← Κύπρος

ΣΑΜΙΩΤΗ κ.α. ν. ΠΑΣΠΑΛΙΔΗΣ, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Χριστίνας Σωφρονίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1886/2012, 19/4/2019

ΣΑΜΙΩΤΗ κ.α. ν. ΠΑΣΠΑΛΙΔΗΣ, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Χριστίνας Σωφρονίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1886/2012, 19/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1886/2012 Μεταξύ: 1.XXXXX ΣΑΜΙΩΤΗ

  1. XXXXX ΣΑΜΙΩΤΗ Εναγόντων ΚΑΙ
  2. XXXXX ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ Εναγομένης ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 2 ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3.12.2012
  3. XXXXX ΣΑΜΙΩΤΗ
  4. XXXXX ΣΑΜΙΩΤΗ Εναγόντων ΚΑΙ
  5. XXXXX ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
  6. XXXXX ΚΩΣΤΑΚΗ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 7.11.2016
  7. XXXXX ΣΑΜΙΩΤΗ
  8. XXXXX ΣΑΜΙΩΤΗ Εναγόντων ΚΑΙ
  9. XXXXX ΠΑΣΠΑΛΙΔΗΣ, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Χριστίνας Σωφρονίου
  10. XXXXX ΚΩΣΤΑΚΗ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗ Εναγομένων Ημερομηνία: 19.4.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Γ. Θ. Κούμας Για Εναγόμενη 1: κ. Ν. A. Θεοδώρου για Πεκρής & Θεοδώρου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2: κα Χ. Θεοδούλου για Χ. Κυριακίδης ΔΕΠΕ A Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο (Δ.2 θ.6), το οποίο καταχωρήθηκε στις 13.6.2012, αξιώνουν, εναντίον της, αρχικά μόνης, εναγομένης 1, η οποία στη συνέχεια με σχετική αίτηση κατέστησε ενανόγεμη 2 την πωλήτρια της ως άνω κατοικίας στους ενάγοντες, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 6.8.1992, απόφαση ή/και διάφορα διατάγματα του Δικαστηρίου, τα οποία ουσιαστικά απολήγουν σε αξίωση για μεταβίβαση επ΄ ονόματι τους της κατοικίας αριθμός X1, η οποία ανεγέρθηκε επί των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 7XX7 και 7XX8, στο χωριό Βορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας, για την οποία κατοικία εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας στις 30.3.2006 με αρ. εγγραφής 0/1XXX3, αρ. τεμ. ΕXXXX6, Φ/Σχ.41/33, τμήμα 0, περιοχή Λίμνες ή Αρκολείβαδα Βορόκλινης, Επαρχίας Λάρνακας. Η, αρχικά μόνη, εναγόμενη 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 22.6.2012 και ακολούθως Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στις 26.9.
  11. Με αυτή αφού πρώτα εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή καλύπτεται από δεδικασμένο, επειδή καταχωρήθηκε προηγουμένως η αγωγή 2968/2007 η οποία αφορούσε τα ίδια επίδικα θέματα και αποσύρθηκε, στην οποία προδικαστική ένσταση τελικά με δήλωση του δικηγόρου της δεν επέμενε σε αυτή, στη συνέχεια, αφού αρνείται συγκεκριμένες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης, ισχυρίζεται ότι η επίδικη κατοικία αποτελεί ιδιοκτησία της τόσο δυνάμει συμφωνίας αντιπαροχής ημερομηνίας 9.11.1989, όσο και δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 30.4.1990 και οποιαδήποτε δέσμευση έχει αναληφθεί από την εναγόμενη 2, αυτή είναι παράνομη και δεν δεσμεύει την ίδια και θα έπρεπε η αγωγή να εγερθεί εναντίον και της εναγομένης
  12. Ανταπαιτεί δε την έκδοση διατάγματος παύσης επέμβασης στην επίδικη κατοικία και παράδοσης ελεύθερης κατοχής σε αυτή από τους ενάγοντες, καθώς και ενδιάμεσα κέρδη ή/και αποζημιώσεις από 1.3.1992, με ανάλογη προσαρμογή αυτών κατά χρονικά διαστήματα, μέχρι την εκκένωση και παράδοση της εν λόγω επίδικης κατοικίας από τους ενάγοντες σε αυτή. Στις 18.10.2012 οι ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της εναγόμενης 1, μη αποδεχόμενοι τους ισχυρισμούς της και εμμένοντας στους δικούς τους ισχυρισμούς, ζητώντας απόρριψη της Ανταπαίτησης. Οι ενάγοντες ζήτησαν εγγράφως στις 25.10.2012 όπως ορισθεί η υπόθεση για οδηγίες και το Πρωτοκολλητείο όρισε αυτή στις 28.11.2012 για οδηγίες. Εν τω μεταξύ στις 29.10.2012 η εναγόμενη 1, ως αναφέρθηκε προηγουμένως, καταχώρησε αίτηση για προσθήκη της εναγόμενης 2, η οποία ορίσθηκε στις 3.12.
  13. Έτσι και η αίτηση για οδηγίες στις 28.11.2012 ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 3.12.
  14. Κατ΄ αυτή την ημερομηνία η αίτηση ημερομηνίας 29.10.2012 εγκρίθηκε με οδηγίες να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, ενώ η αγωγή ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες στις 17.1.
  15. Τελικά τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 20.3.2013 με τους ίδιους ενάγοντες και εναγόμενες 1 και
  16. Στις 8.4.2013 η εναγόμενη 2 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 2.10.2013 Έκθεση Υπεράσπισης στην οποία εξηγεί, με βάση τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτή, γιατί η εναγόμενη 1 είναι η άμεσα υπεύθυνη μεταβίβασης της επίδικης κατοικίας στους ενάγοντες, ενώ αυτή δεν έχει καμιά ευθύνη προς τούτο. Στις 2.6.2015 απεβίωσε η εναγομένη 1 και ως εκ τούτου με αίτηση ημερομηνίας 29.7.2016, ζητήθηκε από τους ενάγοντες και εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου στις 7.11.2016 με αντικατάσταση της εναγομένης 1, ως εμφαίνεται στον τροποποιημένο τίτλο της αγωγής. Για σκοπούς όμως κατανόησης των γεγονότων το Δικαστήριο θα εξακολουθήσει να αναφέρεται σε εναγομένη
  17. Αφού το Δικαστήριο αναφέρθηκε εν συντομία στη δικογραφία και στα διάφορα διαδικαστικά διαβήματα που έγιναν, προχωρεί στην ουσία της υπόθεσης με βάση την ακροαματική διαδικασία. Προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων έδωσαν μαρτυρία ο XXXXX Ιωάννου (Μ.Ε.1), γαμπρός τους, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση του, Έγγραφο Α, η οποία, μαζί με την περαιτέρω προφορική μαρτυρία κατά την κυρίως εξέταση και την αντεξέταση, περιστράφηκε γύρω από το πωλητήριο έγγραφο της επίδικης κατοικίας μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2, την εμπλοκή ή μη της εναγομένης 1 και σε ποιο στάδιο, καθώς και την κατοχή της επίδικης κατοικίας από τους ενάγοντες και της όχλησης ή μη των εναγόντων από την εναγομένη 1 καθώς και την πληρωμή και εξόφληση της επίδικης κατοικίας και ο XXXXX Σπετσιώτης (Μ.Ε.2), Βοηθός Επαρχιακός στο Κτηματολόγιο Λάρνακας, του οποίου η μαρτυρία ουσιαστικά ταυτίζεται με το Τεκμήριο 5, του οποίου το περιεχόμενο θα καταγραφεί κατωτέρω αυτούσιο, πλέον κάποιων επιπρόσθετων αναφορών και εξηγήσεων για τη διαδικασία από την στιγμή που υποβλήθηκε σχετική αίτηση για διαχωρισμό της γης επί της οποίας έγινε η ανάπτυξη με την ανέγερση κατοικιών επί αυτής από την αγοράστρια εταιρεία μέχρι την έκδοση ξεχωριστών τίτλων και δη της επίδικης κατοικίας. Σημειώνεται από τώρα ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε ως προς τα γεγονότα που ανέφερε στο Δικαστήριο με βάση την ιδιότητά του. Άλλο θέμα είναι ερμηνεία είτε ενός γεγονότος, είτε του νόμου όπως ο ίδιος ο μάρτυρας τον αντιλαμβάνεται, θέματα βέβαια τα οποία θα αποφασίσει το Δικαστήριο. Ούτε τέθηκε αντίθετη μαρτυρία περί των γεγονότων τα οποία ανέφερε με βάση την ιδιότητά του. Απεναντίας με την μαρτυρία της Μ.Υ.2 την οποία κάλεσε η εναγόμενη 1 επιβεβαιώνεται η μαρτυρία του Μ.Ε.
  18. Ως εκ τούτου από τώρα το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνει ότι ο Μ.Ε.2 με αντικειμενικότητα, σαφήνεια και ευθύτητα παρέθεσε τα γεγονότα που ανέφερε και κρίνεται αξιόπιστος. Η εναγόμενη 1 κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης (Μ.Υ.). Ως Μ.Υ.1 το γιο της XXXXX Σωφρονίου, του οποίου μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση, Έγγραφο Β, ο οποίος βασικά υποστήριξε ότι η εναγόμενη 1 ουδεμία συμβατική σχέση έχει με τους ενάγοντες, ούτε γνώριζε για την συμφωνία μεταξύ της εναγομένης 2 και των εναγόντων και ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί ιδιοκτησία της εναγομένης 1 και γι΄ αυτό ανταπαιτεί διάταγμα που να απαγορεύει στους ενάγοντες να επεμβαίνουν σε αυτό, καθώς και αποζημιώσεις. Ως Μ.Υ.2 τη XXXXX Κάρουλα, υπάλληλο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, η οποία με την μαρτυρία της, ως ήδη έχει αναφερθεί, επιβεβαίωσε, στο βαθμό που η μαρτυρία της αφορούσε τα ίδια θέματα, την μαρτυρία του Μ.Ε.
  19. Η μαρτυρία της Μ.Υ.2, δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο και ως εκ τούτου έχοντας υπόψη αυτή και την υπόλοιπη μαρτυρία και δη τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, κρίνω ότι αυτή ήταν ευθύς, σαφής, αντικειμενική, άμεση και ως εκ τούτου κρίνεται αξιόπιστη. Η εναγόμενη 2 δεν κάλεσε οιονδήποτε μάρτυρα. Με την Έκθεση Υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι τα χρήματα που έλαβε από τους ενάγοντες τα έδωσε στην εναγόμενη
  20. Ίδια ήταν η γραμμή υπεράσπισης της και κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 και του Μ.Υ.
  21. Κατατέθηκαν συνολικά 32 Τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο χρειάζεται. Όπως ανέφερε και ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης 1 στην αγόρευσή του, τα πλείστα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και την επίδικη διαφορά, είτε είναι κοινώς αποδεκτά είτε παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση. Ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να καταγραφεί όλη ή μέρος της μαρτυρίας τους, η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι υπόψη του, από τη μια ή την άλλη πλευρά, αλλά το Δικαστήριο θα προχωρήσει απευθείας στην καταγραφή των ευρημάτων του με βάση τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα και ή μη αμφισβητηθέντα και ταυτόχρονα εκεί όπου υπάρχει διαφορά στα γεγονότα θα γίνεται αξιολόγηση της μαρτυρίας με βάση καλά καθιερωμένες αρχές όπως αυτές αναδύονται, μεταξύ άλλων αποφάσεων, στην υπόθεση CSA Pelekanos Associates Ltd v. Aνδρέα Πελεκάνου

(1999)1 ΑΑΔ 1273 και στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, τόσο η κάθε μία μαρτυρία ξεχωριστά όσο και στο σύνολό της αντιπαραβαλλόμενη, συγκρινόμενη και συσχετιζόμενη ξεχωριστά και συνολικά και με βάση την αποδοχή ή μη αποδοχή θα καταγράφονται τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έστω και αν ακόμη δεν θα χαρακτηρίζονται ή θα τιτλοφορούνται με τη λέξη ευρήματα, αφού τούτο θα εξάγεται από το λεκτικό και τα συμφραζόμενα. Σημειώνεται ότι άλλο θέμα είναι η διαφορετική ερμηνεία που αποδίδει η μια ή η άλλη πλευρά σε ένα γεγονός ή ένα έγγραφο και άλλο θέμα είναι η ύπαρξη του γεγονότος ή του εγγράφου. Οι ιδιοκτήτες και κύριοι των ακινήτων, με αριθμούς εγγραφής 7XX3, 7XX8, 7XX7, 7XX6, τεμάχια 2X5, 1X0, 179/2 και 178/2, Φ/Σχ.33XL.I, τοποθεσία Λίμνες, Αρκολείβαδα, συνολικής έκτασης 17 στρέμματα, 2 προστάθια και 1.000 τ.π., χωριό Βορόκλινη Επαρχίας Λάρνακας, XXXXX Λειβαδιώτης, XXXXX Λειβαδιώτη, XXXXX Σωφρονίου, XXXXX Σωφρονίου και XXXXX Σωφρονίου, (στο εξής πωλητές) δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 9.11.1989, Τεκμήριο 23, πώλησαν στην Εταιρεία Livadiotis Bros Investments Ltd, (στο εξής αγοράστρια εταιρεία), τα ως άνω τεμάχια αντί του ποσού των Λ.Κ.200.000 και επιπλέον πέντε
(5)κατοικίες εκ δύο
(2)υπνοδωματίων έκαστη συνολικού εμβαδού 70 τ.μ. εκάστη, από αυτές που θα ανήγειρε η αγοράστρια στα αναφερθέντα τεμάχια. Οι πέντε
(5)από τις κατοικίες θα επιλέγονταν από τους πωλητές από αυτές που θα ανεγείρονταν στα τεμάχια 180 και 179/2, ήτοι με αριθμούς εγγραφής 7338 και 7337, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 23, από το ίδιο μπλοκ κατοικιών. Οι δύο
(2)εκ των πέντε
(5)κατοικιών θα άνηκαν στους XXXXX και XXXXX Λειβαδιώτη, οι άλλες δύο
(2)στους XXXXX, XXXXX και XXXXX Σωφρονίου και η μία
(1)κατοικία και στους πέντε
(5)πωλητές. Πριν ακόμη από την υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο 23, η αγοράστρια εταιρεία κατέβαλε στους πωλητές το ποσό των Λ.Κ.2.000, ενώ θα κατέβαλλε ακολούθως στις 3.11.1989 το ποσό των Λ.Κ.68.000, στις 30.4.1990 το ποσό των Λ.Κ.50.000, στις 30.10.1990 το ποσό των Λ.Κ.50.000 και στις 30.8.1991 το ποσό των Λ.Κ.30.000. Η αγοράστρια εταιρεία, μεταξύ άλλων, δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 9.11.1989, Τεκμήριο 23, αναλάμβανε όπως παραδώσει ελεύθερη κατοχή και χρήση των ως άνω πέντε
(5)κατοικιών στους πωλητές εντός δύο
(2)ετών από την υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο 23, ενώ αναλάμβανε όπως η εγγραφή και μεταβίβαση των πέντε
(5)κατοικιών επ΄ ονόματι των πωλητών γίνει όταν εκδίδονταν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας από τις αρμόδιες αρχές. Με έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 30.4.1990, Τεκμήριο 24, επειδή δεν καθορίζετο η συμμετοχή (μερίδιο) κάθε συμβαλλόμενου πωλητή στο τίμημα πώλησης των ακινήτων στη συμφωνία, Τεκμήριο 23, συμφωνήθηκε μεταξύ των πωλητών όπως το τίμημα πώλησης των ακινήτων της συμφωνίας Τεκμήριο 23, και δη το ποσό των Λ.Κ.200.000 διαμοιραστεί στους Κώστα και Άννα Λειβαδιώτη, από το ένα μέρος και τους Νεοκλή, Χριστίνα και Άλκη Σωφρονίου, από το άλλο μέρος, ανά ½ μερίδιο έκαστο μέρος, όπως και ανά ½ το κάθε μέρος στη μία
(1)(πέμπτη) κατοικία που αναφέρεται στη συμφωνία Τεκμήριο 23. Οι XXXXX, XXXXX και XXXXX Σωφρονίου, οι οποίοι αποτελούσαν το ένα μέρος που δικαιούνταν το ½ μερίδιο της μίας
(1)(πέμπτης) κατοικίας που αναγράφεται στο Τεκμήριο 24, με βάση το Τεκμήριο 23, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 25.6.1992, Τεκμήριο 25, πώλησαν ολόκληρο το ½ μερίδιο τους στον XXXXX Λειβαδιώτη αντί του ποσού του Λ.Κ.14.
  1. Όλα τα πιο πάνω, αν και κατέστη ξεκάθαρο από την αρχή της απόφασης ο τρόπος συγγραφής της απόφασης και ότι αυτά αποτελούν αποδεκτά ή μη αμφισβητηθέντα γεγονότα και έγγραφα, αποτελούν διαπιστώσεις και ευρήματα του Δικαστηρίου. Η XXXXX Λειβαδιώτη, εναγόμενη 2, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 6.8.1992, Τεκμήριο 1, το οποίο κατέθεσε ο Μ.Ε.1, όπως και το Τεκμήριο 14 και το Τεκμήριο 15, το οποίο κατέθεσε ο Μ.Ε.2, το οποίο είναι πιστό αντίγραφο της συμφωνίας ημερομηνίας 6.8.1992, η οποία είναι κατατεθειμένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, πώλησε την κατοικία με αριθμό θύρας X1, η οποία βρίσκεται στα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 7XX8 και 7XX7, στους XXXXX και XXXXX Σαμιώτη, δηλαδή τους ενάγοντες, αντί του ποσού των Λ.Κ.22.000 το οποίο θα καταβάλλετο με πληρωμή Λ.Κ.500.- στις 6.8.1992, Λ.Κ.18.500 στις 15.9.1992 και Λ.Κ.3.000 κατά την ημέρα της μεταβίβασης. Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας στις 7.8.1992 με αριθμό ΠΩΕ 531/1992, ως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 15, που αποτελείται από το πωλητήριο έγγραφο, το έντυπο Ν.34 που αποτελεί την απόδειξη τούτου και απόδειξη πληρωμής, το οποίο αποτελεί ακριβές αντίγραφο αυτού που κατατέθηκε. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, το οποίο κατέθεσε ο Μ.Ε.1, το οποίο αποτελεί εξοφλητική απόδειξη, οι ενάγοντες κατέβαλαν στην παρουσία του Μ.Ε.1 στις 19.9.2002 το ποσό των Λ.Κ.4.500, αντί το ποσό των Λ.Κ.3.000, που θα καταβάλλετο προς εξόφληση με την μεταβίβαση, γιατί όπως είπε ο Μ.Ε.1, του οποίου τη μαρτυρία περί τούτου αποδέχεται το Δικαστήριο αφού ουδεμία αντίθετη μαρτυρία προσκομίστηκε, ο XXXXX Λειβαδιώτης του είπε ότι το επιπλέον ποσό των Λ.Κ.1.500 ήταν για έξοδα μεταβίβασης και κάποιους φόρους που είχε η ακίνητη περιουσία για να εκδοθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας. Στο Τεκμήριο 2, το οποίο αποτελεί εξοφλητική απόδειξη, που φέρει στο πάνω μέρος το όνομα "COSTAS LIVADHIOTIS LTD", αναφέρεται ότι το ποσό αυτό εισπράχθηκε για «εξόφληση σπιτιού Αρ. εγγραφής 7XX8 Αρ. Πόρτας X1». Ο συνήγορος της εναγομένης 1 κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 τού υπέδειξε πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 6.8.1992 και ζητήθηκε από αυτόν και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14, για να του υποβάλει ότι σ΄ αυτό φαίνεται, πρώτο ότι διαγράφηκε ο αριθμός "0" και ανεγράφη ο αριθμός "1", το οποίο "1" είναι διαφορετικό από αυτό του Τεκμηρίου 1, δεύτερο ότι πάνω από τον αριθμό 1 στο Τεκμήριο 14 φαίνονται δύο μονογραφές, ενώ στο Τεκμήριο 1 δεν υπάρχουν τέτοιες μονογραφές και επίσης φαίνεται ότι στο Τεκμήριο 1 δεν υπάρχουν τέτοιες μονογραφές και επίσης φαίνεται ότι στο Τεκμήριο 1 στην επόμενη γραμμή που διαγράφηκε ο αριθμός "0" και ανεγράφη ο αριθμός "1", μετά τη λέξη ΒΟΡΟΚΛΙΝΗ προστέθηκαν τα στοιχεία "(XLI33&34)" και άρα δεν μπορεί με σαφήνεια να γνωρίζει κάποιος ποια τελικά είναι η κατοικία. Επίσης σε σχέση με την εξοφλητική απόδειξη, Τεκμήριο 2, του υπέβαλε ότι σε αυτή αναφέρεται στο πάνω μέρος "COSTAS LIVADHIOTIS LTD" και ο αριθμός 7XX8 μόνο και όχι και ο αριθμός 7XX
  2. Οι πιο πάνω επισημάνσεις και υποβολές του συνηγόρου της εναγομένης 1 αποτυπώθηκαν και στην αγόρευσή του, στην οποία αναφέρεται ότι στο πωλητήριο έγγραφο δεν υπάρχει περιγραφή της κατοικίας που πωλήθηκε με αναφορά σε τοπογραφικό σχέδιο ή αρχιτεκτονικό σχέδιο και ότι τα στοιχεία του τεμαχίου προστέθηκαν εκ των υστέρων, ενώ η μοναδική περιγραφή της κατοικίας περιορίστηκε σε αριθμό θύρας, ο οποίος φαίνεται να αλλοιώθηκε με την διαγραφή του αριθμού 30 με την προσθήκη του αριθμού 31, σε άγνωστο, μάλιστα, χρόνο όλες αυτές οι αλλαγές, οι οποίες δεν μονογραφήθηκαν ή δεν υπογράφηκαν από το πρόσωπο που παρουσιάζεται ως πωλητής. Ακόμη, παρατήρησε, ότι ως «αδιανέμητο μερίδιο» δεν υπογράφεται το επίδικο πωλητήριο έγγραφο από όλους τους συνιδιοκτήτες των τεμαχίων, ενώ η αρίθμηση της εν λόγω κατοικίας άλλαξε σε άγνωστο χρονικό σημείο από 13 σε
  3. Αν και οι επισημάνσεις, πλην της τελευταίας που αναφέρεται ότι άλλαξε η αρίθμηση από 13 σε 31 σε άγνωστο χρονικό σημείο αφού τούτο καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 15 που υπογράφηκε στις 6.8.1992 ότι τουλάχιστον από αυτή την ημερομηνία η επίδικη κατοικία έλαβε τον αριθμό 31, και ακολούθως από το Τεκμήριο 20, ημερομηνίας 17.3.1995, στο οποίο αναγράφεται ρητά ότι η κατοικία αρ. 13 αντιστοιχεί με την κατοικία αρ. 31, είναι σωστές, ο συλλογισμός και η κατάληξη, απ΄ αυτές, του συνηγόρου της εναγομένης 1, είναι λανθασμένος. Πρώτα απ΄ όλα το μοναδικό έγκυρο πωλητήριο έγγραφο το οποίο το Δικαστήριο αποδέχεται, ως η επιθυμία και η ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών, είναι το Τεκμήριο 15 το οποίο κατέθεσε ο Μ.Ε.2 και αποτελεί πιστό αντίγραφο αυτού που είναι κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, που ας σημειωθεί ο Μ.Ε.2 είπε ότι οι διαγραφές και προσθήκες έγιναν είτε πριν ή κατά την αποδοχή του πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 15, αποκλείεται όμως να έγιναν μετά. Ίδιο με αυτό είναι το Τεκμήριο 14, το οποίο υπέδειξε ο συνήγορος της εναγομένης 1 στον Μ.Ε.1 και ζητήθηκε απ΄ αυτόν να κατατεθεί. Μάλιστα το Τεκμήριο 14 φαίνεται να είναι φωτοτυπία του Τεκμηρίου
  4. Το Τεκμήριο 1 διαφέρει από τα Τεκμήρια 14 και 15, σε σχέση με τις μονογραφές που υπάρχουν στα Τεκμήρια 14 και 15 πάνω από την αλλαγή του αριθμού "0" σε αριθμό "1", ενώ στο Τεκμήριο 1 δεν υπάρχουν, καθώς και στον διαφορετικό τρόπο γραφής του αριθμού 1 και η άλλη διαφορά είναι σε σχέση με την προσθήκη του Φ/Σχ. αμέσως μετά τη λέξη Βορόκλινη στα Τεκμήρια 14 και 15, στοιχείο που δεν υπάρχει στο Τεκμήριο
  5. Όμως, αυτές οι διαφορές είναι άνευ σημασίας, αφού οι ενάγοντες αξιώνουν τις θεραπείες που ζητούν με βάση το πωλητήριο έγγραφο που είναι κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Η μη ύπαρξη των αναφερθέντων μονογραφών και του Φ/Σχ. στο Τεκμήριο 1, ουδόλως αλλοιώνει την κοινή ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών για την πώληση και την αγορά, αντίστοιχα, της συγκεκριμένης κατοικίας, αφού αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας παραδόθηκε η κατοχή της κατοικίας αριθμός 31 στους ενάγοντες, όπως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 12 που αποτελεί βεβαίωση της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) ότι η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος συνδέθηκε στο όνομα των εναγόντων την 10.8.1992 και επιμαρτυρείται από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 η οποία, αν και εξ ακοής επ΄ αυτού του θέματος αφού αυτό το γεγονός τού το ανέφεραν οι ενάγοντες, επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 12 και γι΄ αυτό την αποδέχομαι. Άλλωστε ότι το πωλητήριο έγγραφο αναφέρεται σε αυτή την κατοικία αρ. X1 και όχι στην κατοικία αριθμός X0 καθίσταται αυταπόδεικτο από το γεγονός ότι την κατοικία αριθμός 30 την κατείχε η εναγόμενη 1 και συνεχίζει να την κατέχει η οικογένεια της από τον Αύγουστο του 1992 μέχρι και σήμερα. Ούτε το γεγονός ότι η απόδειξη ημερομηνίας 19.9.1992, Τεκμήριο 2, φέρει στο πάνω μέρος της το όνομα "COSTAS LIVADHIOTIS LTD" και ότι αναγράφεται μόνο ο αριθμός 7XX8 σημαίνει ότι η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.4.500 δεν ήταν για εξόφληση του τιμήματος της επίδικης κατοικίας αφού καμιά άλλη συναλλαγή δεν έγινε από τους ενάγοντες με την εταιρεία "COSTAS Μ. LIVADHIOTIS LTD" με βάση τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε η άλλη αιτίαση του συνηγόρου της εναγομένης 1, ότι το ακίνητο, επί του οποίου ανεγέρθηκε η επίδικη κατοικία αριθμός X1, όπως και οι άλλες τέσσερεις κατοικίες, ήταν "αδιανέμητο", κατά την έκφρασή του, και άρα για να πωλήσει η εναγόμενη 2 την επίδικη κατοικία χρειαζόταν να υπογράψουν και οι υπόλοιποι, ισχύει. Ήδη, όπως αναφέρεται ανωτέρω, είχαν διευθετήσει μεταξύ τους οι πωλητές ότι στο ζεύγος Λειβαδιώτη ανήκαν οι δύο κατοικίες και στην οικογένεια Σωφρονίου οι άλλες δύο και η Πέμπτη ανήκε κατά ½ μερίδιο στις δύο οικογένειες. Στη συνέχεια δε και πριν τις 6.8.1992, ο Κώστας Λειβαδιώτης αγόρασε όλο το ½ μερίδιο της οικογένειας Σωφρονίου στην πέμπτη κατοικία δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου. Η κατοχή από τον Αύγουστο του 1992 της κατοικίας αριθμός 31 από τους ενάγοντες χωρίς διαμαρτυρία από την εναγόμενη 1 και της κατοικίας αριθμός X0 από την εναγομένη 1 και την οικογένεια Σωφρονίου, λαμβανομένων υπόψη των Τεκμηρίων 23 και 24, υποδηλοί, ότι είχε επέλθει κάποιου είδους συμφωνία ή διευθέτηση, όπως εξάγεται και ως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, κατωτέρω, σε άλλο μέρος της απόφασης, μεταξύ της εναγομένης 1 και της εναγομένης 2, ότι η κατοικία X1 ανήκε στην εναγόμενη 2, άσχετα αν δεν αποδείχθηκε το αντικείμενο της συμφωνίας, γιατί σίγουρα και χωρίς αμφιβολία δεν θα άφηνε τους ενάγοντες η εναγόμενη 1 να κατέχουν και να διαμένουν στην κατοικία αρ. 31 χωρίς ενοίκιο ή τίμημα αγοράς, εκτός αν ήταν ο τελικός αποδέκτης των χρημάτων που κατέβαλλαν οι ενάγοντες στην εναγομένη 2 ή στον XXXXX Λειβαδιώτη, ως ο ισχυρισμός της εναγομένης 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης της και η προβολή της θέσης της κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, ο οποίος ανέφερε ότι όπως του είπε η εναγόμενη 1 και δη ο σύζυγός της είχαν οικονομικές διαφορές με τον XXXXX Λειβαδιώτη, και του Μ.Υ.1, ο οποίος ανέφερε ότι είχαν δοσοληψίες με τον XXXXX Λειβαδιώτη αλλά όχι γι΄ αυτό το θέμα, καταθέτοντας ως Τεκμήρια 26 - 30 πέντε
(5)επιταγές ημερ. 30.4.1989, εκ £3.884,29, 28.12.1990 εκ £2.000, 28.1.1990 εκ £2.000, 28.2.1990 εκ £2.000 και 28.3.1990 εκ £2.000, αντίστοιχα, οι οποίες επιστράφηκαν πίσω απλήρωτες, χωρίς όμως να δώσει εξηγήσεις για ποιο σκοπό εκδόθηκαν αυτές οι επιταγές, αφού ανέφερε εμπορικές και σφράγισε την αποδοχή διανομής, τουλάχιστον ως προς τούτες, των δύο οικογενειών και δεν χρειαζόταν, ως προς την πώληση της κατοικίας αριθμός 31, η υπογραφή των υπολοίπων, που εν πάση περιπτώσει δεν χρειαζόταν με βάση το ΚΕΦ. 232. Πρέπει να τονιστεί και να σημειωθεί εμφαντικά ότι πριν την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου στις 6.8.1992, Τεκμήριο 15, εκ μέρους των εναγόντων και της εναγομένης 2, δεν είχε γίνει γραπτή διανομή των πέντε
(5)κατοικιών μεταξύ των δύο οικογενειών, ως τούτο εξάγεται χωρίς δυσκολία από το Τεκμήριο 23, ημερομηνίας 9.11.1989, αφού δεν γίνεται καμιά πρόνοια περί τούτου, πλην της παραγράφου 1 αυτού στην οποία αναφέρεται γενικά ότι οι δύο κατοικίες θα ανήκουν στους πωλητές 1 και 2, οι άλλες δύο κατοικίες στους πωλητές 3, 4 και 5 και η μια κατοικία σε όλους τους πωλητές από κοινού, αλλά επίσης και από το Τεκμήριο 24, ημερομηνίας 30.4.1990 στο οποίο επίσης δεν αναφέρεται ποιες κατοικίες ανήκουν σε ποιους. Για πρώτη φορά η μεταξύ των δύο οικογενειών γραπτή διανομή έγινε μέσω του πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 17.3.1995, Τεκμήριο 20, όπου καθορίστηκε ότι οι κατοικίες 30 και 31 θα ενεγράφοντο στην εναγομένη 1. Ήτοι σχεδόν τρία
(3)χρόνια μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 15 στις 6.8.1992. Αυτή όμως η διανομή, ουδόλως, επηρεάζει την μεταξύ τους διευθέτηση, ως ήδη εξηγήθηκε ανωτέρω και ως θα διαφανεί κατωτέρω με την αποδοχή εκ μέρους της εναγομένης 1 της επιβάρυνσης του τίτλου ιδιοκτησίας της κατοικίας επ΄ ονόματι της με το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 15, ΠΩΕ 531/1992 και από την κατοχή της επίδικης κατοικίας συνεχώς και αδιαλείπτως από τους ενάγοντες και αδιαμαρτύρητα για δεκαπέντε
(15)περίπου χρόνια από την εναγομένη
  1. Επίσης η πώληση εκ μέρους της εναγομένης 2 της κατοικίας αριθμός 31, καταδείκνυε και την μεταξύ της και του Κώστα Λειβαδιώτη συμφωνία πώλησης της μιας, επίδικης, εκ των δύο κατοικιών που δικαιούνταν, ως το ένα μέρος, δυνάμει της πρώτης συμφωνίας, Τεκμήριο 23, με την αγοράστρια εταιρεία που αγόρασε όλα τα ως άνω αναφερθέντα τεμάχια, αλλά και της δεύτερης, μεταξύ των πωλητών, συμφωνίας, Τεκμήριο 24, ενώ με την υπογραφή της τελευταίας σελίδας του πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 15, εκ μέρους του Κώστα Λειβαδιώτη, σφράγιζε και την δική του αποδοχή για την πώληση της επίδικης κατοικίας. Άλλωστε αυτό το θέμα δεν αποτέλεσε επίδικο ζήτημα μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2, αφού ουδέποτε ηγέρθη αντίθετος ισχυρισμός για την εγκυρότητα του πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 15, εκ μέρους της εναγόμενης
  2. Απεναντίας η εναγόμενη 2 από τη γραμμή υπεράσπισης της συνηγορεί για την εγκυρότητα της μεταξύ των εναγόντων και αυτής, σύμβασης, Τεκμήριο
  3. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 2 διά του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 6.8.1992, Τεκμήριο 15, το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας στις 7.8.1992 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης με βάση τον Περί Πωλήσεων Γης (Ειδική Εκτέλεση) ΚΕΦ. 232, ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Περί Πωλήσεως Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε, νόμιμα συμφώνησε και πώλησε την κατοικία αριθμός 31, η οποία ανεγέρθηκε στα ακίνητα με αριθμό εγγραφής 7338 και 7337, στους ενάγοντες. Στη συνέχεια, όπως καταδεικνύεται από το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 17.3.1995, Τεκμήριο 20, οι πωλητές στη συμφωνία πώλησης των ακινήτων ημερομηνίας 9.11.1989, Τεκμήριο 23, ανέκκλητα διόρισαν τον XXXXX Λειβαδιώτη να προβεί σε όλες τις απαραίτητες και αναγκαίες ενέργειες για να εγγράψει όλες τις κατοικίες στην αγοράστρια, πλην των κατοικιών 13 και 14 που αντιστοιχούσαν με τις κατοικίες με αριθμούς 31 και 30 οι οποίες θα εγγράφονταν στη XXXXX Σωφρονίου, την κατοικία με αριθμό 12 που αντιστοιχούσε με την κατοικία 32, η οποία θα εγγραφόταν ανά ½ μερίδιο στη XXXXX Σωφρονίου και στην XXXXX Λειβαδιώτη και τις κατοικίες με αριθμούς 9 και 10 που αντιστοιχούσαν στις κατοικίες με αριθμούς 34 και 35 και θα εγγράφονταν στην XXXXX Λειβαδιώτη. Από το Τεκμήριο 20 καταδεικνύεται ότι, απ΄ αυτή την ημερομηνία και όχι προηγουμένως επήλθε γραπτή εξουσιοδότηση διανομής των κατοικιών και γνώριζαν τόσο η εναγομένη 1 όσο και η εναγομένη 2, ότι η κατοικία με αρ. 31 θα εγγράφετο επ΄ ονόματι της εναγομένης
  4. Ενώ προηγουμένως και δη στις 6.8.1992 που υπογράφηκε το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 15, μεταξύ της εναγομένης 2 και των εναγόντων, τα δεδομένα ως προς τούτο ήταν όπως αυτά καταγράφηκαν πιο πάνω. Παρόλο τούτου η εναγομένη 1 ουδέποτε μέχρι και το 2007 που της ζητήθηκε από το δικηγόρο των εναγόντων να μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία αριθμός 31 στους ενάγοντες δεν όχλησε αυτούς με οιονδήποτε τρόπο, είτε προφορικά είτε γραπτά. Η στάση και η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης 1 ενδυναμώνει ή καλύτερα επιβεβαιώνει ότι είχε επέλθει κάποια συμφωνία ή διευθέτηση μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 ότι η κατοικία αριθμός 31 ανήκε στην εναγόμενη 2, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω. Η περί του αντιθέτου μαρτυρία του Μ.Υ.1 ότι όχλησαν προφορικά τους ενάγοντες να παύσουν να επεμβαίνουν στην επίδικη κατοικία αριθμός 31, πέραν του ότι αυτή δεν υποστηρίζεται έστω από κάποιο γεγονός ή συμβάν που να τοποθετεί ένα τέτοιο περιστατικό σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο ή τόπο ενώπιον κάποιου τρίτου προσώπου ή έστω μόνοι τους, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για μια κατασκευασμένη μαρτυρία ως εκ των υστέρων σκέψης για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Η κοινή λογική οδηγεί ότι σε περιπτώσεις παράνομης κατοχής, επέμβασης και χρήσης ενός ακινήτου, ο ιδιοκτήτης του ή ο δικαιούχος σε ιδιοκτησία ή κατοχή, έστω και αν αποδεχθούμε ότι μπορεί στην αρχή να γίνει μια υπόδειξη με προφορικό λόγο, στη συνέχεια όμως μη συμμόρφωσης, αυτή παίρνει τη μορφή γραπτής απαίτησης, είτε με προειδοποιητική επιστολή για το τι θα ακολουθήσει αν δεν σταματήσει η παρανομία ή με άμεση καταχώρηση αγωγής για έκδοση απόφασης και διατάγματος για παύση της παράνομης επέμβασης. Κάτι που δεν συνέβηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμη και όταν οχλήθηκε το 2007 από τους ενάγοντες μέσω του δικηγόρου τους το μόνο που έπραξε ήταν να προβεί σε μια απαντητική επιστολή και να εκφράσει τις επιδιώξεις της, χωρίς ωστόσο να λαμβάνει και πάλι άμεσα και δραστικά μέτρα για άρση της παρανομίας, που κατά τον αναληθή ισχυρισμό του Μ.Υ.1 προέβη, παρά μόνο να ανταπαιτήσει όταν ηγέρθηκε αγωγή εναντίον της. Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Υ.1 δεν δίστασε να πει ψέματα ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο παραδέχθηκε και αφορούσε το πιο πάνω θέμα. Δηλαδή ενώ είπε ότι έδωσαν οδηγίες στο δικηγόρο τους να αποστείλει επιστολή στους ενάγοντες για να άρουν την δήθεν παράνομη επέμβαση, παραδέχθηκε ότι δεν ήταν έτσι και ότι οι οδηγίες στο δικηγόρο δόθηκαν μετά που έλαβαν την επιστολή από τον δικηγόρο των εναγόντων. Ακόμη ενώ ο Μ.Ε.2 απέκλεισε κάθε πιθανότητα να μην ήταν παρούσα η εναγομένη 1 όταν υπέγραψε το Τεκμήριο 9, εν τούτοις ο Μ.Υ.1 επέμενε, λέγοντας και εδώ ψέματα, ότι η εναγομένη 1 δεν ήταν παρούσα και ότι επρόκειτο περί πλαστογραφίας, κάτι που ούτε η εναγομένη 1 δεν τόλμησε να αναφέρει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Ούτε και η όλη ιστορία που παρέθεσε υπό μορφή γραπτής δήλωσης-κατάθεσης και της προφορικής μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, που δεν συνάδει με την μαρτυρία που παρουσίασαν οι ενάγοντες, μπορούν να βρουν έδαφος, αφού αυτοί διαπνέονταν, κατά την απέλπιδα προσπάθεια του να υπερασπίσει την εναγόμενη 1, από αοριστία και γενικότητα χωρίς να παρουσιάζει απτά στοιχεία και στέρεες αποδείξεις για όσα έθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης είπε ψέματα ότι οι ενάγοντες πήγαν στην επίδικη κατοικία περί τα έτη 2001-2002, αφού από την βεβαίωση της Α.Η.Κ., Τεκμήριο 12, που όπως εξήγησε ο Μ.Ε.1 είναι η ίδια κατοικία με την κατοικία που αναφέρεται στο πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 15, αλλά βρίσκεται σε σημείο που εφάπτεται δύο δρόμων και γι΄ αυτό φαίνονται δύο ονομασίες οδών, φαίνεται ότι έχουν την κατοχή από τις 10.8.1992, ενώ από το 1996 που ο Μ.Ε.1 δημιούργησε σχέση με την θυγατέρα των εναγόντων, ανέφερε, ότι κατείχαν αυτή οι ενάγοντες στην οποία διέμενε και ο ίδιος από το 1999 και τέλος ο ίδιος ο δικηγόρος της εναγομένης 1 δέχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν την κατοχή της επίδικης κατοικίας από το
  5. Η αναφορά του ότι είναι αυτός που πληρώνει κάποια τέλη ή επιβαρύνσεις στις Αρχές της Βορόκλινης, αν και δεν παρουσίασε αποδείξεις, ουδόλως αλλοιώνει την κατάσταση πραγμάτων, όπως αυτή καταγράφηκε ανωτέρω. Η μαρτυρία του, την οποία συγκρίνω, αντιπαραβάλλω και αντιπαραθέτω με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δη των Μ.Ε.2 και Μ.Υ.2, οι οποίοι είναι μάρτυρες που εργάζονται στο Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας και δεν είχαν λόγο να πουν ψέματα, ούτε και φάνηκε ούτε και τους υποβλήθηκε ότι έλεγαν ψέματα, διαφαίνεται ότι έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος εξήγησε γιατί, πώς και πότε η εναγόμενη 1 αποδέχθηκε τη μεταφορά της επιβάρυνσης του πωλητηρίου εγγράφου Τεκμήριο 15, ήτοι στις 12.10.2001 με τη δήλωση μεταβίβασης από την εναγόμενη 2 στην εναγόμενη 1 και στην Εταιρεία Livadiotis Bros Investments Ltd, Τεκμήριο 9, συγκεκριμένου μεριδίου, για να καταστεί δυνατή η έκδοση ξεχωριστών τίτλων όπως ήθελαν, όπου φαίνεται το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 15, ΠΩΕ 531/1992, επιβάρυνε την εγγραφή της ιδιοκτησίας της κατοικίας αρ. 31 στο όνομα της εναγομένης
  6. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω ο Μ.Υ.1 κρίνεται αναξιόπιστος. Επανερχόμενος στα γεγονότα ως ευρήματα του Δικαστηρίου, ο XXXXX Λειβαδιώτης, ο οποίος έλαβε ανέκκλητο διορισμό του να αντιπροσωπεύει τους πωλητές και να διενεργήσει κάθε πράξη για να εγγραφούν οι πέντε
(5)κατοικίες στους πωλητές και οι υπόλοιπες στην αγοράστρια εταιρεία, εκ μέρους της αγοράστριας εταιρείας υπέβαλε αίτηση διαχωρισμού στις 24.5.2000, Τεκμήριο 18. Μετά την εξέλιξη αυτή, στις 28.5.2001 η αγοράστρια εταιρεία και οι εναγόμενες 1 και 2, οι οποίες πλέον ήταν τα πρόσωπα τα οποία θα ενεγράφοντο οι πέντε
(5)κατοικίες επ΄ ονόματι τους, προέβησαν σε έγγραφη συγκατάθεση, Τεκμήριο 19, σύμφωνα με την οποία οι κατοικίες με αριθμούς 27, 34 και 35 θα ενεγράφονταν επ΄ ονόματι της εναγομένης 2 και οι κατοικίες με αριθμούς 30 και 31 επ΄ ονόματι της εναγομένης 1. Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας με επιστολή του ημερομηνίας 31.7.2001, Τεκμήριο 21, απάντησε ότι δεν ήταν δυνατή η διανομή όπως την εισηγήθηκαν γιατί σύμφωνα με αυτή σε δύο από τους πωλητές αναλόγησε κτήμα η αξία του οποίου ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από την ανάλογη αξία του μεριδίου τους στο όλο κτήμα. Επίσης ζητείτο όπως φροντίσουν να ακυρωθούν οκτώ
(8)υποθήκες. Για να προχωρούσε η αίτηση είτε θα έπρεπε να διαφοροποιηθούν τα μερίδια τους στο κτήμα, ώστε να είναι ανάλογο με την αξία της ιδιοκτησίας που θα εγγράφετο στο όνομα τους, είτε θα έπρεπε να εγγραφούν σε όλες τις νέες μονάδες με το ίδιο μερίδιο που είχαν στο κτήμα. Έτσι στις 12.10.2001, η εναγόμενη 2 μεταβίβασε με την Π.1887/01, Τεκμήριο 9, το ανάλογο μερίδιο στην αγοράστρια εταιρεία και στη XXXXX Σωφρονίου, εναγόμενη 1, Τεκμήριο 9, για να καταστεί δυνατή η διανομή όπως ήθελαν. Όμως με τη μεταβίβαση ενημερώθηκαν, όπως φαίνεται και στο εσωτερικό μέρος του Τεκμηρίου 9, για το πωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ 531/92, Τεκμήριο 15, για την κατοικία αριθμός 31, το βάρος του οποίου μεταφέρετο και αναλάμβανε η εναγόμενη 1 ως το πρόσωπο στο όνομα της οποίας θα εκδίδετο ξεχωριστός τίτλος, όπως και εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος στις 30.3.2006, Τεκμήριο 3, με το οποίο είναι ίδιο το Τεκμήριο 22, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται σε ξεχωριστό φύλλο οι εγγραφές και των άλλων κατοικιών. Προφανώς ήταν υπό αυτή την τελευταία εξέλιξη που ζητήθηκε από τους ενάγοντες από τον XXXXX Λειβαδιώτη να καταβάλουν το ποσό των Λ.Κ.4.500, όπως και κατέβαλαν στις 19.9.2002, Τεκμήριο 2, αν και έπρεπε να καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ.3.000 κατά την μεταβίβαση, στο οποίο φαίνεται να συμπεριλαμβάνονταν και διάφορες φορολογίες, τέλη ή επιβαρύνσεις. Τελικά ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για την επίδικη κατοικία αριθμός 31 ενεγράφη και εκδόθηκε στις 30.3.2006, Τεκμήριο 3, στο όνομα της εναγομένης 1, και για λόγους επαλήθευσης ότι ο αριθμός θύρας ήταν ικανοποιητικό στοιχείο για το ποια κατοικία πωλήθηκε στα συγκεκριμένα αναφερθέντα τεμάχια με αριθμό εγγραφής 7XX8 και 7XX7, στον τίτλο ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 3, αναφέρεται «Αρ. Θύρας : X1». Αφού οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για την επίδικη κατοικία αριθμός X1, μέσω του δικηγόρου τους, απέστειλαν την επιστολή ημερομηνίας 31.7.2007, Τεκμήριο 4, με την οποία ζητούσαν από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας την ακύρωση του τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα της. Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας με επιστολή του ημερομηνίας 8.8.2007, Τεκμήριο 5, τους ενημέρωνε τα ακόλουθα: «ΘΕΜΑ: ΠΩΛΗΤΗΡΙΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕ ΑΡ. ΠΩΕ531/1992 Αναφέρομαι στην επιστολή σας ημερομηνίας 16.07.2007 σχετικά με το πιο πάνω θέμα και σας πληροφορώ τα πιο κάτω. «Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο συνομολογήθηκε στις 6.8.1992 μεταξύ της XXXXX Κωστάκη Λειβαδιώτη εκ Λειβαδιών (πωλητής) και XXXXX και XXXXX Σαμιώτη εκ Λάρνακας (αγοραστές) και αφορούσε την κατοικία αρ. X1 που βρίσκεται επί των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 7XX7 και 7XX8 στο χωριό Βορόκληνη, για την οποία (κατοικία) δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Το ΠΩΕ531/92 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 7.8.1992. Κατά την ημερομηνία του πωλητηρίου εγγράφου, εκτός από την XXXXX Κωστάκη Λειβαδιώτη, εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ήταν και η XXXXX Σωφρονίου και η εταιρεία Livadiotis Bros (Investments) Ltd και στα δύο πιο πάνω ακίνητα με το ίδιο μερίδιο ήτοι 462/2016 μερίδια, 42/2016 μερίδια, 1512/2016 μερίδια αντίστοιχα. Με την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου αρ. ΠΩΕ531/1992 δεν προσκομίστηκε κανένα έγγραφο διανομής ούτε οποιοδήποτε αρχιτεκτονικό ή άλλο σχέδιο που να φαίνεται η υπό αγορά κατοικία και ούτε άλλος συνιδιοκτήτης εκτός της XXXXX Λειβαδιώτη υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 12.10.2001 με την Π1887/2001 και σύμφωνα με πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 5.4.1990 η XXXXX Κώστα Λειβαδιώτη πώλησε επιπρόσθετα μερίδια στην XXXXX Σωφρονίου, 46/2016 μερίδια και στην Εταιρεία Livadiotis Bros (Investments) Ltd, 268/2016 μερίδια και το υπόλοιπο μερίδιο ήτοι 148/2016 μερίδια παρέμεινε στο όνομά της. Επειδή όμως το μερίδιο της XXXXX Κ. Λειβαδιώτη ήταν επιβαρυμένο με πωλητήρια έγγραφα, μεταξύ των οποίων ήταν και το υπό αναφορά πωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ531/1992, έγινε η μεταβίβαση (Π1887/01) των ακινήτων, υποκείμενα στα πωλητήρια έγγραφα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)(α) του Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, αφού συγκατατέθηκαν προς τούτο τόσο η XXXXX Σωφρονίου όσο και η Εταιρεία Livadiotis Bros (Investments) Ltd. Ως εκ τούτου τα μερίδια τους και στα δύο ακίνητα επιβαρύνθηκαν με τα σχετικά πωλητήρια έγγραφα συμπεριλαμβανομένου και του ΠΩΕ531/
  1. Ακολούθως με τον φάκελο ΑΧ456/2000 εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας για τις κατοικίες, κατόπιν αδείας διαίρεσης της Αρμόδιας Αρχής και μετά από διανομή που έγινε μεταξύ των συνιδιοκτητών ήτοι XXXXX Κώστα Λειβαδιώτη, XXXXX Σωφρονίου και Εταιρεία Livadiotis Bros (Investments) Ltd, η κατοικία αρ. 31 αναλόγησε στην XXXXX Σωφρονίου, στο όνομα της οποίας εκδόθηκε ο σχετικός τίτλος ιδιοκτησίας με αρ. εγγραφής 0/1XXX3.» Μετά από αυτήν την επιστολή ημερομηνίας 8.8.2007, Τεκμήριο 5, οι ενάγοντες απέστειλαν διπλοσυστημένη επιστολή ημερομηνίας 16.8.2007, τόσο στην εναγομένη 1 όσο και στην εναγομένη 2, Τεκμήριο 6, με την οποία τις καλούσαν όπως στις 18.9.2007, ημέρα Τρίτη και ώρα 09:00 π.μ. παρουσιαστούν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας, κάτι που δεν έπραξε ούτε η μια ούτε η άλλη. Η εναγομένη 2 όμως δικαιολογημένα αφού η επίδικη κατοικία είχε εγγραφεί επ΄ ονόματι της εναγομένης
  2. Η εναγομένη 1, η οποία δεν εμφανίσθηκε στην αναφερθείσα ημερομηνία, επί του οποίου γεγονότος αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε.1, ο οποίος μετέβη μαζί με τους ενάγοντες και το δικηγόρο τους στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, όπου ανέφερε ότι δεν εμφανίστηκε κανένας και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, απάντησε διά μέσω του τότε δικηγόρο της με επιστολή ημερομηνίας 7.9.2007, Τεκμήριο 7, στην οποία αναφερόταν ότι είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια και οι ενάγοντες κατέχουν τούτο χωρίς νόμιμη αιτία και δεν γνώριζε την ύπαρξη οποιουδήποτε πωλητηρίου εγγράφου και ότι είχαν και μια συνάντηση με τον σύζυγό της εναγομένης 1 γι΄ αυτό το θέμα, όπου κλήθηκαν να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή της επίδικης κατοικίας, ενώ ταυτόχρονα προειδοποιούνταν οι ενάγοντες ότι αν δεν το έπρατταν θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Κατ΄ αρχάς η αναφορά ότι η εναγομένη 1 δεν γνώριζε για την ύπαρξη του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 6.8.1992, Τεκμήριο 15, αποτελεί ψεύδος, αφού έλαβε γνώση κατά την μεταβίβαση του αναφερθέντος μεριδίου της εναγομένης 2 σε αυτή στις 12.10.2001, Τεκμήριο
  3. Έπειτα αν πράγματι δεν γνώριζε ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν στην εγγραφή επ΄ ονόματι τους της επίδικης κατοικίας 31, θα πραγματοποιούσαν την προειδοποίηση τους, για έγερση αγωγής για παράνομη επέμβαση έστω το 2007, δηλαδή δεκαπέντε
(15)χρόνια μετά την κατοχή της από τους ενάγοντες, γεγονός που γνώριζαν από τον Αύγουστο του 1992, αφού η κατοικία της εναγομένης 1 με αριθμό 30, την οποία κατείχε από τότε, εφάπτεται με την κατοικία αριθμός 31, ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο 17, αλλά αναφέρθηκε και από τον Μ.Ε.1 και παραδέχθηκε ο Μ.Υ.1 και δεν αμφισβητήθηκε από το δικηγόρο της εναγομένης
  1. Φαίνεται ότι, για την πώληση και μεταβίβαση του αναφερθέντος μεριδίου της εναγομένης 2 στην εναγομένη 1 με την Π.1887/2001, Τεκμήριο 9, να μην γνώριζαν οι ενάγοντες, αφού αυτή τη δήλωση πώλησης ζήτησε ο δικηγόρος τους με επιστολή προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 13.9.2007, Τεκμήριο
  2. Με άλλη επιστολή τους οι ενάγοντες, μέσω του δικηγόρου τους, ημερ. 18.9.2007, Τεκμήριο 10, κάλεσε τις εναγόμενες 1 και 2 και την αγοράστρια να προσέλθουν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 10.10.2007 και ώρα 09:00 π.μ. για εγγραφή και μεταβίβαση επ΄ ονόματι των εναγόντων της επίδικης κατοικίας, αλλά ούτε και αυτή τη φορά υπήρξε ανταπόκριση, γεγονός το οποίο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, δικαιολογημένα όμως από την εναγομένη 2 και την αγοράστρια εταιρεία του Τεκμηρίου 23 αφού η επίδικη κατοικία αριθμός 31 ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της εναγομένης
  3. Παρόμοια παράκληση έγινε από τους ενάγοντες με επιστολή και πάλι μέσω του δικηγόρου τους, ημερομηνίας 16.5.2012, Τεκμήριο 11, όμως, τώρα, μόνο προς την εναγομένη 1, για τις 6.6.2012 και ώρα 09:00 π.μ., χωρίς και πάλι ανταπόκριση, γεγονός που αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, την οποία αποδέχομαι. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 6.8.1992 μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2, Τεκμήριο 15, είναι έγκυρη και ότι οι ενάγοντες είναι τα πρόσωπα που νόμιμα αγόρασαν την επίδικη κατοικία και ότι το ΠΩΕ531/1992, Τεκμήριο 9, επιβαρύνει την εγγραφή αρ. 0/11563 της επίδικης κατοικίας αριθμός 31 επ΄ ονόματι της εναγομένης 1, σύμφωνα με το άρθρο 7 του καταρτηθέντος ΚΕΦ. 232 και του άρθρου 5
(1)του Ν.81(Ι)/2011, στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι επενεργεί ως εμπράγματο βάρος με την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ν.9/1965, ως τροποποιήθηκε. Οι περί του αντιθέτου θέσεις της εναγομένης 1 δεν ευσταθούν και απορρίπτονται για τους λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί ανωτέρω και συμπληρωματικά αναφέρεται ότι η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 6.8.1992 ΠΩΕ531/1992 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας στις 7.8.1992, Τεκμήριο 15, έγινε σύμφωνα με το άρθρο 2 Περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου ΚΕΦ. 232, αφού (α) αυτή είναι γραπτή, (β) οι ενάγοντες κατέθεσαν αυτή στο Κτηματολόγιο στις 7.8.1992, ήτοι εντός έξι μηνών από την ημέρα υπογραφής της σύμβασης, (γ) υπήρχε εγγραφή στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας στο όνομα της Πωλήτριας-Εναγομένης 2 ως εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήτριας, που ανεγέρθηκε η επίδικη κατοικία. Η θέση του δικηγόρου της εναγομένης 1 ότι δεν έπρεπε να γίνει αποδεκτή η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμήριο 15, από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας γιατί η επίδικη κατοικία ανεγέρθηκε σε εξ αδιαιρέτου ακίνητη ιδιοκτησία χωρίς τη συγκατάθεση και την υπογραφή του πωλητηρίου και από την εναγόμενη 1 ως εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήτριας, δεν ευσταθεί αφού τούτο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΦ. 232 δεν χρειαζόταν. Ούτε βέβαια, ως προς τούτο, δηλαδή την αποδοχή από το Κτηματολόγιο του εν λόγω πωλητηρίου, μπορεί να ληφθεί υπόψη ο Ν.81(Ι)/2011 με βάση τον οποίο δεν θα μπορούσε να κατατεθεί, αφού τότε εφαρμογή είχε το ΚΕΦ. 232. Ούτε βέβαια επειδή δεν συνοδεύετο από αρχιτεκτονικό ή τοπογραφικό σχέδιο αφού δεν ήταν αναγκαίο τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΦ. 232. ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΤΗΤΑ Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη αναδρομικότητας του Ν.81(Ι)/2011 πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγομένης και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να εξεταστεί. Εν πάση περιπτώσει ως προς τούτο μπορούν να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τις αγορεύσεις των συνηγόρων, διαφαίνεται ότι ο συνήγορος της εναγομένης 1 προβάλλει τη θέση ότι ο Ν.81(Ι)/2011 δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτό το θέμα προκειμένου να μορφώσει άποψη επί του θέματος, αναφέρει τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1 (B) AAΔ.1670 στη σελίδα 1676 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή είναι ότι ένας νόμος, εκτός εάν είναι δηλωτικός ή εάν αφορά μόνο σε θέματα διαδικαστικά ή αποδείξεως, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό τεκμαίρεται, γενικά, σε κάθε περίπτωση και εκεί όπου ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε μια νομοθετική πρόνοια που δεν περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει να το πει ρητά (Δέστε: Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 44, παραγ. 921 και 922). Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια (Δέστε: Halsbury' s, ανωτέρω, παραγ. 924).» Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Σταύρος Ξιούρουππας κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Π.Ε. 386/10, ημερ. 15.11.
  1. Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Πιπονίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/11, ημερ. 6.12.
  2. Επίσης στην Πολιτική Αίτηση Νικολάου κ.ά. Αρ. 101/2018 ημερ. 14.8.18 λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφ. Αρ. 386/2010, 15.11.2016, αναφέρθησαν τα εξής ως προς την αναδρομικότητα των νομοθετημάτων: «Ως ουσιαστικής, λοιπόν υφής και χωρίς ρητή και συγκεκριμένη πρόνοια, ο Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε δικονομικές πρόνοιες, (Χριστοφίδης ν. Παττίχης
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Δεν επηρεάζει συνεπώς δικαιώματα προνόμια υποχρεώσεις ή ευθύνες που εξασφαλίστηκαν ή προέκυψαν δυνάμει του Νόμου αρ. 26/77 που καταργήθηκε με το νέο Νόμο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Όπως έκρινε ο Επαρχιακός Δικαστής, το λεκτικό του άρθρου 4 του Νόμου 87(Ι)/2018 καθιστά σαφές ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν όπως οι τροποποιήσεις που επήλθαν με το Νόμο 87(Ι)/2018 εφαρμοστούν και στις δικαστικές διαδικασίες που είχαν ήδη ξεκινήσει πριν τις 13.7.2018 δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965. ..................................... Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903). Μετά τη διαπίστωση του ως προς την αναδρομικότητα του τροποποιητικού Νόμου, ο Επαρχιακός Δικαστής έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πλήρης συμμόρφωση της Τράπεζας με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως είχε τροποποιηθεί και ότι δεν είχε αποδειχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου για παραμερισμό της ειδοποίησης εν όψει της μη εξασφάλισης παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος στην αγωγή αρ. 1135/2018 και απέρριψε την αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, βρίσκω ότι η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν κανονική και ο Επαρχιακός Δικαστής ενήργησε εντός των εξουσιών του, που του παρέχει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος, όπως είχε τροποποιηθεί με το Νόμο 87(Ι)/2018, ο οποίος δεν κηρύχθηκε αντισυνταγματικός. Συνεπώς, δεν έχω πεισθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για να πετύχει η αίτηση.» Το άρθρο 10 του Περί Ερμηνείας Νόμου ΚΕΦ. 1 προνοεί τα εξής: «Αποτέλεσμα ακύρωσης σε μελλοντικούς Νόμους 10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση~ (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία, μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» Με βάση την πιο πάνω νομολογία, κρίνω ότι πράγματι, έχοντας υπόψη και το άρθρο 10 του ΚΕΦ. 1, από το λεκτικό του άρθρου 16
(2)του Ν.81(Ι)/2011, ως έχει τροποποιηθεί, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για άλλη ερμηνεία, ότι πρόκειται για σαφή και ξεκάθαρη αναδρομική ισχύ. Σε σχέση με τη θέση του συνηγόρου της εναγομένης 1 ότι η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης είναι προσωπική και εφόσον η εναγόμενη 1 δεν ήταν μέρος της επίδικης συμφωνίας πώλησης, Τεκμήριο 15, ως πρόσωπο ξένο προς τη σύμβαση δεν μπορεί να συνενωθεί ως εναγόμενη σε αγωγή για ειδική εκτέλεση της, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο έχοντας υπόψη το άρθρο 7
(1)του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε, και την υπόθεση Απαισιώτη κ.ά. ν. Ραγιά κ.ά.
(1993)1 AAΔ 882 στην οποία λέχθηκε ότι: «Το άρθρο 76 εισάγει, υπό τους όρους που θέτει, τις αρχές του αγγλικού δικαίου της επιείκειας ως προς την ειδική εκτέλεση των συμβάσεων. [Βλ. Xenis XenopouIIos v. Elli Isidorou Makridi
(1969)1 C.L.R. 488, Georghios HadjiYiannis v. Attorney-General (ανωτέρω), Trifonides v. Alpan (Taki) Bros
(1988)1 C.L.R. 224] και συναφώς, το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60). Η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης είναι προσωπική και ως θέμα γενικής αρχής, πρόσωπο ξένο προς τη σύμβαση δεν μπορεί να συνενωθεί ως εναγόμενος σε αγωγή προς εκτέλεσή της. Είναι όμως θεμελιωμένο πως όταν τρίτος, ξένος προς τη σύμβαση, αποκτά τη περιουσία που ήταν αντικείμενο της σύμβασης είτε δια δωρεάς είτε γενικότερα εν γνώσει της σύμβασης που περιέχει ανάληψη υποχρέωσης μεταβίβασης της περιουσίας από τον ένα συμβαλλόμενο στον άλλο, μπορεί να διαταχθεί να τη μεταβιβάσει στο δικαιούχο δυνάμει της σύμβασης. Δεν υπόκειται σε τέτοια διαταγή αν αγόρασε την περιουσία χωρίς γνώση της σύμβασης. (Βλ. Taylor v. Stibbert E.R. Vol. 30, p.713 [1794] 2 Ves. Jun. 438, Potter v. Sanders E.R. 67 p. 1057 [1846] 6 Hare. 1, Fry on Specific Performance 6η έκδοση, σελ. 90, Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 44, σελ. 352, παράγραφος 515, Snell's Principles of Equity 27η έκδοση σελ. 577).» Στη συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση η εναγόμενη 1, ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, είχε γνώση του πωλητήριου εγγράφου ΠΩΕ 531/1992, Τεκμήριο 15, το οποίο αποδέχθηκε να επιβαρύνει τον τίτλο ιδιοκτησίας της επίδικης κατοικίας επ΄ ονόματι της με βάση το Τεκμήριο 9. Όσον αφορά την αξίωση των Εναγόντων για ειδική εκτέλεση αυτή διέρχεται μέσα από τις πρόνοιες του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/2011, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 29.4.2011, η ισχύς του οποίου άρχισε τρεις
(3)μήνες αργότερα, ήτοι 29.7.2011, ο οποίος αντικατέστησε το ΚΕΦ. 232, επί του οποίου στηρίζεται η αξίωση αυτή. Στο άρθρο 16
(2)του Νόμου 81(Ι)/2011 εμπεριέχεται ειδική πρόνοια για τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν την έναρξη ισχύος του η οποία έχει ως εξής: «Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται και σε σχέση με συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και οι οποίες είναι ήδη κατατεθειμένες στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού ή οι οποίες θα κατατεθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανεξάρτητα αν σε σχέση με αυτές εκκρεμεί κατά την εν λόγω ημερομηνία οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία.» Επομένως τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν.81(Ι)/2011. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης προνοείται στο άρθρο 7 ενώ οι αναγκαίες διατυπώσεις για ειδική εκτέλεση της σύμβασης προβλέπονται στο άρθρο 6 και συγκεκριμένα αφού τηρηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 6
(1)(α), το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 3
(1)και 6
(1)(β) του Ν.81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε. Από τον συνδυασμό των άρθρων αυτών οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης σύμβασης είναι οι ακόλουθες: (Α)
(1)Η ύπαρξη εγγραφής στο κτηματολογικό μητρώο του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου στο όνομα τουλάχιστο ενός πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία.
(2)Η εγγραφή αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης ή
(3)Περιλαμβάνεται στην εγγραφή το τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης. (Β)
(1)Η σύμβαση να είναι γραπτή.
(2)Περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών.
(3)Περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης.
(4)Αναφέρει το αντάλλαγμα.
(5)Είναι υπογραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. (Γ) Η σύμβαση κατατεθεί εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της στο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο της επαρχίας που βρίσκεται το ακίνητο. (Δ) Η αγωγή για έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης εγείρεται εντός της περιόδου παραγραφής που προβλέπεται στον εκάστοτε σε ισχύ νόμο για παραγραφή απαιτήσεων που προκύπτουν από παράβαση σύμβασης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση (α) η εναγόμενη 1 είναι εξ' ολοκλήρου εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της ακίνητης ιδιοκτησίας επί της οποίας ανεγέρθηκε η επίδικη κατοικία από τις 30.3.2006, Τεκμήρια 3 και 22 και αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης, Τεκμήριο 15, μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2 στο όνομα της οποίας υπήρξε εγγραφή, ως εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήτριας, κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 15, (β) η σύμβαση είναι γραπτή και περιλαμβάνει τα ονόματα των συμβαλλομένων μερών και περιγράφει το αντικείμενο της σύμβασης, ήτοι την επίδικη κατοικία αρ. 31, έναντι του τιμήματος των ΛΚ22.000,00 και υπογράφεται από τους ενάγοντες και την εναγομένη 2, (γ) η σύμβαση υπογράφηκε στις 6.8.1992 και κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο Λάρνακας, όπου ευρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία στις 7.8.1992 με την ΠΩΕ531/1992, Τεκμήριο 15, και (δ) η αγωγή ηγέρθηκε εντός της περιόδου παραγραφής ως προβλέπεται από τον Παραγραφής Νόμο. Να τονισθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 12, ως τούτο τροποποιήθηκε με το Ν.49(Ι)/2017, το άρθρο 16 και το άρθρο 16Α, συνάγεται ότι η πρόθεση του νομοθέτη είναι η διευκόλυνση της κατάθεσης και ειδικής εκτέλεσης των πωλητηρίων εγγράφων οποτεδήποτε και να έγιναν αυτά φτάνει (α) το πωλητήριο έγγραφο να είναι σε ισχύ και (β) όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το πωλητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 15, βρίσκεται σε ισχύ και αποτελεί εμπράγματο βάρος στον τίτλο επ΄ ονόματι της εναγομένης 1, ως εξηγήθηκε ανωτέρω και χωρίς αμφιβολία είναι δίκαιο και εύλογο για την προστασία των εναγόντων αφού πλήρωσαν και εξόφλησαν το τίμημα και κατείχαν και διέμεναν στην επίδικη κατοικία από τον Αύγουστο του 1992 μέχρι και πρόσφατα, οπότε το ενοικίασαν στις 22.8.2018, Τεκμήριο 13, σε γνώση της εναγομένης 1 και χωρίς να οχληθούν ποτέ μέχρι και το 2007 που ζητήθηκε η μεταβίβαση του και ακολούθως μέχρι που κινήθηκε η παρούσα αγωγή τον Ιούνιο του 2012. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι οι ενάγοντες επιτυγχάνουν στην αξίωση τους και δικαιούνται στην έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης, Τεκμήριο 15, δυνάμει των προνοιών του Ν.81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε. Εν πάση περιπτώσει και αν ακόμη δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Ν.81(Ι)/2011 κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 76
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Στο ΜΕΡΟΣ VIII ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ και υπό τον τίτλο ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ, το άρθρο 76
(1)προνοεί: «76.-
(1)Η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο αν- (α) δεν είναι άκυρη δυνάμει του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου~ και (β) είναι γραπτή~ και (γ) υπογράφεται στο τέλος αυτής από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής~και (δ) το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη.» Στην υπόθεση Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 ΑΑΔ 718 λέχθηκαν τα εξής: «Το Άρθρο 76 περιορίζει τη δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης συμφωνίας σε γραπτές συμβάσεις. Μόνο γραπτές συμβάσεις μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο ειδικής εκτέλεσης. Ο δικηγόρος της εφεσίβλητης υπέβαλε ότι εφόσον η προφορική συμφωνία του 1977 χαρακτηρίζεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως τροποποιητική της γραπτής συμφωνίας του 1970, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ειδική εκτέλεσή της. Η εισήγηση συνεπάγεται την , εξομοίωση "γραπτής σύμβασης" η οποία προβλέπεται στο Άρθρο 76
(1)(β) με σύμβαση γενόμενη εν μέρει εγγράφως και εν μέρει προφορικά· και μάλιστα, άσχετα αν το μέρος της σύμβασης του οποίου διατάσσεται η ειδική εκτέλεση αποτελεί τμήμα της προφορικής συμφωνίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκαμε καμιά αναφορά στις διατάξεις του Άρθρου 76 του ΚΕΦ. 149· διαφαίνεται από την προσέγγιση του Δικαστηρίου ως προς τη δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης της προφορικής συμφωνίας του 1977, ότι εξουσία για την έκδοση τέτοιας διαταγής αντλείται από τις αρχές της επιείκειας οι οποίες ενσωματώνονται στο Κυπριακό δίκαιο βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60). Οι αρχές της επιείκειας τυγχάνουν εφαρμογής εφόσο δε γίνεται διάφορη ρύθμιση από τη νομοθεσία της Κύπρου, όπως είναι η περίπτωση του Άρθρου 76 του ΚΕΦ. 149. Η μόνη θεραπεία την οποία παρείχε το κοινό δίκαιο για διάρρηξη συμφωνίας ήταν εκείνη των αποζημιώσεων. Το κενό στα μέσα που διέθετε το κοινό δίκαιο πληρώθηκε από το δίκαιο της επιείκειας με την πρόσδοση διακριτικής ευχέρειας σε αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την ειδική εκτέλεση σύμβασης, εξουσία η οποία κατά κανόνα ασκείτο υπέρ του ενάγοντα εφόσο διαπιστωνόταν ότι οι αποζημιώσεις δε θα παρείχαν αποτελεσματική αποκατάσταση των συμβατικών του δικαιωμάτων [βλ. SNELL'S Principles of EQUITY, 27th ed., para. 573 et seq.]. To Άρθρο 76 του ΚΕΦ. 149 συνιστά ειδική ρύθμιση η οποία υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδάφιου 2 του Άρθρου 76, περιορίζει την ειδική εκτέλεση συμφωνίας σε γραπτές συμβάσεις, όχι συμβάσεις διατυπούμενες εν μέρει εγγράφως· αν και στην προκείμενη περίπτωση δεν εγείρεται τέτοιο θέμα εφόσον η συμφωνία του 1977, της οποίας διατάχθηκε ειδική εκτέλεση, ήταν εξ ολοκλήρου προφορική.» Στην υπόθεση Απαισιώτη κ.ά. ν. Ραγιά κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 882 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Το άρθρο 76 εισάγει, υπό τους όρους που θέτει, τις αρχές του αγγλικού δικαίου της επιείκειας ως προς την ειδική εκτέλεση των συμβάσεων. [Βλ. Xenis XenopouIIos v. Elli Isidorou Makridi
(1969)1 C.L.R. 488, Georghios HadjiYiannis v. Attorney-General (ανωτέρω), Trifonides v. Alpan (Taki) Bros
(1988)1 C.L.R. 224] και συναφώς, το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60). Η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης είναι προσωπική και ως θέμα γενικής αρχής, πρόσωπο ξένο προς τη σύμβαση δεν μπορεί να συνενωθεί ως εναγόμενος σε αγωγή προς εκτέλεσή της. Είναι όμως θεμελιωμένο πως όταν τρίτος, ξένος προς τη σύμβαση, αποκτά τη περιουσία που ήταν αντικείμενο της σύμβασης είτε δια δωρεάς είτε γενικότερα εν γνώσει της σύμβασης που περιέχει ανάληψη υποχρέωσης μεταβίβασης της περιουσίας από τον ένα συμβαλλόμενο στον άλλο, μπορεί να διαταχθεί να τη μεταβιβάσει στο δικαιούχο δυνάμει της σύμβασης. Δεν υπόκειται σε τέτοια διαταγή αν αγόρασε την περιουσία χωρίς γνώση της σύμβασης. (Βλ. Taylor v. Stibbert E.R. Vol. 30, p.713 [1794] 2 Ves. Jun. 438, Potter v. Sanders E.R. 67 p. 1057 [1846] 6 Hare. 1, Fry on Specific Performance 6η έκδοση, σελ. 90, Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 44, σελ. 352, παράγραφος 515, Snell's Principles of Equity 27η έκδοση σελ. 577). Στην Ινδία το ζήτημα ρυθμίστηκε με ειδική νομοθετική πρόνοια (βλ. άρθρο 19(β) του Specific Relief Act του 1963 και το Σύγγραμμα των Pollock and Mulla 10η έκδοση σελ. 1008 που παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Potter v. Sanders (ανωτέρω). Η προϋπόθεση του άρθρου 76 ως προς την ανάγκη υπογραφής της σύμβασης από το συμβαλλόμενο που φέρει το βάρος της, πρέπει να διαβάζεται υπό το πρίσμα των αρχών της επιείκειας που διέπουν το θέμα. Δεν εννοεί το άρθρο πως για να διαταχθεί κάποιος να εκτελέσει σύμβαση θα πρέπει να την έχει υπογράψει ο ίδιος. Αναφέρεται σε σύμβαση επιδεκτική ειδικής εκτέλεσης (capable of being specifically enforced) χωρίς να αποσκοπεί στη διαφοροποίηση των γενικών αρχών ως προς τα πρόσωπα που υπόκεινται σε διαταγή για ειδική εκτέλεση. Η επίδικη σύμβαση είναι επιδεκτική ειδικής εκτέλεσης γιατί συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 76, μεταξύ των οποίων και η προϋπόθεση της υπογραφής της από το συμβαλλόμενο που έφερε το βάρος της, δηλαδή από το Νεόφυτο Γ. Έρημο. Οι εφεσείοντες δεν αγόρασαν το οικόπεδο. Ήταν δωρεοδόχοι. Ακόμα, όπως βρήκε το πρωτόδικο Δικαστήριο και υπάρχει ισχυρή μαρτυρία γι'αυτό, γνώριζαν την ύπαρξη της σύμβασης και τους όρους που περιείχε. Κάτω από τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος δεν κατέστρεψε τη δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης.» Στην υπόθεση Αγησίλαου Τσιαλή ν. Δώρας Χατζηανδρέου
(2000)1 ΑΑΔ 1250 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με δοθείσα τη διαπίστωση συμβατικής υποχρέωσης μεταβίβασης και τιτλοποίησης του πρώτου ορόφου στον Εφεσείοντα, το επόμενο ερώτημα αφορά τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της εν λόγω υποχρέωσης, το οποίο συνιστά και την πρωταρχική θεραπεία που ζητά ο Εφεσείων. Η ειδική εκτέλεση συμβάσεων ρυθμίζεται βέβαια από το άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφάλαιο 149, το οποίο προνοεί: "76.-
(1)Η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο αν - (α) δεν είναι άκυρη δυνάμει του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου. και (β) είναι γραπτή. και (γ) υπογράφεται στο τέλος αυτής από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής. και (δ) το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν επηρεάζουν την ειδική εκτέλεση συμβάσεων πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού." Ότι το άρθρο 76
(2)αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 76
(1), έστω και αν τηρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων (α), (β), (γ) και (δ) αυτού, είναι οριστικά αποφασισμένο στη νομολογία. Στη Δρυάδης ν. Καλησπέρα, Πολιτική Έφεση 8923, 15.5.1998, μάλιστα το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε εισήγηση για απόκλιση από την προηγούμενη νομολογία (Avgousti v. Papadamou and Another
(1968)1 C.L.R. 66, Xenopoullos v. Makridi
(1969)1 C.L.R. 488, Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου και άλλης, Πολιτική Έφεση 9271, 31.12.1997) και επανέλαβε την αρχή ότι, όπως το έθεσε ο Πικής, Π., ο οποίος έδωσε και την απόφαση, στη σ. 9: "Το Άρθρο 2 του ΚΕΦ. 232 καθιστά την πώληση ακινήτου δεκτική ειδικής εκτέλεσης, μόνο όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται από τις πρόνοιές του. Σκοπός του Νόμου αυτού είναι ο καθορισμός, σε αντιδιαστολή προς άλλης φύσης γραπτές συμβάσεις, ξεχωριστών προϋποθέσεων, για να είναι η σύμβαση δεκτική ειδικής εκτέλεσης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι διάφορες από εκείνες που καθορίζονται στο Άρθρο 76. Η εξουσία η οποία παρέχεται, αντίστοιχα, από το Άρθρο 76 και το ΚΕΦ. 232, δεν μπορεί να συνυπάρχει σε σχέση με συμβάσεις για την πώληση ακινήτων. Και αυτός ήταν ο σκοπός του νομοθέτη, με τη θεσμοθέτηση των προνοιών του εδαφίου
(2)του Άρθρου
  1. Όχι μόνο η προηγούμενη νομολογία δεν καταφαίνεται ως αδιαμφισβήτητα εσφαλμένη, αλλά κρίνεται σωστή." Στην προκειμένη περίπτωση η συμφωνία αφορά βέβαια ακίνητη ιδιοκτησία, δεν έχει όμως αμφισβητηθεί ότι δεν αφορά σύμβαση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας ώστε να εξαιρείτο του άρθρου 76 ως ειδικά ρυθμιζόμενη από τον περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφάλαιο
  2. Τι συνιστά σύμβαση "πώλησης" ακίνητης ιδιοκτησίας, όπως η έννοια αναφέρεται τόσο στο Κεφάλαιο 232 όσο και το Κεφάλαιο 149, άρθρο 76, δεν ορίζεται ούτε στο Κεφάλαιο 232 ούτε στο Κεφάλαιο
  3. Είναι όμως καθαρό από τη θεώρηση του πράγματος σε συνάρτηση προς τα πιο πάνω ότι η "πώληση", όπως εξάλλου και κάθε σύμβαση, εξυπακούει την καταβολή αντιπαροχής. Αυτό ενισχύεται και από την αναφορά στο άρθρο 2 του Κεφαλαίου 232 στην ημερομηνία που συμφωνήθηκε για την καταβολή της αντιπαροχής ως όρο για την έναρξη της περιόδου εγέρσεως της αγωγής για ειδική εκτέλεση, όσο και από την αναφορά στο άρθρο 10 του Κεφαλαίου 232 ως προς τις συνέπειες της μη καταβολής του τιμήματος αγοράς από τον αγοραστή. Η επίδικη συμφωνία όμως δεν περιέχει αντιπαροχή, ούτε είναι ως εκ της φύσης της συμφωνία πώλησης, και είναι έγκυρη μόνο ως εκ των προνοιών του άρθρου 25 του Κεφαλαίου
  4. Εν πάση περιπτώσει, δεν αποτελεί σύμβαση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας και διέπεται όχι από το Κεφάλαιο 232 αλλά από το άρθρο 76
(1). Δεν υπάρχει δε αμφιβολία, ούτε αμφισβητείται, ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες των εδαφίων (α) (β) και (γ) του άρθρου 76. Περαιτέρω, κρίνοντας, εν όψει όλων των περιστάσεων, και ιδιαίτερα του ότι η εν λόγω υποχρέωση είναι τέτοιας φύσεως που να είναι μάλιστα κατάλληλη για ειδική εκτέλεση, ότι μόνο η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης θα επετύγχανε την απόδοση πλήρους δικαιοσύνης προς επίτευξη του σκοπού της σύμβασης, ότι ο Εφεσείων πάντοτε επεδίωκε την επ΄ονόματι του μεταβίβαση και τιτλοποίηση και ότι η συμφωνία της 4.9.1967 ανεγνώριζε την ιδιοκτησιακή του ιδιότητα, θεωρούμε ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης όχι μόνο "δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη", όπως προνοείται στο εδάφιο (δ) του άρθρου 76, αλλά μάλλον θα ήταν θετικά και καθ΄όλα ορθό και δίκαιο να ισχύσει, στα πλαίσια των παλαιόθεν καλά καθιερωμένων αρχών του δικαίου της επιείκειας, ώστε να ικανοποιούνται και οι προϋποθέσεις του εδαφίου (δ). Δεν θα αφήναμε την υπόθεση χωρίς να παρατηρήσουμε ότι, εάν δεν επρόκειτο για περίπτωση συμβατικού δικαιώματος του Εφεσείοντα σε ειδική εκτέλεση της συμφωνίας δυνάμει του άρθρου 76, θα ετίθετο εν πάση περιπτώσει θέμα αναγνώρισης ιδιοκτησίας στον Εφεσείοντα και διαταγής επ΄ονόματι του εγγραφής δυνάμει των αρχών του δικαίου της επιείκειας και ιδιαίτερα του equitable estoppel υπό τη μορφή του proprietary estoppel. Στην υπόθεση Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542 η αρχή αυτή καθιερώθηκε στη νομολογία μας. Εκρίθη ότι, αν και δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, εν τούτοις η συμπεριφορά των Εφεσειόντων ήταν τέτοια που οδήγησε τους Εφεσίβλητους, βασιζόμενους σε αυτή, να ενεργήσουν ως ιδιοκτήτες της επίδικης περιουσίας και ότι, ως εκ τούτου, κωλύοντο να ενεργούσαν τώρα άλλως πως αφού θα ήταν άδικο να πράξουν τούτο. Όπως το έθεσε ο Πικής, Δ. (ως ήτο τότε), δίδοντας την απόφαση, στη σ. 553: "It is established that a party, making a promise, cannot resile therefrom when it would be inequitable for him so to do notwithstanding the absence of a legally recognised relationship between the promisor and the promisee. And it is inequitable for the promisor to resile from his promise whenever, as a result of such representation, the promisee has modified his position in a way that it would be unjust for the promisor to withdraw from his representations; provided always, of course, that the representations made are clear and unambiguous, such as could lead the promisee to act upon them." Και, καταλήγοντας, στη σ. 554: "In our judgment, proprietary estoppel forms part of the doctrines of equity and as such is applicable in Cyprus in accordance with s. 29(c) of the Courts of Justice Law, 14/60." Ακόλουθη δε θεραπεία, όπως παρατήρησε, είναι διάταγμα για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο δικαιούχο "..... inasmuch as a court of equity must ensure that its orders do not work injustice ...." Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόσχεση της Εφεσίβλητης, αν δεν συνιστούσε συμβατική υποχρέωση, ή και ενδεχόμενα αν δεν ήταν, ως συμβατική υποχρέωση, δεκτική ειδικής εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 76
(1), ασφαλώς θα συνιστούσε τέτοια παράσταση εκ μέρους της προς τον Εφεσείοντα που, εφ΄όσον αυτός βασίσθηκε σε αυτή και υπέστη έξοδα για οικοδόμηση του ορόφου λογικά αναμένοντας πάντοτε ότι θα καθίστατο ιδιοκτήτης και θα του μεταβιβάζετο, θα ήταν άδικο να επιτραπεί στην Εφεσίβλητη να υπαναχωρήσει. Ισχύουσας δε της αρχής του proprietary estoppel, η διαταγή για επ΄ονόματι του μεταβίβαση και εγγραφή του ορόφου θα ήταν ακόλουθη ώστε να αποδίδετο πλήρης αποτελεσματικότητα και συνέπεια στη δικαιϊκή της αρχή.» Στην υπόθεση Κλεάνθη Κατερίνα Γρηγορίου κ.ά. ν. Μιχαλάκη Σιάνιου κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 180 τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι ικανοποιούνταν οι πιο πάνω προϋποθέσεις του εδ.
(1)του Αρθρου 76 και συμφωνούμε με αυτή την απόφαση. Το ερώτημα είναι αν η περίπτωσή μας αφορά την πώληση γης, με την έννοια του προαναφερθέντος Κεφ. 232, ούτως ώστε να χρειαζόταν να ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις του Αρθρου 2 του εν λόγω Νόμου, που μεταξύ άλλων, είναι η κατάθεση της γραπτής σύμβασης στο Κτηματολόγιο μέσα στην προβλεπόμενη από το Νόμο περίοδο που τότε, το 1966, ήταν σε 21 ημέρες από την υπογραφή της Σύμβασης. Εδώ δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι έγινε τέτοια κατάθεση. Επομένως αν τυγχάνει εφαρμογής το Κεφ. 232, δεν είναι περίπτωση που θα μπορούσε να διαταχθεί ειδική εκτέλεση της σύμβασης γιατί είναι σαφώς νομολογημένο ότι προτού το δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία κατά πόσο θα διατάξει την ειδική εκτέλεση μιας σύμβασης για πώληση ακινήτου, θα πρέπει πρώτα να ικανοποιηθεί, από το πρόσωπο που ζητά την ειδική εκτέλεση της σύμβασης, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Αρθρου 2 του εν λόγω Νόμου. (βλ. μεταξύ άλλων, Iordanou v. Aniftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Avgousti v. Papadamou
(1968)1 C.L.R. 66, Xenopoullos v. Makridi
(1969)1 C.L.R. 488, Tanis Beit v. Papa a.o.
(1971)1 C.L.R. 172, Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Markidou v. Kiliaris a.o
(1983)1 C.L.R. 392 και Καλησπέρας v. Δρυάδης
(1998)1 Α.Α.Δ. 881). Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εφεσιβλήτων είναι ότι η επίδικη σύμβαση δεν είναι σύμβαση πώλησης γης, αλλά σύμβαση διαίρεσης γης και έτσι το Κεφ. 232 δεν έχει εφαρμογή.» Να σημειωθεί ότι όλες οι πιο πάνω αποφάσεις εκδόθηκαν πριν την κατάργηση και αντικατάσταση του ΚΕΦ. 232 με το Ν.81(Ι)/2011, ως τροποποιήθηκε με το Ν.32(Ι)/2012και δη με το Ν.48(Ι)/2017, στον οποίο είναι διάχυτο το πνεύμα περί αποκατάστασης των αγοραστών με την εγγραφή επ΄ ονόματι τους του τίτλου ιδιοκτησίας. Ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί όταν εξεταζόταν το θέμα της ειδικής εκτέλεσης, κρίνεται ότι (α) η σύμβαση ημερ. 6.8.1992, Τεκμήριο 15, δεν είναι άκυρη, (β) είναι γραπτή, (γ) υπογράφεται από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, και (δ) κρίνω ότι ενόψει όλων των περιστάσεων όπως αναφέρονται ανωτέρω η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη και ως εκ τούτου πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος, ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης ημερ. 6.8.1992, Τεκμήριο
  1. Ενόψει των ως άνω ευρημάτων του Δικαστηρίου η ανταπαίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης σε ότι αφορά το παραδεκτό γεγονός του περιεχομένου του Τεκμηρίου 32 που αφορά την ανταπαίτηση, τούτο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου αλλά η αποζημίωση θα άρχιζε από την 10.8.
  2. Επομένως η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα εναντίον του XXXXX Πασπαλίδη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Σωφρονίου, εναγομένου 1 για ειδική εκτέλεση της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 6.8.1992 η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας στις 7.8.1992 με την ΠΩΕ531/1992, Τεκμήριο 15, η οποία αφορά την διώροφη κατοικία Θύρα 31 επί του Τεμαχίου 4X6, Φ/ΣΧ. 41/33 με αριθμό εγγραφής 0/1XXX3 στην τοποθεσία «Λίμνες ή Αρκολείβαδα», στο χωριό Βορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας ως κατωτέρω:
(1)Διάταγμα ή και Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζει τους Ενάγοντες ως τα μοναδικά δικαιούμενα πρόσωπα να εγγραφούν και να μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι τους το ακίνητο: Αρ. Εγγραφής Αρ. Τεμαχίου Φ/Σχ Τμήμα Περιοχή Επαρχία 0/1XXX3 ΕΠΙ 456 41/33 0 ΛΙΜΝΕΣ Η ΑΡΚΟΛΕΙΒΑΔΑ ΒΟΡΟΚΛΙΝΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
(2)Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται ο XXXXX Πασπαλίδης, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Σωφρονίου, εναγόμενος 1 και/ή τους υπηρέτες της και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή τους εξ αυτής αιτούντες δικαιώματα όπως ουδέν δικαίωμα έχουν επί του επίδικου ακινήτου.
(3)Διάταγμα ή/και Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον τον XXXXX Πασπαλίδη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Σωφρονίου, εναγόμενος 1, όπως εγγράψει και μεταβιβάσει επ΄ ονόματι των εναγόντων το επίδικο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1XX3, αρ. τεμ. ΕXXX6, Φ/Σχ.41/33, τμήμα 0, περιοχή Λίμνες ή Αρκολείβαδα, Βορόκλινη, Επαρχίας Λάρνακας.
(4)Διαζευκτικά προς τα ανωτέρω Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διατάσσεται η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας πωλήσεως της κατοικίας αρ. 31, ημερομηνίας 6ην Αυγούστου 1992 - ΠΩΕ 531/92.
(5)Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να εγγραφεί και να μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι των Εναγόντων το επίδικο ακίνητο, με αρ. εγγραφής 0/1XXX3, αρ. τεμ. ΕXXX6, Φ/Σχ.41/33, τμήμα 0, περιοχή Λίμνες ή Αρκολείβαδα, Βορόκλινη, Επαρχίας Λάρνακας. πλέον έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του XXXXX Πασπαλίδη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Σωφρονίου, εναγόμενος 1, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα της εναγομένης 2, λαμβανομένου υπόψη ότι την εναγόμενη 2 την κατέστησε διάδικο μέρος η εναγόμενη 1, αυτά θα είναι υπέρ της εναγομένης 2 και εναντίον του XXXXX Πασπαλίδη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Σωφρονίου, εναγόμενος 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τα έξοδα της ανταπαίτησης αυτά θα είναι υπέρ των εναγόντων και εναντίον του XXXXX Πασπαλίδη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Σωφρονίου, εναγόμενος 1, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στο βαθμό που τα έξοδα της απαίτησης και της ανταπαίτησης είναι κοινά αυτά θα είναι ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.