← Κύπρος

Αναφορικά με την Εταιρεία ALENTIA LIMITED ν. Αίτηση υπό Τραπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ, Γενική Αίτηση: 50/2018, 28/8/2019

Αναφορικά με την Εταιρεία ALENTIA LIMITED ν. Αίτηση υπό Τραπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ, Γενική Αίτηση: 50/2018, 28/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 50/2018 Αναφορικά με την Εταιρεία ALENTIA LIMITED -και- Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο - Κεφ. 113 Αίτηση υπό Τραπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ Ημερομηνία: 28/8/

  1. Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Η κα. Γ. Καραμαλλή για Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε Για Καθ'ής η αίτηση: Ο κ. Α. Μαθηκολώνης ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αίτηση ανήκει στην κατηγορία των πρωτογενών αιτήσεων που είναι γνωστές και ως "Petitions". Μέσα στα πλαίσια αυτής η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια»), τραπεζικό πιστωτικό ίδρυμα δεόντως εγγεγραμμένο, αξιώνει από το Δικαστήριο τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Όπως η εταιρεία ALENTIA LTD (στο εξής «η εταιρεία») τεθεί σε εκκαθάριση σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμου - Κεφ.
  2. Β. Απόφαση ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον το διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 1-9, στον Περί Εταιρειών Νόμο - Κεφ. 113 (στο εξής «ο Περί Εταιρειών Νόμος»), στα άρθρα 209,210, 211(ε), 212 (α) και 212(β), 212(γ), 213, 214, 216, στους Περί Εταιρειών Θεσμούς 3,4,6 και 8, στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Θεσμούς 1933-1938,92 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας αναφέρονται στο σώμα της αίτησης και στηρίζονται σε ισχυρισμούς γεγονότων που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση, του XXXXX Στυλιανού, λειτουργού στην αιτήτρια. Δεν θα αναφέρω αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους ζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας, εφόσον αυτοί επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του πιο πάνω ενόρκως δηλούντα, η οποία συνοψίζεται αμέσως κατωτέρω. Επί της ουσίας η αίτηση εκκαθάρισης ζητείται στη βάση του ότι η καθ' ης η αίτηση είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη και τις οφειλές της έναντι της αιτήτριας. Αναφέρει, λοιπόν, ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της αιτήτριας τα ακόλουθα: 1) Η καθ' ης η αίτηση είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη, με αριθμό εγγραφής HE
  3. Το εγγεγραμμένο γραφείο της καθ' ης η αίτηση βρίσκεται στην Γρηγόρη Αυξεντίου 7, Francis Court, 1ος όροφος, Γραφείο 11Β-12Β. 6023 στη Λάρνακα. Το εκδοθέν κεφάλαιο της καθ' ης η αίτηση είναι €1.539,00 διαιρεμένο σε 900 μετοχές οι οποίες κατέχονται από την εταιρεία MATHICO NOMINEES LIMITED. Διευθυντής και γραμματέας της καθ' ης η αίτηση είναι η MATHICO NOMINEES LIMITED (Τεκμήριο Α). 2) Στις 28/6/2012 η αιτήτρια με γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο Β) παραχώρησε στην καθ' ης η αίτηση δάνειο και πιστωτικές τραπεζικές διευκολύνσεις για το ποσό των €538,
  4. Το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε από την αιτήτρια στην καθ' ης η αίτηση. Προς τούτο ανοίχθηκε και σχετικό τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα της καθ' ης η αίτηση. Το προαναφερόμενο δάνειο θα έφερε συνολικό επιτόκιο 7,5%. 3) Το εν λόγω δάνειο θα αποπληρωνόταν στις 24.6.13 με 11 μηνιαίες δόσεις. 4) Προς περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω αναφερόμενου δανείου η καθ' ης η αίτηση προσέφερε την υποθήκη με αριθμό Υ4209/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ημερομηνίας 15/6/2007 (Τεκμήριο Γ). Επισυνάπτεται επίσης αντίγραφο πρακτικών (Τεκμήριο Δ) συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης η αίτηση, βάσει της οποίας η τελευταία αποφάσισε να λάβει το πιο πάνω δάνειο. 5) Η καθ' ης η αίτηση παρέλειπε να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες και απαιτητές της δόσεις. Η αιτήτρια ζήτησε επανειλημμένως την καταβολή των ληξιπρόθεσμων από την καθ' ης η αίτηση δόσεων, πλην όμως ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε. Η αιτήτρια με επιστολές της ημερομηνίας 2/11/2012 (Τεκμήριο Ε) και 10/7/2013 (Τεκμήριο Στ) τερμάτισε την συμφωνία δανείου με την καθ' ης η αίτηση και απαίτησε την καταβολή των οφειλόμενων ποσών αλλιώς θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον της. Ο πιο πάνω λογαριασμός της καθ' ης η αίτηση, τον Ιανουάριο του 2018, έδειχνε ως οφειλόμενο το ποσό των €848.829,56 πλέον τόκους (Τεκμήριο Ζ). Έχει συγκρίνει τις καταχωρήσεις του Τεκμηρίου Ζ με τις καταχωρήσεις του Τραπεζικού βιβλίου που τηρεί η αιτήτρια και διαπίστωσε ότι αυτές αποτελούν ορθή αντιγραφή του Τραπεζικού της Βιβλίου. 6) Ενόψει των πιο πάνω η αιτήτρια στις 9/2/18 επέδωσε στον XXXXX Μαθηκολώνη, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της εταιρείας MATHICO NOMINEES LIMITED, η οποία είναι διευθύντρια της καθ' ης η αίτηση, στο εγγεγραμμένο γραφείο αυτής, γραπτή απαίτηση (Τεκμήριο Η), δεόντως υπογεγραμμένη βάση της οποίας αξιώνεται το οφειλόμενο ποσό. Επισυνάπτεται επίσης ως Τεκμήριο Θ ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη ο οποίος επιβεβαιώνει την σχετική επίδοση. Η καθ' ης η αίτηση για τις επόμενες 3 εβδομάδες και μέχρι σήμερα αμέλησε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Συνεπεία της πιο πάνω παράλειψης η καθ' η αίτηση τεκμαίρεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει και/ή να εξασφαλίσει τα χρέη της και επομένως είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της. 7) Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επ'ονόματι της καθ' ης η αίτηση (Τεκμήριο Ι), πέραν του ενυπόθηκου ακινήτου, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίησή των οφειλών της εφόσον η αξία του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου είναι σημαντικά λιγότερη από τις συνολικές υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια. (Β) ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΘ΄ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση η οποία και ήγειρε τους ακόλουθους 15 λόγους ένστασης: «
  5. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  6. Η αίτηση συνιστά ακραίας μορφής κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση
  7. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  8. Οι αιτήτες χρησιμοποιούν τις δικαστικές διαδικασίες για σκοπούς αλλότριους από τις πρόνοιες και τους σκοπούς της Περί Εταιρειών Νομοθεσίας ή και για σκοπούς αθέμιτους και παράνομους ή και με μοναδικό σκοπό να εξασκήσουν αθέμιτη πίεση προς την καθ' ης η αίτηση στην αγωγή 4763/2013 του Ε.Δ Λάρνακας για την πληρωμή έντονα αμφισβητούμενων αξιώσεων.
  9. Η αιτήτρια δεν είναι πιστωτής που δικαιούται να υποβάλει την παρούσα αίτηση εν τη εννοία της περί Εταιρειών Νομοθεσίας. 6.Τα επίδικα ισχυριζόμενα χρέη είναι εν πάση περίπτώσει πλήρως εξασφαλισμένα
  10. Δεν είναι δίκαιο ούτε λογικό να διαλυθεί η καθ' ης η αίτηση.
  11. Η παρούσα αίτηση είναι καθαρά εκβιαστική.
  12. Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα και ειδικότερα υποβάλλεται ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής αρ.4763/13 το πλαίσιο της οποίας αμφισβητούνται οι επίδικες αξιώσεις της αιτήτριας και η νομιμότητα και η εγκυρότητα των επιδίκων στην παρούσα αίτηση εγγυήσεων της καθ' ης η αίτηση.
  13. Ουδέποτε επιδόθηκε κανονικά οποιαδήποτε νομότυπη ή και έγκυρη απαίτηση για πληρωμή από την αιτήτρια η οποία εν πάση περίπτώσει δεν είναι πιστωτής.
  14. Διότι τα ισχυριζόμενα χρέη αμφισβητούνται καλόπιστα από την καθ' ης η αίτηση στη βάση ουσιαστικών λόγων υπερασπίσεων και ανταπαιτήσεων που έχουν προβληθεί στο πλαίσιο της εκδίκασης της αγωγής με αριθμό 4763/
  15. Η καθ' ης η αίτηση δεν αποδέχεται ότι οφείλει τα επίδικα χρέη και αμφισβητεί την εγκυρότητα και νομιμότητα των επίδικων εγγυήσεων και υποθηκών.
  16. Ο τύπος της αίτησης είναι αντινομικός και παράτυπος.
  17. Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα διαδικασία στο Δικαστήριο.
  18. Η καθ' ης η αίτηση έχει εύλογες υπερασπίσεις οι οποίες προωθούνται στην προαναφερόμενη αγωγή». H ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Αναστασίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του XXXXX Μαθηκολώνη και γραμματέας της εταιρείας MATHICO NOMINEES Ltd, η οποία ισχυρίζεται τα ακόλουθα:
  19. Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό οφειλή της καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια, η τελευταία καταχώρησε εναντίον της καθ' ης η αίτηση, του XXXXX Μαθηκολώνη προσωπικά και της MATHICO NOMINEES Ltd την αγωγή με αριθμό 4763/13 (Τεκμήριο 1).
  20. Όλοι οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην αγωγή (Τεκμήριο 2). Η αιτήτρια καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση (Τεκμήριο 3). Η παρούσα υπόθεση παρέμεινε για Τελικές Αγορεύσεις στις 7/11/
  21. Είναι αποδεκτό από την καθ' ης η αίτηση ότι προς εξασφάλιση του δανείου που της παραχωρήθηκε από την αιτήτρια ενεγράφη η σχετική υποθήκη.
  22. Η καθ' ης η αίτηση υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλες τις υπερασπίσεις που έχει εγείρει στη πιο πάνω αγωγή. Αρνείται δε ότι οφείλει τα οφειλόμενα ποσά και ότι αυτά αποτελούν επίδικα θέματα τα οποία θα επιλυθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω η καθ' ης η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς της αιτήτριας για την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας δανείου αλλά και για την εν πάση περιπτώσει εγκυρότητα της ή και νομιμότητα της ισχυριζόμενης συμφωνίας και αρνείται την ύπαρξη του ιδίου του αξιούμενου χρέους.
  23. Εν πάση περίπτωσει η αιτήτρια δεν θεωρείται ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ως «πιστωτής» εν τη έννοια της περί Εταιρειών Νομοθεσίας ένεκα της εκκρεμοδικίας της ως άνω αναφερόμενης αγωγής και της καλόπιστης και δικαιολογημένης αμφισβήτησης της ύπαρξης ή και της νομιμότητας ή και της εγκυρότητας του επίδικου χρέους.
  24. Η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επίσης διότι η καταχώρηση της συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και η καθ' ης η αίτηση έχει εύλογες υπερασπίσεις στις αξιώσεις της αιτήτριας που εκκρεμεί προς εκδίκαση. Πριν τον ορισμό της παρούσας υπόθεσης για Ακρόαση το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας όπως η παρούσα αίτηση δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και σε μία ημερήσια εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Η αιτήτρια συμμορφώθηκε με τις οδηγίες του Δικαστηρίου στις 13/7/
  25. ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων αλλά και μέσω των γραπτών αγορεύσεων που αμφότερες οι πλευρές καταχώρισαν στο Δικαστήριο, επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους και παραπέμποντας αυτό στην σχετική επί του θέματος νομολογία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ουδείς ενόρκως δηλών αντεξετάσθηκε από την άλλη πλευρά. Τα όσα και οι δύο πλευρές ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν μελετηθεί με προσοχή και αναφορά σε αυτά θα γίνει όταν και εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η νομολογία και τα συγγράμματα ξεκαθαρίζουν ότι τέτοιου τύπου αιτήσεις, όπως η παρούσα, εκδικάζονται όπως οι λοιπές πρωτογενείς αιτήσεις, δηλαδή μέσω ενόρκων δηλώσεων με δικαίωμα, βεβαίως, αντεξέτασης (Odger's Principles of Pleading and Practice, σελίδες 321 έως και 323 και Κασπαρής

(2013)1(Γ) Α.Α.Δ 2476). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία προς τον σκοπό εξέτασης της υπόθεσης αυτής, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 209[1] του περί Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν/14/
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται ισχυρισμός από πλευράς αιτήτριας, γεγονός το οποίο έχει παραμείνει αναντίλεκτo, ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου 7, Λάρνακα. Προβάλλεται, επίσης, ισχυρισμός, ότι, το ονομαστικό κεφάλαιο της καθ' ης η αίτηση είναι €1.710,00 διαιρεμένο σε 1.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €. 1.
  2. Οι ισχυρισμοί αυτοί της αιτήτριας προσδίδουν δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο. (Αίτηση Αρ. 42/16, Αναφορικά με την Πρίνος Λαχαναγορά Λτδ, ημερομηνίας 30/03/2016). Ως έχει προαναφερθεί η αιτήτρια επιζητεί την εκκαθάριση της καθ'ής η αίτηση στη βάση του ότι η τελευταία είναι ανίκανη να πληρώσει τις οφειλές της. Σχετικό με το υπό εξέταση ζήτημα είναι, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 211(ε) και 212(α) τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν: (α) ..................................... (β) ..................................... (γ) ..................................... (δ) ..................................... (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. (στ) ... (ζ) ..................................... Σύμφωνα με το άρθρο 212: «Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας.» (έμφαση του Δικαστηρίου) Ως συνάγεται μέσα από την παράθεση των πιο πάνω άρθρων το δικαίωμα πιστωτή να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας, δίδεται από το άρθρο 211 (ε) του Κεφ. 113, στο οποίο ορίζεται ότι εταιρεία μπορεί να εκκαθαριστεί αν είναι ανίκανη να εξοφλήσει τα χρέη της. Ορισμένα τεκμήρια ανικανότητας, καθορίζονται στο άρθρο 212 μεταξύ των οποίων και η περίπτωση όπου η εταιρεία παραλείπει να πληρώσει το χρέος της, με την παρέλευση τριών εβδομάδων από την ιδιόχειρη αξίωση πληρωμής προς αυτή από τον πιστωτή (άρθρο 212 (α) του Κεφ.113). Άλλο τεκμήριο αφερεγγυότητας, καθορίζεται στο άρθρο 212 (β) στην περίπτωση επιστροφής ως ανεκτέλεστου, οιουδήποτε μέτρου εκτέλεσης εναντίον της εταιρείας. Όπως συνάγεται μέσα από την αίτηση και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει η αιτήτρια επέλεξε κατ' ουσίαν να προωθήσουν την αίτηση στη βάση του άρθρου 212(α), ανωτέρω. Επομένως, εάν αποδειχθούν οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου, τότε η αίτηση μπορεί να επιτύχει. Με βάση το άρθρο 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, το μόνο που απαιτείται για να ικανοποιήσει η αιτήτρια το Δικαστήριο είναι ότι- (α) η αιτήτρια είναι πιστωτής της εταιρείας και (β) δεν καταβλήθηκε το ποσό της απαίτησης, ούτε δόθηκε οποιαδήποτε εξασφάλιση, ούτε έγινε οποιαδήποτε διευθέτηση προς εύλογη ικανοποίηση των ίδιων, ως πιστωτών, (γ) εντός των τριών εβδομάδων από την επίδοση της ειδοποίησης απαίτησης (statutory demand) στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Εφόσον αποδειχθούν τα πιο πάνω μετατίθεται στην εταιρεία το βάρος να αποδείξει ότι δεν «αμέλησε» να πληρώσει την απαίτηση του πιστωτή, διότι έχει κατά τα άλλα μια ουσιώδη και εύλογη υπεράσπιση. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Βesuno Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολ. Έφεση 269/2009, 20/2/2014 ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου κ. Α. Λιάτσος συνόψισε την Κυπριακή νομολογία επί του θέματος ως ακολούθως: «Το εύρος εφαρμογής των άρθρων 211 και 212 του Κεφ. 113 αποτέλεσε αντικείμενο σειράς αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εντοπίζεται ότι τα συγκεκριμένα άρθρα είναι πιστή αντιγραφή του τότε αντίστοιχου αγγλικού Νόμου. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών οφειλέτριας εταιρείας. Σημειώνεται, ως εκ τούτου ότι οι εξειδικευμένοι λόγοι του άρθρου 212 συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών, αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση άλλης μαρτυρίας, η οποία θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Το άρθρο 212(a) εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου άρθρου 211(e) ως προς την ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και ορίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση, ως εκ του Νόμου τεκμήριο, κατά την οποία η εταιρεία λογίζεται ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Το Δικαστήριο, κατ' ακολουθία του άρθρου 211(f), δύναται να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης μιας εταιρείας, η οποία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η εταιρεία αποδεδειγμένα δεν μπορεί να εξασφαλίσει τις οφειλές της. Η οφειλή πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη. Η δε ευρύτητα του όρου «πιστωτής» είναι τέτοια, που να περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει να λαμβάνει καθορισμένο ύψος πίστωσης (G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, in RE LOUKOS MANUFACTURERS LTD
(1998)1 A.A.Δ. 2226, Μ. Moulettaris Machinery Co. Ltd v. Μιχάλης Ζήνωνος
(2001)1 Α.Α.Δ. 1649, PAN-AMAN HOTELS LTD v. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1796)». Στην υπόθεση Αντρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 991, λέχθηκαν, επίσης, τα ακόλουθα επί του προκειμένου: «Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 Αll E.R. 797). Ο συνήγορος του εφεσείοντα είχε αντιτάξει προς τα ανωτέρω, πως δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος. Αυτό είναι βέβαια ορθό, πλην όμως δεν είναι τούτο που εισηγείται η νομολογία. Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης.» Εισηγήθηκε περαιτέρω ο συνήγορος του εφεσείοντα ότι η εφεσίβλητη εταιρεία, πέραν της αμφισβήτησης της οφειλής της, δεν κατέδειξε ότι αυτή η αμφισβήτηση είναι και καλόπιστη (bona fide). Σε σχέση με τούτο, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα στο οποίο αναφέρθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, από το σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24th Edn. pp. 1364-1367: "Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. «Substantial» here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive.» H παράλειψη δηλαδή μιας εταιρείας να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση του Άρθρου 212(α) του ΚΕΦ.113 δεν συνιστά «αμέλεια» εντός της έννοιας της εν λόγω παραγράφου εάν υπάρχει εύλογη αιτία για την παράλειψη. Τέτοια εύλογη αιτία αποτελεί η καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης. Σκοπός όλων των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών είναι να οδηγείται σε εκκαθάριση μία εταιρεία η οποία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Επομένως, όπως συνάγεται ανωτέρω, όταν υφίσταται αμφισβητούμενη οφειλή, τότε αίτηση για εκκαθάριση στη βάση τέτοιων προνοιών δεν συνιστά ενδεδειγμένο μέτρο και ούτε, βεβαίως, θα πρέπει μια τέτοια αίτηση να καταχωρείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης σε μία εταιρεία για να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Στην υπόθεση In the Matter of Claybridge Shipping Company S.A. [1981] Com LR 107 λέχθηκε ότι: «Now the jurisdiction in relation to restraining advertisement and striking out a petition which is based upon a debt which is subject to a bona fide and substantial dispute is, I think, a salutory one because a winding-up petition is a draconian measure which, even if it does not succeed, can have very serious consequences for the company by publicly affecting its credit and reputation. It ought not, therefore, to be used as a means of putting on pressure in cases of genuine dispute and it is right that the Companies Court should, as a matter of its practice, keep a watchful eye on proceedings which can so easily be abused.» Το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης μιας αίτησης για εκκαθάριση δεν πρέπει και ούτε αναμένεται να υπεισέλθει στην ουσία ("merits") της υπεράσπισης που προβάλλεται από μέρους της εταιρείας. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκεί δηλαδή όπου προβάλλεται μία καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης, το Δικαστήριο θα απορρίψει την αίτηση ως καταχρηστική και τίθεται θέμα καταχώρησης και εξέτασης νέας αίτησης μόνο μετά από επιτυχή έκβαση της σχετικής αγωγής εναντίον της εταιρείας. Κατά συνέπεια εάν ένας «πιστωτής» έχει λόγους να αναμένει ότι η εταιρεία θα εγείρει πειστική και/ή αληθοφανή (plausible) υπεράσπιση στην απαίτηση του, είναι καλύτερα να καταχωρήσει πρώτα αγωγή και, μετά την εξασφάλιση απόφασης υπέρ του, να καταχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης. Σε τέτοια περίπτωση η εταιρεία θα κωλύεται, ως αποτέλεσμα της απόφασης, να αμφισβητήσει πλέον την απαίτηση επί της ουσίας. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennigton's Company Law, 4η έκδοση, όπου στη σελ. 679 αναφέρονται τα εξής: "...if a creditor has reason to expect that the company will raise a plausible defence to his claim, his best course is to sue the company by action and to present a winding up petition when he has obtained judgment against it. The company will then be estopped by the judgment from disputing the petitioner's claim on its merits..." Όπως επίσης επισημαίνεται στο πιο πάνω σύγγραμμα στη σελ. 679 δεν απορρίπτεται μια αίτηση εκκαθάρισης για το λόγο και μόνο ότι η εταιρεία ισχυρίζεται ότι έχει υπεράσπιση στην απαίτηση του πιστωτή εκτός εάν αποδείξει ότι η υπεράσπιση είναι πιθανό να επιτύχει νομικά και προσαγάγει τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως απόδειξη των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η υπεράσπιση. Στην υπόθεση Δημήτρης Αυξεντίου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα Λίμιτεδ) ν. Hellenic Bank Public Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A877, Πολιτική Έφεση 368/2009, ημερομηνίας 20.11.2014, αφού επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, με αναφορά στην υπόθεση M. Moulettaris Machinery Co Ltd v. Ζήνωνος
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1649, λέχθηκε ότι: «.στην περίπτωση που αποδεικνύονται τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 212, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να διατάσσει τη διάλυση της εταιρείας ενώ αν ικανοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 211(ε) το Δικαστήριο διατηρεί τέτοια ευχέρεια. Προκύπτει λοιπόν ότι το Δικαστήριο οφείλει σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ως χρέος προς την δικαιοσύνη (ex debito justitiae).» Το βάρος απόδειξης είναι στον αιτητή ο οποίος οφείλει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, και όχι στην εταιρεία να αποδείξει ότι είναι φερέγγυα (Δημήτρης Αυξεντίου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα) Λίμιτεδ v. Ηellenic Bank Public Company Limited (ανωτέρω). Το συγκεκριμένο θέμα λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πολλές φορές, παρατηρείται η πρακτική να καταχωρείται μια αίτηση εκκαθάρισης εναντίον μιας κατά τ' άλλα φερέγγυας εταιρείας, απλά και μόνο για να της ασκηθεί πίεση να πληρώσει. Αφού έχω σκιαγραφήσει την νομική πτυχή του όλου θέματος προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις των άρθρων 211(ε) και 212(α). Κατά πόσο η Αιτήτρια μπορεί να θεωρηθεί «πιστωτής» Το πρώτο ζήτημα που θα εξετασθεί και που εγείρεται από την καθ' ης η αίτηση προς εξέταση είναι κατά πόσο η αιτήτρια συνιστά πιστωτής εντός της έννοιας του σχετικού Νόμου. Το θέμα αυτό θα με απασχολήσει πρωτίστως με δεδομένο ότι αποτελεί δικαιοδοτικό όρο η αίτηση να έγινε από πρόσωπο στο οποίο ο Νόμος αναγνωρίζει δικαίωμα καταχώρισης αίτησης εκκαθάρισης. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει, ως έχω αναφέρει, από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του Άρθρου 212 του περί Εταιρειών Νόμου η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία θα πρέπει να προέρχεται από «πιστωτή». Παρομοίως στο Άρθρο 213
(1)[2] του ιδίου Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, προβλέπεται ότι τέτοια αίτηση υποβάλλεται, μεταξύ άλλων, από οποιονδήποτε πιστωτή, είτε την ίδια την εταιρεία είτε από συνεισφορέα. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί καθότι σε κάθε περίπτωση στα πλαίσια Αίτησης εκκαθάρισης, επί οποιασδήποτε βάσης, δικαιοδοτικής και οιονδήποτε ισχυρισμών η ύπαρξη εκκαθαρισμένης απαίτησης αποτελεί απαραίτητη και ουσιαστική προϋπόθεση άμεσα συναρτώμενη και με την νομιμοποίηση του αιτητή και συναρτώμενη με την ιδιότητα του ως πιστωτή να προωθήσει την αίτηση. Σημειώνω δε ότι το ζήτημα αυτό, ανεξάρτητα από τις θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων σε επί επιμέρους ισχυρισμούς και ενστάσεις, αποτέλεσε και το κυριότερο κεφάλαιο των τελικών τους αγορεύσεων. Στην απόφαση Aντρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν επιπρόσθετα τα ακόλουθα για το ποιο πρόσωπο θεωρείται για τους σκοπούς του νόμου «πιστωτής». Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του Αρθρου 212, τις οποίες κατά κύριο λόγο επικαλείται ο εφεσείων, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποιος θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο εφεσείων - αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του Αρθρου 213(ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 315. Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του Άρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)." Επιπλέον στην περίπτωση που δεν υπάρχει δικαστική απόφαση για το οφειλόμενο χρέος, η εταιρεία μπορεί να το αμφισβητήσει στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης. Η αμφισβήτηση του χρέους όμως θα πρέπει να είναι σοβαρής μορφής και καλόπιστη Re Lympne Investments Ltd
(1972)2 ALL ER 385 και Palmer's Company Law, 22nd ed. Vol. 1, par. 81-06). Αναφέρω ότι ο καθορισμός της έννοιας του πιστωτή εξαρτάται άμεσα με την διαπίστωση εκκαθαρισμένης απαίτησης ή μη. Πιστωτής εταιρείας του οποίου το χρέος κατέστη πληρωτέο και δεν μπορεί να εξασφαλίσει πληρωμή δικαιούται να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας. Η οφειλή προς τον πιστωτή θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη. Αναφορικά με την εταιρεία Loukos Manufacturers Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 2226 και Re James Millward & Co Ltd
(1940)Ch. 333.) Στο Σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24th Edn. σελ. 1364-1367, αναφέρονται τέσσερις παράγοντες που το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη προκειμένου να αποφασίσει για το αν αποδεικνύεται καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση του χρέους, ως εξής: • Πρώτον, αν δόθηκε άδεια στην εταιρεία να υπερασπιστεί μια αγωγή που καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο. • Δεύτερον, αν υπάρχει ανταπαίτηση ή συμψηφισμός σε ουσιαστική βάση. • Τρίτον, αν η εταιρεία καταχώρησε έφεση σε δικαστική απόφαση για το εξ αποφάσεως χρέος, όπου η αίτηση εκκαθάρισης εδράζεται. • Τέταρτον, αν υπάρχει ισχυρισμός ότι η δικαστική απόφαση για το εξ αποφάσεως χρέος εξασφαλίστηκε με δόλο. Το κατά πόσο μια απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη ή μη, θα αποφασιστεί σε συνάρτηση με τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του. Η αιτήτρια βασίζει την αίτηση της επί ισχυριζόμενου χρέους που προκύπτει από σύμβαση δανείου και πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησε στη καθ' ης η αίτηση. Το γεγονός αυτό δηλαδή της παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ουδόλως αμφισβητήθηκε από την καθ' ης η αίτηση. Για τα ποσά αυτά που κατ' ισχυρισμό της Αιτήτριας αποτελούν εκκαθαρισμένη οφειλή δεν εκδόθηκε Δικαστική απόφαση. Συνεπώς με βάση το ανωτέρω ιστορικό προκύπτει ότι η παρούσα δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου ο ισχυριζόμενος πιστωτής έχει εξασφαλίσει μια δικαστική απόφαση η οποία να συνιστά το υπόβαθρο καταχώρησης της αίτησης εκκαθάρισης. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω ότι η προβολή στην νομική βάση του άρθρου 212 (β) δεν έχει τεκμηριωθεί από οιαδήποτε στοιχεία, αντίθετα προβάλλεται ως παραδεκτό σημείο η μη ύπαρξη οιασδήποτε δικαστικής απόφασης εναντίον της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Σε τοιαύτες περιπτώσεις όπου υπάρχει απουσία δικαστικής απόφασης για το ισχυριζόμενο χρέος η κατάληξη επί του εκκαθαρισμένου ή μη μιας απαίτησης συνιστά έργο που χρήζει προσεκτικής και εις βάθος εξέτασης. Αντίθετα η αιτήτρια, όπως συνάγεται μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία καταχώρησε εναντίον της καθ' ης η αίτηση και των εγγυητών της, την αγωγή με αριθμό 4783/2013, η εκδίκαση της οποίας, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμεί. Στη πιο πάνω αγωγή η καθ' ης η αίτηση όσο και οι υπόλοιποι εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αμφισβητώντας επί της ουσίας ότι η έγγραφή συμφωνία για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την αιτήτρια προς την καθ' ης η αίτηση ήταν παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη καθότι αυτή καταρτίσθηκε χωρίς τη νόμιμη ή και οποιανδήποτε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης η αίτηση καθώς λήφθηκε και καθ' υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού ή και Καταστατικού της εγγράφου. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι η εν λόγω έγγραφη συμφωνία για την παραχώρηση δανείου περιέχει όρους καταχρηστικούς, ετεροβαρείς επαχθείς ή και αόριστους. Επίσης η συμφωνία εγγύησης και η συμφωνία υποθήκης που καταρτίσθηκε για την εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου είναι άκυρη για τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους. Επίσης είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση και των εναγομένων ότι οι δηλώσεις υποθηκών που έχουν υπογραφεί είναι παράνομες και άκυρες κατά παράβαση των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/65και ότι αυτές είναι άκυρες διότι καταρτίσθηκαν και ενεγράφησαν όχι από την καθ' ης η αίτηση αλλά μέσω πληρεξουσίων αντιπρόσωπων και με βάση πληρεξούσία έγγραφα τα οποία με βάση το περιεχόμενο τους δεν παρείχαν την αναγκαία ή και τη νόμιμη πληρεξουσιότητα οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι. Επομένως με βάση τα πιο πάνω αναντίλεκτα γεγονότα είναι αντιφατικό έως και καταχρηστικό η αιτήτρια από την μια να αξιώνει απόφαση εναντίον της καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της αγωγής 4783/13 και από την άλλη να αξιώνει την εκκαθάριση της μέσω της παρούσας αίτησης που προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι η οφειλή είναι εκκαθαρισμένη που και δεν τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση, κάτι το οποίο προφανώς δεν συμβαίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ούτε και παραγνωρίζει το Δικαστήριο το γεγονός ότι ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε το 2013 και η εκδίκαση της ακόμη εκκρεμεί, το 2018 η αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα αίτηση χωρίς μάλιστα η ίδια να αναφέρει το γεγονός στο Δικαστήριο περί την ύπαρξη της εκκρεμούσας αγωγής αλλά και να δώσει οποιοδήποτε λόγο για την καθυστέρηση αυτή. Η μη απουσία αναφοράς περί εκκρεμούσα αγωγής καταδεικνύει, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, την μη καλόπιστη και γνήσια καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ενώ η αιτήτρια γνώριζε για την γνήσια και ουσιαστική αμφισβήτηση του χρέους από την καθ' ης η αίτηση, η αιτήτρια επέλεξε την καταχώρηση της προφανώς και μόνο να ασκήσει πίεση στην καθ' ης η αίτηση. Είναι ξεκάθαρο λοιπόν με βάση τη σχετική νομολογία ότι για να απορριφθεί μία αίτηση εκκαθάρισης θα πρέπει αφενός να υπάρχει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους και αφετέρου η αμφισβήτηση αυτή να είναι ουσιαστική. Η εταιρεία εκείνο το οποίο οφείλει να αποδείξει είναι την ύπαρξη μίας καλόπιστης και ουσιαστικής Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο καθοδηγούμενο από τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές και αυθεντίες, σε συνάρτηση με τα την προσαχθείσα μαρτυρία και ειδικότερα με την τύχη της εκκρεμούσης αγωγής αλλά και με τις προβληθείσες θέσεις της καθ'ής η αίτηση διαπιστώνω ότι η αμφισβήτηση που προέβαλε η καθ' ης η αίτηση, έχοντας παραθέσει τις βασικές θέσεις της υπεράσπισης της, και χωρίς επαναλαμβάνω να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπεράσπισης ή και αξιολογώ τη μαρτυρία, είτε τέτοια ώστε να εγείρεται διαφορά η οποία θα πρέπει να επιλυθεί στο κατάλληλο στάδιο που είναι η αγωγή, που εξάλλου η ίδια η αιτήτρια έχει εγείρει ζητώντας τη βοήθεια του Δικαστηρίου. Επιπλέον το Δικαστήριο δεν δύναται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να αποφανθεί επί διαφορών που προκύπτουν μέσα από την επίδικη σύμβαση / εγγύησης. Οι διαφορές στην ερμηνεία των επιμέρους όρων από μόνες τους εντείνουν την αμφιβολία και τον προβληματισμό ως προς το εκκαθαρισμένο του χρέους. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω που προσπάθησα να αναλύσω καταλήγω ότι το χρέος ως φαίνεται να προκύπτει από την επίδικη σύμβαση δανείου και εγγύησης δεν προκύπτει να είναι ξεκάθαρα και τελεσίδικα εκκαθαρισμένο εν τη έννοια του νόμου και της νομολογίας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου αποδέχομαι τον λόγο ένστασης που προέβαλε η καθ' ης η αίτηση ότι η αιτήτρια στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής. Με δεδομένο ότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 213
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, ότι αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση της εταιρείας υποβάλλεται, είτε από την εταιρεία, είτε από τον οποιονδήποτε πιστωτή (όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση) και μετά την διαπίστωση ότι η αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής, ελλείπει εκείνος ο δικαιοδοτικός όρος ώστε το Δικαστήριο να κέκτηται εξουσίας ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση ήταν ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία κατά πόσο το χρέος οφείλεται ή όχι, τότε είναι η καθ' ης η αίτηση που θα πρέπει να επωφεληθεί από αυτή την αμφιβολία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την παρ. Α7-063 του Συγγράμματος Commercial Litigation Pre - Εmptive remedies Sweet & Maxwell 2007. « If there is doubt as to whether there is a genuine dispute as to whether the debt is owed or not then it should be the company which is entitled to the benefit of it». Η εξέταση οποιονδήποτε άλλων λόγο ένστασης παρέλκει. Συνεπακόλουθα αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως αυτά θα υπολογισθούν από το αρμόδιο Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 209.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο εταιρείας έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία: Νοείται ότι για τον καθορισμό του κατά πόσο διαδικασία εμπίπτει στην αρμοδιότητα Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, θα λαμβάνεται υπόψη το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε ότι καταβλήθηκε: Νοείται περαιτέρω ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, τηρουμένου του περί Δικαστηρίων Νόμου, δύναται να εκδοθεί από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Επαρχιακό Δικαστή, ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία δε θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος εδαφίου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η έκφραση "εγγεγραμμένο γραφείο" σημαίνει τον τόπο που ήταν τον περισσότερο καιρό το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν αμέσως από την υποβολή της αίτησης για εκκαθάριση. [2] «213.-
(1)Αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Την εταιρεία· (β) πιστωτή ή πιστωτές, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε ενδεχόμενων ή μελλοντικών πιστωτών· (γ) συνεισφορέα ή συνεισφορείς· (δ) σύνδικο άλλου κράτους μέλους, όπως αυτός ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του άρθρου 2 του Επίσημη Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαϊου περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας και ο οποίος διορίζεται εντός του πλαισίου δικαστικών διαδικασιών δυνάμει της παραγράφου
(1)του άρθρου 3 του Κανονισμού αυτού, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· (ε) προσωρινό σύνδικο, ο οποίος ορίζεται από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαϊου περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας· (στ) εξεταστή· (ζ) τον επίσημο παραλήπτη σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 222·.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.