Aναφορικά με την εταιρεία EFTHEO (DEVELOPERS) LTD ν. Αναφορικά με αίτηση του Ερωτοκρίτου, Γενική Αίτηση: 2/2017, 29/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A259 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 2/2017 Aναφορικά με την εταιρεία EFTHEO (DEVELOPERS) LTD -και- Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο - Κεφ. 113 -και- Αναφορικά με αίτηση του xxxxx Ερωτοκρίτου - Ημερομηνία: 29/8/2019. Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Η κα. Γ. Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ'ής η αίτηση: Η κα. Χ. Βασιλείου για Πελεκάνος & Πελεκάνος ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αίτηση ανήκει στην κατηγορία των πρωτογενών αιτήσεων που είναι γνωστές και ως 'Petitions'. Μέσα στα πλαίσια αυτής ο XXXXX Παναγιώτου (στο εξής «ο αιτητής»), μέτοχος σε ποσοστό 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας EFTHEO (DEVELOPERS) LTD (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση»), αξιώνει από το Δικαστήριο τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Όπως η καθ' ης η αίτηση διαλυθεί από το Δικαστήριο με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, άρθρο 211(στ). Β. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι υπάρχει αδιέξοδο στην καθ' ης η αίτηση τόσο στη Γενική Συνέλευση όσο και στο Διοικητικό Συμβούλιο Γ. Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, στα άρθρα 202, 209, 210, 211(στ), 212, 213, 214
(1)και
(2), 226, 286 και 292, στους περί Εταιρειών Θεσμών «Companies Rules», Θεσμοί 1,2,3,4 και 5, στα Companies (Winding-up) Rules 1949 της Αγγλίας, Καν.26 και 27, και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας αναφέρονται στο σώμα της αίτησης και στηρίζονται σε ισχυρισμούς γεγονότων που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Δεν θα αναφέρω αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους ζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας, εφόσον αυτοί επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοψίζεται αμέσως κατωτέρω. Επί της ουσίας η αίτηση εκκαθάρισης ζητείται στη βάση του ότι η καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να λειτουργήσει και βρίσκεται σε πλήρες αδιέξοδο λόγω έλλειψης επικοινωνίας των μετόχων της. Ο αιτητής, μέσω της ένορκης του δήλωσης, ισχυρίζεται τα ακόλουθα:
- Ο ίδιος είναι Μέτοχος και Διοικητικός Σύμβουλος στην καθ' ης η αίτηση. Αρχικοί μέτοχοι της καθ' ης η αίτηση ήταν οι XXXXX Ερωτοκρίτου, XXXXX Ερωτοκρίτου, XXXXX Ερωτοκρίτου και XXXXX Ερωτοκρίτου.
- Ακολούθως οι μετοχές της καθ' ης η αίτηση μεταβιβάστηκαν, δια δωρεάς, κατά 50% έκαστος στον αιτητή και στο XXXXX Ε. Ερωτοκρίτου παιδιά των αρχικών μετόχων (Τεκμήριο Α).
- Διευθυντές της καθ' ης η αίτηση παρέμειναν οι Ευγένιος Ερωτοκρίτου και Ερωτόκριτος Ερωτοκρίτου, ο τελευταίος οποίος είναι και ο γραμματέας της.
- Μοναδική περιουσία της καθ' ης η αίτηση ήταν ένα οικιστικό τεμάχιο στην Αραδίππου, το οποίο μεταβιβάστηκε σε αυτήν από τον XXXXX και XXXXX Ερωτοκρίτου. Εντός του ακινήτου έχουν ανεγερθεί 3 πολυκατοικίες των 9 διαμερισμάτων η καθεμιά.
- Έχουν πωληθεί τα 18 διαμερίσματα και έχουν παραμείνει απούλητα
- Για την ανέγερση των διαμερισμάτων η καθ' ης η αίτηση δανειοδοτήθηκε από τραπεζικό πιστωτικό ίδρυμα και το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται σε €570.
- Οι σημερινές αξίες των διαμερισμάτων υπερβαίνουν το €1.000.
- Από τις αρχές της ανέγερσης των διαμερισμάτων οι XXXXX και XXXXX Ερωτοκρίτου και ακολούθως ο υιός τους XXXXX Ερωτοκρίτου δημιουργούσαν συνεχώς προβλήματα στη λειτουργία της καθ' ης η αίτηση εφόσον αρνούνταν να συνεργαστούν, δεν συμφωνούσαν στη σύγκληση συνελεύσεων για έγκριση λογαριασμών, δεν συναινούσαν στη σύγκληση συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου για λήψη αποφάσεων για αξιοποίηση των διαμερισμάτων που απέμειναν καθώς και για τη διευθέτηση του υπολοίπου του υφιστάμενου δανείου. Έχουν λάβει δε κατοχή αυθαίρετα ενός διαμερίσματος και το κατέχουν σαν δική τους περιουσία και αρνούνται την πώληση διαμερισμάτων όταν είχε εξευρεθεί αγοραστής, προφασιζόμενοι ότι η τιμή πώλησης ήταν χαμηλή. Όταν πρόσφατα έγινε προσπάθεια ενοικίασης ενός διαμερίσματος ο XXXXX Ερωτοκρίτου επιτέθηκε στον XXXXX Ερωτοκρίτου. Αρνούνται δε να υπογράψουν οποιουσδήποτε λογαριασμούς, αρνούνται να πληρώσουν οτιδήποτε για τα έξοδα της εταιρείας με αποτέλεσμα η πλευρά του Αιτητή να αναγκασθεί να ενοικιάσει τέσσερα διαμερίσματα για να υπάρχει αναγκαίο εισόδημα για τα επείγοντα έξοδά της.
- Ενόψει των πιο πάνω το δάνειο δεν εξυπηρετείται με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος αυτό να υπερβεί την αξία των διαμερισμάτων και να απωλεσθεί η περιουσία της καθ΄ ης η αίτηση. Επίσης οι λογαριασμοί και οι ετήσιες εκθέσεις δεν μπορούν να αποσταλούν στο Φόρο Εισοδήματος και στον Έφορο Εταιρειών με αποτέλεσμα τον κίνδυνο διαγραφής της καθ΄ ης η αίτηση. Οι μέτοχοι και οι διευθυντές της εταιρείας αδυνατούν να συνεννοηθούν και να συμφωνήσουν σε οποιαδήποτε απόφαση ώστε η καθ' ης η αίτηση να ορθοποδήσει και να επιβιώσει με αποτέλεσμα να απειλείται με ολοκληρωτική καταστροφή. Λόγω ισοψηφίας τόσο των διευθυντών όσο και των μετόχων και της πλήρους έλλειψης συνεννόησης μεταξύ τους είναι αδύνατο να λειτουργήσει η καθ' ης η αίτηση με αποτέλεσμα οι μέτοχοι να υποστούν τεράστια ζημιά και απώλεια. Οι υπόλοιποι διευθυντές και μέτοχοι δεν αποδέχονται καμία λογική εισήγηση για αξιοποίηση των διαμερισμάτων.
- Ο ίδιος είναι συνεισφορέας της Καθ΄ ης η αίτηση αφού σε περίπτωση διάλυσής της θα παραμείνει η αξία για την Καθ΄ ης η αίτηση αφού η αξία των διαμερισμάτων που απέμεινε είναι στο παρόν στάδιο ουσιαστικά υψηλότερη των υποχρεώσεων της Καθ΄ ης η αίτηση.
- Είναι φανερό ότι με βάση τα πιο πάνω η εμπιστοσύνη μεταξύ των μετόχων - Διοικητικών Συμβούλων έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό που είναι ορθό και δίκαιο όπως η Καθ΄ ης η αίτηση εκκαθαριστεί. Υπάρχει επίσης αδιέξοδο στην διαχείριση των υποθέσεων της. Πρόσφατα ο αιτητής απέστειλε επιστολή ημερ. 5.12.16 (Τεκμήριο Β) προς την οποία δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση για συνεργασία. Ενόψει των πιο πάνω είναι η θέση του όπως εκδοθεί διάταγμα ή θεραπεία με βάση το άρθρο 202 ή όπως η Καθ΄ ης η αίτηση διαλυθεί δυνάμει του άρθρου 211(στ). (Β) ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΘ'Σ Η ΑΙΤΗΣΗ Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση η οποία με σχετική ειδοποίηση που καταχώρησε ήγειρε τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
(1)Ο αιτητής δεν δύνανται βάση της σχετικής Νομοθεσίας να αξιώνει ταυτόχρονα και εναλλακτικά εκκαθάριση και ή διάλυση και ή εκκαθάριση γιατί η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της καθότι πρόκειται για διαφορετικές διαδικασίες και η διατύπωση και το αποτέλεσμα της μιας διαδικασίας από την άλλη διαφέρει.
(2)Η αίτηση εκκαθάρισης προηγείται της αίτησης διάλυσης, αφού ο εκκαθαριστής θα αναλάβει την διάλυση άρα ο αιτητής δεν δύναται να αιτείται διάλυση στο αιτητικό Α της αίτησης ημερ. 04.01.17 αλλά και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει στις παραγράφους 2, 17 και 24.
(3)Ο Αιτητής λανθασμένα αναφέρεται σε αίτηση διάλυσης αντί για εκκαθάρισης, και στην Ένορκη Δήλωση καθώς και στην αίτηση του αναφέρει ότι η εταιρεία είναι ορθό και δίκαιο να διαλυθεί αντί να εκκαθαριστεί ως είναι ορθό επειδή σκοπός του είναι η διάλυση της εταιρείας και η απονομή των εκκαθαρισμένων περιουσιακών της στοιχείων και όχι το γεγονός ότι πλήττονται τα δικαιώματα του ως μετόχου.
(4)Στην αίτηση έπρεπε απαραίτητα να ονομάζεται ο εκκαθαριστής και θα έπρεπε να επισυνάπτετο συγκατάθεση του εάν επιθυμεί να διορισθεί.
(5)Η αίτηση είναι παράτυπη και δεν δύναται να προχωρήσει ως έχει, λόγω ουσιώδους λάθους του αιτητή, ο οποίος δεν τεκμηριώνει με γεγονότα την καταπίεση του από την πλειοψηφία των μετόχων στρεφόμενη ουσιαστικά εναντίον του Διευθυντή XXXXX Ερωτοκρίτου, ο οποίος και δεν είναι μέτοχος.
(6)Ο αιτητής δεν είναι μειοψηφώντας μέτοχος αφού κατέχει 50% του μετοχικού κεφαλαίου της και επομένως έχει ίδιο αριθμό ψήφων στη Γενική Συνέλευση με τον μέτοχο XXXXX Ερωτοκρίτου ο οποίος θα έπρεπε να εμφαίνεται και στον τίτλο της Αίτησης ως Καθ΄ου η αίτηση 1.
(7)Ολόκληρη η αίτηση του αιτητή βασίζεται στους ισχυρισμούς του, ότι ο Διευθυντής XXXXX Ερωτοκρίτου δεν διευκολύνει την ομαλή λειτουργία της Εταιρείας και ή αντίκειται στις μονομερείς αποφάσεις του Διευθυντή XXXXX Ερωτοκρίτου την ίδια στιγμή που ο αιτητής και ή Διευθυντής ο XXXXX Ερωτοκρίτου έχουν τον οικονομικό έλεγχο της εταιρείας και δικαίωμα υπογραφής στις Τράπεζες και επιφυλάσσεται να προσάγει σχετική μαρτυρία κατά τη δικάσιμο.
(8)Τα γεγονότα που περιγράφονται στην αίτηση καθώς και στην ένορκη δήλωση αφορούν αποκλειστικά δυσλειτουργικότητα στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και ή αφορούν αποκλειστικά αποφάσεις της εταιρείας σχετικά με τη διαχείριση των εργασιών της και αποφάσεις διαχείρισης της περιουσίας της εκ του Διοικητικού Συμβουλίου και ουδεμία νύξη υπάρχει η οποία αφορά καταπιεστική συμπεριφορά από τους μετόχους τους ήτοι από τη Γενική Συνέλευση της οποίας οι αρμοδιότητες και ή εργασίες και ή καθήκοντα ουδόλως εμπίπτουν επί των εργασιών που περιγράφονται στα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση.
(9)Περαιτέρω η αίτηση είναι παράτυπη και θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν γίνεται καμία αναφορά στις μετοχές της πλειοψηφίας ότι εμπλέκονται στις ισχυριζόμενες καταπιέσεις και καταπιέζουν, με ποιο τρόπο και αν η καταπίεση είναι συνεχιζόμενη.
(10)Παραπλανητικά και κακόβουλα ο αιτητής δεν αξιοί από το Δικαστήριο εναλλακτικές θεραπείες αλλά ζητά την διάλυση της εταιρείας με απώτερο σκοπό την διάθεση των εκκαθαρισμένων περιουσιακών της στοιχείων για προσωπικούς λόγους και ή για λόγους που δεν αφορούν τα γεγονότα που επικαλείται στην αίτηση.
(11)Ο αιτητής έχει θεραπεία άλλη από τη διαδικασία διάλυσης και ή εκκαθάρισης της εταιρείας υπό του άρθρου 5(α-ι) του Καταστατικού της εταιρείας καθώς και των άρθρων 178 και 202 του Περί Εταιρειών Νόμου και των κανονισμών περί εταιρειών ήτοι την Σύγκλιση Γενικής Συνέλευσης με σκοπό την παύση των εκατέρωθεν Διευθυντών και τον διορισμό άλλων με σκοπό την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών της και ή την εξαγορά των μετοχών του.
(12)Ο αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα και να πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι ο Διευθυντής και Γραμματέας της εταιρείας XXXXX Ερωτοκρίτου είναι πατέρας του αιτητή ο οποίος επαγγέλλεται λογιστής και έχει απόλυτο έλεγχο στην οικονομική διαχείριση της εταιρείας της οποίας τηρεί τους λογαριασμούς καθώς και είναι υπογράφων στις τράπεζες.
(13)Η θέση του Αιτητή δεν του επιτρέπει να ισχυρίζεται καταπίεση και προσβολή των δικαιωμάτων του ως συνεισφορέα εφόσον οι μετοχές έγιναν γονική παροχή και ουδεμία συνεισφορά έγινε από τον αιτητή. Συνεπώς ο αιτητής επιθυμεί ρευστοποίηση της Εταιρείας αντίθετα με τα συμφέροντα της γιατί θεωρεί την κατοχή των μετοχών της ασύμφορη.
(14)Ενώ στο άρθρο 202 υπάρχουν άλλες εναλλακτικές θεραπείες για την λειτουργία της εταιρείας, ο Αιτητής προτίμησε την θεραπεία της διάλυσης (εκκαθάρισης), η οποία δεν μπορεί να εφαρμοσθεί γιατί είναι απαραίτητο η αίτηση να κριθεί σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας και σαφώς κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα έκρινε υπό τις περιστάσεις ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί επειδή ο Αιτητής κληρονόμησε μετοχές της εταιρείας και όχι εκκαθαρισμένα ποσά και συνεπώς αποζητά λόγους ρευστοποίησης.
(15)Ο αιτητής παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι η πραγματική αιτία υποβολής της αίτησης δεν ήταν οι λόγοι στους οποίους προβαίνει σε αναφορά αλλά η ύπαρξη οικονομικής κρίσεως η οποία ωθεί τον Αιτητή να ρευστοποιήσει και ή να διαχειριστεί αποκλειστικά την ακίνητη και ή κινητή περιουσία την οποία κληρονόμησε.
(16)Η αίτηση ως έχει, αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και είναι νομικά αβάσιμη, κακόβουλη και δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εταιρείας αλλά του αιτητή.» Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Ερωτοκρίτου, ο οποίος ισχυρίζεται τα ακόλουθα:
- Είναι μέτοχος σε ποσοστό κατά 50% του μετοχικού κεφαλαίου της καθ΄ ης η αίτηση κατέχοντας 2.500 συνήθεις μετοχές των €1,
- Ο ίδιος ουδέποτε ειδοποιήθηκε για δυσλειτουργία στις υποθέσεις της καθ΄ ης η αίτηση συνεπεία ασυνεννοησίας του Δ.Σ. ούτε ειδοποιήθηκε για σύγκλιση οποιασδήποτε Γενικής Συνέλευσης. Ο Αιτητής παρέλειψε να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων προκειμένου να εγείρει την ισχυριζόμενη καταπίεση ούτε και πρότεινε οποιοδήποτε ψήφισμα για αλλαγή διευθυντών. Ο λόγος που δεν το έπραξε ήταν γιατί πρόθεση του αιτητή ήταν η ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της καθ΄ ης η αίτηση. Ο αιτητής δεν είναι μειοψηφών μέτοχος αφού κατέχει ίσο κεφάλαιο με το δικό του.
- Επιπρόσθετα ο αιτητής δεν μπορεί να αξιώνει ταυτόχρονα και εναλλακτικά εκκαθάριση και διάλυση καθώς και εκκαθάριση γιατί η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη λόγω του ότι πρόκειται για διαφορετικές διαδικασίες. Με αυτόν τον τρόπο φαίνεται και η κακοβουλία του Αιτητή ο οποίος χρησιμοποιεί διαζευκτικές νομικές βάσεις για να πετύχει τον σκοπό του που δεν είναι άλλος από τη ρευστοποίηση της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση και την διανομή της στους μετόχους. Ο αιτητής λανθασμένα αναφέρεται σε αίτηση διάλυσης αντί εκκαθάρισης.
- Επιπρόσθετα ενώ στο άρθρο 202 υπάρχουν άλλες εναλλακτικές θεραπείες για την λειτουργία της εταιρείας η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί γιατί κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα έκρινε υπό τις περιστάσεις ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί απλά και μόνο για να λάβει εκκαθαρισμένο μέρισμα ο αιτητής.
- Επιπρόσθετα ο αιτητής δεν τεκμηριώνει με γεγονότα την καταπίεση του από την πλειοψηφία των μετόχων η οποία στρέφεται ουσιαστικά εναντίον του Διευθυντή XXXXX Ερωτοκρίτου, για ασυνεννοησία, ο οποίος δεν είναι μέτοχος. Ολόκληρη η αίτηση του αιτητή βασίζεται σε ισχυρισμούς του, ότι ο διευθυντής της καθ' ης η αίτηση δεν διευκολύνει την ομαλή της λειτουργία, την ίδια στιγμή που ο αιτητής και ο διευθυντής της XXXXX Ερωτοκρίτου έχουν τον οικονομικό έλεγχο της, δικαίωμα υπογραφής στις Τράπεζες και τη σύνταξη των ετήσιων λογαριασμών της.
- Επίσης τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση αφορούν αποκλειστικότητα δυσλειτουργία στο Διοικητικό Συμβούλιο της καθ' ης η αίτηση και αφορούν αποφάσεις της εταιρείας από το Διοικητικό της Συμβούλιο και ουδεμία νύξη υπάρχει στην ένορκη δήλωση του αιτητή η οποία να αφορά καταπιεστική συμπεριφορά από τον ίδιο. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι ο αιτητής έχει εναλλακτική θεραπεία από την αίτηση διάλυσης που δεν είναι άλλη από την Σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης με σκοπό την παύση των υφιστάμενων Διοικητικών Συμβούλων και τον ορισμό νέων.
- Τέλος είναι η θέση του ότι ο αιτητής παρέλειψε να πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι ένας εκ των διευθυντών ο οποίος είναι και πατέρας του έχει τον απόλυτο έλεγχο στην οικονομική διαχείριση της εταιρείας καθώς και είναι ο υπογράφων στις Τράπεζας. Ούτε και η θέση του αιτητή δεν του επιτρέπει να ισχυρίζεται καταπίεση και προσβολή των δικαιωμάτων του ως συνεισφορέα εφόσον οι μετοχές αποκτήθηκαν δια δωρεάς και ουδεμία συνεισφορά έγινε από τον ίδιο. ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Πριν τον ορισμό της παρούσας υπόθεσης για Ακρόαση το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στους ευπαίδευτους συνηγόρους του αιτητή όπως η παρούσα αίτηση δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και σε μία παγκύπρια εφημερίδα ημερήσια κυκλοφορίας. Η αιτήτρια συμμορφώθηκε με τις οδηγίες του Δικαστηρίου στις 30/6/2017 και 23/6/17 αντιστοίχως, καταχωρώντας προς τούτο σχετική ένορκη δήλωση. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων αλλά και μέσω των γραπτών αγορεύσεων που αμφότερες οι πλευρές καταχώρισαν, επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους και παραπέμποντας το Δικαστήριο στην σχετική επί του θέματος νομολογία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ουδείς ενόρκως δηλών αντεξετάσθηκε από την άλλη πλευρά. Τα όσα και οι δύο πλευρές ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν μελετηθεί με προσοχή και αναφορά σε αυτά θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η νομολογία και τα συγγράμματα ξεκαθαρίζουν ότι τέτοιου τύπου αιτήσεις, όπως η παρούσα, εκδικάζονται όπως οι λοιπές πρωτογενείς αιτήσεις, δηλαδή μέσω ενόρκων δηλώσεων με δικαίωμα, βεβαίως, αντεξέτασης (Odger's Principles of Pleading and Practice, σελίδες 321 έως και 323 και Κασπαρής
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ 2476). Αξίζει να σημειωθεί ότι η ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση μέσω σχετικής δήλωσης της προς το Δικαστήριο αλλά και όπως εξάλλου καταγράφεται στην γραπτή της αγόρευση, δήλωσε ότι η καθ' ης η αίτηση θα προωθήσει μόνο τους λόγους ένστασης υπ' αριθμό 10,11,15 και
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία προς τον σκοπό εξέτασης της υπόθεσης αυτής, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 209[1] του περί Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν/14/
- Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται ισχυρισμός από πλευράς αιτητή (βλέπε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αιτητή), γεγονός το οποίο έχει παραμείνει αναντίλεκτo, ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση βρίσκεται στην οδό Ιωάννου Χακκέτ 44, Merica Court, Floor 2, Flat 1,
- Προβάλλεται, επίσης, ισχυρισμός, ότι, το ονομαστικό κεφάλαιο της καθ' ης η αίτηση είναι Λ.Κ. 5.000 διαιρεμένο σε 5.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1.
- Οι ισχυρισμοί αυτοί του αιτητή προσδίδουν δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο. (Αίτηση Αρ. 42/16, Αναφορικά με την Πρίνος Λαχαναγορά Λτδ, ημερομηνίας 30/03/2016). Σημειώνω εξ αρχής ότι ο όρος «διάλυση» που χρησιμοποιείται στο αιτητικό «(Α)» δεν είναι κατάλληλος όρος εφόσον η αίτηση εδράζεται στο Άρθρο 211 (στ) του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο ρυθμίζει την περίπτωση «εκκαθάρισης» και όχι «διάλυσης» εταιρείας. Η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ενεργοποιεί τη διαδικασία συγκέντρωσης και προστασίας των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ενώ η αίτηση διάλυσης (dissolution) εταιρείας εδράζεται κανονικά στο άρθρο 260 του ιδίου Νόμου και συνεπάγεται την οριστική διάλυση της εταιρείας (Genemp Trading Ltd v Marfin Popular Bank Public Co. Ltd., Πολιτική Έφεση 354/2008, απόφαση ημερ. 29.12.2009). Η διάλυση της καθ' ης εταιρείας, υπό την ορθή έννοια του όρου, δεν είναι το ζητούμενο της αίτησης ως επεξηγείται στο σώμα της, καθώς και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Ό,τι ζητείται είναι ουσιαστικά η εκκαθάριση της εταιρείας για τον λόγο που καλύπτει το άρθρο 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου. Η όλη εκδίκαση της αίτησης, περιλαμβανομένης της ένστασης που καταχωρήθηκε από την καθ' ης, των θέσεων που αναπτύχθηκαν στις τελικές αγορεύσεις, ανταποκρίνονται στο γεγονός ότι αμφότεροι οι διάδικοι αντιλαμβάνονται πως το ζητούμενο της αίτησης είναι η εκκαθάριση εταιρείας (Ανδρεας Χατζηγιαννης v. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 991). Ως έχω προαναφέρει ο αιτητής επιζητεί την εκκαθάριση της εταιρείας στη βάση του ότι υπάρχει πλήρες αδιέξοδο στη λειτουργία της με άμεσο κίνδυνο η καθ'ής η αίτηση να υποστεί ολοκληρωτική και ανεπανόρθωτη ζημιά. Το άρθρο 213 του Κεφ.113 το οποίο ορίζει ποια πρόσωπα δικαιούνται να υποβάλλουν αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση μίας εταιρείας διαλαμβάνει ότι: «213.-
(1)Αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Την εταιρεία· (β) πιστωτή ή πιστωτές, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε ενδεχόμενων ή μελλοντικών πιστωτών· (γ) συνεισφορέα ή συνεισφορείς· (δ) σύνδικο άλλου κράτους μέλους, όπως αυτός ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του άρθρου 2 του Επίσημη Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαϊου περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας και ο οποίος διορίζεται εντός του πλαισίου δικαστικών διαδικασιών δυνάμει της παραγράφου
(1)του άρθρου 3 του Κανονισμού αυτού, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· (ε) προσωρινό σύνδικο, ο οποίος ορίζεται από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαϊου περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας· (στ) εξεταστή· (ζ) τον επίσημο παραλήπτη σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 222·.» Τα πρόσωπα, επίσης, που νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν αίτηση εκκαθάρισης προσδιορίζονται ρητά στον κανονισμό 32 των περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμών του 1949 (S.I. 1949 No.330 (L.4)) ως εξής꞉ "After the presentation of a petition for the winding up of a company by the court, upon the application of a creditor, or of a contributory, or of the company, and upon proof by affidavit of sufficient ground for the appointment of a provisional liquidator, the court, if it thinks fit and upon such terms as in the opinion of the court shall be just and necessary, may make the appointment.". Στην υπόθεση Printek Dataforms Express Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1193 λέχθηκε πως μέτοχος δεν μπορεί να αιτείται στο Δικαστήριο την εκκαθάριση της εταιρείας. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Αυτό με οδηγεί στο δεύτερο λόγο για τον οποίο το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί εφόσον ο Κανονισμός 32 προνοεί ότι το διάταγμα εκδίδεται, όπως αναφέρει, ". upon the application of a creditor, or of a contributory, or of the Company, .". Στην προκειμένη περίπτωση το διάταγμα εζητήθηκε όχι με αίτημα οποιουδήποτε συνεισφορέα ή πιστωτή ή της ίδιας της εταιρείας, αλλά από μέτοχο. Και για το λόγο αυτό λοιπόν δεν υπήρχε εξουσία στο δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα και να διορίσει προσωρινό εκκαθαριστή». Ως φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση του αιτητή ο ίδιος δεν ισχυρίζεται ότι είναι πιστωτής της καθ'ής η αίτηση. Ούτε η παρούσα αίτηση καταχωρείται από την ίδια την εταιρεία αλλά μόνο από τον αιτητή. Ούτε και ο ίδιος ως μέτοχος νομιμοποιείται να καταχωρίσει την υπό κρίση αίτηση ως λέχθηκε ανωτέρω. Αντίθετα ως ισχυρίζεται και ο ίδιος η αίτηση καταχωρείται υπό την ιδιότητα του συνεισφορέα της καθ' ης η αίτηση (βλέπε παράγραφος 17 της ένορκης δήλωσης του αιτητή). Θα εξετάσω κατ΄αρχάς κατά πόσο ο αιτητής συνιστά συνεισφορέας (contributory) εντός της έννοιας του σχετικού Νόμου. Το θέμα αυτό θα με απασχολήσει πρωτίστως με δεδομένο ότι αποτελεί δικαιοδοτικό όρο η αίτηση να έγινε από πρόσωπο στο οποίο ο Νόμος αναγνωρίζει δικαίωμα καταχώρισης αίτησης εκκαθάρισης. Θα πρέπει επομένως ο αιτητής να μπορεί να καταταγεί στην έννοια του όρου contributory (συνεισφορέας), εφόσον ο αιτητής δεν αποτελεί την ίδια την εταιρεία. Από τη στιγμή που το ζήτημα αυτό αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, ως ο νόμος ορίζει, είναι άσχετο το γεγονός ότι δεν προωθείται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης από την καθ' ης η αίτηση, επί του ζητήματος αυτού. Παρά το γεγονός ότι εγέρθηκε τέτοιος λόγος ένστασης (λόγος ένστασης 13), εντούτοις δεν προωθήθηκε. Συνεπώς, ανεξάρτητα από το γεγονός αυτό, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει το ζήτημα αυτό κατά πόσο δηλαδή ο αιτητής νομιμοποιείται να καταχωρήσει τη παρούσα αίτηση και να αξιώνει την εκκαθάριση της καθ' ης η αίτηση. Σημειώνω όμως ότι το ζήτημα αυτό αναλύθηκε εκτενώς στις γραπτές αγορεύσεις αμφοτέρων των πλευρών. Ήταν συνοπτικά θέση της ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή ότι με βάση τις διατάξεις των άρθρων 213 και 205 του Κεφ.113 ο αιτητής θεωρείται συνεισφορέας στην εταιρεία. Συγκεκριμένα ο αιτητής κατέχει μετοχές της καθ' ης η αίτηση πέραν των 6 μηνών για τη διάρκεια των 18 μηνών πριν από την καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Πέραν τούτου έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η ύπαρξη πλεονάσματος στην εταιρεία και ενεργητικού το οποίου θα κατανεμηθεί στους μετόχους αφού η αξία της καθ'ής η αίτηση είναι η διπλάσια από τις οφειλές της και έτσι με τον τρόπο αυτό ο αιτητής καθίσταται συνεισφορέας της. Από την άλλη αντίθετη είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση η οποία συνοπτικά υποστηρίζει ότι ο αιτητής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί συνεισφορέας εφόσον ο ίδιος δεν δίδει οποιαδήποτε ικανοποιητικά στοιχεία ώστε να αποδείξει τον σχετικό ισχυρισμό του. Αποτελεί αναντίλεκτο και αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο αιτητής είναι μέτοχος της καθ' ης η αίτηση. Ζητούμενο εν προκειμένω είναι κατά πόσο ο αιτητής θεωρείται συνεισφορέας (contributory). Ποιος είναι συνεισφορέας, για σκοπούς που αφορούν τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 213
(1)του Κεφ. 113, ορίζεται από το Άρθρο 205 του Κεφ. 113 το οποίο ορίζει ότι είναι: «κάθε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο να συνεισφέρει στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σε περίπτωση εκκαθάρισης της, και για τους σκοπούς κάθε διαδικασίας για να αποφασιστεί, και κάθε διαδικασίας πριν από τον τελικό ορισμό των προσώπων που λογίζονται συνεισφορείς, περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι συνεισφορέας». Το άρθρο 204
(1)ρυθμίζει την ευθύνη των νυν και πρώην μελών ως συνεισφορέων σε περίπτωση εκκαθάρισης εταιρείας και ειδικότερα στην υποπαράγραφο (δ) καθορίζεται η συνεισφορά μελών εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με μετοχές. Ειδικότερα το άρθρο 204
(1)(δ) ορίζει ότι: «204.-
(1)Σε περίπτωση εκκαθάρισης εταιρείας, κάθε μέλος νυν και πρώην ευθύνεται να συνεισφέρει στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας ποσό ικανοποιητικό για την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων της, και των εξόδων, τελών και δαπανών της εκκαθάρισης και για την προσαρμογή των δικαιωμάτων των συνεισφορέων μεταξύ τους, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)και των ακόλουθων επιφυλάξεων: ................................. (δ) στην περίπτωση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, καμιά συνεισφορά δεν απαιτείται από οποιοδήποτε μέλος που υπερβαίνει το ποσό, αν υπάρχει, που δεν καταβλήθηκε για τις μετοχές σχετικά με τις οποίες ευθύνεται ως νυν ή πρώην μέλος.» Το άρθρο 205 είναι πανομοιότυπο με την αντίστοιχη αγγλική πρόνοια Section 213. Προκειμένου να θεωρηθεί ο αιτητής ως συνεισφορέας, ως αρχή θα πρέπει ο ίδιος να καθορίζει τον εαυτό του ως τέτοιο: «In general application by an alleged contributory will not be entertained unless he will admit himself to be a contributory» (Re Continental Bank Corp., Re London and Mediterranean Bank [1867] W.N. 114, Re Queen's Benefit Building Society
(1871), 6 Ch. App.815). Στην υπόθεση Χριστάκης Μιχαήλ κ.ά. v. Επίσημου Παραλήπτου κ.ά.,
(1999)1 ΑΑΔ 1033, λέχθηκε ότι: «Ο όρος «συνεισφορέας» ορίζεται στο Άρθρο 205 του Κεφ.
- Περιορίζεται σε μετόχους της εταιρείας που δεν κατέβαλαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου.» Τέτοια θέση ή τέτοιο σχετικό γεγονός, ότι δεν έχει καταβληθεί το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου, δεν έχει τεθεί από πλευράς αιτητή. Αντιθέτως, η μόνη αναφορά επί του ζητήματος αυτού και η οποία έχει παραμείνει αναντίλεκτη προέρχεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Ερωτοκρίτου, ο οποίος αναφέρει ότι «η θέση του αιτητή δεν του επιτρέπει να ισχυρίζεται καταπίεση και προσβολή των δικαιωμάτων του ως συνεισφορέα εφόσον οι μετοχές έγιναν γονική παροχή και ουδεμία συνεισφορά έγινε από τον αιτητή, αντίθετα έλαβε δωρεάν μετοχές.» Ο τότε Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, Δικαστής Λιάτσος, στην απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Facipero Investments Limited, Αρ. Αίτησης 77/11, 16 Μαΐου 2011, την οποία υιοθετώ πλήρως και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, αποφάσισε ότι μέτοχος ο οποίος δεν συγκαταλέγεται εντός του εύρους του άρθρου 205 του Κεφ.113, αποκλείεται από την προώθηση αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 211 του Κεφ.
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Το άρθρο 213
(1)του Κεφ. 113 ξεκάθαρα παραθέτει τον περιορισμένο κύκλο προσώπων τα οποία δικαιούνται, δυνάμει των προνοιών του, στην καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας. Δεν χωρεί βεβαίως αμφισβήτησης ότι οι αιτητές δεν περιλαμβάνονται στους πιστωτές της Facipero. Η ιδιότητα των μετόχων και μόνο που τους περιβάλλει - και δεδομένης της πλήρους καταβολής του μετοχικού τους κεφαλαίου - δεν τους καθιστά ούτε πιστωτές, ούτε συνεισφορείς στα πλαίσια της ερμηνείας του όρου που παρέχεται από το άρθρο 205 του ανωτέρω Κεφαλαίου.» Αιτήσεις οι οποίες γίνονται από συνεισφορείς για την εκκαθάριση της εταιρείας είναι σπάνιες και γίνονται σε εξαιρετικές περιστάσεις. Επί του σημείου αυτού, για τις εξαιρετικές δηλαδή περιστάσεις, ανάλυση γίνεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση, 1968, όπου στη σελίδα 743-744 καταγράφονται τα ακόλουθα (η υπογράμμιση δική μου): «Contributory's petition Such petitions are comparatively rare; for the Act establishes a domestic tribunal as between the members and the company, and thus enables the members themselves, by passing the requisite resolutions, to determine whether the court shall be asked to make a compulsory order (s.278). Accordingly, a contributory, to obtain a order, must make out a special case, which will usually be founded on the 'just and equitable' ground. .................................................................... The object of these provisions is to prevent a person buying shares in order to qualify himself to wreck a company. 'Held' means standing in the name of the contributory petitioner. .................................................................... As a general rule the court will not make a winding-up order on the petition of a contributory whose shares are fully paid unless he shows, on the face of his petition, a prima facie probability that the company is solvent and that there will be a substantial surplus of assets available for distribution among the shareholders; otherwise he has no tangible interest in the winding up. This is so despite the provisions of sections 224
(1)and 225
(1), and it follows that such a contributory cannot petition for a winding up on the grounds that the company is unable to pay its debts. Where, however, a petition is founded on section 222 (f) and alleges that the company has failed to supply accounts and information, with the consequence that the petitioner is unable to tell whether or not there will be surplus assets, or where the petition alleges that the affairs of the company require investigation in respects which are likely to produce such a surplus, the requirement does not apply. But it is so no exception to the rule that the company's affairs require investigation in order tο protect the interests of the creditors alone, nor that the company is in substance partnership. The rule does not appear to apply to a petition by the holder of partly paid shares, since his position may be prejudiced if the company continues to trade at a loss.» Είναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω, ότι ούτως ή άλλως είναι σπάνια η προώθηση τέτοιας αίτησης από άτομο έχων την ιδιότητα του συνεισφορέα. Πόσο μάλλον η απλή ιδιότητα μετόχου, δεν θα μπορούσε να είναι κατ΄ αρχήν επαρκής προκειμένου να καταστήσει τον οποιοδήποτε μέτοχο-αιτητή ως συνεισφορέα. Ακόμα και στην εξαιρετική περίπτωση που θα μπορούσε τέτοια αίτηση να προωθείται από (μη συνεισφορέα) μέτοχο, τότε θα πρέπει να συντρέχουν τα πιο πάνω προαπαιτούμενα. Στη βάση των πιο πάνω αλλά και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Re Othery Construction Ltd
(1966)1 All ER 145, μέτοχος ο οποίος κατέχει πλήρως εξοφλημένες μετοχές, δύναται να προχωρήσει με την καταχώριση αίτησης για εκκαθάριση της εταιρείας, εφόσον προσκομίσει μαρτυρία ότι εκ πρώτης όψεως υφίσταται πλεόνασμα στην εταιρεία, το οποίο δύναται να κατανεμηθεί μεταξύ των μετόχων μετά την εκκαθάριση. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω υπόθεση: "It has long been accepted and recognised down to the present time that the rule that a contributory petitioner must show that there is a probability of a surplus is still the rule; indeed that was recognised by Pennycuick J in a case which counsel for the petitioner himself cited: Re Newman and Howard Ltd ([1961] 2 All ER 495 at p 497; [1962] Ch 257 at p 262), where the learned judge said: "There is no doubt that the general rule is as stated by the Court of Appeal in Re Rica Gol Washing Co ." and the same view was expressed by Wynn-Parry J a Judge of great experience in this branch of the law, in Re S A Hawken Ltd ([1950] 2 All ER 408 at p 411). In my judgment it still remains a rule of this court that where a fully paid shareholder petitions for compulsory winding-up he must show, on the face of his petition, a prima facie probability that there will be assets available for distribution amongst the shareholders". Στο σύγγραμμα Farrar's Company Law, 3η έκδοση, στο κεφάλαιο Shareholder Remedies, υπό τον τίτλο Procedural Matters στη σελ. 455, καταγράφονται τα ακόλουθα: «The court's answer has been that he must establish a tangible interest in the winding-up, a prima facie probability of surplus assets remaining after the creditors have been paid for distribution amongst the shareholders». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω αποσπάσματα, τόσο ο συνεισφορέας- αιτητής, όσο και ο μέτοχος που κατέχει πλήρως πληρωμένες μετοχές-αιτητής, όταν προχωρεί με αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας, θα πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο, ότι εκ πρώτης όψεως υπάρχει πλεόνασμα στην εταιρεία, ως και ότι εκ πρώτης όψεως υπάρχει πιθανότητα ύπαρξης ενεργητικού της εταιρείας (assets), το οποίο μπορεί να κατανεμηθεί μεταξύ των μετόχων. Εκ των πιο πάνω συνάγεται ότι πρόσωπο που κατέχει πλήρως πληρωθείσες μετοχές δύναται να αιτηθεί εκκαθάριση της εταιρείας, νοουμένου ότι με την αίτηση αποκαλύπτονται στοιχεία ότι από την εκκαθάριση θα προκύψει περίσσευμα υποκείμενο σε διανομή στους μετόχους. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε και στην απόφαση Αναφορικά με την εταιρεία Fecipero Investments Ltd (ανωτέρω) όπου το Δικαστήριο εξετάζοντας και την εισήγηση περί νομιμοποίησης των συγκεκριμένων μετόχων στην καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης στη βάση ισχυρισμών της αίτησης ότι «η εταιρεία έχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και σε περίπτωση διάλυσής της θα υπάρξει σημαντικό πλεόνασμα, μετά την πληρωμή των οποιωνδήποτε χρεωστών της, για διανομή στους μετόχους της...», πρόσθεσε τα εξής: «Aκόμη και η πιο πάνω καταγραφή της κυρίως αίτησης δεν υποδηλοί, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, πιθανότητα περί ύπαρξης περισσεύματος προς διανομή στους μετόχους, μετά την εξόφληση, στα πλαίσια εκκαθάρισης, των οποιωνδήποτε χρεωστών της Facipero. Τέτοια πιθανότητα που θα ήταν αρκετή για να προσδώσει νομιμοποίηση στους Αιτητές για προσφυγή τους στο Δικαστήριο και καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση. Ούτε συνιστά, στην απουσία κάποιας έστω στοιχειοθέτησής της με περαιτέρω λεπτομέρειες, θεμελίωση ενός χειροπιαστού συμφέροντος, περιεχόμενο του οποίου θα ήταν η ύπαρξη πλεονάσματος προς όφελος και των αιτητών-μετόχων.» Στο νομικό σύγγραμμα «Κυπριακό Εταιρικό Δίκαιο» του Γ.Κακογιάννη, 2001 σελίδα 167 αναφέρεται ότι: «Κατά κανόνα το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης ύστερα από αίτηση ενός συνεισφορέα εκτός αν ο συνεισφορέας ισχυριστεί και αποδείξει τουλάχιστο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ότι υπάρχουν αρκετά περιουσιακά στοιχεία για διανομή στους μετόχους. Ο λόγος είναι ότι εκτός αν υπάρχουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία ο συνεισφορέας δεν έχει συμφέρον στη διάλυση της εταιρείας. Η περίπτωση θα είναι διαφορετική όταν η αίτηση του συνεισφορέα στηρίζεται πάνω στο επιχείρημα ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία στη βάση ότι παράλειψη της εταιρείας να παραδώσει λογαριασμούς και να δώσει πληροφορίες ως προς τις υποθέσεις της του στερούν το δικαίωμα να κρίνει κατά πόσο θα υπάρξει ή όχι περίσσευμα για τους συνεισφορείς» Επανερχόμενος στην υπό κρίση υπόθεση και αφού εξέτασα την αίτηση και τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει θεωρώ ότι ο αιτητής δεν έχει δικαίωμα δικονομικής παράστασης προς το Δικαστήριο για την εκκαθάριση της Εταιρείας σε σχέση με την ιδιότητα του ως συνεισφορέας. Σε ότι αφορά την ιδιότητα του ως μέτοχος στην εταιρεία υπάρχει μόνο ο ισχυρισμός του ότι είναι μέτοχος της καθ' ης η αίτηση, κάτοχος 2.500 συνήθων μετοχών αξίας €1.
- Δεν υπάρχει, κανένας ισχυρισμός ως προς το κατά πόσο αυτές είναι πλήρως πληρωθείσες ή όχι. Ο αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω (βλέπε παράγραφο 19 της ένορκης του δήλωσης) ότι ο ίδιος είναι συνεισφορέας της καθ' ης η αίτηση «αφού σε περίπτωση διάλυσης της εταιρείας θα παραμείνει αξία για την εταιρεία, αφού η αξία των διαμερισμάτων που απέμειναν είναι στο παρόν στάδιο ουσιαστικά υψηλότερη των υποχρεώσεων της εταιρείας». Κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αρκούντως τεκμηριωμένος είναι γενικός και αόριστος. Ακόμη και αν υπήρχε ισχυρισμός ότι οι μετοχές που κατέχει ο αιτητής είναι πλήρως πληρωθείσες και πάλι, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, δεν νομιμοποιείται να καταχωρίσει την υπό κρίση αίτηση. Και τούτο γιατί δεν υπάρχει ικανή και επαρκή τεκμηρίωση είτε, σε ότι αφορά τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, είτε, σε ότι αφορά το κατά πόσο σε περίπτωση εκκαθάρισης της είναι πιθανόν ότι θα υπάρξει (μετά την πληρωμή όλων των χρεών ή και υποχρεώσεων της εταιρείας) πλεόνασμα από τα περιουσιακά της στοιχεία διαθέσιμο για διανομή μεταξύ των μετόχων της (περιλαμβανομένων δηλαδή και των αιτητριών). Δεν έχει κατατεθεί από τον αιτητή αφενός ως όφειλε οποιαδήποτε τραπεζική κατάσταση ή κάποιο αποδεικτικό στοιχείο αναφορικά με το ποια είναι τα χρέη της καθ' ης η αίτηση και αφετέρου οποιαδήποτε εκτίμηση με τα περιουσιακά της στοιχεία. Στην απουσία αυτών το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στο συμπέρασμα περί πλεονάσματος. Η αοριστία και ασάφεια των όσων ισχυρίζεται ο αιτητής ενισχύεται και από το γεγονός ότι όπως ο ίδιος αναφέρει (βλέπε παράγραφο 12α) «το δάνειο δεν εξυπηρετείται και εάν δεν υπάρξει λύση τόσο σε λίγο χρόνο θα υπερβεί την αξία των διαμερισμάτων και θα απωλεσθεί όλη η εναπομείνασα περιουσία». Επίσης στην παράγραφο 14 ο αιτητής αναφέρει ότι «τα διαμερίσματα καθημερινά χάνουν από την αξία τους και το δάνειο αυξάνεται». Σημειώνω ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωριστεί τον Ιανουάριο του 2017 και έχουν ήδη παρέλθει 2,5 χρόνια. Επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα ότι θα προκύψει οποιοδήποτε πλεόνασμα για τους μετόχους, χωρίς μάλιστα να έχει γνώση για το ποια ακριβώς είναι τα χρέη και οι υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση έναντι τρίτων προσώπων. Και κάτι εξίσου επίσης σημαντικό. Ο αιτητής δεν έχει προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία ποιο είναι το ακριβές ποσό που οφείλει να συνεισφέρει στην καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση εκκαθάρισης της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω συνεπώς, ότι στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο αφού δεν αποκαλύπτεται η νομιμοποίηση του αιτητή να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση υπό την ιδιότητα του ως συνεισφορέα. Εν κατακλείδι, με τα όσα έχει παραθέσει στο Δικαστήριο ο αιτητής, δεν τεκμηρίωσε το γεγονός ότι είναι συνεισφορέας της καθ' ης η αίτηση. Επίσης, δεν δίδει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, στοιχεία ή γεγονότα τα οποία, ελλείψει έστω αυτής του της ιδιότητας ή αναφοράς, θα μπορούσαν άλλως πως να τον κατατάξουν εντός της εμβέλειας του άρθρου
- Εφόσον, το άρθρο 213 καθορίζει περιοριστικά τα άτομα τα οποία μπορούν να προωθούν αίτημα εκκαθάρισης ως το άρθρο 211 και εφόσον ο αιτητής δεν συγκαταλέγεται σε κάποια από τις εκεί αναφερόμενες κατηγορίες και εφόσον δεν συντρέχουν ούτε και γίνεται επίκληση άλλων εξαιρετικών περιστάσεων, τότε η Αίτησή δεν θα μπορούσε να πετύχει κατ΄εφαρμογή του άρθρου 211 (στ). Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου η παρούσα αίτηση υπόκειται και σε απόρριψη και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει με επαρκή και ικανοποιητική μαρτυρία το γεγονός ότι έχει εκλείψει το υπόβαθρο της εταιρίας και ότι υπάρχει αδιέξοδο στη διαχείριση των υποθέσεων της. Το άρθρο 211(στ), το οποίο, μεταξύ άλλων, αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της παρούσας αίτησης, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν: (α) ..................................... (β) ..................................... (γ) ..................................... (δ) ..................................... (ε) .............. (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία»· (ζ) ................................... Το τι αποτελεί "δίκαιο" έχει ερμηνευθεί σε διάφορες αποφάσεις αλλά και σε διάφορα αγγλικά συγγράμματα του Αγγλικού Companies Act 1948, οι πρόνοιες του οποίου ταυτίζονται με αυτές του Περί Εταιρειών Νόμου. Στην πρωτόδικη απόφαση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΙΕΥΤΗΡΙΟΝ ΜΑΡΙΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αίτηση Εταιρειών (Petition) αρ. 16/2006, 30 Ιανουαρίου 2009 έγινε εκτενής ανάλυση της πρόνοιας του άρθρου 211(στ) την οποία και υιοθετώ πλήρως και για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Από την διατύπωση του άρθρου 211(στ) είναι φανερό ότι με αυτό εισάγονται οι αρχές του δικαίου της επιείκειας αφού χρησιμοποιούνται οι λέξεις "δίκαιο" και "επιεικές" και ότι το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται Αίτησης που στηρίζεται στο άρθρο αυτό πρέπει να λάβει υπόψη τους κανόνες επιείκειας για να κρίνει κατά πόσο είναι δίκαιο και επιεικές να διαλυθεί η Εταιρεία. Οι αρχές του δικαίου της επιείκειας εφαρμόζονται στο δικονομικό μας σύστημα βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Το εν λόγω άρθρο καθιστά εφαρμόσιμες τις αρχές της επιείκειας στο σύνολο τους, εκτός εάν υπάρχει άλλη πρόβλεψη στο νόμο. Είναι καλά εδραιωμένο ότι το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει την Αίτηση σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σ' αυτή και αποδεικνύονται κατά την ακρόαση (βλ. Fildes Bros Ltd
(1970)1 All E.R. 923). Από τις αποφάσεις Re Jermyn Street Turkish Baths Ltd
(1971)3 All E.R. 184, Re Cuthbert Cooper & Sons Ltd
(1937)2 All E.R. 466, Re Lundie Brothers Ltd
(1965)2 All E.R. 692 και Re Fildes Brothers Ltd
(1970)1 All E.R: 923, φαίνεται ότι το Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει εάν είναι δίκαιο και επιεικές να διαλυθεί μια εταιρεία δυνάμει του άρθρου 211(στ), λόγω του ότι η μειοψηφία καταπιέζεται και δικαιούται σε θεραπεία, πρέπει να αποφασίσει με βάση τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του κατά τον ουσιώδη χρόνο της ακρόασης. Όμως ο αιτητής περιορίζεται στους λόγους των παραπόνων του (Heads of Complaint) που προβάλλονται στην αίτηση του (βλ. Re Fildes Bros Ltd
(1970)1 All E.R. 923). Αυθεντία και θεμελιακή υπόθεση επί του θέματος που εξετάζουμε αποτελεί η υπόθεση Ebrahimi v. Westborn Callories Ltd
(1972)2 All E.R. 492. Στην Κυπριακή νομολογία το θέμα αναλύεται διεξοδικά στην υπόθεση Karaoglanian and Sons and others v. Karaoglanian and another
(1977)4 J.S.C. 488 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Στην υπόθεση αυτή γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της έννοιας των όρων "καταπίεση" (oppression) και "δίκαιη και εύλογη" (just and equitable) στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 113 καθώς επίσης και της αγγλικής νομολογίας και των πράξεων που μπορεί να στοιχειοθετούν καταπίεση της μειοψηφίας. Η υπόθεση Karaoglanian (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην υπόθεση In Re Pelmaco Developments Ltd v. In Re The Companies Law, Cap. 113
(1991)1 ΑΑΔ σελίδα 246, η οποία αφορούσε αίτηση διαγραφής της Αίτησης για διάλυση της εταιρείας, ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα και ως επιπόλαια και ενοχλητική. Στην τελευταία υπόθεση γίνεται αναφορά και στο θέμα της καταπίεσης της μειοψηφίας από την πλειοψηφία. Η υπόθεση Karaoglanian αναφέρεται επίσης και στην υπόθεση Re Pelmako Development Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 8966, ημερομηνίας 16.9.1999, στην οποία αναλύεται το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, κεφ. 113. Στις υποθέσεις Ebrahimi και Karaoglanian αναφέρεται ότι η πρόνοια του άρθρου 211(στ) δεν πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται ejusdem generis με τα προηγούμενα εδάφια του άρθρου 211 αλλά πρέπει να διαβάζεται μόνη της ως ανεξάρτητη νομική πρόνοια η οποία παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την διάλυση μιας εταιρείας σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο το κρίνει δίκαιο και επιεικές. Η ευρεία έννοια των λέξεων "δίκαιο και επιεικές" δεν πρέπει να περιοριστεί σε κατηγορίες μέσα στις οποίες μια υπόθεση πρέπει να καταταχθεί για να εφαρμοστεί η πρόνοια και ούτε περιορίζεται η εφαρμογή της σε περιπτώσεις που αιτητής επηρεάζεται από την ιδιότητα του σαν μέτοχος (βλέπε Ebrahimi και Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7, παράγραφος 1000, σελίδες 594-595) αλλά έχει το δικαίωμα να βασιστεί σε οποιαδήποτε περίσταση επηρεάζει την σχέση του με την εταιρεία ή τους άλλους μετόχους. Επίσης στην υπόθεση Ebrahimi τονίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο για τον Αιτητή να αποδείξει κακοπιστία εκ μέρους άλλων μελών της εταιρείας. Ακόμη ο περιορισμός της αρχής του "δικαίου και επιεικούς" σε αποδεδειγμένες περιπτώσεις κακής πίστης (mala fides) θα ισοδυναμούσε με εξουδετέρωση της γενικότητας των λέξεων. Όμως το γεγονός ότι οι λέξεις "δίκαιο και επιεικές" χρησιμοποιούνταν στον Αγγλικό περί Ομορρύθμων Εταιρειών Νόμο του 1890, άρθρο 35(f) (Partnership Act 1890) σαν λόγος για την διάλυση συνεταιρισμού, δείχνει ότι υπάρχει σύνδεση με τις αρχές της επιείκειας που αναπτύχθηκαν σε σχέση με υποθέσεις συνεταιρισμών (βλ. Ebrahimi). Στην βάση των αρχών της επιείκειας αναγνωρίζεται ότι μπορούν να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες αμοιβαία διακαιώματα των μελών δεν καθορίζονται εξαντλητικά από το Ιδρυτικό και Καταστατικό Έγγραφο της εταιρείας, όπως για παράδειγμα εκεί που τα μέλη της εταιρείας την συνέστησαν στη βάση μιας προσωπικής σχέσης η οποία συνεπάγετο αμοιβαία εμπιστοσύνη και κατανόηση όσον αφορά την έκταση στην οποία κάθε ένα από τα μέλη της θα ελάμβανε μέρος στην διαχείριση των εργασιών της εταιρείας. Με άλλα λόγια η αρχή του "δικαίου και επιεικούς" αναγνωρίζει ότι μια τέτοια εταιρεία δεν είναι μόνο απλή νομική οντότητα αλλά κάτι περισσότερο που πίσω από αυτή υπάρχουν άτομα με δικαιώματα, υποχρεώσεις και προσδοκίες μεταξύ τους που δεν έχουν κατ' ανάγκη ενταχθεί μέσα στην δομή της εταιρείας. Γι' αυτό η αρχή "του δικαίου και επιεικούς" παρέχει δικαίωμα στο Δικαστήριο να υποβάλει την άσκηση νομικών δικαιωμάτων σε παράγοντες της επιείκειας, δηλαδή παράγοντες προσωπικής φύσης που αναφύονται μεταξύ των μελών της εταιρείας που μπορεί να καθιστούσαν άδικη και ανεπιεική την επιμονή στην εφαρμογή νομικών δικαιωμάτων ή στην άσκηση τους με συγκεκριμένο τρόπο. Οι αρχές της επιείκειας που αναπτύχθηκαν σε σχέση με συνεταιρισμούς εφαρμόζονται κατ΄αναλογία και σε ορισμένες εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που θεωρούνται σαν οιωνεί συνεταιρισμοί (quasi - partnerships). Όμως οι αρχές αυτές δεν εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που η εταιρεία είναι μικρή ή ιδιωτική. Η εφαρμογή των αρχών της επιείκειας γενικά απαιτεί την ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων από τα εξής στοιχεία: (α) Την ύπαρξη ενός συνδέσμου που δημιουργείται ή συνεχίζεται πάνω στη βάση της προσωπικής σχέσης που εμπεριέχει ή και συνεπάγεται αμοιβαία εμπιστοσύνη (το στοιχείο αυτό συνήθως υπάρχει όταν μια ομόρρυθμος εταιρεία μετατρέπεται σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης). (β) Την ύπαρξη συμφωνίας ή συνεννόησης ότι όλοι ή μερικοί από τους μετόχους θα λαμβάνουν μέρος στην διεξαγωγή της επιχείρησης. (γ) Περιορισμό στην μεταβίβαση των συμφερόντων των μελών στην εταιρεία. Στην υπόθεση Re Yenidje Tobacco Company Ltd
(1916)2 Ch 426 όπου έγινε ανάλυση της φύσης της ιδιωτικής εταιρεία η οποία είναι μεν νομική οντότητα αλλά έχει και αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με τον συνεταιρισμό, αναφέρθηκε ότι ιδιωτική εταιρεία η οποία έχει τη φύση συνεταιρισμού πρέπει να διαλύεται κατά τον ίδιο τρόπο που διαλύεται και ο συνεταιρισμός. Στην Karaoglanian (ανωτέρω) σελ. 505 επισημαίνεται ότι το σκεπτικό της υπόθεσης Re Yenidje (ανωτέρω) είναι ότι μια ιδιωτική εταιρεία πρέπει να διαλύεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου πρωταρχικά είναι το αποτέλεσμα διευθέτησης συνεταιρισμού μεταξύ των μελών της και έχει επέλθει αδιέξοδο στην διεύθυνση των υποθέσεων της. Ακόμη και στις περιπτώσεις που εταιρεία θεωρείται οιωνεί-συνεταιρισμός και υπάρχει συμφωνία για συμμετοχή στην διοίκηση η οποία έχει αθετηθεί, το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια μπορεί να διατάξει την διάλυση της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(στ) (βλ. Re A. and B.C. Chewing Gum Ltd
(1975)1 W.L.R. 579 και Palmer σελίδα 1173). Ο αιτητής όμως που ζητεί από το Δικαστήριο επιείκεια στηριζόμενος στο άρθρο 211(στ) πρέπει να έρθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και αν η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ του και των άλλων μερών φαίνεται να έχει προκύψει εξ' αιτίας της δικής του κακής συμπεριφοράς (misconduct) τότε δεν μπορεί να εμμένει στην διάλυση της εταιρείας αν οι άλλοι θέλουν να συνεχίσουν (βλ. Ebrahimi σελ. 507)». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, έκδοση 1993, σελίδα 15073-4, η νομολογία αποκαλύπτει ότι διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας επί τω ότι ήτο δίκαιο και εύλογο, εκδόθηκε σε περιπτώσεις εξαφάνισης του λόγου δια τον οποίο συστάθηκε η εταιρεία (the substratum of the company was gone), όπου η εταιρεία ήταν φούσκα (the company was a bubble), όπου η εταιρεία συστάθηκε για να προβεί σε δόλιες ενέργειες (the company was formed for the purposes of fraud), όπου διαπιστώθηκε ότι επιβάλλετο πλήρης διερεύνηση της εταιρείας (that full investigation was necessary), όπου το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας (articles of association) προνοούσε για διάλυσή της σε περίπτωση που επισυμβεί συγκεκριμένο περιστατικό που εν τέλει έλαβε χώρα, όπου μέτοχος ο οποίος κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών αρνήθηκε να προσκομίσει λογαριασμούς ή να καταβάλλει μέρισμα, όπου ο αιτητής εκδιώχθηκε από κάθε συμμετοχή στην επιχειρηματικότητα της εταιρείας, και όπου η εταιρεία οδηγήθηκε σε τελματώδη κατάσταση (that there was a complete deadlock). Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι όταν το αίτημα βασίζεται στο δίκαιο και εύλογο, το δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις οιεσδήποτε συμβατικές υποχρεώσεις των μερών, είτε αυτές προκύπτουν από σύμβαση είτε από το καταστατικό της εταιρείας. Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει τυχόν ρήξη στις διαπροσωπικές σχέσεις των μετόχων και αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο υφίσταται και έχει ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της ίδιας της εταιρείας, δηλαδή την επιχειρηματική δραστηριότητά της, και εν γένει την διοίκηση της, να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας, λόγω του ότι είναι δίκαιο και εύλογο. Στην υπόθεση Θωμά Αίμ. κ.α. ν. Ι. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263 λέχθηκε ότι: «Σύμφωνα με τον κανόνα, τα δικαστήρια αρνούνται να ικανοποιήσουν αιτήματα μελών της μειοψηφίας των μετόχων τα οποία είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και δεν επεμβαίνουν στη διεύθυνσή της. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται επέμβαση ύστερα από αίτημα μελών της μειοψηφίας, όταν
(1)πράξη της εταιρείας έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας ή είναι παράνομη,
(2)πράξη συνιστά δόλο εναντίον της μειοψηφίας και οι αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας,
(3)έχει παρατηρηθεί παρατυπία κατά τη ψήφιση ψηφίσματος το οποίο απαιτούσε ειδική πλειοψηφία και όταν
(4)έχουμε πράξη η οποία παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου (βλέπε Palmer' s Company Law, 24η Έκδοση, παράγραφοι 65-04, σελ. 980» Έχοντας σκιαγραφήσει τις νομικές αρχές που διέπουν το όλο ζήτημα θα προχωρήσω να εξετάσω τις θέσεις που ο αιτητής επικαλείται. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των γεγονότων όπως αυτά έχουν αναφερθεί ανωτέρω, διαπιστώνω τα ακόλουθα. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του αιτητή οι αρχικοί μέτοχοι και ο υφιστάμενος μέτοχος δημιουργούσαν συνεχώς προβλήματα στη λειτουργία της εταιρείας εφόσον αρνούνταν να συνεργαστούν, δεν συμφωνούσαν στη σύγκληση συνελεύσεων για έγκριση λογαριασμών, δεν συναινούσαν στη σύγκληση συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου για λήψη αποφάσεων για αξιοποίηση των διαμερισμάτων που απέμειναν καθώς και για τη διευθέτηση του υπολοίπου του υφιστάμενου δανείου. Έχουν λάβει δε κατοχή αυθαίρετα ενός διαμερίσματος και το κατέχουν σαν δική τους περιουσία και αρνούνται την πώληση διαμερισμάτων όταν είχε εξευρεθεί αγοραστής προφασιζόμενοι ότι η τιμή πώλησης ήταν χαμηλή. Αρνούνται δε να υπογράψουν οποιουσδήποτε λογαριασμούς, αρνούνται να πληρώσουν οτιδήποτε για τα έξοδα της εταιρείας με αποτέλεσμα η πλευρά του Αιτητή να αναγκασθεί να ενοικιάσει τέσσερα διαμερίσματα για να υπάρχει αναγκαίο εισόδημα για τα επείγοντα έξοδά της. Οι μέτοχοι και οι διευθυντές της εταιρείας αδυνατούν να συνεννοηθούν και να συμφωνήσουν σε οποιαδήποτε απόφαση ώστε η εταιρεία να ορθοποδήσει και να επιβιώσει με αποτέλεσμα η καθ΄ης η αίτηση να απειλείται με ολοκληρωτική καταστροφή. Λόγω ισοψηφίας τόσο των διευθυντών όσο και των μετόχων και της πλήρους έλλειψης συνεννόησης μεταξύ τους είναι αδύνατο να λειτουργήσει η εταιρεία με αποτέλεσμα οι μέτοχοι να υποστούν τεράστια ζημιά και απώλεια. Οι υπόλοιποι διευθυντές και μέτοχοι δεν αποδέχονται καμία λογική εισήγηση για αξιοποίηση των διαμερισμάτων. Από την άλλη είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι ο αιτητής παρέλειψε να συγκαλέσει έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων προκειμένου να εγείρει την ισχυριζόμενη καταπίεση αλλά ούτε και πρότεινε οποιοδήποτε ψήφισμα σύμφωνα με τις επιθυμίες του για αλλαγή διευθυντών και διορισμό άλλων. Ουδέποτε ο αιτητής πρότεινε την αλλαγή διεύθυνσης στην εταιρεία. Επιπρόσθετα ο αιτητής δεν τεκμηριώνει με γεγονότα την καταπίεση του από την πλειοψηφία των μετόχων και στρέφεται κυρίως εναντίον του διευθυντή της καθ' ης η αίτηση ο οποίος δεν είναι μέτοχος. Τα όσα ο αιτητής αναφέρει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ότι δηλαδή ο διευθυντής δεν διευκολύνει την ομαλή λειτουργία της καθ' ης η αίτηση την ίδια στιγμή που ο αιτητής και ο πατέρας του, υπό την ιδιότητα του διευθυντή, έχουν τον οικονομικό έλεγχο της καθ' ης η αίτηση, δικαίωμα υπογραφής στις τράπεζες και τη σύνταξη των λογαριασμών της. Στην υπόθεση KRASHIAS SHOE FACTORY LTD -ν- ADIDAS SPORTSCHUHFABRIKEN ADI DASSIER KG
(1989)1E Α.Α.Δ. 750 το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις πρόνοιες της Δ.48 κ. 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών επέβαλλαν στο μέρος που έφερε το αποδεικτικό βάρος μίας αίτησης, δηλαδή στον Αιτητή, την απόδειξη των γεγονότων που αμφισβητούνταν από τον Καθ' ου η Αίτηση (βάση των όσων προέκυπταν με την καταχώριση ένορκης ή ένορκων δηλώσεων προς υποστήριξη της προβαλλόμενης ένστασης του) με επιπρόσθετη προφορική μαρτυρία. H έλλειψη μιας τέτοιας μαρτυρίας, δηλαδή που να αποδείκνυε τα αμφισβητούμενα γεγονότα, οδηγούσε σε απόρριψη της αίτησης του Αιτητή. Η ανωτέρω αρχή είχε υιοθετηθεί και επαναληφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση LOUIS VUITTON -ν- ΔΕΡΜΟΣΑΚ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΗΣ
(1992)1Β Α.Α.Δ 1453, στην απόφαση του οποίου, στην σελίδα 1465, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξή τους από το διάδικο ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ. 4. Το αποδεικτικό μέσο, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση που δε γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, είναι η προφορική μαρτυρία, όπως αποφασίστηκε στην Krashias Shoe Factory Limited, also trading as "K" Shoes v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 750. Η μαρτυρία η οποία προσάγεται, πρέπει να είναι αποδεκτή βάσει του δικαίου της απόδειξης. Δεν περιορίζονται όμως οι μάρτυρες οι οποίοι μπορεί να κληθούν για να αποδείξουν τα αμφισβητούμενα γεγονότα σ' εκείνο ή εκείνους που κατέθεσαν ένορκη δήλωση. Μόνο μαρτυρία παραδεκτή κατά τους κανόνες της απόδειξης μπορεί να θεμελιώσει τα αμφισβητούμενα γεγονότα για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας [η απόφαση στη Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520 κατατείνει προς την ίδια κατεύθυνση όπως και η Krashias ως προς την ερμηνεία της Δ.48 θ. 4]. Υπό το πρίσμα ανωτέρω, το αίτημα των εφεσειόντων για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας, παρέμεινε μετέωρο ενόψει της απουσίας παραδεκτής μαρτυρίας για την απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων, διαπίστωση που καθιστά την έφεση απορριπτέα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Στην υπόθεση FASHION BOX S.P.A. -ν- FERRO FASHIONS LTD
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1858 στην οποία επίσης αποφασίστηκε στην βάση της ανωτέρω αρχής και των προνοιών της Δ.48, κ. 4 Θ. Π. Δ., ότι, όταν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα μεταξύ του αιτητή και του καταθέτοντος την ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος, θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στον βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει Ενόψει των πιο πάνω αμφισβητούμενων γεγονότων το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ένα ασφαλές συμπέρασμα και εύρημα ότι υπάρχει πλήρης αδιέξοδο στη λειτουργία της καθ' ης η αίτηση. Ούτε και ο αιτητής θα πρόσθετα παραθέτει εκείνα όλα τα αναγκαία στοιχεία που να τεκμηριώνουν κατ' απόλυτο τρόπο τους ισχυρισμούς του. Δεν έχει παρατεθεί οποιοδήποτε στοιχείο ότι έχει γίνει προσπάθεια είτε έχει συγκληθεί οποιαδήποτε Γενική Συνέλευση, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε στοιχείο ότι έχει συγκληθεί Διοικητικό Συμβούλιο και δεν έχει παρατεθεί οποιοδήποτε πρακτικό που να βεβαιώνει την άρνηση και την μη παρουσία του άλλου υφιστάμενου Διευθυντή. Ούτε προσκομίσθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση για σύγκληση είτε Γενικής είτε Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης. Ούτε και έχει αποδειχθεί με καθ' οιοδήποτε τρόπο ότι υπάρχει καταπίεση της μειοψηφίας έναντι της πλειοψηφίας. Ενόψει των πιο πάνω αμφιβολιών και του δραστικού μέτρου που επιφέρει η εκκαθάριση της εταιρείας το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα περί πλήρους αδιεξόδου στην καθ' ης η αίτηση με τον τρόπο που ο αιτητής διατείνει. Συνεπακόλουθα θα απέρριπτα την αίτηση και για τον λόγο αυτό. Στο σημείο αυτό θεωρώ ότι είναι το κατάλληλο σημείο να εξετάσω κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί, με βάση το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, να δώσει άλλη εναλλακτική θεραπεία από την εκκαθάριση της εταιρείας. Έχει ήδη υποδειχθεί, με παραπομπή στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, πιο πάνω, ότι η εφαρμογή του άρθρου 202 προϋποθέτει διαπίστωση ότι δικαιολογείται εκκαθάριση της εταιρείας. Επειδή όμως η εκκαθάριση της εταιρείας προκαλεί, σε αρκετές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο Περί Εταιρειών Νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία, μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 202, μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης. Το άρθρο 202 του Περί Εταιρειών Νόμου, εκτός από κάποιες τυπικές και επουσιώδεις λεκτικές διαφορές, αποτελεί αντιγραφή του άρθρου 210 του αγγλικού Company's Act 1948. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στη καταχώριση της παρούσας αίτηση κρίνω ότι κατ' επέκταση, στερείται πραγματικού ερείσματος ώστε να δοθεί οποιαδήποτε εναλλακτική θεραπεία στη βάση του άρθρου 202 του Κεφ. 113 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «202.-
(1)Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ή, σε περίπτωση που εμπίπτει στο εδάφιο
(3)του άρθρου 163, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη- (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά.» Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1999)1 (Β) ΑΑΔ. 1369: «Η εκδήλωση υπεροχής της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας εμφανίζεται συνήθως με τρόπο ο οποίος επηρεάζει δυσμενώς κατ' ιδίαν δικαιώματα (individual rights) μετόχου ή μετόχων της εταιρείας ή τα ειδικώς διαφοροποιημένα δικαιώματα (qualified rights) της μειοψηφίας. Όταν η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η μειοψηφία έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 211(στ)* του νόμου. Επειδή η διάλυση της εταιρείας προκαλεί, στις πιο πολλές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, αυτή του άρθρου 202 του νόμου, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης. Όπως έχει ειπωθεί, αυτή η διάταξη αποτέλεσε τη νομική βάση της αίτησης. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 202 του νόμου θεραπεία παρέχεται εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις οι οποίες, ακολουθούν μεταξύ τους σειρά λογικής αλληλουχίας ήτοι, (α) ότι η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για κάποιο από τους μετόχους ή για μερίδα των μετόχων, (β) ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211(στ) του νόμου, (γ) πλην όμως η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως τους ίδιους τους μετόχους που υφίστανται την καταπίεση. ................................... Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι θεραπεία με βάση το άρθρο 202 του Κεφ. 113, παρέχεται μόνο εάν συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων και ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211 (στ) του Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο ήδη κατέληξε πιο πάνω ότι τέτοιο διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί. Συνεπώς, προκύπτει ότι τα γεγονότα που επικαλείται ο αιτητής, και που κατ' ουδένα λόγο δεν προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, περί καταπίεσης της μειοψηφίας από την πλειοψηφία και περί πλήρους αδιεξόδου, δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση Διατάγματος εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση με βάση το άρθρο 211 (στ) του Κεφ. 113 και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει τέτοιο Διάταγμα. Ο αιτητής εσφαλμένα αιτείται στην Κυρίως Αίτηση, έστω και κατά τρόπο διαζευκτικό, τόσο Διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας, όσο και διάταγμα στη βάση του άρθρου 202, χωρίς να εξειδικεύει μάλιστα ποια εναλλακτική θεραπεία επιζητεί από το άρθρο 202. Όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση In Re Pelmako (ανωτέρω), το παρακλητικό της Αίτησης θα πρέπει να είναι με τέτοιο τρόπο διατυπωμένο ώστε να μην δημιουργείται καμιά αμφιβολία για ό,τι ο αιτητής επιθυμεί να πράξει το Δικαστήριο. Ο Αιτητής θα πρέπει επιπρόσθετα, να προσδιορίζει στο παρακλητικό ποια από τις τρεις προσφερόμενες θεραπείες που προβλέπει το άρθρο 202
(2)αιτείται, ώστε το Δικαστήριο να μην είναι υποχρεωμένο να αναζητά λύσεις, κάτι που θα καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο το έργο του Δικαστηρίου, με κίνδυνο να μην απονεμηθεί σωστά δικαιοσύνη. Συνεπώς, ο αιτητής είχε την υποχρέωση να προσδιορίσει στο παρακλητικό της αίτησης, ποια από τις προσφερόμενες θεραπείες του άρθρου 202
(2)αιτούνται. Αυτό επιβάλλεται ώστε η άλλη πλευρά να γνωρίζει τι βασικά επιδιώκει ο αιτητής δεδομένου ότι η θεραπεία του άρθρου 202 του Κεφ.113 είναι διαφορετική από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης («Η εκκαθάριση εταιρειών» του Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή, 2η έκδοση, σελ. 57-60). Συνεπακόλουθά για όλους τους πιο πάνω λόγους πιο προσπάθησα να εξηγήσω η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή ως αυτά θα υπολογισθούν από το αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής . [1] 209.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο εταιρείας έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία: Νοείται ότι για τον καθορισμό του κατά πόσο διαδικασία εμπίπτει στην αρμοδιότητα Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, θα λαμβάνεται υπόψη το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε ότι καταβλήθηκε: Νοείται περαιτέρω ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, τηρουμένου του περί Δικαστηρίων Νόμου, δύναται να εκδοθεί από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Επαρχιακό Δικαστή, ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία δε θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος εδαφίου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η έκφραση "εγγεγραμμένο γραφείο" σημαίνει τον τόπο που ήταν τον περισσότερο καιρό το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν αμέσως από την υποβολή της αίτησης για εκκαθάριση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο