Κετσπάγια κ.α. ν. G.M.INTERNATIONAL DESTRIBUTION LTD, Αρ.Αγωγής: 534/2019, 25/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A278 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 534/2019 Μεταξύ:
- XXXXX Κετσπάγια
- XXXXX Φιλίππου Εναγόντων και G.M.INTERNATIONAL DESTRIBUTION LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 25/4/2019 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Δρ Α. Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Καθ΄ ης η Αίτηση: Σ. Βασιλακάς για Ε. Φλουρέντζου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Επιζητούμενη θεραπεία Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση Διατάγματος που να διατάσσει την Εναγόμενη να παραδώσει την κατοχή της οικίας στην οδό XXXXX 9, XXXXX Λειβάδια στη Λάρνακα, η οποία ανηγέρθη επί του κτήματος υπ΄ αρ.εγγραφής 7XX1 και 7662, Τεμάχια 2X6 και 2X7, Φ/Σχ. ΧLI/33 μέχρι εκδικάσεως της υπόθεσης. Νομική βάση της Αίτησης αποτέλεσε το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, τα Άρθρα 4 - 9 του Κεφ.6 καθώς και η Δ.48, θ.θ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ένορκη Δήλωση Τ. Κετσπάγια Η Αίτηση συνοδεύτηκε από την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1 ο οποίος είναι σύζυγος της Ενάγουσας
- Σε αυτή αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: · Οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο ήσαν ιδιοκτήτες μιας οικίας στην οδό XXXXX 9, XXXXX Λειβάδια στη Λάρνακα, η οποία ανηγέρθη επί του κτήματος υπ΄ αρ.εγγραφής 7XX1 και 7XX2, Τεμάχια 2X6 και 2X7, Φ/Σχ. ΧLI/
- · Δυνάμει Συμφωνητικού Εγγράφου ημερ. 18/12/2018 (Τεκμήριο 1) οι Ενάγοντες πώλησαν στην Εναγόμενη την πιο πάνω οικία έναντι τιμήματος €1.100.
- Επιπροσθέτως συμφωνήθηκε προφορικά όπως οι Ενάγοντες πωλήσουν στην Εναγόμενη και πράγματι πώλησαν σε αυτή όλη την επίπλωση και εξοπλισμό του σπιτιού έναντι ποσού €375.
- · Οσον αφορά το ποσό του τιμήματος της οικίας συμφωνήθηκε ότι θα έπρεπε αυτό να καταβληθεί ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση. · Μεταξύ των όρων της Συμφωνίας ήταν ότι: i. Η κατοχή της οικίας θα παραδίδετο από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη κατά το χρόνο της μεταβίβασης. ii. Από την ημερομηνία της κατοχής η Εναγόμενη όφειλε να καταβάλει όλους τους φόρους για το ακίνητο, τον ηλεκτρισμό, την υδατοπρομήθεια και άλλα έξοδα που είναι σχετικά με την κατοχή. iii. Η μεταβίβαση έπρεπε να γίνει εντός 14 ημερών από την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας οπόταν θα έπρεπε να ακυρωθούν και όλες οι υποθήκες και βάρη με τα οποία εβαρύνετο το ακίνητο. iv. Ο αγοραστής δεν είχε δικαίωμα να καταχωρήσει το έγγραφο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. · Η Εναγόμενη, πέραν του τιμήματος της επίπλωσης και του εξοπλισμού, κατέβαλε έναντι του τιμήματος της οικίας το συνολικό ποσό των €500.000, το οποίο κατεβλήθη στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και παραμένει υπόλοιπο €600.
- · Παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα την Εναγόμενη να καταβάλει το πιο πάνω ποσό τόσο οι ίδιοι όσο και μέσω επιστολής των δικηγόρων τους, η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 15/2/2019, η οποία επεδόθη στην Εναγόμενη στις 28/2/2019, τερμάτισαν τη Συμφωνία και κάλεσαν την Εναγόμενη να τους παραδώσει άμεσα την οικία. · Παρά ταύτα η Εναγόμενη παρέλαβε το σπίτι τον Ιανουάριο του 2018 και έκτοτε εξακολουθεί να το κατέχει. · Λόγω της συμπεριφοράς της Εναγόμενης οι Ενάγοντες υφίστανται ζημιά ίση προς την ενοικιαστική αξία της οικίας, η οποία ανέρχεται σε €5.000 μηνιαίως από τον Ιανουάριο του 2018 μέχρι παραδόσεως της κατοχής και, διαζευκτικά, 5% ετησίως επί του οφειλόμενου ποσού που ανέρχεται σε €600.
- Εκφράζεται από τον ομνύοντα η θέση ότι το ζήτημα είναι εξαιρετικά επείγον καθότι η Εναγόμενη έχει ως μοναδικούς μετόχους πρόσωπα που είναι κάτοικοι εξωτερικού και είναι δυνατό ανά πάσα στιγμή να φύγουν, οπόταν προκύπτει το ενδεχόμενο να μην μπορέσουν να εισπράξουν οτιδήποτε και να τους μείνει η απώλεια της κατοχής της οικίας και του εξ αυτής ενοικίου. Στη βάση των πιο πάνω διατυπώνεται η θέση ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Ένσταση-Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση στην οποία καταγράφονται συνολικά 12 λόγοι Ένστασης. Μεταξύ των λόγων Ένστασης συγκαταλέγονται και οι ακόλουθοι: § Η Αγωγή είναι πρόωρη. § Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου
- § Υπάρχει απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων. § Επιδιώκεται τελική θεραπεία και/ή θεραπεία που αποφασίζει την ουσία στην Αγωγή, πράξη δικονομικά και νομικά ανεπίτρεπτη. § Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης και της Αγωγής. Ένορκη Δήλωση XXXXX Madi Η Ένσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του XXXXX Madi, Διευθυντή της Εναγόμενης, στην οποία αναφέρεται ότι το Συμφωνητικό Εγγραφο ημερομηνίας 18/12/2017 περιέχει όλους τους όρους σε σχέση με το τίμημα πώλησης, το οποίο περιελάμβανε την επίπλωση και εξοπλισμό της οικίας. Εκφράζεται δε η θέση ότι η αναφορά των Εναγόντων για ύπαρξη προφορικής συμφωνίας για αντικείμενα τόσο μεγάλης ισχυριζόμενης αξίας αποτελεί κακοπιστία και προϊόν δεύτερης σκέψης από τους Αιτητές. Αφού ο ομνύων αναφέρει ότι στη βάση του Συμφωνητικού Εγγράφου εντός 14 ημερών ή όποτε διαγράφονταν τα εμπράγματα βάρη που βαρύνουν την οικία θα μεταβιβαζόταν και ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση η Εναγόμενη θα κατέβαλλε το τίμημα πώλησης, ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν ήταν έτοιμοι να μεταβιβάσουν την οικία εντός 14 ημερών ή καθόλου. Όπως δε προβάλλει, συμφωνήθηκε τότε από κοινού να πληρωθεί άμεσα ποσό €250.000 και η Εναγόμενη θα δικαιούτο την άμεση κατοχή της οικίας. Συμφωνήθηκε δε περαιτέρω ότι θα καταβάλλονταν ακόμη €625.000 μέχρι και τον Ιούλιο του
- Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό των €225.000 αυτό θα πληρώνετο με τη μεταβίβαση του ακινήτου αφού θα είχαν εξαλειφθεί τα εμπράγματα βάρη τα οποία θα εξοφλούνταν από τα ποσά που η Εναγόμενη θα κατέβαλλε πριν τη μεταβίβαση της οικίας, ήτοι €875.
- Όπως προστίθεται από τον ομνύοντα, είχε συμφωνηθεί περαιτέρω ότι η Εναγόμενη θα είχε πλέον δικαίωμα να καταχωρήσει τη γραπτή συμφωνία αγοράς της οικίας στο αρμόδιο Κτηματολογικό γραφείο. Όπως ισχυρίζεται, στις 19/12/2017 η Εναγόμενη κατέβαλε το συνολικό ποσό των €250.000 προς τους Ενάγοντες και ο Αιτητής αρ.1 εξέδωσε και υπέγραψε δύο αποδείξεις που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, στις 3/1/2018 η Εναγόμενη κατέθεσε εν γνώσει των Εναγόντων και με βάση αυτά τα οποία είχαν συμφωνηθεί το Έγγραφο Συμφωνίας για αγορά της επίδικης οικίας στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Επιπρόσθετα, μέχρι και τις 6/7/2018 η Εναγόμενη κατέβαλε τμηματικά προς τους Ενάγοντες το ποσό των €625.000 και ο Αιτητής αρ.1 εξέδωσε προς τούτο αριθμό αποδείξεων αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Αποτέλεσε θέση του ομνύοντα ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να ισχυρίζονται ότι έλαβαν το ανωτέρω συνολικό ποσό των €875.000 για οποιοδήποτε άλλο λόγο παρά έναντι του τιμήματος πώλησης της επίδικης οικίας και ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν στην εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου με συγκεκριμένο τρόπο, όπως ο ίδιος περιέγραψε ανωτέρω. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε απέστειλαν επιστολή απαίτησης με την οποία να απαιτούν το πραγματικό υπόλοιπο της Συμφωνίας ήτοι €225.000 ή έστω το ποσό των €600.000 που οι ίδιοι ισχυρίζονται ως πραγματικό υπόλοιπο. Αντιθέτως, με την επιστολή απαίτησης τους ημερ. 30/1/2019 απαιτούσαν πληρωμή όλου του τιμήματος πώλησης ήτοι €1.100.
- Αντίγραφο της επιστολής αυτής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Επισημαίνεται ταυτόχρονα ότι στην εν λόγω επιστολή ουδεμία αναφορά γίνεται από τους Ενάγοντες ότι είναι έτοιμοι να μεταβιβάσουν την οικία ελεύθερη παντός εμπράγματου βάρους ως η Συμφωνία προβλέπει. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι οι Ενάγοντες, κατά παράβαση της Συμφωνίας, δεν προέβηκαν σε απάλειψη των εμπράγματων βαρών επί της οικίας παρόλο που είχαν εισπράξει το ποσό των €875.000 ως είχε συμφωνηθεί. Προβάλλεται, ακόμη, η θέση ότι η Αγωγή είναι πρόωρη καθώς οι Ενάγοντες κατά την ημερομηνία απαίτησης δεν ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι να εκπληρώσουν τη δική τους αμοιβαία υπόσχεση μεταβίβασης της οικίας. Προβάλλεται, επίσης, η θέση ότι οποιοσδήποτε τερματισμός εκ μέρους των Εναγόντων είναι παράνομος και για το λόγο αυτό η Εναγόμενη δικαιούται την επιστροφή του ποσού των €875.000 που έχει ήδη καταβάλει ή να επιμένει στην ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου. Τέλος, αφού εκφράζεται η θέση περί μη ύπαρξης καλής βάσης αγωγής και πιθανότητας για επιτυχία, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία ότι η Εναγόμενη, η οποία έχει ήδη καταβάλει ποσό €875.000, είναι αφερέγγυα ή ανίκανη να καταβάλει το υπόλοιπο των €225.000 ή οποιοδήποτε άλλο υπόλοιπο ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο δίκαιο. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα με βάση το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα επιδιώκεται η εξασφάλιση Δηλωτικής Απόφασης ότι η Συμφωνία ημερ. 18/12/2017 δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες πώλησαν στην Εναγόμενη εταιρεία την οικία τους είναι άκυρη και/ή ότι έχει ακυρωθεί υπαιτιότητι της Εναγόμενης. Παράλληλα επιδιώκουν αποζημιώσεις για ζημιά που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υφίστανται από την άρνηση της Εναγόμενης να παραδώσει την κατοχή της επίδικης οικίας ίση προς την ενοικιαστική της αξίας, ήτοι €5.000 μηνιαίως και/ή διαζευκτικά το ποσό των €600.000 ως υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης πλέον τόκο 5% επί του εν λόγω ποσού. Οι πιο πάνω αξιούμενες θεραπείες βασίζονται στη Συμφωνία Πώλησης ημερ. 18/12/2017 η οποία συνήφθη μεταξύ των διαδίκων και την οποία οι Ενάγοντες, όπως ισχυρίζονται, τερμάτισαν με επιστολή τους ημερ. 15/2/2019 η οποία επεδόθη στην Εναγόμενη στις 28/2/
- Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Ορατή Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Ο Ενάγοντας αρ. 1 μέσω των όσων παραθέτει στην ένορκη του δήλωση, αφού αναφέρεται στους όρους της επίδικης Συμφωνίας πώλησης της οικίας του προς την Εναγόμενη εταιρεία ημερ. 18/12/2018, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη κατέβαλε έναντι του τιμήματος πώλησης το ποσό των €500.000 και ότι παραμένει υπόλοιπο €600.
- Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί προφορικά όπως οι Ενάγοντες πωλήσουν στην Εναγόμενη και ότι πράγματι πώλησαν σε αυτή όλη την επίπλωση και εξοπλισμό της οικίας έναντι του ποσού των €375.
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα την Εναγόμενη να καταβάλει το πιο πάνω ποσό που αφορά στο τίμημα πώλησης της οικίας, αυτή δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα να τερματίσουν την Συμφωνία καλώντας την να τους παραδώσει άμεσα την οικία κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει πράξει. Ισχυρίζονται, τέλος, ότι λόγω της συμπεριφοράς της Εναγόμενης υφίστανται ζημιά ίση προς την ενοικιαστική αξία της οικίας, η οποία ανέρχεται σε €5.000 μηνιαίως από τον Ιανουάριο του 2018 μέχρι παραδόσεως της κατοχής και, διαζευκτικά, 5% ετησίως επί του οφειλόμενου ποσού που ανέρχεται σε €600.
- Από την άλλη η Εναγόμενη μέσω της ένορκης δήλωσης του Διευθυντή της XXXXX Madi αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε προφορικής Συμφωνίας για πώληση της επίπλωσης και του εξοπλισμού ισχυριζόμενη ότι το τίμημα πώλησης στην Συμφωνία ημερ. 18/12/2017 περιελάμβανε και την επίπλωση και τον εξοπλισμό. Αφού ο ομνύων αναφέρει ότι στη βάση του Συμφωνητικού Εγγράφου εντός 14 ημερών ή όποτε διαγράφονταν τα εμπράγματα βάρη που βαρύνουν την οικία θα μεταβιβαζόταν και ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση η Εναγόμενη θα κατέβαλλε το τίμημα πώλησης, ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν ήταν έτοιμοι να μεταβιβάσουν την οικία εντός 14 ημερών ή καθόλου. Όπως δε προβάλλει, συμφωνήθηκε τότε από κοινού να πληρωθεί άμεσα ποσό €250.000 και η Εναγόμενη θα δικαιούτο την άμεση κατοχή της οικίας. Συμφωνήθηκε δε περαιτέρω ότι θα καταβάλλονταν ακόμη €625.000 μέχρι και τον Ιούλιο του
- Όσον αφορά το υπόλοιπο ποσό των €225.000 αυτό θα πληρώνετο με τη μεταβίβαση του ακινήτου αφού θα είχαν εξαλειφθεί τα εμπράγματα βάρη τα οποία θα εξοφλούνταν από τα ποσά που η Εναγόμενη θα κατέβαλλε πριν τη μεταβίβαση της οικίας, ήτοι €875.
- Όπως προστίθεται από τον ομνύοντα, είχε συμφωνηθεί περαιτέρω ότι η Εναγόμενη θα είχε πλέον δικαίωμα να καταχωρήσει τη γραπτή συμφωνία αγοράς της οικίας στο αρμόδιο Κτηματολογικό γραφείο. Όπως ισχυρίζεται, στις 19/12/2017 η Εναγόμενη κατέβαλε το συνολικό ποσό των €250.000 προς τους Ενάγοντες και ο Αιτητής αρ.1 εξέδωσε και υπέγραψε δύο αποδείξεις που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, στις 3/1/2018 η Εναγόμενη κατέθεσε εν γνώσει των Εναγόντων και με βάση αυτά τα οποία είχαν συμφωνηθεί το Έγγραφο Συμφωνίας για αγορά της επίδικης οικίας στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Επιπρόσθετα, μέχρι και τις 6/7/2018 η Εναγόμενη κατέβαλε τμηματικά προς τους Ενάγοντες το ποσό των €625.000 και ο Αιτητής αρ.1 εξέδωσε προς τούτο αριθμό αποδείξεων αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Αποτέλεσε θέση του ομνύοντα ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να ισχυρίζονται ότι έλαβαν το ανωτέρω συνολικό ποσό των €875.000 για οποιοδήποτε άλλο λόγο παρά έναντι του τιμήματος πώλησης της επίδικης οικίας και ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν στην εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου με συγκεκριμένο τρόπο, όπως ο ίδιος περιέγραψε ανωτέρω. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε απέστειλαν επιστολή απαίτησης με την οποία να απαιτούν το πραγματικό υπόλοιπο της Συμφωνίας, ήτοι €225.000, ή, έστω, το ποσό των €600.000 που οι ίδιοι ισχυρίζονται ως πραγματικό υπόλοιπο. Αντιθέτως, με την επιστολή απαίτησης τους ημερ. 30/1/2019 απαιτούσαν πληρωμή όλου του τιμήματος πώλησης ήτοι €1.100.000 (Τεκμήριο 3). Ισχυρίζεται, επίσης, ότι οι Ενάγοντες κατά παράβαση της Συμφωνίας δεν προέβηκαν σε απάλειψη των εμπράγματων βαρών επί της οικίας παρόλο που είχαν εισπράξει το ποσό των €875.000 ως είχε συμφωνηθεί. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών δεν είναι επί του παρόντος για να κριθεί. Το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση των Εναγόντων, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα οι Αιτητές έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η Αίτηση δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όλα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας εκ μέρους των Αιτητών/Εναγόντων και, ως εκ τούτου, καθόσον αφορά αυτούς πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
- Δυσκολία Απονομής Πλήρους Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[6] Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[7] Αναφορικά με το ζήτημα αυτό ο Ενάγοντας αρ. 1 ισχυρίστηκε στην παράγραφο 14 της ένορκης του δήλωσης ότι «οι Εναγόμενοι έχουν σαν μοναδικούς μετόχους πρόσωπα που είναι κάτοικοι εξωτερικού και είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να φύγουν. Σε τέτοια περίπτωση είναι δυνατό να μην μπορέσουμε να εισπράξουμε ο,τιδήποτε και να μας μείνει η απώλεια της κατοχής του σπιτιού και του εξ αυτής ενοικίου». Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης επισημαίνω εν προκειμένω ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία ότι η Εναγόμενη εταιρεία, η οποία μέχρι σήμερα είναι παραδεκτό ότι έχει καταβάλει προς τους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των €875.000, είναι αφερέγγυα και/ή στερείται οποιασδήποτε περιουσίας ή πόρων και/ή ότι αδυνατεί οικονομικά να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος. Επιπλέον ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι οι μέτοχοι της είναι κάτοχοι αδείας επί μακρόν διαμένοντες στην Κυπριακή Δημοκρατίας, δεν έχει αμφισβητηθεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο από πλευράς των Εναγόντων/Αιτητών. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή οι Αιτητές χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για την μη έκδοση του[8]. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι, συνεπώς, η κατάληξη μου ότι οι Αιτητές απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Καθ΄ης η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα της. Οι Αιτητές να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] * MΔέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δης ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. [7] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.
- [8] Δέστε Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά. v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο