← Κύπρος

Energos S.p.A. ν. Minoli κ.α., Αρ. Αγωγής: 1588/2018, 25/9/2019

Energos S.p.A. ν. Minoli κ.α., Αρ. Αγωγής: 1588/2018, 25/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A277 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Μεταξύ: Αρ. Αγωγής: 1588/2018 Energos S.p.A. Εναγόντων - και -

  1. XXXXX Minoli
  2. XXXXX Lavida
  3. Elatos Holdings Limited
  4. L. Louka Ability Corporate Services Ltd Εναγόμενων Aίτηση ημερ. 28/12/2018 για Προσωρινά Παρεμπίπτοντα Διατάγματα Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: Ξ. Ξενόπουλος για Ξένιος Λ. Ξενόπουλος ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Χ. Ζίκκου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Αιτούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές επιδιώκουν τα ακόλουθα Διατάγματα: I. Οι ως άνω Ενάγοντες/Αιτητές εξαιτούνται Παρεμπίπτον Απαγορευτικό Διάταγμα (Prohibitory Injunction) απαγορεύον τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους τους από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν τις μετοχές που κατείχε η Εναγόμενη 2 στην Εναγόμενη 3 Εταιρεία και τις οποίες μεταβίβασε στις 30/7/2018 επ'ονόματι της Εναγόμενης 4 II. Οι ως άνω Ενάγοντες/Αιτητές εξαιτούνται Παρεμπίπτον Απαγορευτικό Διάταγμα (Prohibitory Injunction) απαγορεύον τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους τους από του να αποξενώσουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης
  5. III. Παρεμπίπτον Απαγορευτικό Διάταγμα (Prohibitory Injunction) απαγορεύον τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους τους από του να παραποιήσουν, τροποποιήσουν και καταστρέφουν με οποιονδήποτε τρόπο τις οποιεσδήποτε πληροφορίες και/ή έγγραφα συμπεριλαμβανομένων πληροφορίες σε ηλεκτρονική μορφή (electronic data and computer records) που αφορούν την μεταβίβαση των μετοχών που κατείχε η Εναγόμενη 2 στην Εναγόμενη 3 Εταιρεία και τις οποίες μεταβίβασε στις 30/7/2018 επ'ονόματι της Εναγόμενης
  6. IV. Προστακτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να προβούν εντός 15 ημερών σε Αποκάλυψη όλων των εγγράφων (πρακτικά, συμφωνίες κλπ) που αφορούν την μεταβίβαση μετοχών από την Εναγόμενη 2 στην Εναγόμενη 4 στις 30/7/2018 και να προβούν επίσης σε Αποκάλυψη του Πραγματικού Δικαιούχου (Ultimate Beneficial Owner) των εν λόγω μετοχών ο οποίος βρίσκεται πίσω από την Εναγόμενη 4 Εταιρεία Νομική Βάση Αίτησης: Νομική βάση της Αίτησης, μεταξύ άλλων, αποτέλεσαν το Άρθρο 32 του Ν.14/60, το Άρθρο 9 του Κεφ. 6 ο περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμος, Κεφ.62, η Δ.48, θθ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση F. Hauri Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του F. Hauri, μέλους του Δ.Σ. της Ενάγουσας Εταιρείας. Σε αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Η Ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Μιλάνο Ιταλίας η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα ενέργειας και ειδικότερα στον τομέα των φωτοβολταικών. · Ο Εναγόμενος 1 είναι σύζυγος της Εναγόμενης 2 και μοναδικός διευθυντής της Εναγόμενης 3 εταιρείας. · Η Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με εγγεγραμμένο γραφείο στη Λάρνακα. · Η Εναγόμενη 4 είναι, επίσης, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με εγγεγραμμένο γραφείο στη Λάρνακα και προσφέρει υπηρεσίες χαρτοφυλακίου καθώς και λογιστικές υπηρεσίες. · Τον Οκτώβριο του 2013 η Ενάγουσα εταιρεία καταχώρησε στο Δικαστήριο στο Μιλάνο στην Ιταλία Αγωγή κατά των Εναγομένων 1 και 2 και κάποιου Masilla για παράβαση μεταξύ τους συμφωνίας και αξίωνε την επιστροφή από τους τελευταίους του ποσού των €810.
  7. · Στις 20/10/2016 το Δικαστήριο του Μιλάνο (Court of Milan) εξέδωσε Απόφαση μέσω της οποίας καλούσε από κοινού και κεχωρισμένα τους Εναγόμενους 1 και 2 και τον κ. Masilla να καταβάλουν στην Ενάγουσα Εταιρεία το ποσό των €810.000 πλέον τα έξοδα, συνολικά δηλαδή €884,963.
  8. Πιστοποιημένο και μεταφρασμένο αντίγραφο της εν λόγω Απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  9. · Κατά την προσπάθεια την Ενάγουσας να προβεί σε Εκτέλεση της πιο πάνω Απόφασης αντιμετώπισε αρκετές δυσκολίες εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν μετακομίσει στην Ελλάδα και επίσης δεν είχαν κινητή και ακίνητη περιουσία στην Ιταλία ικανή να ικανοποιήσει την απαίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας. · Στις 26/7/2017, ασκήθηκε Έφεση από τους Εναγόμενους 1 και 2 (μαζί με τον κο Masilla) κατά της Πρωτόδικης απόφασης και στις 17/7/2018, το Δικαστήριο Εφέσεων του Μιλάνο, απέρριψε την Έφεση επιβεβαιώνοντας την Πρωτόδικη Απόφαση (Πιστοποιημένη επίσημη μετάφραση της εν λόγω Απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2). · Μετά και την απόρριψη της Έφεσης, η συνολικά οφειλόμενη απαίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας από τους Εναγόμενους 1 και 2 ομού και κεχωρισμένως αυξήθηκε λόγω των εξόδων της Έφεσης στα €945.537 πλέον τόκους. · Άμεσα η Ενάγουσα Εταιρεία κάλεσε τους Εναγόμενους 1 και 2 να της καταβάλουν το συνολικό οφειλόμενο προς αυτήν ποσό, αρχικά μέσω επιστολής ημερ. 17/7/2018 και ακολούθως μέσω επιστολής ημερομηνίας 26/7/
  10. · Η μοναδική απάντηση που έλαβε η Ενάγουσα - Εταιρεία ήταν στις 3 /8/2018 ηλεκτρονικό μήνυμα από την Εναγόμενη 2 μέσω του οποίου της ανέφερε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα και ότι είχε χωρίσει με τον Εναγόμενο 1 (Αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3). · Όπως, όμως, αποκαλύφθηκε στη συνέχεια από την Ενάγουσα/Αιτήτρια Εταιρεία μετά από ειδικές ερευνητικές ενέργειες, η Εναγόμενη 2, λίγες μέρες μετά την απόρριψη της Έφεσης και συγκεκριμένα στις 30/7/2018 μεταβίβασε προς την Εναγόμενη 4 το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου που διέθετε στην Εναγόμενη 3 Εταιρεία. Η εν λόγω μεταβίβαση διαφαίνεται μέσα από το έντυπο ΗΕ57 το οποίο επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο
  11. · Επίσης η έρευνα απεκάλυψε ότι στις 5/11/2015 ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε στην Εναγόμενη 2, σύζυγο του, ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο που είχε-διέθετε στην Εναγόμενη 3 Εταιρεία. Αυτό συνέβη μετά που το Δικαστήριο του Μιλάνο, κατά τις πρωτόδικες διαδικασίες, είχε απορρίψει όλες τις αιτήσεις για έρευνα των Εναγομένων 1 και
  12. Η εν λόγω μεταβίβαση προκύπτει από το έντυπο/έγγραφο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  13. · Ως εκ τούτου, από τις 30/7/2018 και μέχρι σήμερα, μοναδικός μέτοχος της Εναγόμενης 3 Εταιρείας είναι η Εναγόμενη
  14. Επισυνάπτεται έγγραφο με το αποτέλεσμα ηλεκτρονικής έρευνας στον Έφορό Εταιρειών ως Τεκμήριο
  15. · Σημειώνεται δε ότι η Εναγόμενη 3 είναι ιδιοκτήτρια ενός τουριστικού χωριού της Ελλάδος αξίας 6,5 εκατομμυρίων ευρώ καθώς επίσης και ιδιοκτήτρια γης, η αξία της οποίας ξεπερνά τα 10 εκατομμύρια ευρώ. · Εν ολίγοις, λίγες μέρες μετά την έκδοση της Απόφασης που επιβεβαίωνε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 οφείλουν το πιο πάνω ποσό στην Ενάγουσα, η Εναγόμενη 2 στο πλαίσιο της προσπάθειας της να αποφύγει μαζί με τον Εναγόμενο 1 να καταβάλουν το οφειλόμενο προς την Ενάγουσα ποσό, μεταβίβασε στην Εναγόμενη 4 τις μετοχές της, ώστε να μη μπορεί η Ενάγουσα να διεκδικήσει νομικά, μέρος της περιουσίας της Εναγόμενης 3 στην οποία μέχρι τότε μοναδική μέτοχος ήταν η Εναγόμενη 2 και Διευθυντής ο Εναγόμενος
  16. · Είναι, λοιπόν, πασιφανές ότι η Εναγόμενη 2 προέβη στις 30/7/2018 στην πιο πάνω μεταβίβαση έχοντας πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει την Ενάγουσα Εταιρεία να ανακτήσει από αυτήν το χρέος της, γεγονός που συνιστά δόλια μεταβίβαση. Σημειώνεται δε ότι η εν λόγω μεταβίβαση παρακινήθηκε και/ή έγινε εν γνώση του Εναγόμενου 1, ο οποίος ήταν και εξακολουθεί να είναι Διευθυντής της Εναγόμενης 3 μέχρι και σήμερα. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 εξακολουθεί να είναι Διευθυντής της Εναγόμενης 3 διαφαίνεται μέσα από το Τεκμήριο 6 πιο πάνω. · Η Εναγόμενη 4 αποδέχτηκε τις μετοχές, γνωρίζοντας ότι επρόκειτο για δόλια μεταβίβαση στα πλαίσια της προσπάθειας των Εναγομένων 1 και 2 να αποφύγουν την καταβολή των οφειλόμενων στην Ενάγουσα. Επί της ουσίας η Εναγόμενη 4, αποδεχόμενη τις μετοχές, συνέβαλε στην πραγματοποίηση της δόλιας μεταβίβασης. · Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν και/ή αδιαφόρησαν μέχρι σήμερα να ικανοποιήσουν το αίτημα της Ενάγουσας/Αιτήτριας και ουδέποτε μέχρι σήμερα έχουν προβεί σε καταβολή του οφειλόμενου ποσού και των τόκων επί του εν λόγω ποσού. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθησαν δύο Ενστάσεις, μία από μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόμενων 1 και 2 και μία από μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόμενων 3 και
  17. Αμφότερες οι Ενστάσεις βασίζονται στα Άρθρα 2, 4, 5, 7 και 9 του Κεφ.6, τα Άρθρα 29, 30, 31, 32, 41 και 42 του Ν.14/60, στον Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο, Κεφ.62, στα Άρθρα 9, 15, 16 και 23 του Συντάγματος, στη Δ.9, Δ.48, θθ.1-9 Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις γενικές αρχές, συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται (σε αμφότερες τις Ενστάσεις), βασικά, οι ακόλουθοι: § Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη § Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων, Δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις του Νόμου και/ή της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. § Οι Αιτητές δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. § Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. § Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσας Αγωγής. § Δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εκτός αν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Κανένας ισχυρισμός και/ή μαρτυρία προβάλλεται που να αποδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να αποκατασταθεί ζημιά σε μελλοντικό στάδιο. Δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε ζημιά που να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. § Δεν υπάρχει βάση αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα και/ή τα Διατάγματα που επιζητούνται με την Αγωγή δεν δύνανται με βάση το Κεφ.62 να δοθούν αφού το παρόν Δικαστήριο ουδέποτε εκδίκασε και εξέδωσε οποιαδήποτε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων. § Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και στερείται του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου για την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Ένορκη Δήλωση Μ. Αθανασίου Η Ένσταση των Εναγομένων 1 και 2 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μ. Αθανασίου δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και
  18. Σε αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ü Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπη και θα πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, ο ομνύοντας δεν αναφέρει κατά πόσο αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα. Ως έχει νομολογηθεί, η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα Ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται οποιαδήποτε μαρτυρία προσώπου για την πιστή μετάφραση της ένορκης δήλωσης στα Ελληνικά και, ως εκ τούτου, η ένορκη δήλωση θα πρέπει να απορριφθεί. ü Οι Ενάγοντες δεν δύνανται να καταχωρήσουν την υπό κρίση Αγωγή και συνεπακόλουθα την υπό κρίση Αίτηση, αφού το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει την παρούσα Αίτηση. Δυνάμει του Κεφ.62, μόνο το Δικαστήριο που εξέδωσε απόφαση μπορεί να εξετάσει στα πλαίσια σχετικής αίτησης ισχυρισμούς για δόλια μεταβίβαση. ü Οι Ενάγοντες με την Αγωγή τους δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων εναντίον τους. ü Η Εναγόμενη 4 παρέχει κυρίως υπηρεσίες διοικητικών συμβούλων και εμπιστευμάτων σε μη Κύπριους πολίτες οι οποίοι διατηρούν Κυπριακές εταιρείες. ü Η συνεργασία της Εναγόμενης 4 με την Εναγόμενη 3 άρχισε την Άνοιξη του
  19. Στις 30/7/2018 η Εναγόμενη 2 μεταβίβασε στην Εναγόμενη 4 τις μετοχές που διέθετε στην Εναγόμενη
  20. Ένορκη Δήλωση Λ. Λουκά Η Ένσταση των Εναγομένων 3 και 4 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Λ. Λουκά, Διευθυντή της Εναγόμενης
  21. Σε αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Þ Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπη και θα πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, ο ομνύοντας δεν αναφέρει κατά πόσο αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα. Ως έχει νομολογηθεί, η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα Ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται οποιαδήποτε μαρτυρία προσώπου για την πιστή μετάφραση της ένορκης δήλωσης στα Ελληνικά και, ως εκ τούτου, η ένορκη δήλωση θα πρέπει να απορριφθεί. Þ Η Εναγόμενη 4 ιδρύθηκε από τον ομνύοντα με σκοπό την παροχή διοικητικών συμβούλων και εμπιστευμάτων σε μη Κύπριους πολίτες οι οποίοι διατηρούν Κυπριακές εταιρείες. Þ Η συνεργασία της Εναγόμενης 4 με την Εναγόμενη 3 άρχισε την Άνοιξη του
  22. Þ Στις 30/7/2018 η Εναγόμενη 2 μεταβίβασε στην Εναγόμενη 4 τις μετοχές που διέθετε στην Εναγόμενη
  23. Þ Η Εναγόμενη 4 είναι εταιρεία η οποία προσφέρει διοικητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες εμπιστεύματος έναντι αμοιβής. Ιδρύθηκε από τον ομνύοντα προσωπικά ο οποίος είναι δικηγόρος στο επάγγελμα με πολυετή εμπειρία και γνώσεις περί της κείμενης νομοθεσίας και δεν είναι αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 4 συνέβαλε στην πραγματοποίηση οποιασδήποτε δόλιας μεταβίβασης. Þ Οι Ενάγοντες δεν δύνανται να καταχωρήσουν την υπό κρίση Αγωγή και συνεπακόλουθα την υπό κρίση Αίτηση, αφού το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει την παρούσα Αίτηση. Δυνάμει του Κεφ. 62, μόνο το Δικαστήριο που εξέδωσε απόφαση μπορεί να εξετάσει στα πλαίσια σχετικής αίτησης ισχυρισμούς για δόλια μεταβίβαση. Þ Οι Ενάγοντες με την Αγωγή τους δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγόμενων 3 και 4 έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων εναντίον τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2]Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32

(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4].Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Κατά πόσο η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη Ένας από τους λόγους Ένστασης που προβλήθηκαν από μέρους τόσο των Εναγόμενων 1 και 2 όσο και των Εναγόμενων 3 και 4 ήταν και αυτός που αναφέρεται σε παράτυπη ένορκη δήλωση λόγω του ότι δεν ακολουθήθηκε η ενδεδειγμένη διαδικασία. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας είναι αναγκαία η εξέταση του εν λόγω Λόγου Ένστασης που βασικά περιστρέφεται γύρω από την απουσία του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου για τη χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών. Είναι ορθή η εισήγηση της συνηγόρου για τους Καθ΄ων η Αίτηση ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, μία ένορκη δήλωση προσώπου που δεν γνωρίζει την Ελληνική θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ομνύοντα και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην Ελληνική καθώς, επίσης, και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές του περιεχομένου της. Κατά συνέπεια η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σε τέτοια περίπτωση περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (Annual Practice 1995, σελ. 683). Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772: «Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314)». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το ότι η ένορκη δήλωση η οποία γίνεται σε άλλη γλώσσα από την Ελληνική -λόγω του ότι είναι η γλώσσα του ομνύοντα- θα πρέπει να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Sangaralingam Krishnakanthan
(2011)1 Α.Α.Δ. 7 όπως προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα: «Στην προκείμενη περίπτωση, παρόλη την απουσία σχετικής πρόνοιας στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, η πρακτική που ακολουθείται και προδιαγράφεται στους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και αναφέρομαι στο Annual Practice 1955, σελ. 683 δίδει κατεύθυνση προς τη σωστή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί. Η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά, από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τη γλώσσα δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. (Βλ. Φωτίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 783).» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι πρόνοιες του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου 67/88 ως ετροποποιήθηκε διέπει το ζήτημα της αποδεκτότητας ως αποδεικτικού μέσου και εγγράφων συνταγμένων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα και παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους του στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σε οποιαδήποτε από αυτές. Για τους σκοπούς του Νόμου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση. Είναι ξεκάθαρο από τις προαναφερθείσες πρόνοιες ότι επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο επιβάλλεται μετάφραση εγγράφου σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας. Η αναφορά του Δικαστηρίου στον πιο πάνω Νόμο γίνεται προκειμένου να διασαφηνιστεί ότι, με βάση τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, δεν τυγχάνει εφαρμογής. Και τούτο ενόψει του ότι ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση της παρούσας Αίτησης, τέθηκε ως μεταφρασμένη η ένορκη δήλωση επί της οποίας βασίζεται. Συνεπώς, το υπό εξέταση ζήτημα θα πρέπει να κριθεί στη βάση της ορθότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε ως προς τη μετάφραση της ένορκης δήλωσης. Όπως προκύπτει στην προκείμενη περίπτωση, ενώπιον του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε μία ένορκη δήλωση στη γλώσσα του ομνύοντα και μια ένορκη δήλωση στην Ελληνική χωρίς, ωστόσο, να συνοδεύονται οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις από ένορκη δήλωση του προσώπου που γνωρίζει τη γλώσσα του ομνύοντα και προέβη σε μετάφραση της στην Ελληνική όπου να επιβεβαιώνεται η ακρίβεια αυτής της μετάφρασης και να ενσωματώνει ως τεκμήριο τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση όσο και την μετάφραση της. Υποστηρίχθηκε από το συνήγορο των Αιτητών ότι στην προκειμένη περίπτωση στην τελευταία σελίδα της ένορκης δήλωσης που υπέγραψε ο F. Hauri υπάρχει η υπογραφή του Στέργιου Κανάκη ο οποίος βεβαιώνει ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση στην Ιταλική είναι μετάφραση του κειμένου που επισυνάπτεται στην Ελληνική και ότι την εν λόγω δήλωση βεβαιώνει ο Δημήτρης Χάσικος από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών με την υπογραφή του και τη σφραγίδα του Υπουργείου Εξωτερικών. Οι εν λόγω αναφορές δεν προκύπτουν, ωστόσο, από οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να είναι σε γλώσσα καταληπτή στο Δικαστήριο. Για να το θέσω διαφορετικά, δεν υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε τέτοια βεβαίωση ή βεβαιώσεις σε γλώσσα η οποία να είναι αντιληπτή στο Δικαστήριο. Πλην των όσων αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος των Αιτητών, καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί η οποία να αποδεικνύει τα πιο πάνω. Είναι εμφανές από την πιο πάνω ανάλυση ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει τηρηθεί αυτή η διαδικασία η οποία έχει επιδοκιμαστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ως έχει αναφερθεί ανωτέρω με αποτέλεσμα να ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει και στοιχειοθετήσει την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Τούτου δοθέντος η υπό κρίση Αίτηση είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Κατάληξη Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που είχαν εγερθεί και αφορούν την εξέταση της ουσίας και, ειδικότερα, της ικανοποίησης η μη των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών και προς όφελος των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L. R.557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1C.L.R.303,Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ.182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β ) Α.Α.Δ. 282, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3]Δέστε Bacardi v .Vinco
(1996)1(Β)Α.Α.Δ.788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ)Α.Α.Δ.1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδν. C. Kokkouri Trading
(1998)1Α.Α.Δ.149. [4]Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P. A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5]Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.