← Κύπρος

Πάντζιαρου κ.α. ν. ΣΠΕ ΑΛΛΗΛΕΓΥΗΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1665/2016, 25/9/2019

Πάντζιαρου κ.α. ν. ΣΠΕ ΑΛΛΗΛΕΓΥΗΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1665/2016, 25/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A280 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1665/2016 Μεταξύ:

  1. Πάντζιαρου Κ. ΧΧΧΧΧ
  2. Πάντζιαρου Γ. ΧΧΧΧΧ
  3. Πάντζιαρου Γ. ΧΧΧΧΧ
  4. Πάντζιαρου Γ. ΧΧΧΧΧ Εναγόντων Και ΣΠΕ ΑΛΛΗΛΕΓΥΗΣ ΛΤΔ Εναγόμενης Aίτηση ημερ. 29/5/2019 για Προσωρινά Παρεμπίπτοντα Διατάγματα Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κα Καρά για Αντώνης Κ. Καράς ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Αιτούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές επιδιώκουν τα ακόλουθα Διατάγματα: Α. Διάταγμα αναστέλλον την διαδικασία και/ή λήψη περαιτέρω μέτρων προς εκποίηση των ακινήτων της υποθήκης 4/Υ/5190/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα απαγορεύον την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση την λήψη οιονδήποτε μέτρων και/ή επίδοση ειδοποιήσεων «Τύπος ΙΑ» και/ή «Τύπος ΙΒ» αναφορικά με τα ακίνητα της υποθήκης 4/Υ/5190/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα παραμερίζον την επίδοση της ειδοποίησης «Τύπος I» από την Εναγόμενη στους Ενάγοντες και/ή διάταγμα αναστέλλον πάσα τεθείσα στην Ειδοποίηση «Τύπος I» αναφορικά με την ως άνω υποθήκη διαδικασίας, μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Νομική Βάση Αίτησης: Νομική βάση της Αίτησης, μεταξύ άλλων, αποτέλεσαν τα Άρθρα 2,27, 44Α-44ΙΑΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου,το Άρθρο 32 του Ν.14/60, τα Άρθρα 4, 5,6,7, 8 και 9 του Κεφ.6, στον Περί Συμβάσεων Νόμο, στη Δ.40, θθ.1,7 και 11, Δ.44, θ. 11, Δ.48,θθ.1,2,8

(1)(ιι), 8
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις Αρχές της Επιείκειας και γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στα Άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος και στην αρχή του quiatimetinjunction. Ένορκη Δήλωση Ενάγοντα αρ.3 Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα αρ.3 ο οποίος είναι ο υιός των Εναγόντων 1και 2 και αδερφός της Εναγόμενης 4. Σε αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Το έτος 2009 οι Ενάγοντες έλαβαν πιστωτικές διευκολύνσεις από την Εναγόμενη για σκοπούς ανάπτυξης της οικογενειακής επιχείρησης που διατηρούνε στην Αθηαίνου εκτροφής και/ή μεταποίησης κρεατικών προϊόντων και προς εξασφάλιση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων ενεγράφη η υποθήκη αρ. 4/Υ/5190/2009 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, η οποία αφορά δύο ακίνητα ιδιοκτησίας του Ενάγοντα 2, ως περιγράφονται κατωτέρω: (α) αρ. εγγραφής 0/1XX6, Φύλλο/Σχέδιο 31/52, Επαρχία Λάρνακα, Πετροφάνι (β) αρ. εγγραφής 0/1XX2, Φύλλο/Σχέδιο 31/52, Επαρχία Λάρνακα, Πετροφάνι · Τα ανωτέρω ακίνητα ευρίσκονται στο χωριό Πετροφάνι και αποτελούν ουσιαστικά, το τεμάχιο (α) τον χώρο όπου είναι εγκαταστημένη η οικογενειακή τους επιχείρηση και το τεμάχιο (β) αποτελεί χωράφι παρακείμενο του πρώτου, το οποίο επικουρεί την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης. Η εταιρεία τους έχει ετήσιο κύκλο εργασιών περί τα €600.000 και η λειτουργία αυτής αποτελεί το μόνο βιοποριστικό τους μέσο και το μόνο επιτήδευμα που μπορούν να ασκήσουν. · Μετά από την σύναψη της Σύμβασης Δανείου και την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση ανέκυψαν διαφορές οικονομικής φύσεως μεταξύ τους και ευρίσκονταν οι Ενάγοντες σε επικοινωνία με λειτουργούς της Τράπεζας προς εξεύρεση κοινής συνισταμένης. Συγκεκριμένα, απευθύνθηκαν στους υπαλλήλους της Εναγομένης προκειμένου να εξακριβώσουν και να προσδιορίσουν το αληθώς οφειλόμενο προς την Τράπεζα, καθότι δεν συμφωνούσαν με το εμφανιζόμενο ως υπόλοιπο. · Η Εναγόμενη απέστειλε σε όλους τους Ενάγοντες Ειδοποίηση «Τύπου Θ» κατά ή περί τον Ιούλιο 2016 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α). Ακολούθως, έγιναν προσπάθειες επικοινωνίας με τους λειτουργούς της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση προς εξεύρεση λύσης στις διαφορές που ανέκυψαν μεταξύ μας, καθότι δεν τους είχαν προμηθεύσει με αναλυτική κατάσταση λογαριασμού για να είναι σε θέση να εξακριβώσουν το αληθώς οφειλόμενο προς την Τράπεζα. · Η Εναγόμενη ακολούθως τους απέστειλε επιστολή ημερ. 1/9/2018 δια της οποίας τερμάτιζε παρανόμως, κατά τη θέση των Εναγόντων, τη Συμφωνία Δανείου που αφορά την επίδικη υποθήκη (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β). · Μετά από νομική συμβουλή που οι Ενάγοντες έλαβαν από τον δικηγόρο τους, και εφόσον είχαν αποτύχει οι προσπάθειές τους για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης με την Εναγόμενη, καταχώρησαν την παρούσα Αγωγή, καθότι, στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει ο ομνύων, κατά τον ουσιώδη χρόνο η ΣΠΕ Αλληλεγγύης δεν ήταν σε θέση και δεν είχε το δικαίωμα να υποθηκεύσει προς όφελος της ακίνητη περιουσία, παρά μόνο κινητή περιουσία. Αυτή ήταν και η βασική διαφορά των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων με τα άλλα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα. · Επομένως, η Υποθήκη 4/Υ/5190/2009 που ενεγράφη προς όφελος της Εναγόμενης, καθώς και οι λοιπές υποθήκες που ενεγράφησαν προς όφελός της και εμπεριέχονται στην παρούσα Αγωγή, είναι παράνομες και δεν μπορούν να παράγουν οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Κατόπιν νομικής συμβουλής κατεχωρήθη η παρούσα Αγωγή καθότι η όλη διαδικασία που ακολουθείται από την Εναγόμενη με την επίδοση των Ειδοποιήσεων που θα οδηγήσουν σε πλειστηριασμό των ακινήτων είναι παράνομη και άκυρη. · Την 11/10/2016 καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγή εναντίον της Τράπεζας, με την οποία αξιώνουν Δηλωτικές Αποφάσεις και Διαταγές του Δικαστηρίου για ακύρωση και παραμερισμό των υποθηκών που ενεγράφησαν προς όφελος της Εναγόμενης, μεταξύ των οποίων και η υποθήκη αρ. 4/Υ/5190/2009 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Περαιτέρω, αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι το εμφανιζόμενο ως υπόλοιπο του λογαριασμού με αρ. XXXXX056-8 που διατηρούσαν στην Τράπεζα, ήτοι το ποσόν €944.213,23 δεν είναι το αληθώς οφειλόμενο και είναι αποτέλεσμα παράνομων πράξεων και επιβαρύνσεων. · Ως ο ομνύων πληροφορείται τα δικόγραφα της παρούσας Αγωγής έχουν συμπληρωθεί. · Την 06/05/2019, η Εναγόμενη Τράπεζα, αγνοώντας παντελώς τις θέσεις των Εναγόντων και την διαδικασία της Αγωγής που εκκρεμοδικεί στο Ε.Δ. Λάρνακας, επέδωσε σε αυτούς επιστολή ημερ. 10/4/2019 με επισυνημμένη Ειδοποίηση «Τύπου Ι», στην οποία επισυνάπτεται επίσης μία εμφανιζόμενη ως «κατάσταση λογαριασμού» εκδοθείσα από την Εναγόμενη. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ). · Με την επίδοση στους Ενάγοντες της Ειδοποίησης «Τύπου I», ως τους εξηγεί ο δικηγόρος τους, η Εναγόμενη ξεκινά την διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων και ότι μετά την πάροδο των 120 ημερών, και σε ανύποπτο χρόνο, η Εναγόμενη θα τους επιδώσει Ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» και «Τύπου ΙΒ». · Η Εναγόμενη προχωράει με πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων ως ανωτέρω, εντελώς εκδικητικά, ενεργώντας δόλια και παράνομα και πλήρως εκμεταλλευόμενη την θέση ισχύος που κατέχει. Η όλη διαδικασία έχει καταστεί μέθοδος εκφοβισμού (extortion) και γίνεται αποκλειστικά για να ασκηθεί πίεση προς τους Ενάγοντες να καταβάλουν τα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά τα οποία, εν πάση περιπτώσει, οι Ενάγοντες καλόπιστα αμφισβητούν. · Η Εναγόμενη παρά το γεγονός της εκκρεμοδικίας επέλεξε να προχωρήσει με την επίδοση προς τους Ενάγοντες της Ειδοποίησης «Τύπου Ι» δεικνύοντας τοιουτοτρόπως πλήρη αδιαφορία για τις θέσεις τους και τείνει στο να καταστήσει την εκκρεμοδικία στην Αγωγή ανενεργή και χωρίς νόημα καταστρατηγώντας το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθιστώντας την Αγωγή κενή περιεχομένου. · Η συνέχιση των διαδικασιών και επίδοση ειδοποιήσεων που θα οδηγήσουν σε πλειστηριασμό θα επιφέρουν αποξένωση του αντικειμένου της Αγωγής που είναι τα ακίνητα που ευρίσκεται η επιχείρησή των Εναγόντων χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να προβάλλουν τις θέσεις τους αναφορικά με το αληθώς οφειλόμενο ποσό. · Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα τότε οι Ενάγοντες θα απολέσουν κάθε δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο ούτως ώστε να ακουστεί η θέση τους και να αποφασίσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της δίκης επί της διαφοράς τους με την Εναγόμενη. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από την Καθ΄ ης η Αίτηση Τράπεζα. Η Ένσταση βασίζεται στα Άρθρα 44Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, ΙΑ, ΙΑΑ του Νόμου 9/65, στα Άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.6, στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2013/575 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού(ΕΕ) αρ.648/2012, στους κανόνες της Επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται, βασικά, οι ακόλουθοι: § Η νομική βάση είναι εσφαλμένη § Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 § Δεν υπάρχει ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημιάς εφόσον αυτή μπορεί να απονεμηθεί σε χρήμα. § Δεν πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων. Ένορκη Δήλωση Π. Θεοχάρη Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Π. Θεοχάρη, ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Εναγόμενης Τράπεζας. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: · Οι Ενάγοντες με την Αγωγή τους ζητούν να ακυρωθεί η συμφωνία δανείου που υπέγραψαν με τους Εναγομένους στη βάση: i. Παράνομων χρεώσεων ή και χρεώσεων του επίδικου λογαριασμού με τόκους ή και έξοδα που δεν είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ii. Παράνομης αύξησης του ποσού της πίστωσης που τους χορηγήθηκε iii. Παράνομης μεταβολής του επιτοκίου · Περαιτέρω εξαιτούνται την ακύρωση των υποθηκών Υ377/2010, Υ5204/2009 και Υ 5190/2009 στη βάση του ότι οι Εναγόμενοι δεν εδικαιούνταν με βάση τη νομοθεσία που διέπει τις εργασίες τους να συστήσουν προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους υποθήκες. · Ωστόσο πουθενά εις την Αγωγή και την ένορκη δήλωσή που υποστηρίζει την Αίτησή τους ισχυρίζονται πως ουδέποτε εκταμίευσαν το ποσόν του δανείου και πως ακόμα και αν η συμφωνία δανείου και υποθήκευσης καταστεί ακυρώσιμη ή/και άκυρη για οποιοδήποτε λόγο οι Εναγόμενοι θα δικαιούνται να διεκδικήσουν το εν λόγω ποσόν στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. · Το εάν υπάρχουν παράνομες χρεώσεις στο οφειλόμενο υπόλοιπο, κάτι που οι Ενάγοντες Αιτητές ισχυρίζονται δίχως να επεξηγούν, είναι θέμα που δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματά τους σε περίπτωση ολοκλήρωσης εκποίησης της υποθήκης καθώς τα εν λόγω ποσά δύναται να αφαιρεθούν από το οφειλόμενο από αυτούς υπόλοιπο και σε περίπτωση που εισπραχθεί τέτοιο ποσόν, αυτό να τους επιστραφεί. · Περαιτέρω, πουθενά η νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν απαγορεύει τη σύσταση επιβάρυνσης επί ακίνητης περιουσίας. Από απλή ανάγνωση της νομοθεσίας προκύπτει ακριβώς το αντίθετο, καθότι εις την έννοια της περιουσίας, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις της ίδιας της νομοθεσίας "περιουσία" σημαίνει παντός είδους κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν. · Η ζημιά που επικαλούνται οι Αιτητές ότι ενδέχεται να υποστούν σε περίπτωση μη έκδοσης των Αιτούμενων διαταγμάτων είναι: o Αφενός ζημιά η οποία μπορεί να αποκατασταθεί μεταγενέστερα σε χρήμα o Αφετέρου οι Εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και μπορούν να ικανοποιήσουν τους Ενάγοντες σε περίπτωση που εκδοθεί οποιαδήποτε Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κληθούν να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες. · Πέραν των ανωτέρω, η προώθηση τόσο της Ανταπαίτησης εις την παρούσα Αγωγή όσο και της διαδικασίας εκποίησης ταυτόχρονα είναι δυνατότητα που προσφέρεται δυνάμει του νόμου εις τους Εναγόμενους, δίχως αυτή να μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2]Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4].Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Το επιζητούμενο Διάταγμα είναι διάταγμα γνωστό ως QuiaΤimet (προληπτικό διάταγμα) το οποίο λόγω της φύσεως του ποτέ δεν δίδεται ως θέμα ρουτίνας (asforcourse) και θα πρέπει να πληρούνται ιδιαίτερα κριτήρια. Τέτοιας φύσεως διάταγμα μπορεί να δοθεί μόνο όπου ο Αιτητής αποδεικνύει την ύπαρξη πολύ μεγάλης πιθανότητας με βάση τα γεγονότα για πρόκληση σ΄αυτόν μεγάλης ζημιάς στο μέλλον. Πρόκειται για δικαιοδοσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ και προσοχή. Σε τέτοιου είδους διάταγμα που αποβλέπει στο μέλλων σημασία έχει, λοιπόν, και το μέγεθος του κινδύνου πρόκλησης ζημιάς. Στην υπόθεση Szabo v. Esat Digifone Limited [1998] ILRM 102, 110 υποδεικνύεται: "for a quia timet injunction to be granted there would have to be a proven substantial risk of danger." Στο Σύγγραμμα Goldrein Wilkinson and Kershaw, Commercial Litigation (3η έκδοση) αναφέρεται ότι η απειλούμενη βλάβη πρέπει να είναι βέβαιη (certain) ή πολύ επικείμενη ("very imminent"). Εις το Σύγγραμμα «Commercial Injunctions» του Steven Gee, Q.C., 5η Έκδοση, σελ. 59, παρ. 2.029, αναφέρονται: «
(7)Quia timet injunctions A quia timet (since he fears) injunction is an injunction granted where no actionable wrong has been committed, to prevent the occurrence of an actionable wrong, or to prevent repetition of an actionable wrong. Before the Judicature Acts it was the sole preserve of the old High Court of Chancery to grant such an injunction where there had been no prior wrong. Sir George Jessel M.R. said no jurisdiction of the old Court of Chancery was more valuable and no subject more frequently the cause for bills for injunction than to restrain threatened injury. But the jurisdiction involves proof that unless the court intervenes by injunction there is a real risk that an actionable wrong will be committed; that an injunction would do no harm is not a justification for granting it. Usually this will be by evidence that the defendant has threatened to do the particular wrongful act "no-one can obtain a quiatimet order by merely saying "Timeo" (literally "I fear")» (δικές μου υπογραμμίσεις) ΕιςτηνυπόθεσηΑ. G. for the Dominion of Canada v. Richie Contracting and Supply Co. Ltd
(1919)A.C. 999, 1005, λέχθηκαν από τον Lord Dunein τα ακόλουθα: «.... no one can obtain a Quia Timet Order by merely saying «Τimeo»; he must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights.» Στο Σύγγραμμα Injunctions, David Bean 10ηέκδοση, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 3 στην παράγρ. 1.02 αναφέρονται τα ακόλουθα: "An injunction may be granted even though the claimant's legal rights have not as yet been infringed; in such a case the claimant is described as having obtained the injunction quia timet - "because he fears" - that wrong will be done to him if the order is not made. In Redland Bricks Ltd v. Morris [1970] A.C. 652, Lord Upjohn said at 664G: "to prevent the jurisdiction of the courts being stultified equity has invented the quia timet action, that is an action for an injunction to prevent an apprehended legal wrong, though none has occurred at present". But, as Lord Dunedin had observed in Attorney-General for Canada v. Ritchie Contracting Supply Co [1999] A.C 999 at 1005, "no one can obtain a quiatimet order by merely saying Timeo. He must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights"." (δικές μου υπογραμμίσεις) Τέλος στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγρ. 832 αναφέρονται τα ακόλουθα:
  1. Threatened invasion of legal right. Where a plaintiff has established that he has a right which has been infringed and that further infringement is threatened to a material extent, he is entitled to an injunction to restrain the threatened infringement upon the ordinary principles upon which the Court acts in granting injunctions. ... Therefore .... an injunction may be granted to restrain the commission of an apprehended or threatened act, on the ground that if the act is done it will violate the plaintiff's legal right, if he can show strong probability that the apprehended mischief will in fact arise. However, no one can obtain a quiatimet order by merely saying «timeo». He must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights. . The court will not restrain future acts of a wrongdoer unless it is plain that they will be of a wrongful nature...... However, if the defendant claims and insists upon his right or gives distinct notice of his intention or threatens or intends to commit an act which, if committed, would in the court's opinion, violate the plaintiff's right, an injunction will be granted.." Επισημαίνεται ότι λόγω της φύσης του διατάγματος απαιτείται σαφής και ισχυρή μαρτυρία ότι ο απειλούμενος κίνδυνος είναι άμεσος και ορατός και η ζημιά αναπόφευκτη, σοβαρή και τέτοια που να μην αποζημιώνεται χρηματικά[6]. ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Η εκδίκαση της παρούσας Αίτησης έγινε βάσει των Ενόρκων Δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των Ενόρκως Δηλούντων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση Δηλωτικής Απόφασης ότι το αξιούμενο από την Εναγόμενη ποσό και/ή το παρουσιαζόμενο ως οφειλόμενο αναφορικά με την επίδικη σύμβαση δανείου είναι λανθασμένο και/ή παράνομο και/ή προϊόν παράνομου ανατοκισμού και/ή παράνομων χρεώσεων. Ειδικότερα προβάλλεται ότι η Εναγόμενη: · Μονομερώς και/ή αυθαιρέτως αύξησε το ποσό της πίστωσης. · Καταχρηστικώς και/ή παρανόμως χρέωνε τον επίδικο λογαριασμό με έξοδα και/ή λοιπές επιβαρύνσεις τις οποίες δεν συνέδεσε με προσφερθείσες υπηρεσίες και/ή για τις οποίες οι Ενάγοντες ουδέποτε αποδέχτηκαν ή συναίνεσαν. · Επιβάρυνε τον επίδικο λογαριασμό παράνομα και/ή αδικαιολόγητα με τόκους υπερημερίας. · Άλλαζε τους όρους της σύμβασης και/ή αύξανε το επιτόκιο χωρίς κάποιο λογικό κριτήριο και/ή χωρίς να ενημερώσει τους Ενάγοντες · Καταχρηστικά υπολόγιζε την τοκοφορία του επίδικου λογαριασμού στη βάση των 360 ημερών αντί των 365 ή 366 προς βλάβη των Εναγόντων Περαιτέρω οι Ενάγοντες εξαιτούνται την ακύρωση της επίδικης Υποθήκης Υ5190/09 ως συναφθείσας παρανόμως και/ή κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας και/ή ότι κωλύετο η Εναγόμενη εκ του νόμου και των Κανονισμών να συνάπτει συμφωνίες Υποθήκης και/ή να συστήνει επιβαρύνσεις επί της συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου
  2. Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Ο Ενάγων αρ.3 μέσω της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση και δεν είχε το δικαίωμα να υποθηκεύσει προς όφελος της ακίνητη περιουσία παρά μόνο κινητή περιουσία με αποτέλεσμα η υποθήκη Υ5190/2009 η οποία ενεγράφη προς όφελος της Εναγόμενης καθώς και υπόλοιπες υποθήκες που αναφέρονται στην παρούσα Αγωγή είναι παράνομες και δεν μπορούν να παράγουν οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το εμφανιζόμενο ως υπόλοιπο του λογαριασμού υπ. αρ. XXXXX056-8, ήτοι ποσό €944.213,23, δεν είναι το αληθώς οφειλόμενο και ότι είναι αποτέλεσμα παράνομων πράξεων και επιβαρύνσεων. Από την άλλη η πλευρά της Εναγόμενης ισχυρίζεται ότι η νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία των Συνεργατικών Ιδρυμάτων δεν απαγορεύει τη σύσταση επιβάρυνσης επί ακίνητης περιουσίας. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόντων για υπερβολικές χρεώσεις επισημαίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υποστηρίζεται με γεγονότα. Προβάλλεται, ακόμη, ότι με δεδομένο ότι δεν αμφισβητείται η εκταμίευση του δανείου, ακόμη και στην περίπτωση που η συμφωνία δανείου και υποθήκης κριθούν άκυρες και/ή ακυρώσιμες, η Εναγόμενη θα δικαιούται να διεκδικήσει το εν λόγω ποσό στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση Αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών δεν είναι επί του παρόντος για να κριθεί. Το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής πεποίθησης είτε για την υπόθεση των Εναγόντων, είτε για τη βασιμότητα της Υπεράσπισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα οι Αιτητές έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας; Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων»; Οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η Αίτηση δεν εξασθενίζουν, κατά την εκτίμηση μου, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών σε βαθμό μάλιστα που να οδηγούν στη διαπίστωση μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όλα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας εκ μέρους των Αιτητών/Εναγόντων και, ως εκ τούτου, καθόσον αφορά αυτούς πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[7] Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.[8] Αποτέλεσε θέση των Εναγόντων ότι τυχόν απόρριψη της παρούσας Αίτησης θα έχει ολέθριες συνέπειες στα δικαιώματα των Εναγόντων καθότι, αν πωληθούν τα ακίνητα της επίδικης υποθήκης στα οποία διεξάγεται η επιχείρηση τους, τότε η παρούσα Αγωγή θα καταστεί, ως προς τα συγκεκριμένα ακίνητα, άνευ αντικειμένου και η ζημιά που θα υποστούν θα είναι δυσαναλόγως επαχθέστερη αυτής που ήθελε υποστεί η Εναγόμενη. Επιπλέον υποστηρίχθηκε ότι σε ό,τι αφορά την ακίνητη περιουσία δεν έχει αξία μόνο ως γη αλλά η απώλεια της και η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο πρέπει να συσχετισθεί με όσα οφέλη, δικαιώματα που οι Ενάγοντες θα απολέσουν, ήτοι έσοδα από τη διεξαγωγή των εργασιών τους, τη χρήση και εκμετάλλευση των ακινήτων ή διαφυγόντα κέρδη ή ενδιάμεσα οφέλη. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα και θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει προβληθεί η θέση από τους Αιτητές ότι η οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση/Εναγόμενης είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν Απόφαση υπέρ του και ότι η Καθ΄ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αποτελεί ένα καθόλα φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα, κάτι που η πλευρά του Αιτητή δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο εφόσον στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 αναφέρεται, απλώς, ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τη φερεγγυότητα της Εναγόμενης, με συνεπακόλουθο να υφίσταται οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης των Αιτητών στην περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή οι Αιτητές χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα λήγει εκεί χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για την μη έκδοση του[9]. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι συνεπώς η κατάληξη μου ότι οι Αιτητές απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Καθ΄ης η Αίτηση δικαιούται στα έξοδα της. Οι Αιτητές να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1C.L.R.38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1C.L.R.585,M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1C.L.R.605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1C.L.R.55, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1C.L.R.583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1Α.Α.Δ.182,Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ.54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.1453. [3]Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ )Α.Α.Δ.1791και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1Α.Α.Δ.149. [4]Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R.263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ.1802. [5]Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1C.L.R.263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248. [6] Δέστε Διατάγματα (Injunctions) Ερωτοκρίτου και Αρτέμης. [7]Δέστε Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. [8] Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. [9]ΔέστεCommerzbank Auslandsbanken Holding A.Gκ.ά. v. Adeona Holdings LimitedΠολιτικήΈφεσηαρ. Ε 6/2014, ημερ. 27/2/15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμος Λευκωσίας Πολιτική έφεση αρ. Ε 68/2013, ημερ. 24/3/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.