← Κύπρος

Μιλτιάδους ν. Μιλτιάδους, Αρ. Αγωγής: 549/18, 9/8/2019

Μιλτιάδους ν. Μιλτιάδους, Αρ. Αγωγής: 549/18, 9/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A247 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 549/18 XXXXX Μιλτιάδους Ενάγοντας και XXXXX Μιλτιάδους Εναγόμενος Αίτηση Ημερομηνίας 10.5.2018 (για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) Ημερομηνία:9/9/19 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: Ο κ. Π. Χ''Πετρος για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: Ο κ. Α. Χ''Δημητρίου για Α. Μαθηκολώνη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2, r.1) που ο ενάγοντας-αιτητής (στο εξής καλούμενος «ο Αιτητής») καταχώρησε στις 10.5.18, αξιώνει από τον εναγόμενο - καθ΄ ου η αίτηση (στο εξής καλούμενος «ο καθ΄ ου η αίτηση»), διάταγμα του Δικαστηρίου που να του απαγορεύει από του να επεμβαίνει, χρησιμοποιεί και κατέχει το κατάστημα υπ' αριθμό 7, επί της οδού XXXXX XXXXX, στην Λάρνακα ευρισκόμενο επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής CXX4, τεμάχιο 3X0, Φ/Σχ. XL/64.3.4. Τμήμα C, Ενορία Σκάλα, Λάρνακα (στο εξής καλούμενο «το υποστατικό»). Επίσης αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον καθ΄ ου η αίτηση από του να εμποδίζει τον αιτητή στην κατοχή και χρήση του εν λόγω υποστατικού καθώς και γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Ταυτόχρονα ο αιτητής καταχώρησε και μονομερή αίτηση αξιώνοντας από το Δικαστήριο, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον καθ΄ ου η αίτηση από του να αποξενώσει, μεταβιβάσει, εκχωρήσει και υπενοικιάσει με οποιοδήποτε τρόπο το υποστατικό μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής. Β. Διάταγμα που να διατάττει τον Καθ΄ ου η Αίτηση στην άμεση εκκένωση και παράδοση του υποστατικού μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει τον Καθ΄ ου η Αίτηση από του να ανεγείρει, κατεδαφίζει και προβαίνει σε οποιεσδήποτε μετατροπές επί του υποστατικού μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής. Σημειώνω εξ αρχής ότι ο ευαπίδευτος συνήγορος του αιτητή, μέσω της γραπτής αγόρευσης του που παράθεσε στο Δικαστήριο, δήλωσε ότι δεν θα προωθηθεί το αιτητικό (Β) και ως εκ τούτου παρέμειναν προς εξέταση τα αιτητικά (Α) και (Γ). Η αίτηση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 31, 32 και 42, τον περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος (Κεφ. 189) άρθρο 2, τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο άρθρα 2, 43

(1)και 44, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.39, Δ.48 Θ.1-9, Δ.64, στη σχετική επί του θέματος νομολογία και στις αρχές της επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του αιτητή η οποία μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως:
  1. Ο καθ΄ ου η αίτηση, ο οποίος είναι αδελφός του, επιχειρεί ουσιαστικά με δόλιο τρόπο να τον εκδιώξει από το υποστατικό, για το οποίο ο ίδιος διατηρεί σύμβαση ενοικίασης με τον Δήμο Λάρνακας. Νόμιμος ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού είναι ο Δήμος Λάρνακας ενώ ο ίδιος είναι ο νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής του.
  2. Αρχικά το εν λόγω υποστατικό το ενοικίαζε ενόσω ζούσε ο πατέρας του από τον Δήμο Λάρνακας για σκοπούς άσκησης του επαγγέλματος του. Ο πατέρας του απεβίωσε στις 17.11.
  3. Ο ίδιος προσωπικά ,την 25.11.65, σε γραπτό αίτημα (Τεκμήριο 1) προς τον τότε Δήμαρχο Λάρνακας τον ενημέρωσε για την πρόθεση του να συνεχίσει την ενοικίαση του υποστατικού. Μέσω της εν λόγω επιστολής αιτείτο την αφαίρεση ενός ποσού από το υπόλοιπο των ενοικίων εφόσον η επιχείρηση λόγω των ταραχών της περιόδου του 1963 είχε παραμείνει αδρανής και κατά δεύτερο ζητούσε προσωπικά την ενοικίαση του υποστατικού για να μπορέσει να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του. Ειδικότερα την μητέρα του, τα δύο αδέλφια του, συμπεριλαμβανομένου του καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος τότε ήταν ανήλικος.
  4. Με τον θάνατο του πατέρα του ανέλαβε διαχειριστής της περιουσίας του μαζί με την μητέρα του (Τεκμήριο 2). Ο λόγος που αναφέρεται στη διαχείριση είναι διότι ο καθ΄ ου η αίτηση χρησιμοποιεί ως πρόφαση την ύπαρξη της και ότι δήθεν είναι διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα τους, μαζί με τον ίδιο προσωπικά. Κατέχει επίσης επιστολή (Τεκμήριο 3) όπου το Δημαρχείο Λάρνακας απευθυνόταν στον ίδιο και την μητέρα του ως διαχειριστές της περιουσίας του πατέρα του για τη διευθέτηση των ενοικίων σε σχέση με το επίδικο υποστατικό.
  5. Το 1970 καταχωρίστηκαν οι τελικοί λογαριασμοί για το κλείσιμο της διαχείρισης (Τεκμήριο 4). Ο ίδιος συνέχισε κανονικά να ενοικιάζει προσωπικά το επίδικο υποστατικό από τον Δήμο Λάρνακας και ως εκ τούτου έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής του. Ουσιαστικά ενοικίαζε ο ίδιος προσωπικά το υποστατικό και κατέβαλλε ο ίδιος προσωπικά τα ενοίκια ενώ η πρακτική του Δήμου ήταν να εκδίδει τις σχετικές αποδείξεις στους διαχειριστές της περιουσίας του πατέρα του. Το 1986 αναγκάσθηκε και έκλεισε την επιχείρηση του πατέρα του στο εν λόγω υποστατικό (ως τορναδόρος), λόγω μειωμένων εισοδημάτων, συνέχιζε όμως δε να καταβάλλει τα ενοίκια κανονικά και να τηρεί τη συμφωνία ενοικίασης με τον Δήμο Λάρνακας.
  6. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ο καθ΄ ου η αίτηση του ζήτησε να λειτουργήσουν ξανά το υποστατικό προτείνοντας του διάφορες επιχειρηματικές ιδέες. Επειδή ο ίδιος δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο και έχοντας πάντα το αίσθημα του προστάτη απέναντι στον μικρό του αδελφό, συμφώνησε με τον καθ΄ ου η αίτηση, με τη δική του συγκατάθεση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να χρησιμοποιεί το υποστατικό για σκοπούς λειτουργίας της επιχειρήσεως του, νοουμένου ότι θα είναι υπό τον συνεχή έλεγχο και την εποπτεία του ως νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής του και ότι ανά πάσα στιγμή σε περίπτωση που το χρειαζόταν θα του παρέδιδε άμεσα το υποστατικό. Με τους όρους αυτούς συμφώνησε ο καθ΄ ου η αίτηση. Ο Δήμος Λάρνακας ήταν ενήμερος για την προσωρινή άδεια που είχε ο ίδιος παραχωρήσει στον καθ΄ ου η αίτηση.
  7. Η ενοικίαση του υποστατικού συνεχίστηκε κανονικά από τον ίδιο και ουδέποτε είχαν αμφισβητηθεί τα δικαιώματα του ως ενοικιαστής του και κάτοχος του. Ενίοτε πλήρωνε ο ίδιος τα ενοίκια ενώ άλλοτε έστελνε τον καθ΄ ου η αίτηση.
  8. Η πρακτική αυτή ακολουθείτο για αρκετό χρονικό διάστημα ωσότου περιήλθε στην αντίληψη του ότι άρχισαν να γίνονται κάποιες εργασίες στο υποστατικό. Ο καθ΄ ου η αίτηση του ανάφερε ότι προβαίνει σε κάποιες 'μικροαλλαγές' σε αυτό και πως το Δημαρχείο δεν είχε οποιαδήποτε αντίρρηση. Ακολούθως πληροφορήθηκε, προς μεγάλη του έκπληξη, από πρόσωπο που εργάζεται στον Δήμο Λάρνακας ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έχει συνάψει συμφωνία υπενοικίασης υποστατικού με τρίτα πρόσωπα και ότι οι εργασίες και μετατροπές γίνονται για σκοπούς υπενοικίασης του με την εμπλοκή ξένων επενδυτών. Ο καθ΄ ου η αίτηση ουδέποτε ζήτησε τη συγκατάθεση του, ουδέποτε τον πληροφόρησε και εν αγνοία του υπέβαλε σχετικό αίτημα στο Δήμο Λάρνακας παραπλανώντας τον ότι νομιμοποιείται στο να πράξει κάτι τέτοιο και ότι έχει λάβει την συγκατάθεση του.
  9. Την 5.3.18 οι δικηγόροι του απέστειλαν επιστολή (Τεκμήριο 5) στον Δήμο Λάρνακας πληροφορώντας τον ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έχει συνάψει παράνομα συμφωνία υπενοικίασης του υποστατικού, χωρίς τη δική του συναίνεση και πως θα έπρεπε να επέμβουν άμεσα. Ακολούθως στις 9.3.18 απέστειλε νέα επιστολή (Τεκμήριο 6) προς το Δήμο Λάρνακας ζητώντας να τον προμηθεύσουν με όλα τα σχετικά έγγραφα σε σχέση με το επίδικο υποστατικό. Ακολούθως προέβη σε διάφορες διαδικασίες ούτως ώστε να εξασφαλίσει τα σχετικά έγγραφα διαχείρισης (Τεκμήρια 7 και 8). Διαπιστώθηκε, μέσα από τις διάφορες ενέργειες του, ότι έχει καταχωριστεί η διαχείριση υπ' αριθμό 12/1996 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σε σχέση με την περιουσία του πατέρα του. Ακολούθως οι δικηγόροι του προέβηκαν σε έρευνα του φακέλου του Δικαστηρίου όπου και επιβεβαιώθηκε ότι μοναδικοί διαχειριστές της περιουσίας του πατέρα του ήταν ο ίδιος και η μητέρα του, η οποία απεβίωσε το
  10. Οι αποδείξεις για τις πληρωμές των ενοικίων του υποστατικού εκδίδονταν στο όνομα των διαχειριστών (Τεκμήριο 9). Στις 4.5.18 οι συνήγοροι του έλαβαν επιστολή (Τεκμήριο 10) από τον Δήμο Λάρνακας ζητώντας στοιχεία για το ποιος είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του εφόσον ο καθ΄ ου η Αίτηση ισχυρίστηκε στον Δήμο Λάρνακας ότι και ο ίδιος είναι διαχειριστής. Την ίδια ημέρα μέσω επιστολής (Τεκμήριο 11) οι δικηγόροι του απέστειλαν τα σχετικά έγγραφα στον Δήμο Λάρνακας.
  11. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα ο ίδιος όχι μόνο έχει εκδιωχθεί από το υποστατικό, για το οποίο είναι ο νόμιμος κάτοχος βάσει εν ισχύ προφορικής συμφωνίας με τον Δήμο Λάρνακας, αλλά κινδυνεύει το υποστατικό να παραχωρηθεί παράνομα σε τρίτα πρόσωπα χωρίς να έχει συναινέσει σε κάτι τέτοιο. Έχουν ήδη ξεκινήσει εργασίες οι οποίες αν συνεχιστούν θα αλλάξουν εντελώς την κατάσταση του υποστατικού με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε αλλαγή να καταστεί νόμιμη (σχετικές φωτογραφίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 12). Ο καθ΄ ου η αίτηση, τυχοδιωκτικά, προσπαθεί να υπενοικιάσει το υποστατικό παραπλανώντας τον Δήμο Λάρνακας και επεμβαίνοντας παράνομα στην κατοχή του. Είναι εξαιρετικά επείγον όπως εκδοθούν τα διατάγματα εφόσον δεν μπορεί να αναμένει από τον Δήμο Λάρνακας να εξετάσει τους ισχυρισμούς του καθ΄ ου η αίτηση και τους δικούς του ισχυρισμούς.
  12. Είναι δίκαιο, επίσης, όπως εκδοθούν τα διατάγματα εφόσον αν ο καθ' ου η αίτηση παραχωρήσει την κατοχή του υποστατικού σε τρίτα πρόσωπα, η κατάσταση του θα μεταβληθεί ανεπανόρθωτα και τα αιτούμενα διατάγματα στην αγωγή του θα καταστούν άνευ ουσίας. Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα νομιμοποιηθούν ουσιαστικά οι παράνομες και μονομερείς πράξεις που έχει προβεί ο καθ΄ ου η αίτηση. Επίσης αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα παραμένει ως έχει η σημερινή κατάσταση πραγμάτων ενώ σε περίπτωση μη έκδοσης τους θα υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές τόσο με την μόνιμη επέμβαση στο υποστατικό, την απώλεια της νόμιμης κατοχής του. Επίσης το εν λόγω υποστατικό θα το κατέχουν πλέον τρίτα πρόσωπα με αποκλειστικό σκοπό ο καθ΄ ου η αίτηση να οικειοποιηθεί μεγάλο ποσό. Το Δικαστήριο αφού μελέτησε την αίτηση, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν σχετικά Τεκμήρια, ικανοποιήθηκε, πάντοτε με τα όσα ανάφερε, μονομερώς ο αιτητής, ότι συνέτρεχαν, στην προκειμένη περίπτωση, οι σχετικές προϋποθέσεις και εξέδωσε, μονομερώς, προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης. Αντίθετα έδωσε οδηγίες όπως το αιτητικό (Γ) της υπό κρίση αίτησης επιδοθεί στον καθ' ου η αίτηση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Ο καθ΄ ου η αίτηση αντέδρασε στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων με την καταχώρηση σχετικής ένστασης, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: "1.Η Αίτηση είναι νομικά ή/και πραγματικά αβάσιμη ή/και αστήριχτη ή/και η νομική βάση της Αίτησης πάσχει ή/και είναι ελλιπής ή/και δεν καλύπτει τα αιτούμενα με την Αίτηση διατάγματα. 2.Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι γενική ή/και αόριστη σε σχέση με κρίσιμους ισχυρισμούς του Αιτητή ή/και πάσχει ή/και είναι κατά παράβαση της Δ.39 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου η Αίτηση είναι αστήρικτη ή/και αβάσιμη 3.Ο ενάγοντας δεν παραχώρησε τις εκ του άρθρου 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 προϋποθέσεις εγγύησης και το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. 4.Η Αίτηση του Αιτητή είναι παράτυπη και/ή ανεπαρκής και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60για την έκδοση και/ή απολυτοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. 5.Ο Ενόρκως Δηλών στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση-Αιτητών δεν γνωρίζει εξ΄ ιδίας γνώσεως τα γεγονότα που αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση του ούτε και αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του.
  1. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή όπως προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και δεν είναι αποδεκτοί ή και παραδεκτοί.
  2. Ο Αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και επιδιώκει την παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
  3. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. 9.Το ισοζύγιο ή πλάστιγγα ευχέρειας συνηγορεί ή/και κλίνει κατά της χορήγησης ή/και έκδοσης ή και της συνέχισης των αιτουμένων διαταγμάτων. 10.Η Αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή/και ο Αιτητής επέδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο οποιονδήποτε διάβημα για τα κατ' ισχυρισμό δικαιώματα του επί του ακινήτου. 11.Ο Αιτητής κωλύεται ή/και εμποδίζεται να διεκδικεί τα αιτούμενα διατάγματα λόγω κωλύματος συμπεριφοράς ή/και παραστάσεων (estoppel) ή/και λόγω καθυστέρησης (laches) ή και λόγω ότι απεμπόλησε οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό δικαιώματα του (waiver) ή/και διότι επέδειξε ανοχή ή/και συγκατατέθηκε στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων.
  4. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δύναται να εκδοθούν από το Δικαστήριο διότι θα είναι πρακτικά δύσκολο να παρακολουθηθεί η εφαρμογή των διαταγμάτων από το Δικαστήριο.
  5. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δύναται να εκδοθούν από το Δικαστήριο διότι σε περίπτωση τυχόν έκδοσης τους θα διεκπεραιώσει ουσιαστικά την ουσία της αγωγής.
  6. Η αίτηση του Αιτητή δεν αποκαλύπτει και/ή δεν καταδεικνύει με την οποιαδήποτε και/ή επαρκή και/ή ικανοποιητική μαρτυρία την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς σε αυτόν και/ή ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  7. Η Αίτηση του Αιτητή δεν αποκαλύπτει και/ή δεν έχει την οποιαδήποτε και/ή επαρκή μαρτυρία ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία.
  8. Η αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση του Αιτητή δεν αποκαλύπτει και/ή ελλείπει το απαιτούμενο στοιχείο του κατεπείγοντος. 17.Η αίτηση του Αιτητή και/ή ο Αιτητής εμφανίζεται στο Δικαστήριο με κακήν πίστη (mala fide) και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή παρακινείται από κακία (motivated by malice) με απώτερο σκοπό να πλήξει και/ή καταστρατηγήσει τα συμφέροντα του Εναγόμενου.
  9. Η αίτηση του Αιτητή δεν είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) ως απαιτείται από τη σχετική Νομολογία και/ή Νόμο και/ή κανονισμούς και/ή τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
  10. Η αίτηση παραβιάζει τα Συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του Εναγόμενου - Καθ΄ ου η αίτηση.
  11. Η αίτηση του Ενάγοντα - Αιτητή, σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα και/ή τα δικαιώματα του Εναγόμενου καθ΄ ου η αίτηση.
  12. Η αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή παράτυπη και/ή άκυρη εξ΄ υπαρχής (ab initio) και/ή πάσχει από μη θεραπεύσιμη παρατυπία και/ή η αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  13. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση ή και με βάση τα ισχυριζόμενα υπό του ενάγοντα γεγονότα δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.
  14. Με βάση τα ισχυριζόμενα υπό του ενάγοντα γεγονότα το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης και το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι εκδόθηκε εκτός του Δικαστηρίου που έχει την καθ΄ ύλη αρμοδιότητα και ή δικαιοδοσία να αποφασίσει την έκδοση του διατάγματος.
  15. Η σύμβαση με την οποία ή και εκ της οποίας ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι διατηρεί δικαιώματα επί του ακινήτου έχει αποβιώσει ή και έχει τερματισθεί ή και ακυρώθηκε ή και δεν έχει οποιανδήποτε νομική ισχύ. 25.Ο εναγόμενος είναι ο νόμιμος κάτοχος και ή ενοικιαστής του υποστατικού.
  16. Η διαχείριση ή και ο κατ' ισχυρισμό διαχειριστής ενάγοντας δεν έχουν οποιαδήποτε δικαιώματα επί του ακινήτου ή και της ενοικίασης ή και της κατοχής του.
  17. Η διαχείριση ή και ο κατ' ισχυρισμό διαχειριστής ενάγοντας δεν έχουν οποιαδήποτε δικαιώματα επί της επιχείρησης που δημιουργήθηκε και λειτουργεί επί του ακινήτου.
  18. Η παρούσα διαδικασία αποστερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι ή και τα δικαιώματα του που προστατεύονται από το άρθρο 26 του Συντάγματος.
  19. Δεν είναι δίκαιη και εύλογη η έκδοση ή και η συνέχιση του προσωρινού διατάγματος λαμβανομένου υπόψη των περιστάσεων και των γεγονότων της παρούσης υπόθεσης ειδικότερα εφόσον προκαλείται μεγαλύτερη ζημιά με την διατήρηση του.
  20. Η Παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν έχει κληθεί στην διαδικασία ο ιδιοκτήτης του ακινήτου ή και ο άμεσα ενδιαφερόμενος Δήμος Λάρνακας." Η ένσταση υποστηρίζεται επίσης από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση η οποία, συνοψίζεται, ως ακολούθως:
  21. Ο αιτητής ουδέποτε ήταν κάτοχος ή ενοικιαστής του υποστατικού προσωπικά ο ίδιος ως ανεξάρτητο πρόσωπο. Ουδέποτε είχε σύμβαση ενοικίασης με τον Δήμο Λάρνακας και ουδέποτε ήταν ή κατέστη ενοικιαστής του.
  22. Ο πατέρας τους εξ όσων θυμάται κατάρτισε γραπτή σύμβαση ενοικίασης με τον Δήμο Λάρνακας όταν ενοικίασε το υποστατικό για πρώτη φορά. Με την επιστολή Τεκμήριο 1 που παρουσίασε ο Αιτητής είναι εμφανές ότι υπήρχε πρόθεση να συνεχιστεί η εργασία του πατέρα τους και να κρατήσουν το υποστατικό και οι δύο και συγκεκριμένα για τον ίδιο. Ο μόνος τρόπος να κρατούσαν το υποστατικό, ως οικογένεια, ήταν μέσω του αιτητή εφόσον ο ίδιος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ανήλικος. Ο ίδιος εργαζόταν με τον πατέρα του στο συγκεκριμένο υποστατικό το οποίο λειτουργούσε ως μηχανουργείο και τον βοηθούσε, ενώ ο αιτητής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν αλλού. Ο αιτητής, ο οποίος είχε την δική του οικογένεια και δική του εργασία, δεν μπορούσε να αναλάβει την επιχείρηση του μηχανουργείου, την οποία ανέλαβε ο ίδιος αποκλειστικά. Ο αιτητής ουδέποτε τον βοηθούσε οικονομικά αλλά συντηρούνταν από την εργασία του στο μηχανουργείο επί του υποστατικού. Ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είναι διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του ή ότι κατέχει το υποστατικό ως διαχειριστής.
  23. Από τη στιγμή που απεβίωσε ο πατέρας του η συμφωνία του για ενοικίαση του υποστατικού με τον Δήμο Λάρνακας έχει τερματιστεί και ο ίδιος εφόσον παρέμεινε στην επιχείρηση και την λειτουργούσε και ουσιαστικά την συνέχισε, κατέστη προσωπικά ως ο μοναδικός και νόμιμος ενοικιαστής και κάτοχος του υποστατικού μεταβάλλοντας την επιχείρηση σε εμπορία ειδών ένδυσης. Το γεγονός ότι ο Δήμος Λάρνακας συνέχισε να εκδίδει τις αποδείξεις επ' ονόματι των διαχειριστών δεν αλλάζει τη σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή που δημιούργησε ο ίδιος με τον Δήμο Λάρνακας και που διατηρείται εδώ και 30 χρόνια. Το γεγονός ότι ο αιτητής διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του δεν τον καθιστούσε αυτομάτως και ενοικιαστή και νόμιμο κάτοχο του υποστατικού. Ο αιτητής ουδέποτε πλήρωσε οποιοδήποτε ενοίκιο και ουδέποτε είχε και έχει οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής ενοικίου από πληρωμή που έκανε ο ίδιος. Το ενοίκιο πάντοτε καταβαλλόταν από τον ίδιο με δικά του χρήματα και της συζύγου του και λάμβανε προς τούτο τις σχετικές αποδείξεις.
  24. Ο αιτητής ουδέποτε εργάστηκε στην επιχείρηση του πατέρα τους. Ακολούθως, όταν απώλεσε την εργασία του, εργάστηκε στο υποστατικό, το οποίο λειτουργούσε ως μηχανουργείο, μέχρι και το
  25. Επειδή ο ίδιος παρέμεινε συναισθηματικά δεμένος με το υποστατικό αποφάσισε να αλλάξει το είδος της επιχείρησης. Όλα όσα αναφέρει ο αιτητής είναι προφάσεις με σκοπό να αποκομίσει κέρδος από ένα υποστατικό το οποίο εδώ και 30 χρόνια λειτουργεί ο ίδιος.
  26. Ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι θα παρέμενε ο αιτητής ως ο νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής του, ενώ αντίθετα ο ίδιος συμφώνησε με τον Δήμο Λάρνακας και έγινε νέα συμφωνία ώστε ο ίδιος να είναι ο νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής. Ο αιτητής δεν ήθελε να έχει οποιαδήποτε σχέση με το υποστατικό. Ο ίδιος ως νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής του ουδέποτε επικοινώνησε με τον αιτητή και ουδέποτε είχε τέτοια υποχρέωση, λόγω της πιο πάνω ιδιότητας του. Επίσης είναι η θέση του ότι ο αιτητής δεν λέει την αλήθεια, εφόσον δεν συνάφθηκε οποιαδήποτε συμφωνία υπενοικίασης και ο Δήμος Λάρνακας ουδέποτε παρεμπόδισε με οποιοδήποτε τρόπο τις εργασίες στο υποστατικό. Μοναδικός σκοπός του αιτητή είναι να έχει οικονομικό όφελος από την εμπορική εύνοια της επιχείρησης του (εμπορία ειδών ένδυσης) που διατηρεί ο ίδιος με την σύζυγο του. Αν ο αιτητής πράγματι ήταν ο νόμιμος κάτοχος του υποστατικού αποτελεί άξιον απορίας για ποιο λόγο ο Δήμος Λάρνακας δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του.
  27. Είναι η θέση του ότι ουδέποτε η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του συνέχισε, μέχρι σήμερα, να είναι ενοικιάστρια του υποστατικού. Εξάλλου ο ίδιος αιτητής και βάση να έχει αυτό που ισχυρίζεται, τον αναγνωρίζει, με βάση το Τεκμήριο 5 ως συνδιαχειριστή του υποστατικού. Είναι η θέση του ότι ουδέποτε κατείχε το ακίνητο ως διαχειριστής αλλά ως ο νόμιμος ενοικιαστής του.
  28. Δεν μπορεί η διαχείριση που έχει κλείσει να είναι επ' αόριστο ενοικιάστρια ακινήτου και ούτε και η διαχείριση έχει οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο υποστατικό. Ουδέποτε εκδίωξε τον αιτητή από το υποστατικό και είναι η θέση του ότι ο σκοπός που απεστάλη η επιστολή του Τεκμηρίου 1 ήταν για να κρατήσει το ακίνητο και τη δουλειά του πατέρα τους η οικογένεια τους με σκοπό ο ίδιος να εργάζεται εκεί όπως γινόταν τόσα χρόνια αφού ήταν ανήλικος ενώ ο αιτητής εργαζόταν αλλού.
  29. Με τον θάνατο του πατέρα τους αποφάσισε ο ίδιος με την μητέρα του και τον αιτητή ότι, για να συντηρηθεί η οικογένεια τους, θα έπρεπε να συνεχίσουν την εργασία του πατέρα τους. Λόγω του ότι ο ίδιος τότε ήταν ανήλικος έπρεπε να δεσμευτεί η διαχείριση του πατέρα τους. Τότε ο Δήμος Λάρνακας κατανοώντας τα πιο πάνω κατάρτησε έγγραφη συμφωνία με τη διαχείριση του πατέρα του (Τεκμήριο 1). Η εν λόγω όμως συμφωνία έληξε. Λόγω των δυσκολιών στο επάγγελμα του τορναδόρου και αφού ο αιτητής αποχώρησε από την επιχείρηση το 1996 αποφάσισε να συνεχίσει να ενοικιάζει και να κατέχει κανονικά το υποστατικό και να δημιουργήσει νέα επιχείρηση. Αποτάθηκε τότε στο Δημαρχείο ζητώντας την αλλαγή χρήσης του υποστατικού (Τεκμήριο 2). Σε αυτήν αναφέρεται ρητά μάλιστα ότι είναι ο ενοικιαστής του. Το αίτημα του εγκρίθηκε, πράγμα που αποδεικνύει ότι ο αιτητής δεν λέει την αλήθεια αφού αν ο ίδιος ήταν ενοικιαστής τότε θα ήταν αναγκαία η δική του υπογραφή. Για τη δημιουργία της νέας επιχείρησης του αναγκάστηκε και έλαβε σχετικό δάνειο (Τεκμήριο 3). Παρουσιάζει επίσης μερικές αποδείξεις ενοικίου (Τεκμήριο 4) καθώς και το απόκομμα με το σχετικό βιβλιάριο επιταγών της συζύγου του (Τεκμήριο 5) από το οποίο γινόντουσαν οι σχετικές πληρωμές. Οι αποδείξεις έχουν χρονική διάρκεια από το 1988 μέχρι και σήμερα. Λόγω του ότι ο ίδιος συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης μετά το θάνατο του πατέρα του και στη συνέχεια λόγω προφορικής του συμφωνίας με τον Δήμο Λάρνακας, όπου η συμφωνία ανανεώθηκε εκ νέου για ενοικίαση, ο μετρητής του ηλεκτρικού ρεύματος είναι ο εγγεγραμμένος επ' ονόματι της συζύγου του (Τεκμήριο 6). Παρουσιάζει επίσης αποδείξεις πληρωμής σκυβάλων και φορολογίας επαγγελματικού υποστατικού (Τεκμήριο 7). Μέχρι σήμερα ο μετρητής της ΑΗΚ, οι φόροι, τα σκύβαλα, οι ασφάλειες και οι επαγγελματικές άδειες του υποστατικού, είναι εγγεγραμμένα στο όνομα του και της συζύγου του.
  30. Πρόσφατα συγκεκριμένη εταιρεία ενδιαφέρθηκε για την αγορά της εμπορικής εύνοιας του καταστήματος τους. Ενημερώθηκε προς τούτο ο Δήμος Λάρνακας ο οποίος συμφώνησε να αρχίσουν κατασκευές για βελτίωση του ακινήτου. Εξ αντικειμένου ήταν αναγκαίες αυτές οι κατασκευές μέχρι και σήμερα διότι ο εν λόγω αγοραστής έχει αναλάβει ολόκληρο το υπόλοιπο ακίνητο που βρίσκεται δίπλα και από πάνω από το υποστατικό. Συνεπεία του ξαφνικού ενδιαφέροντος του αιτητή έμεινε στάσιμη η διαδικασία, για συμφωνία με τον προτιθέμενο αγοραστή, με αποτέλεσμα να αποταθεί στο Δήμο Λάρνακας με σχετική επιστολή (Τεκμήριο 12). Ο Δήμος Λάρνακας με επιστολή του ζητούσε έγγραφο που να δείχνουν ποιοι είναι οι διαχειριστές της περιουσίας του πατέρα του (Τεκμήριο 13). 10.Είναι η θέση του ότι θα πρέπει να ακυρωθεί το διάταγμα ώστε να του επιτραπεί να προχωρήσει στην εκμετάλλευση της εμπορικής εύνοιας του υποστατικού, το οποίο ο ίδιος ενοικιάζει εδώ και δεκαετίες. Αν δεν ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα η επιχείρηση του θα παγώσει διότι τα έργα έχουν παραμείνει ημιτελή και δεν μπορεί να συνεχιστεί η λειτουργία της επιχείρησης τους. Ο Αιτητής ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημιά θα υποστεί εφόσον θα μπορεί με την κατάλληλη διαταγή του Δικαστηρίου να αποζημιωθεί με χρήματα. Αν όμως, αντίθετα, παραμείνει σε ισχύ θα καταστραφούν οικονομικά. Τέλος η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα δύο ολόκληρους μήνες μετά από την επιστολή του Αιτητή ημερ. 5.3.18 σε βαθμό που οι ίδιοι έχουν δεσμευτεί με τους μελλοντικούς αγοραστές αλλά και οι ίδιοι έχουν ξεκινήσει τις εργασίες. Το Δικαστήριο, επέτρεψε, όπως οι διάδικοι καταχωρήσουν σχετικές συμπληρωματικές/απαντητικές ένορκες δηλώσεις. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΙΤΗΤΗ Πέραν του γεγονότος ότι ο αιτητής επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση αναφέρει, επιπρόσθετα, ότι ο καθ΄ ου η αίτηση με την κατάθεση του δικού του Τεκμηρίου 1 επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του ότι ο ίδιος ήταν ο κάτοχος και ο ενοικιαστής του υποστατικού εφόσον είχε συνάψει προσωπικά συμφωνία ενοικίασης του επίδικου υποστατικού με τον Δήμο Λάρνακας μαζί με την αποβιώσασα μητέρα του. Επιβεβαιώνει επίσης το εν λόγω Τεκμήριο 1, το οποίο φέρει την υπογραφή του, ότι πράγματι ο ίδιος είχε αποταθεί στον Δήμο Λάρνακας για να ενοικιάσει το επίδικο υποστατικό και ότι ο ίδιος είχε προσωπικά αποταθεί και εξασφαλίσει την ενοικίαση του υποστατικού για να μπορέσει να στηρίξει την οικογένεια του. Το ότι απασχολείτο σε άλλη εργασία ουδεμία σημασία έχει αναφορικά με το καθεστώς του ενοικιαστή. Η συνέχιση της επιχείρησης και η κατοχή του υποστατικού μεταφέρθηκε στον ίδιο και στην μητέρα του. Είναι η θέση του ότι εάν ίσχυε ο ισχυρισμός του καθ΄ ου η αίτηση ότι ο ίδιος προέβη σε νέα συμφωνία με τον Δήμο Λάρνακας για ενοικίαση υποστατικού, οι σχετικές αποδείξεις ενοικίων θα εκδίδονταν επ' ονόματι του. Ο λόγος που προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης ήταν για να διαφυλάξει το υποστατικό και να αποτρέψει τον καθ΄ ου η Αίτηση από του να το αποξενώσει σε τρίτα πρόσωπα. Η αναφορά που κάνουν οι δικηγόροι του στο Τεκμήριο 5 έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο καθ΄ ου η αίτηση είναι συνδιαχειριστής του υποστατικού του οποίου με τη δική του συγκατάθεση και υπό προϋποθέσεις επέτρεψε να χρησιμοποιεί. Ουδέποτε ισχυρίστηκε ο ίδιος ότι είναι ενοικιαστής υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του. Ο καθ΄ ου η αίτηση, δολίως και εν αγνοία του, επιχείρησε να αποξενώσει το υποστατικό σε τρίτα πρόσωπα παραπλανώντας τον Δήμο, ο οποίος προφανώς και αρχικά συναίνεσε αφού εξαπατήθηκε. Ακολούθως ο Δήμος Λάρνκας, έχοντας και τη δική του θέση, απέτρεψε στον καθ΄ ου η αίτηση να προχωρήσει με την υλοποίηση των συμφωνηθέντων, ως καταγράφεται στην επιστολή (Τεκμήριο 12). Η ακύρωση του διατάγματος θα επιτρέψει στον καθ΄ ου η αίτηση να παραδώσει την κατοχή του υποστατικού σε τρίτα πρόσωπα διαταράσσοντας την ισχύουσα κατάσταση πραγμάτων, καθιστώντας την αγωγή του άνευ αντικειμένου, πράγμα με το οποίο συμφωνεί και ο Δήμος Λάρνακας όπως φαίνεται με την πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή. ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΘ΄ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ Στην απαντητική του ένορκη δήλωση ο καθ΄ ου η αίτηση, πέραν του γεγονότος ότι υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει στην αρχική του ένορκη δήλωση, αναφέρει επιπρόσθετα τα ακόλουθα: Ουδέποτε ο αιτητής ήταν προσωπικά ενοικιαστής του υποστατικού ,αλλά για λόγους που εξήγησε στην ένορκη του δήλωση, ανέλαβε με την μητέρα του ως διαχειριστής την ενοικίαση του. Η διαχείριση έχει ολοκληρωθεί εδώ και 40 χρόνια. Ο ίδιος ήταν ένας εκ των κληρονόμων. Η συμφωνία του Τεκμηρίου 1 έχει λήξει και ουδεμία ισχύ έχει σήμερα, ειδικότερα μετά τη δική του συμφωνία που ο ίδιος προέβη με τον Δήμο Λάρνακας. Η ενοικίαση με τον Δήμο Λάρνακας στους διαχειριστές έγινε μέχρι ο ίδιος να μπορεί να αναλάβει την επιχείρηση. Αυτό είναι εμφανές διότι ουδέποτε έγινε νέα συμφωνία με τον αιτητή για να καταστεί εκείνος προσωπικά ενοικιαστής. Οι αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα των διαχειριστών διότι του επεξηγήθηκε από τον Δήμο Λάρνακας ότι για να μπορέσει να κρατήσει το ακίνητο και να μην υπάρχει κίνδυνος να το απωλέσει, έπρεπε να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν. Με αυτά ως δεδομένα προχώρησε στην επένδυση και άλλαξε την χρήση του υποστατικού εφόσον έλαβε διαβεβαιώσεις ότι ήταν δικό του. Ο Αιτητής ουδεμία απόδειξη παρουσιάζει για πληρωμές ενοικίων ενώ αντίθετα ο ίδιος βρήκε αποδείξεις πληρωμών για τα έτη 2015 ως 2017 (Τεκμήριο 14). Αν όντως ο Αιτητής ήταν ενοικιαστής θα απαιτείτο η συγκατάθεση του για την αλλαγή χρήσης του υποστατικού, πράγμα που δεν λήφθηκε. Επίσης αίτημα για αλλαγής θα έπρεπε να είχε γίνει από τον ίδιο τον αιτητή που και πάλι δεν έγινε. Επίσης είναι απορίας άξιο πως ήταν δυνατό ο ίδιος να ήταν προσωπικά ενοικιαστής και κάτοχος χωρίς να παίρνει το οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Ο Δήμος Λάρνακας έχοντας σε γνώση του ότι είναι ο νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής συγκατατέθηκε στη συμφωνία του με τα τρίτα πρόσωπα, όμως ο αιτητής ενέπλεξε την κατάσταση με τον Δήμο Λάρνακας, με αποτέλεσμα να κρατά ο τελευταίος αμυντική στάση. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Η δικονομία σε ό,τι αφορά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, μονομερώς, ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, θ.
  31. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς ένα τέτοιο διάταγμα περιορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ.6, το οποίο καθορίζει ότιː «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.». Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων βρίσκεται στο άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων (Ν.14/60)[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο, ανάλογα βεβαίως με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Οι σωρευτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, έτσι ώστε το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, είναι οι ακόλουθες: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. H Kυπριακή νομολογία είναι πλούσια σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η κλασσική αυθεντία σε σχέση με το ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι η υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557. Περαιτέρω το ζήτημα αυτό αναλύθηκε και αναπτύχθηκε και σε μεταγενέστερες υποθέσεις όπως, για παράδειγμα, στις υποθέσεις National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X''Bασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ Α.Α.Δ 2015 καθώς επίσης και στην μεταγενέστερη υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783. Στην τελευταία αναφερόμενη απόφαση, αναλύθηκαν και συνοψίσθηκαν, μεταξύ άλλων, οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. DrydenGroupLtd, Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Επιπρόσθετα το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση μαρτυρίας (Χαριτίνη Χρυσάνθου Κυριλλου, διά της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Γεωργίας Καραγιώργη v. Άντρης Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι αλληλένδετες σε κάποιο βαθμό. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα». Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253). Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει μελλοντικά πλήρη δικαιοσύνη. Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων τα Δικαστήρια προτού εκδώσουν ή οριστικοποιήσουν προσωρινά διατάγματα, ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και κάποιες ευρύτερες αρχές οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί και αναπτυχθεί μέσω της νομολογίας. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη και τον παράγοντα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience). Το Δικαστήριο, δηλαδή, πριν εκδώσει οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να αποφασίσει, ζυγίζοντας όλα τα δεδομένα, κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να το εκδώσει καθώς θα πρέπει να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στις δύο πλευρές. Η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. (Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)1(B)Α.Α.Δ.). Άλλοι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη προτού εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα είναι του εάν ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή έχει ιδιαίτερη σημασία για το δικαιικό μας σύστημα καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω), το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides"), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που οι δύο πλευρές καταχώρησαν στο Δικαστήριο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, αντιστοίχως δεν αντεξετάστηκε στη βάση της Δ.39, Κ. 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους, παραπέμποντας και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα όσα και οι δύο πλευρές εισηγήθηκαν έχουν μελετηθεί με προσοχή και αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας παραθέσει τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος υπό την παραγράφου (Α) διατάγματος καθώς και για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος υπό της παραγράφου (Γ). Σημειώνω εξ αρχής, ότι μέσω της αγόρευσης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβήτησε ότι στη προκειμένη περίπτωση συντρέχει η 1η προυπόθεση του άρθρου 32. Ανάλογη ήταν και η περίπτωση στην υπόθεση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2),
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, όπου το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι πληρούνταν στην προκειμένη περίπτωση οι 2 πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπου και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση, όπως προκύπτει από την αγόρευσή του, δεν αμφισβητεί την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και την πιθανότητα να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση αμφισβήτησε, έντονα θα έλεγα, ότι δεν συντρέχουν οι υπόλοιπες δυο προϋποθέσεις του άρθρου 32 και ειδικότερα ότι ο αιτητής δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή του. Παρά την απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησης από τον ευπαίδευτο συνήγορο του καθ' ου η αίτηση το Δικαστήριο, καθηκόντως, θα εξετάσει εν πάση περιπτώσει κατά πόσο πληρείται και η 1η προϋπόθεση, πέραν της εξέτασης των υπολοίπων προϋποθέσεων. Σε σχέση με την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση, με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή και των επισυναπτόμενων σε αυτή Τεκμηρίων αλλά και με βάση τις αξιούμενες θεραπείες ως αυτές καταγράφονται επί του γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρείται. Σημειώνω ότι ο αιτητής, μέχρι στιγμής, δεν καταχώρησε στο Δικαστήριο την Έκθεση Απαίτησης του. Αυτό όμως, με βάση την επικρατούσα νομολογία, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Το μόνο που ξεκαθαρίζει η νομολογία είναι ότι η εξέταση σ' αυτό το στάδιο εστιάζεται στη δύναμη των δικογράφων κα στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Στην Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598, διευκρινίστηκε ότι η αναφορά στην Odysseos σε «pleadings», χρησιμοποιείται με την ευρεία έννοια του όρου και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Ούτε στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] 1 All E.R. 504, αναφέρθηκε οτιδήποτε που «να υποδηλώνει ότι η καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας». Αντίθετα, εκεί οι εκατέρωθεν θέσεις είχαν προσδιοριστεί σε ένορκες δηλώσεις, που αποτέλεσαν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Προκύπτει από τις αιτούμενες θεραπείες όσο και μέσα από την ένορκη δήλωση του αιτητή (όπως ο ίδιος αναφέρει στη παράγραφο 25 της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης) ότι η αγωγή του εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, της παράνομης κατοχής και της παράνομης χρήσης του υποστατικού από τον καθ' ου η αίτηση στη βάση του ότι ο αιτητής είναι ο νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής του καθώς και ότι ο αιτητής παραχώρησε, προσωρινά, άδεια χρήσης του υποστατικού στον καθ' ου η αίτηση. Το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων στο οποίο, μεταξύ άλλων στηρίζεται από τον αιτητή η υπό κρίση αίτηση διαλαμβάνει ότι: Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία 43.-
(1)Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2)Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς. Η παράνομη επέμβαση, είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου και όχι της κυριότητας του. Σχετικά, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38 στην παράγραφο 1194, αναφέρεται, ότι, επέμβαση, συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση και ενόχληση της κατοχής περιουσίας, αντίθετα με την βούληση του κατόχου. Στην δε υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι, η προστασία που ο νόμος παρέχει σε πρόσωπο που βρίσκεται απλά σε κατοχή ακινήτου, αποτελεί προέκταση της προστασίας που παρέχει στο ίδιο το πρόσωπο. Η κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας, υποδηλώνει, σε κάποιο βαθμό, προσωπική παρουσία και το απαραβίαστο του προσώπου, επεκτείνεται και σε αυτό το είδος της διαταραχής που ένα άτομο μπορεί να υποστεί, ώστε, γενικότερα, να διαφυλάσσεται η κοινωνική τάξη και ειρήνη. Αυτός είναι και ο λόγος, που, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο, χωρίς την απόδειξη ζημιάς από πλευράς του ενάγοντος Clerk and Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στις σελίδες 1226 και 1227, στην παράγραφο 19-09.. Συνεπώς, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, είναι αγώγιμο, από το πρόσωπο στου οποίου η ακίνητη ιδιοκτησία βρίσκεται υπό κατοχή, που μπορεί να αξιώσει αποζημιώσεις, ή απαγορευτικό διάταγμα, ή και τις δύο προαναφερόμενες θεραπείες. Ως εκ τούτου, ένας ένοικος ακίνητης ιδιοκτησίας, που έχει την κατοχή της, μπορεί να ενάγει για παράνομη επέμβαση σε σχέση με αυτήν, ενώ ο ιδιοκτήτης της, που δεν την κατέχει, δεν μπορεί, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου η ακίνητη ιδιοκτησία του ζημιώνεται κατά τρόπο μη ανατρέψιμο. Κατοχή, σημαίνει κατάληψη ή φυσικός έλεγχος ακίνητης ιδιοκτησίας. Ως νομικός όρος, κατοχή, μπορεί να είναι δύο ειδών. Πραγματική κατοχή (possession in fact), ή νόμιμη κατοχή (possession in law). Η πραγματική κατοχή, δεν ενέχει την ίδια νομική προστασία, όσο ενέχει η νομική κατοχή. Αν και, πραγματική κατοχή, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη, νομικής κατοχής, αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί, καθότι, η ύπαρξη νομικής κατοχής απαιτεί κάτι περισσότερο Συναφώς, στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, «κάτοχος», αναφέρεται ότι σημαίνει, « πρόσωπο το οποίο δικαιούται έναντι του κυρίου ακίνητης ιδιοκτησίας να κατέχει ή χρησιμοποιεί αυτή, και ελλείψει τέτοιου προσώπου τον κύριο της ιδιοκτησίας αυτής». Στο σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στην σελίδα 1232 και παράγραφο 19-19, με παραπομπή στην απόφαση της Δικαστικής Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Sweet v Mountford
(1985)A.C. 809, αναφέρεται ότι, η πρόθεση των μερών να δοθεί αποκλειστική κατοχή στον χρήστη, γενικά, προκύπτει από τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Το ερώτημα που πάντοτε τίθεται, δεν είναι κατά πόσο τα μέρη, ή ο οποιοσδήποτε εξ αυτών, σκόπευαν να δώσουν, ή αντίστοιχα, να πάρουν, αποκλειστική κατοχή, αλλά αν το αποτέλεσμα της συναλλαγής τους, ήταν, στην πραγματικότητα, η χορήγηση αποκλειστικής κατοχής. Εν προκειμένω, σημειώνεται, ότι, όπου το δικαίωμα πρόσβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία, διατηρείται και τούτο γνήσια, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής της. Στην υπόθεση Aπολλώνειο Ιδιωτικό NΝοσοκομείο Λτδ ν. C & S American Heart Institute Ltd και Άλλων,
(2011)1 Α.Α.Δ. 379 λέχθηκε επίσης ότι: «Ο διαχωρισμός των εννοιών μεταξύ ενοικίασης και άδειας χρήσης («tenancy» ή «licence»), δεν είναι εύκολος, έχει δε δώσει το έναυσμα στην Αγγλία για την έκδοση μιας σειράς αποφάσεων ώστε εξελικτικά το κοινοδίκαιο που δεν παρείχε επαρκή προστασία στους αδειούχους να μετασχηματιστεί σταδιακά και προς όφελος τους με τη βοήθεια του δικαίου της επιείκειας («equity»). Ακόμη και μέχρι το 1966, η νομολογία επί του θέματος χαρακτηριζόταν στο σύγγραμμα των Megarry & Wade: «The Law of Real Property» 3η έκδ. σελ. 775-776, ως υπό διαμόρφωση με κυρίαρχα τα ερωτήματα ως προς τα ποια είδη άδειας χρήσης δημιουργούν δικαιώματα δεσμευτικά για τρίτους και κατά πόσο οι συμβατικές άδειες χρήσης είναι ή όχι ακυρώσιμες. Η διχοτόμηση μεταξύ της έννοιας της ενοικίασης και της έννοιας τη άδειας χρήσης έχει στην Αγγλία μεγαλύτερη σημασία από ό,τι στο Κυπριακό Δίκαιο ενόψει του ότι εκεί οι ενοικιάσεις («leases»), δημιουργούν δικαιώματα επί της γης («estates in land»), ενώ η άδεια χρήσης παρέχει απλώς δικαιώματα προσωρινής φύσεως, κατά τη βούληση του ιδιοκτήτη, ώστε ο αδειούχος να δύναται να εισέλθει στη γη ή το υποστατικό κατά νόμιμο τρόπο για ορισμένο σκοπό που άλλως θα ήταν παράνομος. Στην Κύπρο, η ενοικίαση δημιουργεί απλώς συμβατική υποχρέωση μεταξύ των μερών εκτός εάν πρόκειται για εκμίσθωση γης πέραν των 15 ετών, η οποία δημιουργεί εμπράγματο δικαίωμα εφόσον όμως εγγράφεται στο Κτηματολόγιο με βάση τα Αρθρα 65Α-65ΙΕ (Μέρος IV) του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, ως τροποποιήθηκε. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και στην Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ v. Σπύρος Kολοκασίδης Eστέιτς Λτδ
(1991)1 A.A.Δ. 327, σελ. 332-333. Η ενοικίαση στην Κύπρο με βάση τη σχετική νομοθεσία μπορεί βέβαια να επιφέρει πέραν των συμβατικών υποχρεώσεων και την εκ του νόμου καθοριζόμενη προστασία λόγω της μετατροπής της σε θεσμία ενοικίαση. Η παραδοσιακή έννοια της άδειας χρήσης παραπέμπει ακριβώς σε άδεια ή ανοχή ώστε να νομιμοποιείται εκείνο που άλλως πως θα θεωρείτο ως παράνομη επέμβαση στη γη. (Winter Garden Theatre (London) Ltd v. Millennium Productions Ltd [1946] 1 All E.R. 678, σελ. 680). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Hanbury and Martin: Modern Equity 16η έκδ.
(2001), η παροχή άδειας δυνατόν να αναδύεται μέσα από μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων. Στο κοινοδίκαιο οι βασικές κατηγορίες της άδειας χρήσης ήταν και εξακολουθούν να είναι, η απλή ή κατά χάριν άδεια («bare or gratuitous licence»), η άδεια χρήσης που συνοδεύεται από παροχή δικαιώματος («licence coupled with a grant (or an interest») και η συμβατική άδεια («contractual licence»). Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί και τέταρτη κατηγορία αυτή του «licence by estoppel», που θεωρείται ως ένα νέο δικαίωμα in alieno solo, της άδειας χρήσης θεωρούμενης δηλαδή όχι ως εναλλακτικής λύσης ή υποκατάστατο της ενοικίασης, αλλά ως αυτόνομο δικαίωμα. (Cedric D. Bell: Land: The Law of Real Property 3η έκδ. σελ. 213 και Pascoe v. Turner [1979] 2 All E.R. 945).» Στην υπόθεση ΚΑΙΣΣΑΡΑΣ ΠΙΡΙΠΙΤΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ, v ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ,
(1997)1 ΑΑΔ 385 λέχθηκε ότι προϋπόθεση για τη σύναψη συμφωνίας ενοικίασης αποτελεί η σύμπτωση βούλησης των συμβαλλομένων για την παροχή της αποκλειστικής χρήσης του ακινήτου, για την καθοριζόμενη στη συμφωνία περίοδο, στον ενοικιαστή (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων
(1992)1 Α.Α.Δ. 882). Διακρίνεται, επίσης, η άδεια για χρήση ακινήτου από την ενοικίαση και αναπτύσσονται οι παράγοντες που μπορεί να επιδράσουν στον καθορισμό της φύσης της κατοχής. Στη βάση των πιο πάνω η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει καταδειχθεί εφόσον ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι, με βάση την ένορκη του δήλωση, υπάρχει μια συζητήσιμη υπόθεση. Στρεφόμενος στην 2η προϋπόθεση και του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή στην αγωγή του σημειώνω τα ακόλουθα: Είναι η θέση του αιτητή ότι o ίδιος διατηρεί σύμβαση ενοικίασης με τον Δήμο Λάρνακας και ως εκ τούτου είναι ο νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής του υποστατικού, του οποίου νόμιμος ιδιοκτήτης του είναι ο Δήμος Λάρνακας. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος αρχικά ενοικίαζε το υποστατικό, ενημέρωσε τον Δήμο Λάρνακας για την πρόθεση του να συνεχίσει την ενοικίαση του υποστατικού υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ο ίδιος συνέχισε κανονικά να ενοικιάζει προσωπικά το επίδικο υποστατικό από τον Δήμο Λάρνακας και ως εκ τούτου έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής του. Ουσιαστικά ενοικίαζε ο ίδιος προσωπικά το υποστατικό και κατέβαλλε ο ίδιος προσωπικά τα ενοίκια είτε τα έδιδε στον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος τα αποπλήρωνε εκ μέρους του, πρακτική η οποία συνεχίστηκε και μετά το κλείσιμο της επιχείρησης του πατέρα τους. Επίσης πρακτική του Δήμου Λάρνακας ήταν να εκδίδει τις σχετικές αποδείξεις στους διαχειριστές της περιουσίας του πατέρα του, ο οποίος ήταν ο ίδιος και η μητέρα του. Ακολούθως συμφώνησε με τον καθ΄ ου η αίτηση, με τη δική του συγκατάθεση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να χρησιμοποιεί ο τελευταίος το υποστατικό για σκοπούς λειτουργίας της επιχειρήσεως του, νοουμένου ότι θα είναι υπό τον συνεχή έλεγχο και την εποπτεία του ως νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής του και ότι ανά πάσα στιγμή σε περίπτωση που το χρειαζόταν θα του παρέδιδε άμεσα το υποστατικό. Ο Δήμος Λάρνακας ήταν ενήμερος για την προσωρινή άδεια που είχε ο ίδιος παραχωρήσει στον Καθ΄ ου η Αίτηση. Από την αντίπερα όχθη ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι ο αιτητής ουδέποτε ήταν προσωπικά κάτοχος ή ενοικιαστής του υποστατικού ως ανεξάρτητο πρόσωπο και ουδέποτε είχε οποιαδήποτε σύμβαση ενοικίασης με τον Δήμο Λάρνακας και ουδέποτε ήταν ή κατέστη ενοικιαστής του. Μετά το θάνατο του πατέρα τους όπως συνάγεται το υποστατικό κρατήθηκε από τους δύο με σκοπό να συνεχίσει την λειτουργία της επιχείρησης του πατέρα τους ο καθ' ου η αίτηση. Ο Δήμος Λάρνακας κατανοώντας τα πιο πάνω κατάρτησε έγγραφη συμφωνία με τη διαχείριση του πατέρα του. Η εν λόγω συμφωνία έληξε. Πράγματι ο ίδιος ανέλαβε αποκλειστικά την επιχείρηση του πατέρα του. Από τη στιγμή που απεβίωσε ο πατέρας του η συμφωνία του για ενοικίαση του υποστατικού με τον Δήμο Λάρνακας έχει τερματιστεί και ο ίδιος εφόσον παρέμεινε στην επιχείρηση και την λειτουργούσε και ουσιαστικά την συνέχισε, κατέστη προσωπικά ως ο μοναδικός και νόμιμος ενοικιαστής και κάτοχος του υποστατικού μεταβάλλοντας την επιχείρηση σε εμπορία ειδών ένδυσης. Το γεγονός ότι ο Δήμος Λάρνακας συνέχισε να εκδίδει τις αποδείξεις επ' ονόματι των διαχειριστών δεν αλλάζει τη σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή που δημιούργησε ο ίδιος με τον Δήμο Λάρνακας και που διατηρείται εδώ και 30 χρόνια. Ο αιτητής ουδέποτε πλήρωσε οποιοδήποτε ενοίκιο και ουδέποτε είχε και έχει οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής ενοικίου από πληρωμή που έκανε ο ίδιος. Το ενοίκιο πάντοτε καταβαλλόταν από τον ίδιο με δικά του χρήματα και της συζύγου του και λάμβανε προς τούτο τις σχετικές αποδείξεις. Ουδέποτε συμφωνήθηκε ότι θα παρέμενε ο αιτητής ως ο νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής του, ενώ αντίθετα ο ίδιος συμφώνησε με τον Δήμο Λάρνακας και έγινε νέα συμφωνία ώστε ο ίδιος να είναι ο νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής. Στα πλαίσια αυτά ο καθ' ου η αίτηση αποτάθηκε τότε στο Δημαρχείο Λάρνακας ζητώντας την αλλαγή χρήσης του υποστατικού. Σε αυτήν αναφέρεται ρητά μάλιστα ότι είναι ο ενοικιαστής του και το αίτημα του εγκρίθηκε. Ο αιτητής δεν ήθελε να έχει οποιαδήποτε σχέση με το υποστατικό. Είναι η θέση του ότι ουδέποτε η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του συνέχισε, μέχρι σήμερα, να είναι ενοικιάστρια του υποστατικού και είναι η θέση του ότι ουδέποτε κατείχε το ακίνητο ως διαχειριστής αλλά ως νόμιμος ενοικιαστής του. O ίδιος από το 1986 κατέβαλε ενοίκια και λάμβανε τις σχετικές αποδείξεις. Λόγω του ότι ο ίδιος συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης μετά το θάνατο του πατέρα του και στη συνέχεια λόγω προφορικής του συμφωνίας με τον Δήμο Λάρνακας, όπου η συμφωνία ανανεώθηκε εκ νέου για ενοικίαση, ο ίδιος μαζί με την σύζυγο του κατέχουν το επίδικο υποστατικό. Υπάρχουν προφανώς με τα όσα έχουν παρατεθεί ανωτέρω δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές. Το βάρος όμως εναπόκειται στον αιτητή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος (Μαίρη Σεβαστού v. Εμανουήλ Σεβαστού
(2002)1 Γ Α.Α.Δ. 1980) Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International Bv. V. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460. Στην περίπτωση που το προσωρινό διάταγμα δοθεί μονομερώς η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας υφίσταται και διατηρείται στους ώμους του αιτητή (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040). Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και θεωρώ ότι ο αιτητής δεν ικανοποιεί στην προκειμένη περίπτωση, την 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 σε σχέση και με τα δύο αιτούμενα διατάγματα. Ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του. (α) Ο ίδιος προβάλει αρχικά τη θέση στην ένορκη του δήλωση ότι ο ίδιος διατηρεί προσωπικά σύμβαση ενοικίασης με το Δήμο Λάρνακας. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του παραθέτει σχετική επιστολή (Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση) που απέστειλε προς το Δήμο Λάρνακας, μετά το θάνατο του πατέρα του, για συνέχιση λειτουργίας του υποστατικού αλλά και για συνέχιση της ενοικίασης του. Μέσα όμως από το λεκτικό της εν λόγω επιστολής από πουθενά δεν προκύπτει ότι ο ίδιος ενοικίασε υπό την προσωπική του ιδιότητα, με οποιοδήποτε τρόπο, το επίδικο υποστατικό. Αντίθετα όπως προκύπτει μέσα από το Τεκμήριο 1 (της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση) που ο καθ' ου η αίτηση κατάθεσε και που ο αιτητής μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης αποδέχθηκε, μετά το θάνατο του αποβιώσαντος πατέρα τους καταρτίσθηκε σύμβαση ενοικίασης μεταξύ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος, δηλαδή του αιτητή και της μητέρας του και όχι του ίδιου του αιτητή προσωπικά με τον Δήμο Λάρνακας, όπως ο αιτητής επικαλείται. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 3 που ο ίδιος ο αιτητής παρουσίασε, ότι δηλαδή ενοικιαστές του υποστατικού ήταν οι διαχειριστές της περιουσίας του πατέρα τους και όχι ο ίδιος προσωπικά ως διατείνει. Επομένως είναι ατεκμηρίωτος και από πουθενά δεν μπορεί να συναχθεί, εκ πρώτης όψεως χωρίς να προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα, ότι ο ίδιος ήταν και είναι ο νόμιμος κάτοχος και προσωπικά ενοικιαστής του υποστατικού. Από την άλλη αποτελεί αναντίλεκτο και αποδεκτό γεγονός από τον ίδιο τον αιτητή ότι ο καθ' ου η αίτηση, εδώ και 30 χρόνια, στο εν λόγω υποστατικό διατηρεί και λειτουργεί την ίδια του την επιχείρηση. (β) Ούτε και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα προκύπτει ότι αιτητής είναι ο κάτοχος του υποστατικού, εφόσον όπως συνάγεται, μέσα από τα αναντίλεκτα γεγονότα, δηλαδή στη βάση των όσων ανάφερε ο καθ' ου η αίτηση και που ουδόλως αμφισβήτησε ο αιτητής, κάτοχος του υποστατικού εδώ και 30 χρόνια είναι ο καθ' ου η αίτηση όπου μαζί με την σύζυγο του στεγάζουν την επιχείρηση τους. Και όχι είναι μόνο οι φυσικοί κάτοχοι του αλλά όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα είναι ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση μαζί με τη σύζυγο του που καταβάλλουν τα ενοίκια του καταστήματος στο Δήμο Λάρνακας. Το γεγονός αυτό δεν το αντέκρουσε ο αιτητής και ούτε παρέθεσε οποιεσδήποτε ικανοποιητικές εξηγήσεις στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση. Είναι άσχετο στη προκειμένη περίπτωση ότι οι αποδείξεις εκδίδοντο στο όνομα του Διαχειριστή του αποβιώσαντα πατέρα των διαδίκων. Σημασία στη προκειμένη περίπτωση, με βάση τα επίδικα γεγονότα και την διαφορά των διαδίκων, βαρύνουσας σημασίας είναι ποιος κατέβαλλε τα σχετικά ενοίκια. Ο αιτητής ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε προς το Δικαστήριο ότι κατέβαλλε ο ίδιος τα ενοίκιά. Απλά γενικά και αόριστα αναφέρει ότι κάποιες φορές πλήρωνε εκείνος προσωπικά ενώ κάποιες άλλες φορές πλήρωνε ο καθ' ου η αίτηση, δίδοντας του σχετικά χρήματα. Πότε όμως και ποιες ήταν αυτές οι φορές αλλά και με ποιο τρόπο ουδεμία λεπτομέρεια δίδεται ώστε να τεκμηριώσει με επάρκεια τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του. (γ) Για να δικαιολογήσει την καταχώρηση της σχετικής αίτησης ο αιτητής, για να προωθήσει την δική του εκδοχή αλλά και για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι ο Δήμος Λάρνακας επέτρεψε στον καθ' ου η αίτηση την έναρξη εργασιών κατασκευής στο υποστατικό, προβάλει τη θέση ότι ο καθ' ου η αίτηση ξεγέλασε τον Δήμο Λάρνακας, αναφέροντας τους, ότι είναι διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του. Μέσα από την παράθεση του μαρτυρικού υλικού που παρατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πουθενά δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός αυτός του αιτητή, ότι δηλαδή ο καθ' ου η αίτηση ανάφερε και προέβαλε τέτοια θέση στο Δήμο Λάρνακας. Από την σχετική αλληλογραφία που κατατέθηκε μεταξύ του αιτητή και του Δήμου Λάρνακας και αντιστοίχως του καθ' ου η αίτηση με το Δήμο Λάρνακας, τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως προβλήθηκε και ουδεμία αναφορά υπάρχει σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Περαιτέρω ο αιτητής δεν δίδει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες πώς και με ποιο τρόπο αλλά και σε ποιο πρόσωπο ο καθ' ου η αίτηση ανάφερε στο Δήμο Λάρνακας ότι είναι διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα τους. Ούτε και ο αιτητής δίδει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση για ποιο λόγο είναι ο καθ' ου η αίτηση που υπέβαλε αίτηση στο Δήμο Λάρνακας για αλλαγή της άδειας χρήσης του υποστατικού, περιγράφοντας τον ίδιο ως ενοικιαστή, αίτημα που ο Δήμος Λάρνακας αποδέχθηκε. Από τη άλλη δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν υπέβαλε ο ίδιος την αίτηση και για ποιο λόγο ο Δήμος Λάρνακας δεν ζήτησε και την δική του συγκατάθεση από τη στιγμή μάλιστα που προβάλλει τη θέση (Τεκμήριο 5 της ένορκης του δήλωσης) ότι ο ίδιος και ο καθ' ου η αίτηση ήταν και οι δύο συνδιαχειριστές του υποστατικού. Επίσης δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 1 (ενοικιαστήριο έγγραφο) που προσκόμισε ο καθ' ου η αίτηση, και που ο αιτητής επικαλείται ότι αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του ότι δηλαδή ο ίδιος είναι ο προσωπικός ενοικιαστής του υποστατικού, αναφέρει στους όρους του, μεταξύ άλλων, ότι το υποστατικό θα λειτουργεί μόνο ως μηχανουργείο και ότι η υπενοικίασης του υποστατικού απαγορεύεται. Οι όροι όμως του εν λόγω ενοικιαστηρίου εγγράφου δεν ισχύουν και δεν εφαρμόζονται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου αναντίλεκτα γεγονότα. Και τούτο γιατί σήμερα το υποστατικό λειτουργεί ως επιχείρηση ειδών ένδυσης και ο Δήμος Λάρνακας δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση του στην υπενοικίαση του υποστατικού από τον καθ' ου η αίτηση σε τρίτα πρόσωπα. Ο αιτητής ουδεμία λεπτομέρεια δίδει και δεν αναφέρει με επάρκεια πότε και κάτω από ποιες προϋποθέσεις αλλά και σε τί συμφωνία προέβη ο ίδιος με το Δήμο Λάρνακας, σύμφωνα πάντοτε με τη δική του εκδοχή ότι είναι προσωπικά ο ενοικιαστής, για τροποποίηση των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Ουδεμία επεξήγηση έδωσε ο αιτητής εις την απαντητική του ένορκη δήλωση. Ούτε επίσης στην απαντητική του δήλωση ο αιτητής δίδει οποιαδήποτε ικανοποιητική και τεκμηριωμένη εξήγηση για ποιο λόγο ο μετρητής της ΑΗΚ του εν λόγω υποστατικού βρίσκεται επ' ονόματι της συζύγου του καθ' ου η αίτηση, αλλά και γιατί οι φόροι τα σκύβαλά και οι επαγγελματικές άδειες εκδίδονται στο όνομα του καθ' ου η αίτηση και της συζύγου του και όχι στον αιτητή προσωπικά. (δ) Προβάλει, περαιτέρω, τη θέση ο αιτητής ότι με το κλείσιμο της διαχείρισης και την κατέθεση των τελικών λογαριασμών το 1970 ο ίδιος συνέχισε προσωπικά να ενοικιάζει το επίδικο υποστατικό. Πως και με ποιο τρόπο αλλά και τι μεσολάβησε με το Δήμο Λάρνακας ώστε ο ίδιος να αναλάβει προσωπικά την ενοικίαση του υποστατικού δεν δίδει και πάλι οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Ούτε και ίδιος δίδει οποιαδήποτε δικαιολογία και τεκμηρίωση εφόσον ο ίδιος, ως ισχυρίζεται, ανέλαβε την προσωπικά την ενοικίαση του υποστατικού για ποιο λόγο οι αποδείξεις για πληρωμή των ενοικίων εκδίδοντο στο όνομα των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα τους, σε αντίθεση με τον καθ' ου η αίτηση ο οποίος δίδει τη δική του εξήγηση. Ούτε και εξηγεί πώς διαμορφώθηκε αυτή η πρακτική του Δήμου Λάρνακας να εκδίδει με αυτό τον τρόπο τις σχετικές αποδείξεις. Αντίθετα προκύπτει το γεγονός, κάτι το οποίο δεν αμφισβητείται με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή, ότι είναι ο καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος συνέχισε την λειτουργία της επιχείρησης του αποβιώσαντα πατέρα τους και κατ' επέκταση αυτός είχε τη φυσική κατοχή του. Επίσης δεν αμφισβητείται από τον αιτητή, μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης ότι ο καθ' ου η αίτηση αποπλήρωνε τα ενοίκια του υποστατικού. (ε) Προβάλλει επίσης τη θέση ότι από το 1986, χρονολογία που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι τερματίστηκε η επιχείρηση του μηχανουργείου του πατέρα του την οποία λειτουργούσε ως επί το πλείστον ο καθ' ου η αίτηση, κατέβαλλε ο ίδιος κανονικά το ενοίκιο χωρίς μάλιστα να υπάρχει οποιοδήποτε εισόδημα από την χρήση του. Ουδεμία όμως εξήγηση δίδει και πάλι ο αιτητής για ποιο λόγο συνέχιζε ο ίδιος να ενοικιάζει ένα υποστατικό, εντός του οποίου δεν λειτουργούσε οποιαδήποτε επιχείρηση και συνεπώς δεν είχε το ανάλογο εισόδημα. Επίσης καμία τεκμηρίωση δεν παραθέτει ότι και πάλι συνέχιζε ο ίδιος να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια. (στ) Προβάλλει επίσης τη θέση ότι επειδή ο ίδιος εργοδοτείτο σε άλλη επιχείρηση και ως εκ τούτου δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο, του εισηγήθηκε ο καθ' ου η αίτηση, πράγμα το οποίο ο ίδιος αποδέχθηκε, να επαναλειτουργήσει ο τελευταίος το υποστατικό. Ο αιτητής συμφώνησε με τον καθ' ου η αίτηση και κάτω υπό ορισμένες προϋποθέσεις να χρησιμοποιεί ο τελευταίος το υποστατικό για σκοπούς λειτουργίας του, νοουμένου ότι το υποστατικό θα είναι υπό τον συνεχή έλεγχο και εποπτεία του και ότι ανά πάσα στιγμή και σε περίπτωση που θα το χρειαζόταν θα του το παρέδιδε άμεσα. Ο αιτητής όμως δεν παραθέτει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για το ποιες ήταν αυτές οι ορισμένες προϋποθέσεις στη βάση των οποίων έδωσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, άδεια χρήσης του υποστατικού στον καθ' ου η αίτηση. Ούτε και δίδει στοιχεία αν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία, μεταξύ τους, για το ποιος θα αποπληρώνει τα ενοίκια. Αποτελεί εκ πρώτης όψεως, χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε εύρημα, οξύμωρο και αντιφατικό το γεγονός που προβάλει ο αιτητής, ότι από την μια ο ίδιος κατέβαλλε τα ενοίκια, και από την άλλη ο καθ' ου η αίτηση λειτουργούσε την επιχείρηση του χωρίς να καταβάλλει ο ίδιος οποιοδήποτε ενοίκιο. Δηλαδή ο αιτητής προβάλει τη θέση ότι ο ίδιος αποπλήρωνε τα ενοίκια χωρίς να έχει κανένα όφελος. Ούτε περαιτέρω δίδει οποιεσδήποτέ λεπτομέρειες και επαρκή στοιχεία πως ο ίδιος τήρησε τα συμφωνηθέντα με τον καθ' ου η αίτηση, δηλαδή με ποιο τρόπο ο ίδιος επόπτευε και έλεγχε το υποστατικό στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρηση του καθ' ου η αίτηση. Ουδέποτε προέβαλε τη θέση ο αιτητής ότι είχε οποιοδήποτε λέγειν στην επιχείρηση του καθ' ου η αίτηση, ότι επισκέπτετο συχνά το υποστατικό αλλά και ότι είχε την παραμικρή σχέση με αυτό εδώ και τόσο χρόνια. Δεν δίδει επίσης καμία εξήγηση πως ο ίδιος συνέβαλε στην αύξηση του εμπορικού αέρα του υποστατικού και της επιχείρησης του καθ' ου η αίτηση. Και κάτι εξίσου σημαντικό που το Δικαστήριο ουδόλως δεν μπορεί να παραβλέψει. Ο αιτητής διατείνει ότι είχε συμφωνήσει με τον καθ' ου η αίτηση ότι σε περίπτωση που χρειαζόταν το υποστατικό ο πρώτος, ο καθ' ου η αίτηση θα του το παρέδιδε. Εξού και με βάση την αγωγή του αξιώνει, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει ουσιαστικά τον καθ' ου η αίτηση να του παραδώσει το υποστατικό. Θεωρώ ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη σε σχέση με την θεραπεία αυτή εφόσον από πουθενά δεν προκύπτει αλλά ούτε και υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός ότι ο αιτητής ζήτησε την επιστροφή του υποστατικού από τον καθ΄ ου η αίτηση και ο τελευταίος αρνήθηκε να του το παραδώσει. Ούτε και ο ίδιος ο αιτητής προβάλλει τέτοια θέση, ότι δηλαδή ζήτησε από τον καθ' ου η αίτηση την κατοχή και παράδοση του υποστατικού και ο τελευταίος του αρνήθηκε. (ζ) Περαιτέρω προβάλλει τη θέση ο αιτητής ότι ο Δήμος Λάρνακας ήταν ενήμερος για την συμφωνία αυτή με τον καθ΄ ου και την άδεια χρήσης που συμφώνησαν μεταξύ τους οι διάδικοι για την στέγαση της επιχείρησης του καθ' ου η αίτηση. Πώς, πότε και με ποιο τρόπο πληροφορήθηκε ο Δήμος Λάρνακας για την πιο πάνω συμφωνία και πάλι δεν δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες αλλά ούτε και παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία. (η) Η πιο πάνω αναφερόμενη αρχική εκδοχή του ότι ο ίδιος είναι προσωπικά ενοικιαστής και κάτοχος του υποστατικού, καταρρίπτεται από την επιστολή των δικηγόρων του (Τεκμήριο 5 στην ένορκη του δήλωση), η οποία απεστάλη στο Δήμος Λάρνακας, μόλις ο ίδιος πληροφορήθηκε για τη πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να υπενοικιάσει το υποστατικό σε τρίτα πρόσωπα. Στην εν λόγω επιστολή προβάλλεται μία άλλη εκδοχή. Σε αυτή ουδόλως αναφέρει ο αιτητής ότι ο ίδιος είναι ο ενοικιαστής και κάτοχος του υποστατικού, αλλά η εν λόγω επιστολή αναφέρει αυτολεξεί ότι: «ο ως άνω αναφερόμενος πελάτης μας καθίσταται επί σειρά ετών ο αναγνωρισμένος συνδιαχειριστής του ως άνω αναφερόμενου υποστατικού μαζί με τον αδελφό του XXXXX Νικολαίδη, δυνάμει προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας δια της οποίας τους παραχωρήθηκε η μίσθωση του υποστατικού από το Δήμο Λάρνακας» Και στη βάση της πιο πάνω επιστολής του το παράπονο του ήταν ότι ο ίδιος δεν έδωσε την συγκατάθεση του στον καθ' ου η αίτηση να υπενοικιάσει το υποστατικό. Κάτι που βεβαίως δεν είναι η θέση που προωθεί στην παρούσα ένορκη δήλωση του. (θ) Ακολούθως στην ένορκη του δήλωση προβάλει και μία άλλη διαφορετική εκδοχή ότι ο ίδιος είναι ο νόμιμος κάτοχος του υποστατικού στη βάση εν ισχύ προφορικής συμφωνίας ενοικίασης με το Δήμο Λάρνακας. Πότε όμως συνάφθηκε αυτή η προφορική συμφωνία, με ποιόν συνάφθηκε και ποιες ακριβώς ήταν οι λεπτομέρειες της ουδεμία εξήγηση και λεπτομέρειες δίδονται από τον αιτητή. Απλά αόριστα και γενικά προβάλει αυτό τον ισχυρισμό. (ι) Επίσης μέσω της επιστολής του (Τεκμήριο 11) ο αιτητής προβάλλει μία αντίθετη θέση προς τον Δήμο Λάρνακας και ζητά την κατοχή του υποστατικού στη βάση του ότι ο ίδιος είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους και όχι γιατί ο ίδιος είναι προσωπικά ο ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού. Περαιτέρω ούτε μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι η αγωγή δεν ηγέρθη στο όνομα του αιτητή, υπό την ιδιότητα του ως ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα τους, αλλά ηγέρθη υπό την προσωπική του ιδιότητα. Το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν όντως ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του δεν τον καθιστά 'εκ των ουκ άνευ' νόμιμο κάτοχο και προσωπικό ενοικιαστή του υποστατικού, ως ο ίδιος επικαλείται. (η) Και κάτι τελευταίο το οποίο το Δικαστήριο θεωρεί εξίσου σημαντικό. Ο αιτητής από την μια επικαλείται ότι ο ίδιος είναι ο νόμιμος κάτοχος και ενοικιαστής του υποστατικού και ότι ο ίδιος έχει συμφωνήσει με τον αδελφό του να λειτουργήσει την επιχείρηση του δίδοντας του την συγκατάθεση και από την άλλη ο ίδιος να μην έχει έστω και ένα κλειδί του υποστατικού. Το γεγονός αυτό συνάγεται από τη στιγμή που ο ίδιος ο αιτητής παρουσίασε φωτογραφίες από το εξωτερικό του υποστατικού και όχι από το εσωτερικό του. Στη βάση των όσων έχω παραθέσει πιο πάνω το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο αιτητής δεν έχει καταδείξει και δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του, σε συνάρτηση με τα όσα βεβαίως παρουσίασε ο καθ' ου η αίτηση και που έχουν παραμείνει αναντίλεκτα από πλευράς του αιτητή. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση, στους οποίους έκανα αναφορά, αμέσως παραπάνω παρέμειναν αναπάντητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013). Τούτο δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία μας και έχοντας κατά νου ότι ιδιαίτερα στις περιπτώσεις απαγορευτικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί μονομερώς η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει τους ώμους του ενάγοντα -αιτητή (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd πιο πάνω). Ο αιτητής με τα όσα έχει παραθέσει δεν έδωσε οποιαδήποτε ικανοποιητικά στοιχεία και δεδομένα ότι ο ίδιος διατηρεί οποιαδήποτε σύμβαση ενοικίασης με το Δήμο Λάρνακας. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο αιτητής ήταν διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους και ότι προσκόμισε την επιστολή Τεκμήριο 1 δεν είναι ικανοποιητικό εξ όψεως και στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό, δηλαδή κάτι παραπάνω από την απλή πιθανολόγηση και πιο κάτω από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι ο ίδιος είναι προσωπικά ο ενοικιαστής του υποστατικού, σε συνάρτηση με τα όσα ο καθ' ου η αίτηση παρουσίασε (αποδείξεις πληρωμών, λογαριασμούς ρεύματος). Προβάλλει μία εκδοχή η οποία παρέμεινε γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη ότι ο ίδιος έχει προσωπικά συμβατική σχέση ιδιοκτήτη-ενοικιαστή με το Δήμο Λάρνακας. Από πουθενά δεν προκύπτει οποιαδήποτε σχέση με τα όσα παράθεσε ο αιτητής με το επίδικο υποστατικό εδώ και 30 χρόνια. Αντίθετα παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση παρέμεινε αδιαλείπτως από το 1965 στο υποστατικό μέχρι και σήμερα, κάτι που δεν ισχύει βεβαίως με τον αιτητή. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω εφόσον με τα όσα έχω παραθέσει δεν διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα της αγωγής του ατητή στη βάση των κριτηρίων που έθεσε η νομολογία. Το αγώγιμο δικαίωμα του αιτητή είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό και, με τα όσα έχει προσκομίσει και παρουσιάσει ο αιτητής, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τις πράξεις του καθ' ου η αίτηση. Η πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης του αιτητή αποδυναμώνεται από τις θέσεις που ο ίδιος έθεσε στο Δικαστήριο. Τονίζω για ακόμη μία φορά ότι το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση δεν επιλέγει οποιαδήποτε εκδοχή(ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 92/18, 20/9/2018). και δεν αποφασίσει επί της ουσίας τα εγειρόμενα ζητήματα αλλά ούτε και καταλήγει σε σχετικά ευρήματα. Το τί έχει πράξει είναι να συσχετίσει τα ενώπιον του δεδομένα και να εξετάσει μόνο κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32. Στην υπόθεση Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού (ανωτέρω) λέχθηκαν επί του προκειμένου τα ακόλουθα, τα οποία και το παρόν Δικαστήριο εφάρμοσε κατ' αναλογία και στην παρούσα περίπτωση: «Δεν ευσταθούν οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο ενήργησε ως το δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε του βήμα και διαπίστωση, στο πλαίσιο συνάρτησης της υπόθεσης με τα τρία κριτήρια, υπενθύμιζε στον εαυτό του, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ότι αξιολογούσε το υλικό για τους σκοπούς της αίτησης. Μπορεί εδώ να δώσουμε ένα παράδειγμα, γιατί δόθηκε ιδιαίτερη σημασία, που δείχνει ότι δεν υπήρξε ανάμιξη ρόλων: "Για τη διαπίστωση αυτής της ορατής πιθανότητας, κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το στάδιο. Έχουν ήδη καταγραφεί πιο πάνω λόγοι που φαίνεται να εκθεμελιώνουν την προτεινόμενη βάση αγωγής. Δεν είναι η παρούσα, περίπτωση όπου οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί παρουσιαζόμενοι είτε λογικοί είτε ως αναδυόμενοι από τα στοιχεία που εκατέρωθεν τίθενται, θα πρέπει να αφεθούν να εξετασούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Εδώ οι ίδιοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας είναι αμφιλεγόμενοι, ασαφείς και αντιφατικοί με αποτέλεσμα να μην ικανοποιούνται τα ελάχιστα προαπαιτούμενα για την ικανοποίηση των κριτηρίων του άρθρου 32."Το δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της μαρτυρίας της εφεσείουσας. Θα θυμίσω εδώ ότι με την ένορκη δήλωση του, ο εφεσίβλητος αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μια άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, με την έννοια που εξηγεί ο δικαστής, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.4». Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, έχω κατά νου ότι η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 22, λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, πάλιν εσφαλμένα, ρητή αρνητική απάντηση στην εισήγηση, αντί να μετρήσει και αξιολογήσει και το στοιχείο τούτο, για τους σκοπούς μόνο της έκδοσης ή μη του διατάγματος». Για το θέμα της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, παραπέμπω και στην πρόσφατη Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23.3.17, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως εξηγήθηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του. Συνεπώς, τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Εν προκειμένω, όμως, όντως ελλείπει παντελώς η αναγκαία αξιολόγηση υπό την παραπάνω έννοια, για τους συγκεκριμένους περιορισμένους σκοπούς. Η εκατέρωθεν παράθεση των δύο εκδοχών δεν επαρκούσε. Ό,τι προκύπτει από τον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο έθεσε τα πράγματα, είναι ότι, όπως οι εφεσείοντες παραπονούνται, υιοθέτησε την εκδοχή των εναγόντων χωρίς να εκτιμήσει την προοπτική επιτυχίας της σε συνάρτηση με την αντίθετη εκδοχή που, όχι γενικόλογα, προβλήθηκε.» Ενόψει του ότι δεν ικανοποιείται η 2η προϋπόθεση με βάση την υπόθεση Σεβαστού (ανωτέρω) καθίσταται αχρείαστη και η εξέταση της 3ης προϋπόθεσης. Οποιοδήποτε άλλοι λόγοι εξέτασης των λόγων ενστάσεων που ήγειρε ο καθ' ου η αίτηση παρέλκει, ενόψει και της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου και έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάληξης μου στα επί μέρους ζητήματα που εξετάζονται πιο πάνω κρίνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αφενός για την συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 10.5.18 και αφετέρου για την έκδοση του διατάγματος όπως αυτό αξιώνεται υπό στοιχείο (Γ) στην αίτηση. Σε σχέση με τα έξοδα της υπό κρίσης αίτηση δεν βλέπω λόγο γιατί να αποκλίνω από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα δε θα είναι όμως πληρωτέα μετά την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]32.-
(1)Τηρoυμέvoυoιoυδήπoτεδιαδικαστικoύκαvovισμoύέκαστovδικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικήςαυτoύδικαιoδoσίας, δύvαταιvαεκδίδηαπαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vαδιoρίζηπαραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τoδικαστήριovκρίvειτoύτoδίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoιδεvαξιoύvται ή χoρηγoύvταιoμoύ μετ' αυτoύαπoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτovαπαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάvτoδικαστήριovικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoςεκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυδιαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάvεκδoθήπαρεμπίπτovαπαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαιδύσκoλov ή αδύvατovvααπovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερovστάδιov cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.