ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ν. BROMAND, Αριθμός Αγωγής:167/2019, 5/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A265 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής:167/2019 XXXXX ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ Ενάγουσα ν. XXXXX BROMAND Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 22/2/2019 (για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) Ημερομηνία: 5/9/19 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: Η κα. Μ. Μικελλίδου Για Εναγόμενο-Καθ'ού η αίτηση: Ο κ. Γ. Χρίστου για Χρ. Λάρκου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ημερομηνίας 22/2/19, που η ενάγουσα-αιτήτρια (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») καταχώρησε, αξιώνει από τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση (στο εξής καλούμενος «ο καθ' ου η αίτηση») διάφορα διατάγματα του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, που να απαγορεύουν στον καθ' ου η αίτηση να παρενοχλεί και να επεμβαίνει στην ακεραιότητα και ησυχία της αιτήτριας, να επισκέπτεται και να εισέρχεται στην κατοικία της επί της οδού XXXXX XXXXX 10, XXXXX στη Λάρνακα (στο εξής καλούμενη «η οικία»), να του απαγορεύεται να εισέρχεται στο χώρο εργασίας της αιτήτριας επί της οδού XXXXX 44, Βιομηχανική περιοχή Λάρνακας, να την παρενοχλεί τηλεφωνικώς και να του απαγορεύει να την παρακολουθεί και να την εκφοβίζει. Περαιτέρω, αξιώνει γενικές, ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες που υπέστη, λόγω της παράνομης επίθεσης του ο καθ' ου η στην αιτήτρια την 02/02/
- Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής η αιτήτρια καταχώρησε και μονομερή αίτηση αξιώνοντας από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να πλησιάζει την αιτήτρια σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται στην οικία της αιτήτριας. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται στο χώρο εργασίας της αιτήτριας μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση από του να παρενοχλεί τηλεφωνικά την αιτήτρια μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να εκφοβίζει, να βρίζει και να επεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή της αιτήτριας. Η αίτηση έχει ως νομική βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 (άρθρα 4-9), τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 (άρθρα 26 και 43), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Δ.48 θ. 1-9), στις αρχές της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας της αιτήτριας η οποία, εν συντομία, αναφέρει τα ακόλουθα. Με τον καθ' ου η αίτηση ο οποίος κατάγεται από το Ιράν και είναι κάτοικος Τερσεφάνου, γνωρίστηκαν στην Κύπρο και στις 30/04/12 παντρευτήκαν με πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο Λευκάρων. Από την αρχή του γάμου τους υπήρχαν προβλήματα. Πολλές φορές ο καθ' ου η αίτηση την κτυπούσε με το παραμικρό αλλά, για λόγους ντροπής και για να μην εκτίθεται το όνομά της, δεν προχωρούσε με οποιαδήποτε καταγγελία. Ο καθ' ου η αίτηση επεδείκνυε προσβλητική, υβριστική και βίαιη συμπεριφορά απέναντι της. Ο καθ' ου η αίτηση είναι άτομο οξύθυμο και έφτασε σε σημείο να την απειλεί και να την εξυβρίζει επί καθημερινής βάσεως. Την απειλούσε ότι θα την σκοτώσει είτε την ίδια είτε τα παιδιά της. Στις 02/02/19 προσήλθε στην οικία της ο αδελφότεκνος της από τη Συρία και εκείνη ξαφνιάστηκε. Αμέσως ο καθ' ου η αίτηση άρχισε να της φωνάζει αναφέροντας της ότι, αν δεν ήταν εκεί ο ανιψιός του, θα την σκότωνε και αμέσως την κτύπησε. Η ίδια ακολούθως μετέβη στο δωμάτιο της μέχρι αργά το απόγευμα όπου αναχώρησε από την οικία της για να επισκεφθεί φιλικό της πρόσωπο. Ο καθ' ου η αίτηση εισήλθε και αυτός στο όχημά της όπου και άρχισε και πάλι να φωνάζει και ακολούθως άρχισε να την κτυπά στην αριστερή πλευρά του προσώπου της δίνοντας της χαστούκια. Όταν έφτασε στο φιλικό της πρόσωπο, η τελευταία, η οποία τυγχάνει να είναι αστυνομικός, την συμβούλεψε να προβεί σε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό και ακολούθως να μεταβεί στο Νοσοκομείο για εξετάσεις εφόσον η ίδια ήταν κτυπημένη, βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, ήταν σε κατάσταση σοκ καθώς επίσης και ζαλιζόταν από τα κτυπήματα (κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 σχετικές φωτογραφίες του προσώπου της που έβγαλε η φίλη της από το κινητό της). Αμέσως μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό όπου εκεί της δόθηκε σχετικό παραπεμπτικό για να εξεταστεί στο Νοσοκομείο. Ο επί καθήκοντι αστυνομικός, αντιλαμβανόμενος την άσχημη ψυχολογική της κατάσταση, της ζήτησε να προσέλθει την επόμενη ημέρα για να δώσει κατάθεση. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 την βεβαίωση για την σχετική καταγγελία της προς στην Αστυνομία. Δεν έχει στην κατοχή της την ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου εφόσον αυτή βρίσκεται στην κατοχή της Αστυνομίας η οποία δεν της την δίδει, παρά την αίτηση που υπέβαλε η συνήγορος της, λόγω του ότι, όπως της αναφέρθη, θα ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Επίσης η συνήγορος της δεν την έχει στην κατοχή της γιατί απαιτείται αρκετός χρόνος για να παραληφθεί. Ο καθ' ου η αίτηση την ίδια νύχτα αποχώρησε από το σπίτι της, εντούτοις φοβάται ότι θα επιστρέψει πίσω. Η ίδια είναι ιδιοκτήτρια επιχείρησης όπου προμηθεύει εξοπλισμό εστιατορίων και ξενοδοχείων σε θέματα κουζίνας και ο καθ' ου η αίτηση καθημερινά, μετά το επεισόδιο, επισκέπτεται την επιχείρηση της η οποία είναι δική της. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 3 την επαγγελματική της κάρτα. Η ίδια φοβάται να επισκεφθεί την επιχείρηση της φοβούμενη ότι ο καθ' ου η αίτηση θα επιχειρήσει και πάλι να την κτυπήσει. Πρόθεσή της είναι να καταθέσει αίτηση διαζυγίου και νιώθει έντονα πλέον ότι κινδυνεύει η σωματική της ακεραιότητα τόσο της ίδιας όσο και της οικογένειάς της. Ο καθ' ου η αίτηση έχει δημιουργήσει γενικά ένα κλίμα τρομοκρατίας και η ίδια ζει συνεχώς με το φόβο και την αγωνία. Είναι η θέση της ότι ο καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να απομακρυνθεί από την ίδια και την οικογένεια της διότι μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι πολύ πιθανό να προσπαθήσει να την εκδικηθεί. Το Δικαστήριο μελετώντας την ένορκη δήλωση και τα επισυναπτόμενα σε αυτή Τεκμήρια εξέδωσε, μονομερώς, διατάγματα ως η παράγραφος Β και Γ της αίτησης ενώ αντίθετα έδωσε οδηγίες όπως τα υπόλοιπα αιτητικά, υπό τις παραγράφους Α, Δ και Ε επιδοθούν στον καθ'ού η αίτηση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Ο καθ' ου η αίτηση αντέδρασε στην έκδοση των εκδοθέντων διαταγμάτων καταχωρώντας σχετική ένσταση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «(α) Δεν πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και θεραπειών όπως μεταξύ άλλων η αναγκαιότητα ή/και το επείγον των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς και η ανεπανόρθωτη ζημιά την οποία θα υφίστατο υποτιθέμενα η ενάγουσα χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (β) Δεν δικαιολογείται η έκδοση τους ή/και δεν υπάρχει ισχυρή ή/και καλή αιτία αγωγής ή/και είναι πρόωρη ή/και άνευ αντικειμένου. (γ) Η Αίτηση της αιτήτριας είναι παράτυπη και νομικά αστήρικτη. (δ) Η Αιτήτρια με την αίτηση της παραπλανεί και/ή παραπληροφορεί το Δικαστήριο δια να επιτύχει την έκδοση του Διατάγματος. (ε) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει την αρμοδιότητα να επιληφθεί της παρούσας αγωγής και της αίτησης της Αιτήτριας ή και να εκδώσει περιοριστικά μέτρα για τη συζυγική οικία. (στ) Η επίδικη κατοικία αποτελεί περιουσιακή διαφορά η οποία βάσει και του άρθρου 11 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου, αρμόδιο Δικαστήριο προς επίλυση της είναι μόνο το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας. (ζ) Η επίδικη κατοικία αποτελεί συζυγική οικία των διαδίκων από το 2016 και η συντήρηση της ήτο αποτέλεσμα της συμβολής και συνεισφοράς και των δύο διαδίκων και έχουν ίσα δικαιώματα κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσής της. (η) Το Διάταγμα ημ. 25/02/19 πρέπει να παύσει να ισχύει διότι αποτρέπει τον Καθ' ου η Αίτηση από το να απολαμβάνει την περιουσία στην οποία έχει τα ίδια δικαιώματα ως η Αιτήτρια. (θ) Η Αιτήτρια προβαίνει σε ψευδείς ισχυρισμούς και προσπαθεί να αμαυρώσει την εικόνα του Καθ' ου η Αίτηση δια να επιτύχει την έκδοση του διατάγματος. (ι) Το Διάταγμα ημ. 25/02/19 πρέπει να παύσει να ισχύει διότι αποτρέπει τον Καθ' ου η Αίτηση από το να απολαμβάνει την περιουσία στην οποία έχει τα ίδια δικαιώματα ως η Αιτήτρια. (κ) Η απαίτηση της ενάγουσας δεν προκύπτει ή/και δεν επεξηγείται επαρκώς, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ούτε στην Ένορκο Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της ενάγουσας αλλά ούτε και στην Έκθεση Απαίτησης της ή/και η ενάγουσα δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ζημιάς ή/και δεν υπάρχει εκκαθαρισμένη ή/και ισχυρή απαίτηση. (λ) Δεν υπάρχει «στερεή μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι η τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ της ενάγουσας δεν θα ικανοποιηθεί ή/και δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία ή/και δεν υπάρχει καλή ή/και συζητήσιμη υπόθεση εναντίον του εναγόμενου. (μ) Δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή και θεραπείας υπό όλες τις πιο πάνω περιστάσεις ή/και γεγονότα της υπόθεσης ή/και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ζητείται καταχρηστικά ή και για σκοπούς πίεσης ή και εκμαίευσης οικονομικού οφέλους εις βάρος του ενάγοντος ή και η αίτηση καταχωρείται καταχρηστικά. (ν) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, ούτε αυτές που τίθενται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9 για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. (ξ) Ελλείπει το πραγματικό ή/και το νομικό υπόβαθρο της αίτησης για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και η αίτηση της αιτήτριας είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αντικανονική ή/και καταχρηστική ή/και καταπιεστική ή/και ανεπαρκής ή/και αδικαιολόγητη. (ο) Απουσιάζει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή/και δεν υπάρχει μαρτυρία ή/και ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί το επείγον για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (π) Η υπό εκδίκαση αίτηση στηρίζεται εξ' ολοκλήρου σε ψευδή ή/και λανθασμένα στοιχεία ή/και μη επαρκή στοιχεία. (ρ) Η αιτήτρια δεν προέβηκε σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων προς το Δικαστήριο.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση ο οποίος, συνοπτικά, αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι η θέση του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται δικαιοδοσίας και αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας εφόσον οι διάδικοι είναι ακόμη σύζυγοι. Καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου τους, οι διάδικοι, δεν αντιμετώπιζαν οποιαδήποτε προβλήματα στη σχέση τους και ήταν πάντα αγαπημένοι. Η αιτήτρια τον Ιούνιο του 2012 υπέστη αυτοκινητιστικό ατύχημα μένοντας κλινήρης, βρισκόταν σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση και δεν μπορούσε να συντηρήσει τον εαυτό της. Καθ' όλη την περίοδο αυτή ο ίδιος στήριζε την αιτήτρια τόσο ψυχολογικά όσο και οικονομικά, αφού επωμίστηκε όλα τα έξοδα της, τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των €15.
- Ουδέποτε ο ίδιος άσκησε οποιαδήποτε μορφή βίας εναντίον της και πάντα την σεβόταν απόλυτα. Δείγμα της εμπιστοσύνης του ήταν ότι η ίδια διαχειρίζετο τα οικονομικά του. Αντίθετα η αιτήτρια πολλές φορές ήταν επιθετική και οξύθυμη και συνεπεία αυτού είναι το γεγονός ότι τύγχανε ψυχολογικής παρακολούθησης και στήριξης. Πολλές φορές όταν υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ τους, έριχνε αντικείμενα προς το μέρος του. Δείγμα της σκληρότητας της είναι ότι αρκετά συχνά δηλητηρίαζε αδέσποτα ζώα που βρίσκονταν πλησίον στη γειτονιά της. Αρνείται ότι την 02/02/19 κτύπησε την αιτήτρια. Την ημέρα εκείνη είχαν μεταβεί στην περιοχή των κατεχομένων μαζί με φιλικά τους πρόσωπα. Του τηλεφώνησε ο ανιψιός του, ο οποίος κατοικεί στην ίδια γειτονιά με την οικία τους, με σκοπό να χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο τους σπιτιού τους. Αυτό ήταν ένα σύνηθες γεγονός, εφόσον ο ανιψιός του δεν είχε διαδίκτυο στην οικία του, το οποίο έβρισκε πάντοτε σύμφωνη την αιτήτρια. Ενημέρωσε προς τούτο την αιτήτρια η οποία και πάλι δεν έφερε την οποιαδήποτε αντίρρηση. Όταν επέστρεψαν στην οικία τους έμεινε έκπληκτος γιατί η αιτήτρια, με το που αντίκρυσε τον ανιψιό του, ξεκίνησε να φωνάζει και να βρίζει και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο τους. Ακολούθως περί της 19:00 το απόγευμα εισήλθαν μαζί με την αιτήτρια στο όχημα, ο ίδιος στη θέση του οδηγού και η αιτήτρια στη θέση του συνοδηγού, με σκοπό να μεταβούν στο σπίτι της κουμπάρας τους για τα γενέθλια της. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής η αιτήτρια τον έβριζε και τον τραβούσε από τα μαλλιά θέτοντας μάλιστα τις ζωές τους σε κίνδυνο αφού ελλόχευε ο κίνδυνος να προκληθεί αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι τη κτύπησε στην αριστερή πλευρά του προσώπου της αυτό ήταν αδύνατο αφού ο ίδιος ως οδηγός βρισκόταν στο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου ενώ η αιτήτρια βρισκόταν στο αριστερό μέρος του οχήματος. Παραθέτει ως Τεκμήριο 3 φωτογραφία, ημερομηνίας 03/02/19, όπου διαπιστώνεται ξεκάθαρα ότι η αιτήτρια δεν φέρει οποιοδήποτε μώλωπα ή τραύματα. Αντίθετα στη δική της φωτογραφία την οποία επεσύναψε ως τεκμήριο, δεν φαίνεται οποιαδήποτε ημερομηνία λήψης της και δεν είναι διακριτό το περιεχόμενο της. Επίσης, είναι άξιο απορίας ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την ιατρική έκθεση από το Νοσοκομείο Λάρνακας, μετά την παρέλευση τόσων ημερών. Η αιτήτρια ακολούθως τον έδιωξε από το σπίτι και ο ίδιος σεβόμενος την επιθυμία της αποχώρησε προσωρινά μέχρι να ηρεμήσει η κατάσταση. Από την ημέρα αυτή και λόγω της δυσχερής του οικονομικής κατάστασης, εφόσον δεν έχει πρόσβαση ούτε στην εργασία του αλλά και επειδή όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί είναι στο όνομα της αιτήτριας, διαμένει σε γνωστούς και φίλους. Ούτε και η εν λόγω επιχείρηση της ανήκει εφόσον αυτή χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από τον ίδιο και τους οικονομικούς του πόρους, οι οποίοι προέρχονται από τα δύο εστιατόρια που διατηρούσε στη περιοχή Δεκέλειας (Τεκμήριο 4). Μετά τον γάμο του με την αιτήτρια, όλα τα χρήματά του κατατέθηκαν σε δικούς της τραπεζικούς λογαριασμούς διότι έκλεισε τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε στην Marfin Laiki λόγω της οικονομικής κρίσης. Από την έναρξη των εργασιών της εν λόγω επιχείρησης ο ίδιος προσέφερε καθημερινά την εργασία του, συνομιλώντας με πελάτες και προμηθευτές και προχωρούσε στις παραδόσεις των εμπορευμάτων (Τεκμήριο 5). Είχε την εντύπωση ότι ήταν εγγεγραμμένος στην υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και προ εκπλήξεως του ανακάλυψε, κατά τις 26/02, ότι η αιτήτρια ουδέποτε συνείσφερε στο εν λόγω ταμείο. Προς το σκοπό αυτό έχει καταχωρήσει σχετική καταγγελία στο Γραφείο Εργασίας (Τεκμήριο 6). Η επιχείρηση είναι εγγεγραμμένη ως εμπορική επωνυμία στο όνομα της αιτήτριας, καθότι βάσει της νομοθεσίας δεν επιτρέπεται πέραν του ενός προσώπου να είναι ιδιοκτήτης μιας εμπορικής επωνυμίας. Τον Μάιο του 2014 συμφώνησαν με την αιτήτρια όπως προχωρήσουν στη δημιουργία και εγγραφή εταιρείας (Τεκμήριο 7) η οποία θα ήταν ιδιοκτήτρια της ήδη υφιστάμενης εταιρείας. Ήταν δε συμφωνημένο ότι θα ήταν και οι δύο διευθυντές και μέτοχοι της σε ποσοστό 50%. Αν όντως η αιτήτρια ένιωθε απειλή προς το πρόσωπο του, δεν θα προέβαινε στη διαδικασία να του αποστείλει μήνυμα αισθηματικού περιεχομένου στο κινητό του τηλέφωνο (Τεκμήριο 8) δύο μέρες μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Επίσης, ουδέποτε προέβηκε σε οποιαδήποτε απειλή προς το πρόσωπό της αιτήτριας αντίθετα είναι η ίδια που τον απειλεί. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που οι δύο πλευρές καταχώρησαν στο Δικαστήριο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, αντιστοίχως, δεν αντεξετάστηκε στη βάση της Δ.39, Κ. 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους, παραπέμποντας και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα όσα και οι δύο πλευρές εισηγήθηκαν έχουν μελετηθεί με προσοχή και αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η δικονομία σε ό,τι αφορά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, μονομερώς, ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, θ.
- Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς ένα τέτοιο διάταγμα περιορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ.6, το οποίο καθορίζει ότιː «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.». Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων βρίσκεται στο άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων (Ν.14/60)[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο, ανάλογα βεβαίως με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Οι σωρευτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, έτσι ώστε το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, είναι οι ακόλουθες: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. H Kυπριακή νομολογία είναι πλούσια σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η κλασσική αυθεντία σε σχέση με το ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι η υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557. Περαιτέρω το ζήτημα αυτό αναλύθηκε και αναπτύχθηκε και σε μεταγενέστερες υποθέσεις όπως, για παράδειγμα, στις υποθέσεις National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X''Bασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ Α.Α.Δ 2015 καθώς επίσης και στην μεταγενέστερη υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή τηςΚρις Ιακωβίδη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783 Αερογραμμές. Στην τελευταία αναφερόμενη απόφαση αυτή αναφέρθηκε ότι: «Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. DrydenGroupLtd, Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Στην πρόσφατη υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 92/18, 20/9/2018, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο σε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος, τύπου certiorari, ακύρωσε την οριστικοποίηση των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο με τον χειρισμό που προέβη διέγνωσε την ουσία της αγωγής και ξέφυγε από το καθιερωμένο νομικό πλαίσιο που ουσιαστικά θεσμοθετείται από το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση μαρτυρίας (Χαριτίνη Χρυσάνθου Κυριλλου, διά της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Γεωργίας Καραγιώργη v. Άντρης Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι αλληλένδετες σε κάποιο βαθμό. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα». Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.(ανωτέρω). Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει μελλοντικά πλήρη δικαιοσύνη. Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων τα Δικαστήρια προτού εκδώσουν ή οριστικοποιήσουν προσωρινά διατάγματα, ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και κάποιες ευρύτερες αρχές οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί και αναπτυχθεί μέσω της νομολογίας. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη και τον παράγοντα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience). Το Δικαστήριο, δηλαδή, πριν εκδώσει οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να αποφασίσει, ζυγίζοντας όλα τα δεδομένα, κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να το εκδώσει καθώς θα πρέπει να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στις δύο πλευρές. Η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)1(B)Α.Α.Δ.). Άλλοι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη προτού εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα είναι του εάν ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι, στις μονομερείς αιτήσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος "εξαπάτησης" του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπειες την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή έχει ιδιαίτερη σημασία για το δικαιικό μας σύστημα καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω), το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides"), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά (Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607). ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με τους 5ο,6ο,7ο και 8ο λόγους ένστασης ο καθ'ού η αίτηση εγείρει ζήτημα αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα προβάλει τη θέση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει την αρμοδιότητα να επιληφθεί της παρούσας αγωγής και αίτησης αλλά και να εκδώσει περιοριστικά μέτρα σε σχέση με την συζυγική οικία και ότι αρμόδιο Δικαστήριο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Και τούτο γιατί αφενός οι διάδικοι είναι σύζυγοι ακόμη, η επίδικη κατοικία αποτελεί περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 11 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο και αφετέρου η επίδικη οικία αποτελεί την συζυγική οικία των διαδίκων από το 2016 και η συντήρηση της είναι το αποτέλεσμα της συμβολής και συνεισφοράς και των δύο διαδίκων και έχουν ίσα δικαιώματα, κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης της. Για να γίνει πιο εύκολα κατανοητό το επίδικο ζήτημα υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα στο οποίο απαγορευόταν στον καθ'ού η αίτηση να εισέρχεται στην οικία της αιτήτριας. Εφόσον εγείρεται ζήτημα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου αυτό θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Τυχόν επιτυχίας των πιο πάνω λόγων ένστασης θα έχει καταλυτικές συνέπειες ως προς την τύχη της παρούσας αίτησης και της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος. Αγορεύοντας σε σχέση με το ζήτημα αυτό οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν αντίθετους ισχυρισμούς. Ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας ότι στην προκειμένη περίπτωση εφόσον τίθεται ζήτημα προστασίας της ιδιωτικής ζωής, το οποίο αποτελεί αστικό αδίκημα, δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι διάδικοι είναι σύζυγοι. Από την άλλη ήταν συνοπτικά η θέση του καθ'ού η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν μπορεί να αιτείται από το Επαρχιακό Δικαστήριο διάταγμα που να του απαγορεύει να μην εισέρχεται στη συζυγική οικία από τη στιγμή που διαμένει και ο ίδιος εκεί και έχει τα ίδια δικαιώματα, υπό την ιδιότητα του αυτή, με την αιτήτρια. Η δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων ρυθμίζεται από το άρθρο 11 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990. (Ν. 23/90)[2]. Σύμφωνα με το αρθρο 11
(2)(ε) του Νόμου, έχουν εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη «γαμική ή οικογενειακή διαφορά.» Περαιτέρω, το άρθρο 17 του Ν. 23/90, παρέχει κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, εξουσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο να παραχωρεί σε έναν από τους συζύγους την χρήση της συζυγικής στέγης. Ειδικότερα το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι: «17.
(1)Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.» Προκύπτει ότι η εξουσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου ασκείται εάν συντρέχει μία από τις πιο κάτω προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται κατά τρόπο διαζευκτικό: (α) Υπάρχει διακοπή της συμβίωσης, ή (β) ΄Εχει σταλεί γνωστοποίηση στον Επίσκοπο για απόπειρα συνδιαλλαγής, ή (γ) Έχει καταχωρηθεί αγωγή διαζυγίου. Η παραχώρηση αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής στέγης, μπορεί να επιτευχθεί μόνο διαρκούντος του γάμου. (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1996)1 ΑΑΔ 260) Με την λύση του γάμου, λήγει και η ισχύς του διατάγματος αποκλειστικής χρήσης, έτσι οποιοδήποτε δικαίωμα του αποκλεισθέντος συζύγου σε αποζημίωση, δεν εντάσσεται στα πλαίσια του αρ. 17
(1)του Ν.23/90 παρά μόνο στις γενικότερες αρχές δικαίου και στην δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων. (Χ. Σάββα v. A. Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1025) Το μέτρο αυτό εκ της φύσεως του είναι δραστικό και δίδεται με φειδώ. Σκοπός όμως της συγκεκριμένης διάταξης αλλά και της παρέμβαση του Δικαστή στην οικογενειακή μονάδα είναι μόνο η διόρθωση ή ο περιορισμός της παραπέρα επιδείνωσης της οικογενειακής σχέσης, με σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στα μέλη της και η προστασία της οικογένειας, άσχετα με το ποιος είναι ο ιδιοκτήτης της συζυγικής οικίας ( Κατσουρίδης v. Κατσουρίδη
(1997)1 (Α) ΑΑΔ 515) Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η οικία από την οποία η αιτήτρια επιθυμεί να εκδιώξει και/η να αποκλείσει τον καθ' ου η αίτηση, αποτελεί τον συζυγικό οίκο των διαδίκων, εφόσον σε αυτήν διέμεναν και συμβίωναν μετά την τέλεση του γάμου τους, μέχρι και την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Στην απόφαση Πηχίδης v. Πηχίδη,
(1997)1 ΑΑΔ 1612 αποφασίστηκε ότι : «Η λέξη "συμβίωση" στο επίμαχο άρθρο του Νόμου έχει την έννοια της γενικά αποδεκτής ομαλής συλλειτουργίας του έγγαμου ζεύγους σε όλες τις εκφάνσεις της σχέσης. Η έγγαμη σχέση δεν προϋποθέτει απαραίτητα και σε όλη τη διάρκειά της, συγκατοίκηση του ζεύγους. Ένα ζεύγος μπορεί να συγκατοικεί αλλά να μη συμβιώνει σύμφωνα με την ερμηνεία που προσδίδει ο Νόμος στο επίμαχο άρθρο. Το γεγονός της συγκατοίκησης των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση, δεν αποστερούσε το Δικαστήριο από την εξουσία που έχει δυνάμει του Άρθρου 17
(1)του Ν. 23/90 να προβεί στην έκδοση του επίδικου διατάγματος.» Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι ο καθ'ού η αίτηση ότι στις 2/2/19, μετά την κατ'ισχυρισμό επίθεση του από την αιτήτρια, εκδιώχθηκε από την συζυγική οικία κατ'όπιν επιθυμίας της αιτήτριας, γεγονός το οποίο ο καθ'ού η αίτηση αποδέχθηκε. Η αιτήτρια στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της εξήγησε την επιθετική και προσβλητική συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση, με αποκορύφωμα το περιστατικό ξυλοδαρμού της, για το οποίο όπως ισχυρίζεται προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Φαίνεται ότι η κατάσταση που επικρατεί στην οικία τους, δεν είναι υπό τις περιστάσεις μια φυσιολογική κατάσταση στην οποία συμβιώνει ένα ζευγάρι. Οι εντάσεις και οι καυγάδες δεν περιορίζονται μόνο μεταξύ τους, αλλά λαμβάνουν χώρα και στην παρουσία τρίτων προσώπων, όπως είναι το περιστατικό που αναφέρει η αιτήτρια με τον ξάδελφο του καθ' ου η αίτηση. Όλα τα πιο πάνω αλλά ιδιαίτερα το γεγονός ότι η αιτήτρια εξέφρασε ενόρκως την πρόθεση της να καταχωρήσει αίτηση για λύση του γάμου της με τον καθ' ου η αίτηση αλλά και την επιθυμία της να εκδιώξει τον καθ'ού η αίτηση, καταδεικνύουν ακριβώς την κατάρρευση του γάμου αυτού. Ούτως εχόντων των πραγμάτων η αιτήτρια, όφειλε να απευθυνθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας για να ζητήσει προστασία, με την έκδοση διατάγματος αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής οικίας των διαδίκων, εφόσον πρόκειται για την συζυγική στέγη των διαδίκων και κατ' επέκταση για οικογενειακή διαφορά μεταξύ εν διαστάσει συζύγων. Με το εκδοθέν Διάταγμα η αιτήτρια ουσιαστικά αποκλείει τον καθ'ού η αίτηση από την συζυγική οικία. Η υπόθεση Κατζουράκη Μελπωμένη ν. Μαρίνου Επαμεινώνδα,
(2005)1 Α.Α.Δ. 219 στην οποία με έχει παραπέμψει η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, για να καταδείξει την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, ουδόλως μπορεί να ανατρέψει την κατάληξη του Δικαστηρίου εφόσον αυτή διαφέρει ουσιωδώς από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αντίθετα το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην εν λόγω απόφαση ταυτίζεται και υιοθετείται από το παρόν Δικαστήριο. Και εξηγώ. Στην εν λόγω προαναφερόμενη υπόθεση η Εφεσείουσα κίνησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο αξιώνοντας εναντίον του εν διαστάσει τότε συζύγου της αποζημιώσεις λόγω της συστηματικής παρενόχλησης της από τον Εφεσίβλητο. Στα πλαίσια της αγωγής εκδόθηκε και προσωρινό διάταγμα στο οποίο απαγόρευε τον Εφεσίβλητο από να την παρενοχλεί συμπεριλαμβανομένης και της οικίας που η ίδια διαμένει. Όπως συνάγεται από τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης οι διάδικοι τον ουσιώδη χρόνο δεν διέμεναν κάτω από την ίδια συζυγική εστία. Το μονομερές διάταγμα κατέστη απόλυτο, κατόπιν κοινής συμφωνίας των μερών. Ακολούθως λόγω μη συμμόρφωσης του εφεσίβλητου η εφεσείουσα καταχώρησε αίτηση παρακοής. Ο εφεσίβλητος ήγειρε ένσταση, μεταξύ άλλων, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται Δικαιοδοσίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε την ένσταση καταλήγοντας ότι στη βάση του άρθρου 11
(2)(ε) του Ν.23/90 είχε δικαιοδοσία εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο που καταχωρήθηκε η αγωγή οι διάδικοι ήσαν σε διάσταση και ο γάμος δεν διαλύθηκε και ότι οι διαφορές προκύπτουν από τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση και αποδεχόμενος την έφεση της Εφεσείουσας υιοθέτησε το απόσπασμα της αγόρευσης του συνηγόρου της εφεσείουσας το οποίο έλεγε τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαίωμα ενός διαδίκου να ζητήσει δικαστική προστασία για να παρεμποδίσει την παρενόχληση του ή την επέμβαση στην ιδιωτική ή προσωπική του ζωή δεν εξαρτάται από τη σχέση συγγένειας που έχει με το πρόσωπο που διαπράττει την επέμβαση ή την παρενόχληση. Είναι ένα δικαίωμα που υφίσταται ανεξάρτητα από τη σχέση συγγένειας παραπονούμενου και υπαίτιου και άρα ανήκει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το ζήτημα αυτό θα υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, μόνο αν η ύπαρξη του γάμου δημιουργούσε τέτοια δικαιώματα ή υποχρεώσεις μεταξύ των διαδίκων που αφενός απέκλειαν την εφαρμογή των διατάξεων του αστικού αδικήματος της παρενόχλησης και αφετέρου ήταν δικαιώματα και υποχρεώσεις η έκταση των οποίων επιδεχόταν δικαστικής ρύθμισης από το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Στην προκειμένη περίπτωση οι διάδικοι είναι ακόμη σύζυγοι και η αιτήτρια ζητά στην ουσία διάταγμα, επειδή ο καθ'ού η αίτηση της επιτέθηκε, την εκδίωξη του από την συζυγική οικία, κάτι που δεν ζητείτο στην προαναφερόμενη υπόθεση. Το ζήτημα αυτό ανάγεται στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εφόσον λόγω της ύπαρξης του γάμου μεταξύ των διαδίκων και του δικαιώματος που απέκτησε ο καθ'όύ η αίτηση επί της συζυγικής οικίας που αποκλείουν την εκδίωξη του με βάση τις αστικές διατάξεις της επίθεσης και της Δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Στη βάση το πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αποτελεί κατάληξη μου ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ώστε να οριστικοποιήσει το προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος (Β) της αίτησης και ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Στην ουσία η αιτήτρια με το να αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει του καθ'ού η αίτηση από του να εισέρχεται στη συζυγική τους οικία, ουσιαστικά επιτυγχάνει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής οικίας, ζήτημα που βεβαίως άπτεται της αρμοδιότητας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Επομένως η αιτήτρια θα έπρεπε, κατά τη δικαστική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, να αποτείνετο στο Οικογενειακό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο έχει ακόμη τη δυνατότητα να το πράξει, αξιώνοντας διάταγμα αποκλειστικής χρήσης της συζυγικής οικίας, προβάλλοντας τα ίδια γεγονότα. Συνεπακόλουθα οι πιο πάνω λόγοι ένστασης επιτυγχάνουν και το προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος (Β) δεν μπορεί να οριστικοποιηθεί και απορρίπτεται. Η απόφαση του Δικαστηρίου αυτή έχει ως άμεσο επακόλουθο να συμπαρασύρει και την απόρριψη της έκδοσης προσωρινού Διάταγματος ως η παράγραφος (Α) της αίτησης εφόσον τυχόν έκδοση του θα ισοδυναμούσε και πάλι στον αποκλεισμό της χρήσης της συζυγικής αιτίας του καθ'ού η αίτηση Εξέταση υπολοίπων Διαταγμάτων Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου δεν τυγχάνει εφαρμογής σε σχέση με το κατά πόσο θα οριστικοποιηθεί το προσωρινό εκδοθέν Διάταγμα υπό της παραγράφου (Γ) της αίτησης εφόσον αυτό αφορά διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει στον καθ'ού η αίτηση να εισέρχεται στο χώρο εργασίας της αιτήτριας. Επομένως θα εξετάσω σε σχέση με το ζήτημα αυτό κατά πόσο συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εν λόγω διατάγματος καθώς και αν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των υπολοίπων διαταγμάτων. Σε σχέση με την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι, με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας και των επισυναπτόμενων σε αυτή Τεκμηρίων, πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Προκύπτει από τις αιτούμενες θεραπείες στην Έκθεση Απαίτησης όσο και μέσα από την ένορκη δήλωση ότι η αγωγή της αιτήτριας σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτητικά της παρούσας αίτησης, βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε κατ'ισχυρισμό παράβαση του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Το Δικαίωμα αυτό προστατεύεται από το Σύνταγμα (άρθρο 15 του Συντάγματος) αλλά και μέσω των αρχών του κοινοδικαίου (Burris v. Azadani [1995] 4 All E.R. 802 και Khorasandjian v. Bush [1993] 3 All E.R. 669), προστασία η οποία αναγνωρίσθηκε και μέσα από την Κυπριακή νομολογία (Γιάλλουρου ν. Νικολάου,
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 558). Επίσης η ενάγουσα με τα όσα προβλήθηκαν στην ένορκη της δήλωση απαιτεί αποζημιώσεις για επίθεση στη βάση των ισχυρισμών με συγκεκριμένες λεπτομέρειες ότι ο καθ'ού η αίτηση της επιτέθηκε και την τραυμάτισε κρίνεται ότι η πλευρά της αιτήτριας έχει ικανοποιήσει ότι όντως , ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Εξετάζοντας την 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 και την πιθανότητα να δικαιούται η αιτήτρια σε θεραπεία και την προοπτική επί αυτού του θέματος, κρίνεται πως, εφόσον το Δικαστήριο σ΄ αυτό το στάδιο δεν αποφαίνεται κατά πόσο οι ισχυρισμοί της αιτήριας αληθεύουν ή δεν αληθεύουν, έχοντας κατά νου ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό ως προς τη διαπίστωση ορατής προοπτικής για επιτυχία, σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο οφείλει να επισημάνει και να διακρίνει πως τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί επί της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας ουδόλως σχετίζονται με στοιχεία τηλεφωνικής παρενόχλησης και/ή αποστολή γραπτών μηνυμάτων του καθ'ού η αίτηση προς την αιτήτρια, ως το αιτητικό (Δ) της αίτησης και θεραπεία (Δ) της Έκθεσης Απαίτησης. Αντίθετα όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση του καθ'ού η αίτηση και την παράθεση του Τεκμηρίου 8, η οποία έχει παραμείνει αναντίλεκτη εφόσον αυτός δεν αντεξετάσθηκε αλλά ούτε και η αιτήτρια καταχώρησε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι ότι η ίδια δύο μέρες μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος απέστειλε μήνυμα αισθηματικού περιεχομένου προς τον καθ'ού η αίτηση. Ούτε και τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ουδόλως σχετίζονται περί εκφοβισμού και διασυρμού του ονόματος της ως η παράγραφος (Ε) της αίτησης και (Ε) της Έκθεσης Απαίτησης. Υπάρχει ένας γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος ισχυρισμός από την αιτήτρια, τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο ότι «την παρακολουθεί και φοβάται την επόμενη κίνηση του. Ακούω από φίλους ότι με βρίζει συνεχώς και ότι απειλεί ότι θα της κάνει κακό» . Οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι αόριστοί, γενικοί και δεν δίδονται οποιεσδήποτε ικανοποιητικές λεπτομέρειες όπως για το πότε έλαβαν χώρα τα πιο πάνω καθώς και σε ποια πρόσωπα λέχθηκαν οι πιο πάνω απειλές αλλά κυρίως και ποιες ήταν οι απειλές. Ασφαλώς οι πιο πάνω γενικόλογες αναφορές ουδόλως ικανοποιηθούν την 2η προϋπόθεση εφόσον η προσαχθείσα μαρτυρία επί του ζητήματος αυτού δεν χαρακτηρίζεται από την απαραίτητη λεπτομέρεια η οποία να παρέχει έρεισμα προς ικανοποιήση της 2ης προυπόθεσης. Παρομοίως ούτε στην έκθεση απαίτησης περιέχονται τέτοιες ικανοποιητικές λεπτομέρειες. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας και στην Έκθεση Απαίτησης της σχετίζονται με το ζήτημα της επίθεσης που αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστηκε στις 2.2.
- Συνακόλουθα οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας αφορά μόνο στο ζήτημα της επίθεσης ή και ενόχλησης ή ανησυχίας στα πλαίσια πάντοτε του περιστατικού της 2.2.
- Συνακόλουθα προκύπτει πως δεν υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο σε επίπεδο ισχυρισμών ή γεγονότων που να δικαιολογεί οποιαδήποτε προοπτική για επιτυχία ή θεραπεία στη βάση της παρενόχλησης των αιτητικών (Δ) και (Ε) της άιτησης και της Έκθεσης Απάιτησης οποιασδήποτε μορφής ως την διεκδικεί η αιτήτρια τόσο στη βάση του περιεχομένου της ειδικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος αλλά και του περιεχομένου των υπόλοιπων διαταγμάτων, πλην του Διατάγματος (Γ) το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Σε σχέση με αυτό διαπιστώνεται πως πληρείται η 2η προϋπόθεση εφόσον σε σχέση με το θέμα της επίθεσης και της αξίωσης της αιτήτριας να μην εισέρχεται στην εργασία της εφόσον φοβάται για την σωματική της ακεραιτότητα τέθηκαν επαρκής λεπτομέρειες. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήρτρια αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο περιστατικό προς υποστήριξη των ισχυρισμών της επισυνάπτοντας σχετική βεβαίωση καταγγελίας της ίδιας στην Αστυνομία (Τεκμήριο 2) καθώς και σχετική φωτογραφία (Τεκμήριο 1). Στην αντίπερα όχθη, ο καθόύ η αίτηση προβάλει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή και αρνείται ότι επιτέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στην αιτήτρια. Αντίθετα είναι η θέση του ότι είναι η αιτήτρια που του επιτέθηκε. ' Έστω και αν ο καθ΄ ου η αίτηση έχει θέσει τους ισχυρισμούς του ενόρκως και χωρίς να αντεξετασθεί δεν έχει κλονίσει την δυναμική που έχει η εκδοχή της αιτήτριας πάντοτε ιδωμένη αντικειμενικά, αφού στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται ποιος λέει την αλήθεια για τα γεγονότα, ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχει η υπό συζήτηση προϋπόθεση όσον αφορά όμως σε σχέση με το αιτητικό (Γ), αφού έχω λάβει υπόψη τις προαναφερόμενες νομικές αρχές και αποφεύγοντας επιμελώς την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων καταλήγω ότι η προσαχθείσα μαρτυρία από την αιτήτρια, στην παρούσα φάση, χαρακτηρίζεται από την απαραίτητη λεπτομέρεια. Επαναλαμβάνεται ότι τα τελικά συμπεράσματα ως προς τους ισχυρισμούς που προβάλλει η κάθε πλευρά θα εξαχθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση και του κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και την έκδοση του αιτουμένου υπό της παραγράφου (Γ) αίτησης έχω διαπιστώσει ότι στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω προϋπόθεση δεν πληρείται. Η αιτήτρια ουδεμία αναφορά δεν προβαίνει στην ένορκη της δήλωση ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και ποια θα είναι αυτή ακριβώς. Η μόνη αναφορά είναι ότι από το περιστατικό της 2/2/19 φοβάται να μεταβεί στην εργασία της γιατί πηγαίνει εκεί ο καθόύ η αίτηση. Για ποιο λόγο τότε καταχώρησε την παρούσα αίτηση μετά από δύο εβδομάδες και για ποιο λόγο η ίδια επικοινώνησε μαζί του είναι ζητήματα που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο σε συσχετισμό με τα πιο πάνω. Επίσης δεν δίδονται λεπτομέρειες πότε ο καθ'ού η αίτηση επισκέφθηκε την εργασία και από πού γνωρίζει το γεγονός αυτό. Στην υπόθεση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2),
(2008)1 Α.Α.Δ. 626 το Δικαστήριο ανάφερε ότι δεν είναι αρκετή οποιαδήποτε γενική και αόριστη αναφορά ώστε να ικανοποιηθεί το κριτήριο της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Θα πρέπει να δίδονται λεπτομέρειες και επεξηγήσεις που να υποστηρίζουν ότι ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ώστε να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη θέση πως στα πλαίσια επίθεσης έστω με σωματικές βλάβες δεν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της αγωγής, εφόσον το θέμα των αποζημιώσεων είναι εύκολο και εφικτό να υπολογισθεί, δεν τέθηκε άλλωστε θέση ή επιχείρημα από την αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου περί δυσκολίας υπολογισμού των οποιονδήποτε αποζημιώσεων ήθελαν επιδικασθεί. Και κάτι εξίσου σημαντικό. Από τις 2/2/19 μέχρι την ημερομηνία που εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα η αιτήτρια δεν αναφέρθηκε ότι υπέστη οποιαδήποτε επίθεση από τον καθ'ού η αίτηση. Επομένως η 3η προυπόθεση του άρθρου 32 στη προκειμένη περίπτωση δεν ικανοποιείται. Θα απέρριπτα επίσης και την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος και για τον λόγο ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους ένστασης που προέβαλε ο καθ'ού η αίτηση. Ειδικότερα σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα υπό της παραγράφου (Γ) το οποίο του απαγορεύει από του να εισέρχεται στο χώρο εργασίας της αιτήτριας μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής είναι η θέση του καθ'ού η αίτηση ότι ο η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Ο καθόύ η αίτηση προβάλει την θέση ότι η επιχείρηση δεν ανήκει αποκλειστικά στην αιτήτρια εφόσον αυτή χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από τον ίδιο και τους οικονομικούς του πόρους, οι οποίοι προέρχονται από τα δύο εστιατόρια που διατηρούσε στη περιοχή Δεκέλειας (Τεκμήριο 4). Από την έναρξη των εργασιών της εν λόγω επιχείρησης ο ίδιος προσέφερε καθημερινά την εργασία του συνομιλώντας με πελάτες και προμηθευτές και προχωρούσε στις παραδόσεις των εμπορευμάτων (Τεκμήριο 5). Είχε την εντύπωση ότι ήταν εγγεγραμμένος στην υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και προ εκπλήξεως του ανακάλυψε κατά τις 26/02 ότι η αιτήτρια ουδέποτε συνείσφερε στο εν λόγω ταμείο. Προς το σκοπό αυτό έχει καταχωρήσει σχετική καταγγελία στο Γραφείο Εργασίας (Τεκμήριο 6). Η επιχείρηση είναι εγγεγραμμένη ως εμπορική επωνυμία στο όνομα της αιτήτριας, καθότι βάσει της νομοθεσίας δεν επιτρέπεται πέραν του ενός να είναι ιδιοκτήτης μιας εμπορικής επωνυμίας. Τον Μάιο του 2014 συμφώνησαν με την αιτήτρια όπως προχωρήσουν στη δημιουργία και εγγραφή εταιρείας (Τεκμήριο 7) η οποία θα ήταν ιδιοκτήτρια της ήδη υφιστάμενης εταιρείας. Ήταν δε συμφωνημένο ότι θα ήταν και οι δύο μέτοχοι σε ποσοστό 50% αλλά και οι ίδιοι ως διευθυντές της. Στην υπόθεση M. & Ch. Mitsingas Trading v. Timberland Co of U.S.A
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791 υποδεικνύεται ότι ουσιώδες είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για προσωρινό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Χρήσιμη καθοδήγηση για το τί αποτελεί «ουσιώδες ζήτημα» έγινε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslands banken Holding A.G v Adeona Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αριθμός Ε6/14, ημερομηνίας 27/2/15, όπου, επί του προκειμένου, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής.» Στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding AS υπό εκκαθάριση εκπροσωπούμενη από τον εκκαθαριστή αυτής Zdenek Castoral ν. Daventree Resources Ltd και Άλλων,
(2008)1 Α.Α.Δ. 801 με παραπομπή σε αγγλικές αυθεντίες, λέχθηκε επίσης ότι: «Το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink's - MAT Ltd v. Elcombe and Others [1988] 3 All E.R. 188 στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
- i)φύση της υπόθεσης και (
- ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος.» Από τα πιο πάνω στοιχεία που αποκαλύπτει ο καθ' ου η αίτηση στη δική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, διαφαίνεται ότι, διαφοροποιείται ουσιαστικά η εικόνα την οποία είχε παρουσιάσει μονομερώς στο Δικαστήριο η αιτήτρια κυρίως σε ότι αφορούσε την τον χώρο εργασίας της. Απέκρυψε ότι ο αιτητής εργάζεται εκεί στην ίδια επιχείρηση μαζί της, ότι συνείσφερε και αυτός στην ίδρυση της, ότι είχε συναλλαγές με τους πελάτες της επιχείρησης. Απέκρυψε όμως κυρίως ότι εργάζεται εκεί στον ίδιο χώρο με την αιτήτρια γεγονός που το δικαστήριο το θεωρεί απόλυτα ουσιώδες, εφόσον με την έκδοση του προσωρινού Διατάγματος αποκλείεται από την ίδια του την εργασία και την επιχείρηση του. Επίσης προβάλει τη θέση ότι του ανήκει και του ίδιου η επιχείρηση εξ ού και σκοπός τους ήταν η ίδρυση εταιρείας η οποίας θα ήταν μέτοχοι σε ποσοστό 50% έκαστος. Η εταιρεία θα είχε το ίδιο εγγεγραμμένο γραφείο με την διέυθυνση που δηλώνει η αιτήτρια ότι είχε. Στη βάση των πιο πάνω το δικαστήριο αν είχε όλα τα ουσιώδη γεγονότα ενώπιον του είναι βέβαιο ότι δεν θα προχωρούσε μονομερώς στην έκδοση του διατάγματος. Τονίζεται προς τούτο ότι ο καθ'ού δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του με την οποία υποστηρίζει την ένσταση του. Συνεπώς οι πιο πάνω ισχυρισμοί του παρέμειναν αναπάντητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί Τούτο δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία μας και έχοντας κατά νου ότι ιδιαίτερα στις περιπτώσεις απαγορευτικών διαταγμάτωνπου έχουν εκδοθεί μονομερώς η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει τους ώμους του ενάγοντα -αιτητή (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd πιο πάνω, Vuitton v Δερμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ 1453). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ και Άλλοι
(2006)1 Α.Α.Δ 1013 υποδείχθηκε ότι οι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να μην γίνουν αποδεκτοί. Η διατήρηση του συντηρητικού διατάγματος εναπόκειται, μεταξύ άλλων, στην απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων που καλείται ο αιτητής να αποδείξει (Μαυρονικόλα v Φοινιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ 1659). Είμαι της γνώμης ότι η αιτήτρια δεν απεκάλυψε με πληρότητα και καθαρότητα όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, ως είχε υποχρέωση, και ιδιαίτερα τα θέματα που αναφέρθησαν, που είναι πιστεύω εξ΄ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας διά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Οποιοδήποτε άλλοι λόγοι εξέτασης των λόγων ενστάσεων που ήγειρε ο καθ'ού η αίτηση παρέλκει. Με δεδομένο τα πιο πάνω ούτε είναι δίκαιο και πρόσφορο, υπό το σύνολο των περιστάσεων, να μην οριστικοποιηθεί το αιτούμενο διάταγμα υπό της παραγράφου (Γ) της αίτησης εφόσον ο καθόύ η αίτηση εμποδίζεται να εισέρχεται στο χώρο εργασίας του και στην επιχείρηση του, θα απωλέσει εισοδήματα και θα πληγούν τα συμφέροντα του. Η ζημιά που θα υποστεί ο καθ'ού η αίτηση από την οριστικοποιήση του εκδοθέντος διατάγματος θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια στην προκειμένη περίπτωση και κάτω υπό τις περιστάσεις αυτές. Συνεπακόλουθα, υπό το φως των πιο πάνω και στη βάση των δεδομένων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και αφού συνεκτίμησα όλους τους σχετικούς παράγοντες, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, τη δεδομένη στιγμή, επιτάσσει όπως το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και ακυρώσει τα εκδοθέντα διατάγματα ως η παράγραφος (Β) και (Γ) της αίτησης. Επίσης απορρίπτεται και η αίτηση ως προς τα υπόλοιπα αιτητικά με έξοδα υπέρ του καθ'ού η αίτηση και σε βάρος της αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .......... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]32.-
(1)Τηρoυμέvoυoιoυδήπoτεδιαδικαστικoύκαvovισμoύέκαστovδικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικήςαυτoύδικαιoδoσίας, δύvαταιvαεκδίδηαπαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vαδιoρίζηπαραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τoδικαστήριovκρίvειτoύτoδίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoιδεvαξιoύvται ή χoρηγoύvταιoμoύ μετ' αυτoύαπoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτovαπαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάvτoδικαστήριovικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoςεκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυδιαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάvεκδoθήπαρεμπίπτovαπαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαιδύσκoλov ή αδύvατovvααπovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερovστάδιov [2] 11.-
(1)Τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία και ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του Άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν- (α) Λύση Θρησκευτικού γάμου, ο οποίος τελέσθηκε κατά τα θέσμια της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. (β) Λύση Θρησκευτικού γάμου οποιουδήποτε άλλου δόγματος εφόσον η λύση τέτοιου γάμου δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία των οικογενειακών δικαστηρίων των θρησκευτικών ομάδων. (γ) Λύση πολιτικού γάμου. (δ) Θέματα οικογενειακών σχέσεων σε δικαστική διαδικασία που εγείρεται σύμφωνα με τις διατάξεις διμερών ή πολυμερών συμβάσεων στις οποίες έχει προσχωρήσει η Κυπριακή Δημοκρατία. (ε) Θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία: Νοείται ότι στην περίπτωση που υπάρχει περιουσία, σύμφωνα με την έννοια που αποδίδεται σε αυτήν από το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, τότε δεν απαιτείται οιαδήποτε διαμονή στην Κύπρο των διαδίκων ή ενός από αυτούς.
(3)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού "διαμονή" σημαίνει οποιαδήποτε συνεχή περίοδο πέραν των τριών μηνών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο