας ο νομοθέτης κατέστησε σαφές ότι προηγουμένως άσκηση οδοντιατρικής από εταιρεία η οποία δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Μητρώο δεν ήταν εφικτή. Κατέστη πλέον ξεκάθαρο ότι τα νομικά πρόσωπα, δηλαδή οι εταιρείες, μπορούσαν να εγγραφούν στο Μητρώο Οδοντίατρών μόνο μετά που τέθηκε σε ισχύ ο πιο πάνω τροποποιητικός Νόμος. Ούτε εξάλλου είναι τυχαίο ότι το άρθρο 17, μετά την σχετική τροποποίηση, διαλαμβάνει ότι: «Κανένα πρόσωπο δεν δικαιούται να ανακτά οποιοδήποτε έξοδο σε οποιοδήποτε Δικαστήριο για οποιαδήποτε οδοντιατρική επέμβαση, υπηρεσία, εργασία ή περίθαλψη ή για οποιοδήποτε φάρμακο το οποίο όρισε και προμήθευσε , εκτός αν αποδείξει ότι, κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο έγιναν τα πιο πάνω, αυτός ήταν εγγεγραμμένος οδοντίατρος ή Εταιρεία Οδοντιάτρων δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού». (Υπογράμμιση του Δικαστηρίου) Ούτε αποτελεί τυχαίο το γεγονός ότι μετά την εισαγωγή του τροποποιητικού Νόμου η ενάγουσα δεν ασκεί οποιεσδήποτε οδοντιατρικές υπηρεσίες, τις οποίες η Μ.Ε 1 ασκεί, πλέον, ως ανάφερε, υπό την προσωπική της ιδιότητα. Συνεπώς η ενάγουσα, έχοντας το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένη στο Μητρώο Οδοντιάτρων. Με βάση επομένως τα πιο πάνω η προδικαστική ένσταση του εναγομένου επιτυγχάνει. Συνεπακόλουθα η αγωγή της ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται εφόσον αυτή αξιώνει οδοντιατρική αμοιβή που υπό τις περιστάσεις δεν δικαιούται να αξιώνει. Και τούτο γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένη, κατά τον ουσιώδη χρόνο ως οδοντίατρος και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ασκήσει οδοντιατρικές υπηρεσίες. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης που προδιαγράφει το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής, που δεν είναι άλλη από την απόρριψη της, θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αγωγής εκφράζοντας την παρεμφερή μου γνώμη σε περίπτωση που το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου ανατραπεί σε δεύτερο βαθμό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται στην παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών που προσέφερε στον εναγόμενο και σε οφειλόμενο χρέος από την μη εξόφληση του τιμολογίου που εκδόθηκε δυνάμει των πιο πάνω προσφερθείσων υπηρεσιών. Στην υπόθεση Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Limited
(2002)1 A.A.Δ. 962, επιβεβαιώθηκε σε παραπομπή στα νομικά συγγράμματα Chitty on Contracts, 24th edition p.739 και Phipson on Evidence 12th edition p.1878, το γεγονός ότι τα τιμολόγια αφ΄εαυτών δεν έχουν αποδεικτική δύναμη και σημασία, ούτε προβάλλονται σαν τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας και συνεκτιμούνται με το σύνολο της μαρτυρίας στην υπόθεση. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και στην μεταγενέστερη υπόθεση Demil Imports Exports Ltd (ανωτέρω). Επίσης, η παρουσίαση τιμολογίου δεν είναι από μόνη της επαρκής για να στοιχειοθετήσει μία οφειλή, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αποδεικνύεται ως γεγονός η ύπαρξη συμφωνίας που να αποτελεί τη βάση οφειλής. Στην υπόθεση Θεοδώρου Θεόδωρος v. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, λέχθηκε ότι: «Το τιμολόγιο δε συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε, αλλά σημείωση γι'αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι'αυτά που κατέγραψε. Ως φαίνεται, το Δικαστήριο εξίσωσε το τιμολόγιο, με συμφωνία, από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή.» Ακόμα και στην περίπτωση που τα τιμολόγια δε φέρουν υπογραφή του παραλήπτη, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, αυτά δύναται να θεωρηθούν ως έγκυρα, εάν το Δικαστήριο, με αναφορά στη μαρτυρία, κρίνει ότι αυτά παραδόθηκαν στον παραλήπτη και αντιστοιχούν στην αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων (Χριστοδούλου v. Mocassino Shoes Ltd
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 294). Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω υπόθεση: «το γεγονός ότι μόνο ένα από τα τιμολόγια είναι υπογεγραμμένα από την ίδια, ενώ πολλά δεν φέρουν την υπογραφή, δεν βλέπουμε πως επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα. Ας μη ξεχνούμε ότι η εκδοχή των εφεσιβλήτων έγινε αποδεκτή». Από την αποδεκτή μαρτυρία της ενάγουσας, ως έχω προαναφέρει ανωτέρω, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η ενάγουσα θα παρείχε οδοντιατρικές υπηρεσίες και ο εναγόμενος έναντι αυτών θα κατέβαλε την εύλογη αμοιβή. Ο εναγόμενος έλαβε πλήρη γνώση των υπηρεσιών που του έχουν προσφερθεί, γνώριζε το κόστος αυτών καθώς και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Ενημερώθηκε μάλιστα για το σχετικό υπόλοιπο και την έκδοση του σχετικού τιμολογίου, πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε να το παραλάβει. Οι οδοντιατρικές υπηρεσίες δε που του έχουν παρασχεθεί αντιστοιχούν δε στην αξία των εκτελεσθείσων εργασιών όπως το ίδιο το τιμολόγιο επιμαρτυρεί. Το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του ότι οι χρεώσεις που περιέχοντο σε αυτό δεν είναι εύλογες και ότι αντίθετα είναι υπερβολικές. Εξάλλου ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του τιμολογίου και ότι δεν έλαβε γνώση για αυτό, αλλά ούτε και αμφισβήτησε, μέσω των δικογράφων του, τις σχετικές χρεώσεις. Ο ισχυρισμός και η θέση του εναγομένου ότι η ενάγουσα του προσέφερε οδοντιατρικές υπηρεσίες κατά παράβαση των απαιτούμενων ιατρικών επαγγελματικών επιπέδων είναι έκθετη σε απόρριψη και δεν μπορεί να στεφθεί με επιτυχία εφόσον είναι αόριστος, γενικός και ατεκμηρίωτος. Πέραν του γεγονότος ότι αποδέχομαι την μαρτυρία της Μ.Ε 1 ότι παρείχε της οδοντιατρικές της υπηρεσίες ορθώς, αποτελεσματικά και με επιμέλεια, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας το Δικαστήριο θα αναφερθεί συνοπτικώς με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας. Το καθήκον που εμπεριέχεται, αλλά και επιβάλλεται από το άρθρο 51
(2)(ε) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, κωδικοποιεί το Κοινοδίκαιο και τυγχάνει εφαρμογής έχοντας υπόψη και τη σχετική στο θέμα νομολογία. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΤΑΣΟΣ ΛΑΜΠΡΟΥ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΠΑΝΤΕΛΗ ΛΑΜΠΡΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A525, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 114/2011 και 115/2011, 16/11/2016, λέχθηκε ότι: «Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Michael Jones, Medical Negligence, 4th Edition, 2008, στις σελ. 123 κ.επ., σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, αναφορικά με ιατρική αμέλεια και ειδικά την απόφαση Caparo Industries plc v. Dickman
(1990)2 A.C. 605, πρέπει να είναι δίκαιο και εύλογο (just and reasonable) να επιβληθεί καθήκον επιμέλειας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Το καθήκον επιμέλειας επιβάλλεται, ως θέμα πολιτικής του δικαίου, σε περιπτώσεις όπου υπάρχει η αναγκαία προβλεψιμότητα του κινδύνου και η αναγκαία εγγύτητα σχέσεως μεταξύ του οφείλοντος το καθήκον και του δικαιούχου της επιμέλειας (there quisite foreseeability and proximity of relationship)Δέστε: X (Minors) v. Bedfordshire County Council
(1995)2 A.C. 633.΄΄ Η ιατρική αμέλεια εξετάζεται στη βάση του επιπέδου του λογικού επαγγελματία (Street on Torts, 11η έκδοση, σελ. 265 και 266). Στην υπόθεση Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ, 614, και στην Γιάλλουρος κ.α. ν. Ψύλλου κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ, 1552, τέθηκαν νομολογιακές αρχές και κριτήρια που διέπουν το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κουνούνης, τo καθήκον ιατρού, όπως και κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο, το οποίο βασιζόμενο στη δεξιότητά του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του, προσδιορίζεται περιεκτικά στην απόφαση Ashcroft v. Mersey RegionalHealth Authority [1983] 2 All E.R.
  1. Συνίσταται, στη στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα, καθήκον το οποίο, στην περίπτωση του ωτορινολαρυγγολόγου, προσλαμβάνει τη μορφή της δεξιότητας που αναμένεται από ιατρό της ειδικότητάς του. Η προσέγγιση του Δικαστή Kilner Brown, J., στην πιο πάνω υπόθεση, έτυχε της έγκρισης του Αγγλικού Εφετείου (βλ. Note Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority [1985] 2 All E.R. 96.) To επίπεδο δεξιότητας, το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner), τέθηκε με την ίδια σαφήνεια από τον McNair, J., στην Bolam v. Friern Hospital Management Committee [1957] 1W.L.R.
  2. Είναι εκείνο, της συνήθους δεξιότητας την οποίαν αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Η ορθότητα της προσέγγισης αυτής επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, που επίσης επεξηγούν το πρακτικό πεδίο εφαρμογής της. (Βλ. μεταξύ άλλων, Sideway v. Gov. of Bethlem Royal Hospital [1985] A.C. 871, 893-894; Wilsher v. Essex Α.Η.Α.[1987] Q.B. 730.) Το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας εξετάζεται, όπως προαναφέρθηκε, στη βάση του επιπέδου του λογικού επαγγελματία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η Έκδ.
(2003)σελ. 265: «The defendant must exhibit the degree of skill which a member of the public would expect from a person in his or her position. Pressures on him - even pressures for which he is in no way responsible - will not excuse an error on his part. Negligence is not to be equated with moral culpability or general incomptetence.» Και στην επόμενη σελίδα 266 αναφέρονται τα εξής: «Errors of judgment are often the essence of professional negligence. An error of itself is not negligence. The issue in all cases is whether the error in question evidenced a failure of professional competence. The virtual immunity offered to doctors for errors of clinical judgment was firmly condemned by the House of Lords in Whitehouse v. Jordan.» Αναγνωρίζεται ότι για τον καθορισμό του επιπέδου που απαιτείται από το συγκεκριμένο επαγγελματία εμπειρογνώμονα, πρέπει να δοθεί εμπειρογνώμονη μαρτυρία για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο («proper practice»). Όταν η πρακτική αμφισβητείται τότε, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts - πιο πάνω - σελ. 265 «...conformity with a responsible body of opinion within the profession will generally suffice». Ο Δικαστής βέβαια παραμένει ο τελικός κριτής του τι αποτελεί «reasonable and responsible professional practice». Ο εναγόμενος στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών δεν προσκόμισε οποιαδήποτε επαγγελματία εμπειρογνώμονα με την ανάλογη ειδικότητα ώστε να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι η ενάγουσα ενήργησε κάτω από το επίπεδο και την δεξιότητα του μέσου επαγγελματία. Στην απουσία αυτή το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα περί αμελούς πρακτικής της ενάγουσας. Το ότι ο εναγόμενος κατάθεσε κάποιες βεβαιώσεις ότι προέβη σε δύο εξαγωγές δοντιών και τοποθέτηση νέας οδοντοστοιχίας αφότου τερματίσθηκε η συνεργασία του με την ενάγουσα, δεν είναι αρκετό, υπό τις περιστάσεις, ώστε το Δικαστήριο να υιοθετήσει τους ισχυρισμούς του και να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα περί αμελούς πρακτικής. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει και με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα εκτέλεσε ορθά, αποτελεσματικά, ενδεδειγμένα και με πλήρη επιμέλεια ως μια συνετή επαγγελματίας οδοντίατρος τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο εναγόμενος, οι υπηρεσίες γίνονταν με την συνεννόηση και συγκατάθεση του εναγόμενου, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμέλεια της ενάγουσας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και κατ' επέκταση ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει τέτοια αμέλεια και επιπρόσθετα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα το υπόλοιπο του τιμήματος των υπηρεσιών που έλαβε από την ενάγουσα, ήτοι το ποσό των €1,190 πλέον νόμιμους τόκους Επομένως με βάση τα πιο πάνω, αν το Δικαστήριο δεν αποδεχόταν την προδικαστική ένσταση, θα έκρινε ότι η ενάγουσα απέδειξε με ικανή και επαρκή μαρτυρία, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτηση της εναντίον του εναγομένου και θα εξέδιδε ανάλογη απόφαση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει όμως της επιτυχίας της προδικαστικής ένστασης που ο εναγόμενος ήγειρε, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, η άσκηση οδοντιατρικής θεωρείται ότι περιλαμβάνει την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία των ανωμαλιών και ασθενειών των δοντιών, του στόματος, των γνάθων και των παρακείμενων ιστών, τηρουμένων των κανονιστικών διατάξεων και των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν το επάγγελμα [2] Κανένας δεν ασκεί το επάγγελμα του Οδοντιάτρου αν δεν έχει σε ισχύ ετήσια άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.