ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. SMITH κ.α., Αρ. Αγωγής: 2270/2012, 29/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2270/2012 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσας ΚΑΙ
- XXXXX SMITH
- XXXXX XXXXX SMITH
- PAN. ST. VASILIOU INVESTMENTS LTD
- FARRELL FAIRHURST LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 29.5.2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Φασιανού για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Μ. Μιχαήλ για Χρίστος Τριανταφυλλίδης και Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η (Εx-Tempore) H Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 κ.6) αξιώνει, πλέον, εναντίον μόνο των Εναγομένων 1 και 2, ομού και κεχωρισμένα, (αφού εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στις 4.3.2013), ως η παράγραφος 16Α(α) της Έκθεσης Απαίτησης, δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 23.4.2010, με τους Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €175.085,42 πλέον τόκο 9% ετησίως από 1.1.2012 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους και διάφορα διατάγματα δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων των εναγομένων 1 και 2 ημερ. 26.4.2010 επί του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 16.12.
- Με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται την πρώτη παράγραφο και δεν παραδέχονται όλες τις υπόλοιπες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η σύμβαση δανείου είναι άκυρη για το λόγο ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες και τα άρθρα του Περί Καταναλωτικής Πίστης Ν.39(Ι)/
- Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παραδόθηκε σε αυτούς το επίδικο ακίνητο στο οποίο γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Επίσης ότι το αξιούμενο ποσό είναι υπερβολικό και μη νόμιμο. Ζητούν δε απόρριψη της αγωγής. Ανταπαιτητικά αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ως άνω σύμβαση δανείου ημερ. 23.4.2010 είναι παράνομη και/ή άκυρη, δήλωση ότι η Ενάγουσα υποχρεούται να επιστρέψει τα ποσά που οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλαν σε αυτή, διατάγματα απορρέοντα από τις δηλωτικές θεραπείες που αναφέρονται ανωτέρω, οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και/ή ορθή υπό τις περιστάσεις και έξοδα πλέον ΦΠΑ. Με την απάντηση της, στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν. Ουσιαστικά δε επαναλαμβάνει, όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και δίνει τη δική της επιγραμματική θέση, σε όσα δεν φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης, στους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τρεις
(3)μάρτυρες, την XXXXX Χριστοφόρου (Μ.Ε.1), της οποίας μέρος της κυρίως εξέτασής της αποτέλεσε δήλωση-κατάθεση της ως Έγγραφο Α, στην οποία ανέφερε ότι για αρκετά χρόνια μέχρι και την 31.1.2018 ήταν λειτουργός στο τμήμα παρακολούθησης και ανάκτησης χρεών της Ενάγουσας και από την 1.2.2018 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, (στο εξής Altamira), δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της Ενάγουσας και της Altamira. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira ενεργεί διά λογαριασμό της Ενάγουσας και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Ενάγουσας και συναφών θεμάτων μεταξύ των οποίων και η παρούσα σύμβαση Δανείου. Επίσης εξήγησε τις διάφορες συγχωνεύσεις και επονομασίες που έλαβε η Ενάγουσα μέχρι την ημέρα που έδινε την μαρτυρία της. Προς τούτο κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων. Συγκεκριμένα στις 23.4.2010, που όπως εξήγησε, θεωρεί ότι είναι 26.4.2010, η Ενάγουσα παραχώρησε δάνειο ύψους €162.000, δυνάμει σύμβασης δανείου, στους Εναγόμενους 1 και 2, Τεκμήριο 2, αφού προηγουμένως οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν δήλωση-αποδοχή των όρων του δανείου ημερ. 26.4.2010, Τεκμήριο
- Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 δήλωση-επεξήγηση των εγγράφων του δανείου ημερομηνίας 26.4.2010 από δικηγόρο και ως Τεκμήριο 5 την ειδική εξουσιοδότηση ημερομηνίας 26.4.
- Οι Εναγόμενοι 3 και 4 για επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς την Ενάγουσα υπέγραψαν και ενέγραψαν στις 6.8.2010 την υποθήκη με αρ. Υ5375/2010 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Επίσης οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν συμφωνία εκχώρησης ημερ. 26.4.2010, Τεκμήριο 6, ενώ το πωλητήριο έγγραφο μαζί με αντίγραφο απόδειξης από το κτηματολόγιο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 26.4.
- Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο ανακοίνωσης που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «Φιλελεύθερος» στις 5.5.
- Επειδή οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, η Ενάγουσα, αφού έστειλε επιστολή ημερομηνίας 6.6.2011 με την οποία τους ενημέρωνε περί τούτου, Τεκμήριο 11 και επιστολή μέσω των δικηγόρων της ημερ. 19.7.2011, Τεκμήριο 12, στη συνέχεια τερμάτισε αυτή με επιστολή ημερ. 23.1.12, Τεκμήριο 13, προς τους Εναγόμενους 1 και 2 με κοινοποίηση-ενημέρωση προς τους Εναγόμενους 3 και 4 και ακολούθησε η παρούσα αγωγή. Στις 25.11.2016 η Ενάγουσα αποφάσισε τη μείωση του επιτοκίου σε 6,50% με ισχύ από 1.7.2016, Τεκμήριο
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήριο 16 αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 17, δέσμη εκ δύο αντιγράφων εγγράφων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων 1 και
- Μετά την έγερση της αγωγής δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό. Ως εκ τούτου αξιώνεται το οφειλόμενο ποσό των €294.465,94 πλέον τόκο 6.50% από 1.1.2019 μέχρι εξόφλησης των τόκων κεφαλαιοποιημένων κάθε 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους, τα διατάγματα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και τα έξοδα. Ως Μ.Ε.3 κάλεσε την XXXXX Φουσκουλλή, η οποία και αυτή βρισκόταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας και από την 1.2.2018 στην Altamira, υπό τις ίδιες συνθήκες που ανέφερε και η Μ.Ε.
- Αυτή επιβεβαίωσε ότι είδε τους Εναγόμενους 1 και 2 να θέτουν τις υπογραφές τους στα Τεκμήρια 2, 5 και 6, των οποίων την υπογραφή επιμαρτύρησε με δική της υπογραφή στα εν λόγω Τεκμήρια, ως μάρτυρας. Όπως έπραξε και για τις υπογραφές των προσώπων που υπέγραψαν για τους Εναγόμενους 3 και 4 στο Τεκμήριο 6 και στο Τεκμήριο
- Ως Μ.Ε.2 κάλεσε την XXXXX Ιακώβου, η οποία εργάζεται στους δικηγόρους που εκπροσωπούν την Ενάγουσα από το 2007 η οποία επιβεβαίωσε ότι αυτή σύνταξε τις επιστολές Τεκμήρια 12 και 13 και αποστάληκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο στις διευθύνσεις των Εναγομένων 1 και 2 που δήλωσαν, όπως και στους Εναγόμενους 3 και
- Οι Μ.Ε.1, 2 και 3 δεν αντεξετάστηκαν και οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν πρόσφεραν οιανδήποτε μαρτυρία. Στη γραπτή της αγόρευση η δικηγόρος της Ενάγουσας, αφού προέβη σε μία εισαγωγή σε σχέση με το τι απαιτείται, όπου διευκρίνισε ότι αν και ζητείτο επιτόκιο 9% το περιόρισε στο 6,50% και επίσης στην προφορική της αγόρευση, προς συμπλήρωση της γραπτής της αγόρευσης, περιόρισε το ποσό της απαίτησης στο ποσό που φαίνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16, ακολούθως αναφέρθηκε στην απαίτηση, στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση και στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, ενώ προέβη και σε αναφορές από την μαρτυρία που έδωσαν οι Μ.Ε.1, 2 και
- Κάλεσε δε το Δικαστήριο όπως κρίνει τους μάρτυρες αυτούς αξιόπιστους, αφού αναφέρθηκε και στη σημασία της παράλειψης αντεξέτασης και μη προσκόμισης μαρτυρίας από την άλλη πλευρά. Τέλος, καταλήγει με την εισήγηση ότι το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση ως ανωτέρω αναφέρεται. Από την άλλη, στη γραπτή αγόρευση των Εναγομένων 1 και 2 ουσιαστικά επαναλαμβάνονται όσα αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Να αναφέρω ότι, όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία, όπως τα Τεκμήρια 4, 5, 6, 7, 8 και 9, που η κατάθεσή τους έγινε υπό τις πρόνοιες του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, να λεχθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής, ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27
(1)και
(2)του Κεφ. 9. Ως εκ τούτου, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, έχοντας υπόψη την υπόθεση Φίλιππος Γιαπατός ν. Μαρίας Σάββα κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1324 και Κυριακή Κολάνη άλλως Κίκα Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108, η όποια εξ ακοής μαρτυρία εξετάζεται και σχολιάζεται ως προς την αποδοχή της ή μη σε άλλο μέρος της απόφασης, κατωτέρω, ή εξάγεται τούτο ως διαφαίνεται από τη συγγραφή της απόφασης έστω και αν δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273 λέχθηκαν τα εξής: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Από τα πιο πάνω, έκδηλα και αβίαστα, συνάγεται ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι η πιο σημαντική έκφανση της δικαστικής κρίσης, η οποία δεν εξαντλείται μόνο στην επισήμανση των τυχόν αντιφάσεων ή παραλείψεων και αδυναμιών, αλλά επεκτείνεται σε γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας όπως εκδηλώνεται, διαφαίνεται και εξελίσσεται στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Στην υπόθεση Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Η πεποίθηση του Δικαστή πως ένας μάρτυρας λέγει την αλήθεια, ασφαλώς είναι το καλύτερο εχέγγυο της ετυμηγορίας του. Η πεποίθηση όμως αυτή δεν αρκεί να βεβαιώνεται αλλά και να αιτιολογείται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης όταν σ' αυτήν υπάρχουν γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την αιτιολόγηση.» Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339 αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατά δεύτερο λόγο, το πρωτόδικο Δικαστήριο πλημμελώς αξιολόγησε και απέρριψε τη μαρτυρία του Τσαππή με την απλή αναφορά ότι εδόθη στο Δικαστήριο η εντύπωση ότι ο μάρτυρας διακατεχόταν από εχθρικά αισθήματα για τον εφεσίβλητο και ότι δεν άφησε καλή εντύπωση. Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: "... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής." Πιο πρόσφατα ακόμη στην Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.» Η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κούλλα Αντώνη Κουκούνη ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Νικόλας άλλως Νίκος Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Ιωάννης Αλεξάνδρου Χριστοδούλου ν. Κυριάκου Μηνά Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου κ.ά ν. Σάκη Ν. Κουρέα κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος, ως διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.ά. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1746 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπου στην ουσία υπάρχει μια μόνο εκδοχή για ένα επίδικο θέμα, ο τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας καθίσταται πολύ πιο δύσκολος και το έργο του δικαστηρίου πιο λεπτό απ' ότι στις συνήθεις περιπτώσεις. Στην υπόθεση Wynne v. Mavronicolas κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον τρόπο που το δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει επίδικα θέματα για τα οποία υπάρχει μια μόνο εκδοχή. Στη σελ. 1145-6 της πιο πάνω απόφασης, αναφέρθηκε ότι:- "Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. "» Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τους Μ.Ε.1, 2 και 3, των οποίων μέρος της μαρτυρίας τους αποτέλεσε γραπτή δήλωση-κατάθεση τους και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια τους, τη σαφήνειας τους, τη φιλαλήθεια και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκαν και η μαρτυρία τους έμεινε αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη. Κρίνω ότι ήταν σαφείς, ειλικρινείς, ευθείς και μάρτυρες της αλήθειας. Ως εκ των πιο πάνω οι Μ.Ε.1, 2και 3 κρίνονται αξιόπιστοι σε όλη την έκταση της μαρτυρίας τους. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι τράπεζα η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, η οποία έτυχε συγχωνεύσεων και αλλαγής ονομασίας ως φαίνεται από το Τεκμήριο
- Δυνάμει γραπτή σύμβασης δανείου ημερομηνίας 26.4.2010, αποδεχόμενο το Δικαστήριο την εξήγηση που έδωσε η Μ.Ε.1, Τεκμήριο 2, την οποία υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις σε δάνειο ύψους €162.000 σε αυτούς, ενώ στις 26.4.2010 υπέγραψαν δήλωση-αποδοχή των όρων δανείου ημερομηνίας 26.4.2010 και έτυχαν επεξήγησης τα έγγραφα του δανείου από δικηγόρο ως φαίνεται από δήλωση-επεξήγηση του τελευταίου, Τεκμήριο
- Επίσης υπέγραψαν την ειδική εξουσιοδότηση στις 26.4.2010, Τεκμήριο
- Ακόμα οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν στις 26.4.2010 συμφωνία εκχώρησης Τεκμήριο 6, των δικαιωμάτων τους που εκπηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 16.12.2007, το οποίο κατατέθηκε μαζί με απόδειξη πληρωμής από το Κτηματολόγιο Λάρνακας, Τεκμήριο 7, ενώ υπέγραψαν και ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 26.4.2010, Τεκμήριο 8, ενώ οι Εναγόμενοι 3 και 4 για επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου των Εναγομένων 1 και 2 προς την Ενάγουσα υπέγραψαν σύμβαση και δήλωση υποθήκης μαζί με έγγραφο υποθήκης 6.8.2010, Τεκμήριο
- Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, όσον αφορά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν την σύμβαση δανείου, όπως και τα υπόλοιπα έγγραφα που αναφέρονται ανωτέρω, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από το δικηγόρο των Εναγομένων 1 και 2 ότι δεν ήταν η υπογραφή τους στη σύμβαση δανείου και στα άλλα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και επίσης η Μ.Ε.3 ανέφερε στη μαρτυρία της ότι ήταν η ίδια προσωπικά που είδε τους Εναγομένους 1 και 2 να υπογράφουν τα Τεκμήρια 2, 5 και 6 και το Τεκμήριο 9 τα πρόσωπα που υπέγραψαν για λογαριασμό των Εναγομένων 3 και 4 και έθεσε την υπογραφή της επί αυτών ως μάρτυρας των υπογραφών τους. Η Ενάγουσα με ανακοίνωση της στην Εφημερίδα «Φιλελεύθερος» στις 5.5.2011 αύξησε το βασικό επιτόκιο από 4% σε 4.25%, Τεκμήριο
- Επειδή οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν τήρησαν τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση δανείου, ήτοι την πληρωμή των δόσεων, η Ενάγουσα αφού έστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 6.6.2011 προς τους Εναγομένους 1 και 2, Τεκμήριο 11 και ακολούθως οι δικηγόροι τους τις επιστολές ημερ. 19.7.2011, Τεκμήριο 12, τερμάτισε αυτήν με επιστολή ημερομηνίας 23.1.2012, Τεκμήριο 13, προς τους Εναγομένους 1 και 2 με κοινοποίηση-ενημέρωση προς τους Εναγομένους 3 και
- Στη συνέχεια επειδή οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν εξόφλησαν την οφειλή τους προς την Ενάγουσα, κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Στις 25.11.2016 η Ενάγουσα αποφάσισε τη μείωση του επιτοκίου σε 6.5%, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, η οποία έγινε δυνάμει του Τεκμηρίου 15, που αποτελεί την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ως ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας που επιβεβαίωσε με βάση την μαρτυρία της η Μ.Ε.1 η οποία είναι σύμφωνη με το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ. 9, το χρεωστικό οφειλόμενο ποσό την 1.1.2019 ανήρχετο στις €294.465,
- Οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσό μετά την καταχώρηση της αγωγής. Σ΄ ότι αφορά την Ανταπαίτηση ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτή παρέμειναν μετέωροι και χωρίς να υποστηρίζονται από αποδεικτικά στοιχεία. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των θεμάτων με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως αυτοί εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και τις θέσεις τους που προωθήθηκαν με την γραμμή που ακολούθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και τις εισηγήσεις όπως αυτές εκφράστηκαν με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών, έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων και τις υποθέσεις Μαρσέλ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερ. 17.10.2014 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση Αρ. 398/2011, ημερ. 12.2.2018. Σύμφωνα με την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ 829, σε περιπτώσεις, όπως η υπό κρίση υπόθεση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τέσσερα: Α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ μαζί με τους όρους του. Β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. Γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και Δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Α), ήτοι η σύμβαση δανείου, από το Τεκμήριο
- Επίσης έχει αποδειχθεί το στοιχείο (Β), δηλαδή η παράβαση όρου σύμβασης, αφού δεν τηρούνταν οι όροι αυτής, δηλαδή δεν πληρώνονταν οι δόσεις, καθώς και το στοιχείο (Γ), ήτοι ο τερματισμός του λογαριασμού όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 13, το οποίο ο δικηγόρος των Εναγομένων 1 και 2 δεν το αμφισβήτησε. Συγκεκριμένα η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι συντάχθηκε από αυτή, ελέγχθηκε από δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα και αποστάληκε η συγκεκριμένη επιστολή στους Εναγομένους 1 και 2, Τεκμήριο
- Επί αυτού αναφέρεται, σύμφωνα και με την μαρτυρία της Μ.Ε.2, ως εξάγεται, αφού δεν αντεξετάστηκε επί τούτου, ότι δεν επιστράφηκε. Η μη επιστροφή των επιστολών συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχε παραδοθεί στα πρόσωπα που απευθυνόταν, βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670, Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 και Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059. Το βάρος απόδειξης ότι δεν παραλήφθηκαν αντιστρέφεται και είναι οι Εναγόμενοι που επικαλούνται τη μη παραλαβή της που πρέπει πλέον να αποδείξουν ότι δεν έλαβαν την επιστολή, πράγμα που δεν συνέβη εδώ. Επίσης το τελευταίο στοιχείο που παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο πληρείται είναι το στοιχείο (Δ), δηλαδή αν αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16 ως η δήλωση του δικηγόρου της. Τούτο έχει δύο πτυχές. Πρώτο, αν αυτό αποτελεί απότοκο παραβίασης της νομοθεσίας αφού προβάλλεται ο ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ότι η σύμβαση δανείου δεν έγινε σύμφωνα με τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Ν.39(Ι)/2001 και ως εκ τούτου είναι άκυρη και δεύτερο, όποιο και να είναι το οφειλόμενο ποσό, αποδείχθηκε με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Θα έλεγα σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για παραβίαση της νομοθεσίας στη σύμβαση δανείου, δεν υπήρχε καμιά παραβίαση γιατί η Ενάγουσα ενήργησε, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, αφού οι Εναγόμενοι 1 και 2 επέλεξαν με ελεύθερη βούληση να προβούν στη σύμβαση δανείου αφού φαίνεται ότι κατανόησαν τους όρους αυτής και υπέγραψαν σχετική δήλωση-αποδοχή αλλά τους έγινε και επεξήγηση από δικηγόρο της σύμβασης δανείου και των άλλων εγγράφων. Επίσης, όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης ουδεμία ερώτηση ή υποβολή απεύθυνε ο δικηγόρος των Εναγομένων προς τους Μ.Ε.1, 2 και 3 με την οποία να υποδεικνύει συγκεκριμένα σημεία παράβασης της σύμβασης δανείου εκ μέρους της Ενάγουσας ή της νομοθεσίας και ποιος όρος ή ποια χρέωση είναι παράνομη υπό το πρίσμα της νομοθεσίας ή της σύμβασης δανείου. Απλή άρνηση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης, που περιλαμβάνονται στους ισχυρισμούς των παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι οποίοι στη συνέχεια δεν προωθήθηκαν με ανάλογες υποβολές ή ερωτήσεις με αντεξέταση των Μ.Ε.1, 2 και 3, έτσι ώστε από τη μία να τεθεί η θέση της Υπεράσπισης και συνάμα να αμφισβητηθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας και από την άλλη να δοθεί η ευκαιρία στους Μ.Ε.1, 2 και 3 να απαντήσουν εκ μέρους της Ενάγουσας, δεν αρκεί για να τεθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας υπό αμφισβήτηση. Μάλιστα, παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτή γίνεται αποδεκτή, βλ. υπόθεση Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 ΑΑΔ 1147 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2010)1 ΑΑΔ 128. Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785 λέχθηκαν τα εξής: «Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Βrowne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App. R. 202 ). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69).» Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάσει ισχυρισμούς που δεν προβάλλονται ή δεν προωθούνται κατά την ακροαματική διαδικασία. Παρόλο που υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι αυτοί απορρίπτονται, αλλά και με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 16, ζητείται μόνο ο τόκος επί του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού, εξετάζοντας τις θέσεις αυτές διαπιστώνεται ότι στους όρους της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 2, προβλέπονται οι χρεώσεις για οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο, μεταξύ των οποίων το επιτόκιο καθώς και άλλες επιβαρύνσεις. Σε άλλους δε όρους του Τεκμηρίου 2 προβλέπεται το δικαίωμα της Ενάγουσας να τερματίσει τη σύμβαση δανείου και να καθιστά το οποιοδήποτε υπόλοιπο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό και σε περίπτωση μη εξόφλησής του να απαιτήσει τούτο δικαστικά. Δεν υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση ποιά χρέωση από αυτές που καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 16, επιβλήθηκε κατά παράβαση είτε της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 2, είτε κάποιας από τις σχετικές νομοθεσίες ή ποιος όρος της σύμβασης δανείου, Τεκμήριο 2, είναι αντίθετος ή κατά παράβαση του Περί Καταναλωτικής Πίστης Ν.39(Ι)/2001. Στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντιληφθεί από το Τεκμήριο 16, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του ειδικό, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που σχετίζονται με διάφορες επιβαρύνσεις πλην των σχετικών με τον τόκο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χρήστος Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059 και Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010 ημερομηνίας 08/07/2014, στις οποίες ηγέρθησαν, μεταξύ άλλων, παρόμοια θέματα, που αναφέρονται ανωτέρω, από την Υπεράσπιση, τα οποία απορρίφθηκαν. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Χριστίνα Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση 263/2010 ημερομηνίας 05/05/2015. Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται και αυτή η θέση. Όσον αφορά την άλλη πτυχή του στοιχείου (Δ), η Μ.Ε.1, η οποία κατέθεσε το Τεκμήριο 15 και η οποία δεν έγινε με βάση το άρθρο 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, Τεκμήριο 16, ανέφερε στη δήλωση-κατάθεσή της ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 15, η οποία αρχίζει από την ημέρα ανοίγματος του λογαριασμού και/ή εκταμίευσης του ποσού του δανείου και φτάνει μέχρι τις 31.12.2018, ότι αυτές αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας και παράχθηκαν, ως εξάγεται από τις παραγράφους 18 και 19 της δήλωσης-κατάθεσης της Μ.Ε.1, Έγγραφο Α, σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρεται ρητά στη δήλωση-κατάθεση της Μ.Ε.1 ότι, (α) η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο15, αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9), (β) ότι η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της (άρθρο 22
(2)του Κεφ. 9), (γ) ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της (άρθρο 22
(2)του Κεφ.9) και (δ) ότι το Τεκμήριο15 έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό (άρθρο 22
(3)του Κεφ.9), το οποίο μάλιστα αποτελεί επιτακτική ανάγκη για απόδειξη του οφειλομένου υπόλοιπου ποσού, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αντίγραφο της καταχώρησης, στην περίπτωσή μας το Τεκμήριο 15, ως απόδειξη. Όμως η Ενάγουσα δεν επέμενε στο ποσό που φαίνεται στο Τεκμήριο 15, αλλά ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 16, επί τη βάσει του Τεκμηρίου 15, μείωσης του ποσού, του Τεκμηρίου 15, για το οποίο ουδεμία αμφισβήτηση χωρεί, με βάση τα όσα ανάφερε ο Μ.Ε.1, ότι εκπληρώθηκαν όλα τα πιο πάνω. Επομένως, ως εκ των πιο πάνω, η Ενάγουσα απέδειξε το οφειλόμενο ποσό προς αυτήν από τους Εναγόμενους 1 και
- Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Όσον αφορά την Ανταπαίτηση αφού αυτή δεν υποστηρίχθηκε από οιανδήποτε μαρτυρία και ενόψει των ως άνω ευρημάτων του Δικαστηρίου αυτή παρέμεινε ανυποστήρικτη και έκθετη σε απόρριψη και ως εκ τούτου αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, ομού και κεχωρισμένα, για το ποσό των €294.465,94 με τόκο 6,50% από 1.1.2019 ετησίως μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 30/6/ και 31/12/ εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδονται Διατάγματα ως η παράγραφος 16 Β(α), (β), (γ), (δ), (ε) και (η) της αξίωσης, πλέον έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ομού και κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, ομού και κεχωρισμένα. Στο βαθμό που είναι κοινά με την απαίτηση θα είναι ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ...................................... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο