← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. F.L.FLAVORS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3348/12, 9/7/2019

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. F.L.FLAVORS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3348/12, 9/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3348/12 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων Και

  1. F.L.FLAVORS LIMITED (H.E. 156089)
  2. ...... ΤΣΙΑΡΛΙΣΤΟΥ
  3. ............ ΠΑΝΤΕΛΗ
  4. ............. ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  5. .............. STEFA Ημερομηνία: 09/07/2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Πέτρου για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια. Για τον Εναγόμενο 4: κα Λάμπρου για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη. ΑΠΟΦΑΣΗ Τα δικόγραφα Οι Ενάγοντες με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησαν εναντίον των Εναγομένων αξιώνουν ποσό €27.287,24.- ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού δανείου δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 24.3.2011 ή και δυνάμει εγγυήσεως πλέον τόκο 9,75% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 1.7.2012 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο ήτοι την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης οι Ενάγοντες είναι Συνεργατική Εταιρεία νομοτύπως εγγεγραμμένη και καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγαν και διεξάγουν εργασίες στη Λάρνακα. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 24.3.2011 στη Λάρνακα μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1, οι Ενάγοντες χορήγησαν εις αυτούς δάνειο εκ €25.
  6. Το δάνειο αυτό δυνάμει ρητών ή και εξυπακουόμενων όρων συμφωνήθηκε όπως είναι πληρωτέο δια 82 μηνιαίων δόσεων εκ €400 εκάστης, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 24.5.2011 και των υπολοίπων την αντίστοιχη ημέρα εκάστου επομένου μηνός μέχρι εξόφλησης. Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5, αντί νομίμου ανταλλάγματος, εγγυήθηκαν τους Εναγόμενους 1 ως προς όλες τις υποχρεώσεις τους με έγγραφο εγγύησης που υπέγραψαν στη Λάρνακα και το οποίο ο Εναγόμενος 4, όπως και ο Εναγόμενος 3, υπόγραψε την 12.4.2011 ενώ οι λοιποί Εναγόμενοι εγγυητές σε άλλες ημερομηνίες. Κατόπιν τούτου, οι Ενάγοντες άνοιξαν λογαριασμό δανείου επ' ονόματι των Εναγομένων 1 και τον χρέωσαν με το ποσό του ως άνω χορηγηθέντος δανείου. Κατά ή περί την 25.6.2012 ή και προηγουμένως, ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ή και καθυστερήσεις ή και δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά και/ή με βάση τους όρους της συμφωνίας. Συνεπεία τούτου, οι Ενάγοντες κατά ή περί την 25.6.2012 εκάλεσαν με επιστολή τους τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου και τους γνωστοποίησαν ότι το επιτόκιο αυξήθηκε από 25.6.2012 σε 9,75%. Οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν και οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 9.7.2012 τους κάλεσαν να εξοφλήσουν σε 21 μέρες παν χρεωστικό υπόλοιπο, ενώ ακολούθησε ένεκα ακριβώς της μη συμμόρφωσης των Εναγομένων επιστολή των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 6.9.2012 για τον τερματισμό της ως άνω συμφωνίας δανείου ή και της λειτουργίας του λογαριασμού τους. Τέλος, οι Ενάγοντες σημειώνουν ότι παρά τις πιο πάνω επιστολές τους ή και άλλες οχλήσεις των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν ή και αμέλησαν ή και παρέλειψαν να προβούν σε εξόφληση και εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό που οι Ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή τους. Οι Εναγόμενοι 2 - 5 καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση δια της οποίας αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης τους. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1, αυτοί λέγουν ότι οι ισχυριζόμενοι όροι ή και η χρέωση τόκου προς 8% είναι παράνομη. Ενώ, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί η ισχυριζόμενη εγγύηση τους, ισχυρίζονται ότι η εγγύηση είναι άκυρη ή και ανεφάρμοστη συνεπεία της ακυρότητας ή και της μη εφαρμοσιμότητας ή και του παράνομου της ισχυριζόμενης επίδικης συμφωνίας καθώς και ότι αυτή κατέστη άκυρη αφού έχουν απαλλαγεί της ευθύνης τους συνεπεία του ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε συγχώνευση και οι όροι της εν λόγω εγγύησης τροποποιήθηκαν ή και διαφοροποιήθηκαν κατά τρόπο που προφανώς παρέβλαπτε ή και παρέβλαψε ή και επηρέασε αρνητικά τα συμφέροντα ή και τα δικαιώματά τους. Επίσης, στην παράγραφο 11 της Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν ισχυρισμούς περί παράνομης χρέωσης τόκων και ή άλλων δήθεν δικαιωμάτων. Τέλος, οι Εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους και επιπλέον προβάλλουν Ανταπαίτηση ζητώντας δήλωση του Δικαστηρίου ότι ουδέν ποσόν οφείλουν καθώς επίσης δήλωση ότι η ισχυριζόμενη εγγύηση είναι άκυρη, παράνομη και ανεφάρμοστη ή και δήλωση ότι ως εγγυητές έχουν απαλλαγεί της ευθύνης τους συνεπεία της συγχώνευσης στην οποία προέβησαν οι Ενάγοντες και των όσων έχουν αναφερθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω. Στο απαντητικό τους δικόγραφο οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στην Έκθεση Απαίτησης τους. Ενώ, περαιτέρω, αρνούνται την Ανταπαίτηση και αξιώνουν την απόρριψή της. Παρεμβάλλω εδώ ότι εν σχέσει με τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 5 έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον τους ως η αξίωση των Εναγόντων. Για μεν τους Εναγόμενους 1 λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης από μέρους τους και κατόπιν σχετικής αίτησης των εναγόντων, ενώ για τους Εναγόμενους 2, 3 και 5 εκδόθηκε απόφαση εκ συμφώνου. Γι' αυτό και η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση μόνο εν σχέσει με τον Εναγόμενο
  7. H μαρτυρία Για την πλευρά των εναγόντων κατέθεσαν τρείς

(3)μάρτυρες και συγκεκριμένα η XXXXX Σολωμού Χριστοφόρου (ΜΕ1), η XXXXX Χατζηνικολή (ΜΕ2) και η XXXXX Κονναρή (ΜΕ3). Η πλευρά του εναγόμενου 4 δεν παρουσίασε οιονδήποτε μάρτυρα. Μ.Ε.1 - XXXXX Σολωμού Χριστοφόρου Η μάρτυρας, μέσω της γραπτής δήλωσης-κατάθεσης που έχει καταχωριστεί ως Τεκμήριο 1, εισαγωγικά αναφέρει ότι για αρκετά χρόνια και μέχρι 31.1.2018 ήταν τοποθετημένη ως λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων, ενώ από την 1.2.2018 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus Ltd) (στο εξής «Altamira») δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ των Εναγόντων και της Altamira. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira ενεργεί δια λογαριασμό των Εναγόντων και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ή και άλλων συμφωνιών των Εναγόντων, μια από τις οποίες είναι και το δάνειο που αφορά η παρούσα περίπτωση. Στη συνέχεια αναφέρεται στα καθήκοντά της στην Altamira, τα οποία δεν έχουν αλλάξει εν σχέσει με προηγουμένως και παραμένει μια από τις λειτουργούς που χειρίζονται δικαστικές υποθέσεις των Εναγόντων. Είναι εξουσιοδοτημένη τόσο από τους Ενάγοντες όσο και από την Altamira να προβεί στην παρούσα δήλωση, ενώ γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή είτε προσωπικά είτε από έγγραφα που έχει στην κατοχή της. Εν συνεχεία, η μάρτυρας αναφέρεται στις αλλαγές που επήλθαν εν σχέση με την ονομασία των Εναγόντων μέχρι και πρόσφατα που έχουν μετονομαστεί σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, ως παρουσιάζονται δηλαδή στον τίτλο της παρούσας απόφασης (βλ. και τη σχετική ειδοποίηση μετονομασίας στο φάκελο της υπόθεσης ημερομηνίας 2.10.2018). Ακολούθως, η μάρτυρας αναφέρεται στη συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 στις 24.3.2011 για παροχή δανείου ύψους €25.000 (Τεκμήριο 2) και στη γραπτή σύμβαση εγγύησης που υπόγραψαν οι Εναγόμενοι 2 - 5 και η οποία υπεγράφη από τον Εναγόμενο 4 στις 12.4.2011 (Τεκμήριο 3). Μετά την υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών σημειώνει ότι οι Ενάγοντες άνοιξαν λογαριασμό επ' ονόματι των Εναγομένων 1 και τους παραχώρησαν το ποσό του δανείου χρεώνοντας τον λογαριασμό. Περαιτέρω, η μάρτυρας αναφέρει ότι επειδή από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού οι δόσεις δεν πληρώνονταν σύμφωνα με τους όρους του δανείου και αφού προηγήθηκαν διάφορες άλλες ειδοποιήσεις, στις 25.6.2012 οι Ενάγοντες έστειλαν επιστολές προς τους Εναγόμενους με τις οποίες τους καλούσαν να διευθετήσουν τις καθυστερημένες δόσεις και περαιτέρω τους ενημέρωναν ότι ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο 9,75% από 25.6.2012 (Τεκμήριο 4). Έχει ελέγξει το φάκελο που διατηρούν οι Ενάγοντες για το επίδικο δάνειο και επιβεβαίωσε ότι οι επιστολές αυτές ταχυδρομήθηκαν δεόντως κατά την εν λόγω ημερομηνία και καμία δεν επιστράφηκε ως μη παραδοθείσα ή με οποιαδήποτε ένδειξη. Επειδή οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις ως άνω επιστολές και συνέχιζαν να μην πληρώνουν τις δόσεις τους, οι Ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους και οι τελευταίοι απέστειλαν επιστολές προς τους Εναγόμενους στις 9.7.2012 καλώντας τους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο εντός 21 ημερών (Τεκμήριο 5). Ως πληροφορήθηκε δε από την κα Κατερίνα Κονναρή που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες στην παρούσα, και η οποία ήταν υπεύθυνη ταχυδρόμησης των επιστολών, οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν δεόντως και δεν επιστράφηκαν. Ένεκα μη συμμόρφωσης των Εναγομένων με τις επιστολές πιο πάνω και αφού συνέχιζαν να μην πληρώνουν τις δόσεις τους, οι Ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους οι οποίοι απέστειλαν στις 6.9.2012 επιστολές προς τους Εναγόμενους με τις οποίες τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 6). Αναφέρεται δε σε επικοινωνία που είχε με την κυρία Κονναρή πιο πάνω, η οποία την ενημέρωσε για την ταχυδρόμηση των συγκεκριμένων επιστολών αλλά και τη μη επιστροφή τους. Εν συνεχεία, η μάρτυρας κατέθεσε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 7), η οποία ως αναφέρει αποτελεί αντίγραφο καταχώρησης στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων το οποίο αποτελεί και το τραπεζικό τους βιβλίο. Κατά τον χρόνο καταχώρησης όλων των χρεοπιστώσεων το ως άνω αρχείο αποτελούσε και αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία των Εναγόντων και όλες οι καταχωρήσεις έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων και βρισκόταν και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο τους. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής της Τράπεζας είναι προγραμματισμένος ειδικά να εκτυπώνει αυτές τις καταστάσεις, ενώ τροφοδοτείται κανονικά και καθημερινά για να τις εκτυπώνει. Τις καταστάσεις που έχει στην κατοχή της τις εκτύπωσε η ίδια από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όταν εκτυπώθηκαν έλεγξε όλες τις καταχωρήσεις μια προς μια με τις καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και διαπίστωσε ότι αυτές που εκτυπώθηκαν αποτελούν ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών καταχωρήσεων σε αυτό. Στη βάση της αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού πιο πάνω, την οποία ετοίμασε με τον τρόπο που προανέφερε και μετά από οδηγίες των δικηγόρων των Εναγόντων, δημιούργησε και εκτύπωσε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 8) αφαιρώντας κάποιες χρεώσεις και περιορίζοντας τον τόκο στο συμβατικό σε μια προσπάθεια να βοηθήσει τους Εναγόμενους να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Είπε δε ότι δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε άλλο ποσό πέραν των όσων αναφέρονται στις καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί. Η μάρτυρας επίσης ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 4 επιβεβαίωσε, με βάση τη δήλωση του Τεκμήριο 9, ότι παρέλαβε γραπτή ενημερωτική επιστολή (βλ. επισυνημμένο έγγραφο στο Τεκμήριο 9), καθώς επίσης και γραπτή δήλωση περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη (βλ. Τεκμήριο 10). Ως προς τη διαφορά στον αριθμό λογαριασμού που φαίνεται στη συμφωνία δανείου Τεκμήριο 2 εν σχέσει με τον αριθμό που φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού, ανέφερε ότι πρόκειται για τον ίδιο λογαριασμό και εξήγησε τον λόγο που έχει αλλάξει ο αριθμός αυτός. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση της και αναφερόμενη στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, αφού προηγουμένως επανέλαβε ότι έχουν αφαιρεθεί κάποιες χρεώσεις, καθώς επίσης ο τόκος στην αναδομημένη κατάσταση περιορίστηκε στο συμβατικό επιτόκιο 8%, ανέφερε ότι ετοιμάστηκε με εργαλείο το οποίο υπολογίζει το ημερολογιακό έτος που αποτελείται από 365 μέρες και όχι ως προνοούν τα έγγραφα, δηλαδή 360 μέρες που είναι το εμπορικό έτος. Και σημείωσε ότι το επιτόκιο και η αξίωση περιορίζεται ως η αναδομημένη κατάσταση. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 4 είχε ενημερωθεί για τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός με τις επιστολές που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια και αρνήθηκε την υποβολή ότι ουδέποτε ενημερώθηκε, λέγοντας ότι δεν έχει εντοπίσει στο φάκελο, όσον αφορά τις επιστολές που είχε στείλει η πρώην Σ.Π.Ε. Κοντέας, οτιδήποτε που να δείχνει ότι οι επιστολές είχαν επιστραφεί και αν υπήρχε κάτι τέτοιο θα είχε σίγουρα ενημερωθεί ο φάκελος. Επανέλαβε επίσης, ως προς τις επιστολές Τεκμήρια 5 και 6, την ενημέρωση που έλαβε από την κα Κονναρή για την αποστολή και τη μη επιστροφή τους. Όσον αφορά την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7 και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 8, ανέφερε ότι αυτές έχουν εκτυπωθεί στις 6.11.2018, ενώ ως προς τη σύγκρισή τους με το τραπεζικό βιβλίο είπε ότι αυτό έγινε πριν την προηγούμενη ακροαματική διαδικασία και έχει διαπιστώσει ότι όλες οι καταχωρήσεις είναι ορθές. Εξήγησε δε τη διαδικασία που έχει ακολουθήσει για να κάνει τη σύγκριση αυτή. Κατά την επανεξέταση της, ανέφερε ότι ως προκύπτει από το Τεκμήριο 7 υπήρχαν και άλλες ειδοποιήσεις προς τον Εναγόμενο 4, προγενέστερες των επιστολών που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι προκύπτει να ειδοποιήθηκαν 31.8.2011 και 17.2.2012. Πρόκειται για τις χρεώσεις που φαίνονται στην κατάσταση και κάτω από τις λεπτομέρειες αναγράφεται «ΕΙΔΟΠ.» με χρέωση €11. Πρόκειται για ειδοποιήσεις που έχουν σταλεί και το ποσό που χρεώνετουν ο λογαριασμός ήταν σταθερό, αλλά δεν τις έχει ενώπιον της για να τις παρουσιάσει. Μ.Ε.2 - XXXXX Χατζηνικολή Εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες στην παρούσα και έχει αναγνωρίσει τις επιστολές Τεκμήρια 5 και 6 ως επιστολές του γραφείου τους και εξήγησε ότι οι οδηγίες που έρχονται από τις Τράπεζες έρχονται στην ίδια και δίνει οδηγίες στους αρμόδιους υπαλλήλους για να ετοιμάσουν επιστολές. Εφόσον αποσταλούν οι προειδοποιητικές επιστολές και περάσει η προθεσμία στέλλουν επιστολή στην Τράπεζα με την οποία ζητούν οδηγίες, τους λένε να προχωρήσουν με επιστολές τερματισμού εφόσον δεν υπάρχει ανταπόκριση από χρεώστες και εφόσον σταλούν επιστολές τερματισμού και δεν υπάρχει ανταπόκριση παίρνουν οδηγίες να ετοιμάσουν αγωγή. Πριν την ετοιμασία αγωγής πάντα ελέγχουν ότι δεν έχουν επιστραφεί οι επιστολές πίσω και δίδονται οδηγίες να ετοιμαστεί αγωγή ή ετοιμάζει η ίδια την αγωγή. Αυτά έγιναν και στην παρούσα περίπτωση. Στην αντεξέτασή της ανέφερε ότι δεν έχει ετοιμάσει η ίδια της επιστολές Τεκμήρια 5 και 6, αλλά η κα XXXXX Χριστοφή που δούλευε παλαιότερα στο γραφείο τους όμως τις έλεγξε η ίδια και έδωσε οδηγίες για να γίνουν. Τις έχει αποστείλει δε η αρμόδια υπάλληλος του γραφείου τους και η ίδια έλεγξε ότι δεν έχουν επιστραφεί για να μπορέσει να προχωρήσει η διαδικασία του τερματισμού και μετέπειτα της αγωγής. Αν επιστρέφονταν δεν θα προχωρούσε η διαδικασία. Τέλος, ανέφερε ότι αν είχαν επιστραφεί θα ενημέρωναν τους πελάτες και θα αποστέλλονταν σε νέες διευθύνσεις αν είχαν τέτοιες οδηγίες από τους πελάτες, ενώ αρνήθηκε υποβολή ότι οι επιστολές αυτές ουδέποτε παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο 4. Μ.Ε.3 - XXXXX Κονναρή Εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες από το 1995 και ως προς τα καθήκοντά της ανέφερε ότι κάνει καταχωρήσεις στο Δικαστήριο, στέλνει γράμματα με το ταχυδρομείο, παραλαμβάνει αλληλογραφία από τη θυρίδα του Δικαστηρίου και του ταχυδρομείου. Ακολούθως, αναγνώρισε τις επιστολές Τεκμήρια 5 και 6 και ανέφερε ότι η ίδια τις έχει στείλει. Είπε επίσης ότι υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που θυμάται ότι οι επιστολές στάληκαν και στον Εναγόμενο 4, αφού αυτός είναι πρώην αρραβωνιαστικός μιας συναδέλφου τους. Εξήγησε στη συνέχεια ότι όταν ανοίξει τη θυρίδα του ταχυδρομείου και υπάρχουν επιστολές οι οποίες επιστράφηκαν ως αζήτητες ή λόγω του ότι άλλαξαν διεύθυνση, βρίσκουν τον φάκελο της κάθε υπόθεσης και βάζουν μέσα την επιστολή που επιστράφηκε εφόσον ειδοποιήσουν πρώτα τους πελάτες για να τους δοθούν οδηγίες. Οι συγκεκριμένες επιστολές δεν επιστράφηκαν διότι θα ήταν στο φάκελο του γραφείου τους με σφραγίδα του ταχυδρομείου ότι επιστράφηκαν πίσω. Ανέφερε επίσης ότι όταν περνούσε η προθεσμία στην κάθε επιστολή τερματισμού προχωρούσαν με αγωγή. Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε ότι δεν είναι η ίδια που έχει συντάξει τις επιστολές Τεκμήρια 5 και 6, όμως η ίδια τις έχει ταχυδρομήσει. Η ίδια προσωπικά τις έχει στείλει και από το ταχυδρομείο δεν έλαβαν ποτέ ειδοποίηση ότι οι Εναγόμενοι δεν τις έλαβαν. Σαν γραφείο τις έχουν ταχυδρομήσει. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας και Ευρήματα Έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή τις μάρτυρες των Εναγόντων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οφείλω να πω ότι όλες μου έχουν κάνει πολύ καλή εντύπωση. Έχουν καταθέσει με θετικό τρόπο, δίδοντας άμεσες και σαφείς απαντήσεις και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήταν ειλικρινείς και είπαν την αλήθεια. Από εκεί και πέρα, έχοντας μελετήσει τη μαρτυρία τους διαπιστώνω ότι η μαρτυρία τους ουδόλως έχει κλονιστεί εκ της αντεξέτασης τους. Καταληκτικά η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Όσα προκύπτουν δε εκ της μαρτυρίας των τριών μαρτύρων των εναγόντων γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Και βεβαίως εδώ που η υπόθεση αφορά εγγυητή επιπρόσθετα χρειάζεται η απόδειξη της σύμβασης εγγύησης. Οι θέσεις της Υπεράσπισης / του Εναγόμενου 4
  1. Δεν έχει αποδειχθεί η υπογραφή και σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, καθότι δεν αποδείχθηκε η υπογραφή και σύναψης τους (βλ. και σελ. 2-7 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου 4) Κατ' αρχήν έχει σημασία ν' αναφερθεί ότι η μαρτυρία της ΜΕ1, ως προς το κομμάτι υπογραφής της συμφωνίας δανείου από τους εναγόμενους 1 και της σύμβασης εγγύησης από τον εναγόμενο 4 παρέμεινε αναντίλεκτη, αφού ουδεμία αντεξέταση έγινε σχετικά. Από εκεί και πέρα σημειώνω πως στο δικόγραφο της υπεράσπισης δεν υπάρχει σε κανένα σημείο ισχυρισμός περί μη υπογραφής είτε της συμφωνίας δανείου από τους εναγόμενους 1 είτε της σύμβασης εγγύησης από τον εναγόμενο
  2. Ο εναγόμενος 4 με την υπεράσπιση του αρνείται απλά τους ισχυρισμούς των εναγόντων που ισχυρίζονται τη σύναψη των συμφωνιών. Εν πάση περιπτώσει, με αυτά τα δεδομένα, αναφέρω πως η πλευρά του εναγόμενου 4, ως ήταν δικαίωμα της, επέλεξε να μην παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Συνεπώς ούτως ή άλλως δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οιαδήποτε θετική μαρτυρία ή στοιχεία που να καταδεικνύουν μη υπογραφή και έτσι, με την επισήμανση ότι η θέση της υπεράσπισης στο δικόγραφο της ως ήδη αναφέρθηκε είναι ούτως ή άλλως γενική, δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που ν' αναιρεί τους σχετικούς ισχυρισμούς των εναγόντων (βλ. Πολ. Εφ. 40/2011, Κάτζιη v Φουκαρίδης & Σία Λτδ, ημερ.11/07/17). Σημειώνω εδώ πως οι εφεσίβλητοι στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ε.Τ.Autospares
(1998)1ΑΑΔ 843 την οποία επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου 4, ισχυρίζονταν πλαστογραφία (δικογραφημένος ισχυρισμός) και ο διευθυντής τους ενόρκως αρνήθηκε την υπογραφή που υπήρχε στη σύμβαση. Γενικότερα τα γεγονότα στην πιο πάνω Εφετειακή απόφαση ήταν κρίνω ουσιωδώς διαφορετικά εν σχέση με την παρούσα, η οποία δεν εφαρμόζεται εδώ. Καταλήγω λέγοντας ότι από τη στιγμή που δεν έχει δικογραφήσει τον ισχυρισμό περί μη υπογραφής, ούτε αντεξέτασε την ΜΕ1 αναφορικά με τη θέση περί υπογραφής των συμφωνιών από τους εναγόμενους 1 και τον εναγόμενο 4 αντίστοιχα, δεν τίθεται θέμα αποδοχής της θέσης που προβάλλει εδώ. Τούτο θα ήταν όχι μόνο ανεπίτρεπτο αλλά και άδικο θεωρώ για τους ενάγοντες, οι οποίοι αν γνώριζαν έστω μέσω της αντεξέτασης της ΜΕ1 τη θέση περί μη υπογραφής ίσως να επέλεγαν να παρουσιάσουν επιπλέον μαρτυρία. Παρεμβάλλω εδώ πως με βάση όσα αναφέρθηκαν και την προβολή ουσιαστικά της πιο πάνω θέσης με την αγόρευση της πλευράς του εναγόμενου 4, προκύπτει κατά την κρίση μου και θέμα αναξιοπιστίας της υπεράσπισης γενικότερα και αυτό ως εκ της μη προβολής καθαρών θέσεων εξ' αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου.
  1. Μη εγκυρότητα των συμφωνιών ένεκα μη υπογραφής τους από τους ενάγοντες (βλ. σελ. 5-9 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου 4) Κατ' αρχήν ν' αναφερθεί ότι δεν έχει δικογραφηθεί από τον εναγόμενο 4 κατά συγκεκριμένο τρόπο μια τέτοια θέση, ούτε η ΜΕ1 αντεξετάστηκε σχετικά. Παρατηρώ όμως ότι πράγματι ελλείπει η υπογραφή των εναγόντων τόσο από την συμφωνία δανείου τεκμ.2, όσο και από τη σύμβαση εγγύησης τεκμ.3 και σε συνδυασμό με την άρνηση των συμφωνιών στην υπεράσπιση θεωρώ πως η θέση θα πρέπει να εξεταστεί. Ευθέως όμως αναφέρω πως κατά την κρίση μου δεν υπάρχει οτιδήποτε που να μπορεί να βοηθήσει τον εναγόμενο 4, ο οποίος δεσμεύεται εκ της υπογραφής του στη σύμβαση εγγύησης. Η σύμβαση εγγύησης είναι γραπτή, διέπεται από συγκεκριμένους όρους, τους οποίους ο εναγόμενος 4 αποδέχτηκε δια της υπογραφής του και δόθηκε εις αντάλλαγμα της παροχής του επίδικου δανείου στους εναγόμενους
  2. Παρεμβάλλω πως με βάση το άρθρο 84 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, "Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο~ το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής". Για όποια σημασία έχει δε αναφέρεται εδώ πως οι λοιποί εγγυητές, οι οποίοι καταχώρησαν σημειώνεται κοινή υπεράσπιση με τον εναγόμενο 4, έχουν αποδεχτεί ότι οι συμφωνίες τους δεσμεύουν και αποδέχτηκαν, εκπροσωπούμενοι σημειώνω από τον ίδιο δικηγόρο που εκπροσωπεί εδώ τον εναγόμενο 4, την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον τους. Περαιτέρω, αναφέρεται πως οι εναγόμενοι 1 κατά τον ίδιο τρόπο δεσμεύονται δια της υπογραφής τους και της αποδοχής των όρων της συμφωνίας δανείου, ενώ σημειώνω πως οι εναγόμενοι 1 έχουν προβεί σε ανάληψη του ποσού του δανείου που αναφέρεται στη συμφωνία στις 03/05/11 (βλ. τεκμ. 7 και 8). Ακόμη, δεν πρέπει να διαφεύγει ότι εναντίον των εναγόμενων 1 έχει ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση, ως αναφέρθηκε και σε άλλο σημείο ανωτέρω, αναφορικά με την οφειλή τους προς τους ενάγοντες δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου. Επίσης τονίζεται εδώ πως οι ενάγοντες, έχοντας κατά νουν την υπογραφή της συμφωνίας δανείου από τον πρωτοφειλέτη και της σύμβασης εγγύησης από τους εγγυητές, μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος 4, και παρόλο που οι ίδιοι δεν υπόγραψαν τα έγγραφα, έχουν σαφώς θεωρήσει πως έχουν καταρτιστεί νομικά έγκυρες συμφωνίες και έχουν ενεργήσει ανάλογα, εκταμιεύοντας το ποσό του δανείου που αφορούσε η επίδικη συμφωνία δανείου. Συνεπώς, με βάση αυτά, εκτός του ότι θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση καταρτίστηκαν νομικά έγκυρες συμφωνίες, κρίνω περαιτέρω πως ο εναγόμενος 4 κωλύεται να προβάλλει τώρα μη εγκυρότητα των συμφωνιών για τους πιο πάνω λόγους. Θα πρόσθετα δε, ίσως εκ του περισσού, πως ο εναγόμενος 4 δεν έχει καταδείξει με συγκεκριμένη μαρτυρία και στοιχεία πως το έγγραφο που υπέγραψε δεν τον δεσμεύει, αφού δεν έχει αποδείξει ούτε την υπεράσπιση του non est factum, ούτε ότι προηγήθηκε της συνομολόγησης της σύμβασης απάτη ή ψευδής παράσταση, αλλά ούτε ότι όταν υπέγραφε το έγγραφο θεωρούσε ότι δεν είχε νομική / συμβατική σημασία και ισχύ. Παραπέμπω για όλα τα πιο πάνω στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, το Δίκαιο των Συμβάσεων, σελ. 55 επ. (Ορισμός και Στοιχεία της Σύμβασης) και σελ. 542-546 (Υπογραφή Εγγράφων). Επίσης παραπέμπω στο σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά, Σύμβαση Εγγύησης, σελ. 114-117 (Υπογραφή).
  3. Μη κατάθεση καταστάσεων λογαριασμού που να πληρούν τις επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 (βλ. σελ. 9-19 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου 4) Το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ................................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Η Μ.Ε.1 η οποία παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.7 αναφέρθηκε σε γεγονότα, ως εμφαίνεται ανωτέρω στη μαρτυρία της, τα οποία κατά την κρίση μου ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  1. Με βάση δε τις εξηγήσεις που έδωσε ως προς την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης τεκμ.8, στη βάση της αναλυτικής κατάστασης τεκμ.7, καταλήγω πως η διαπίστωση ότι οι προυποθέσεις του άρθρου 22 πληρούνται ισχύει και για το τεκμ.
  2. Έχοντας αυτά υπόψη προχωρώ και λέγω πως το άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού έχει ο Εναγόμενος. Ή διαφορετικά, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου να καταδείξει, αν αυτή ήταν η θέση του, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό (βλ. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357). Επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο που κατέθετε η Μ.Ε. 1 ουδεμία αντεξέταση έγινε από την πλευρά της Υπεράσπισης επί του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού που η Μ.Ε. 1 κατέθεσε και των σχετικών σε αυτή καταχωρήσεων και, κατά συνέπεια, ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας της υπήρξε. Ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Για το ζήτημα αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ.479, όπου στη σελ. 493 λέχθηκαν τα εξής: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και
  1. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» Επίσης σχετική είναι η απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 1/2010, Ιωαννίδης κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ημερ. 8/7/2014: «Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1 Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν. Επίσης δεν ευσταθεί το παράπονο τους ως προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ.
  2. Το δικαστήριο μπορεί να μην έκανε ειδική αναφορά στο άρθρο 22, αλλά από την όλη δομή της απόφασης είναι φανερό ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιές του. Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1Α ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών». (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Καταληκτικά επί του συγκεκριμένου θέματος αναφέρω πως η ανάλυση στην οποία προβαίνει η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου 4 για να καταδείξει μη πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 και οι θέσεις που προβάλλει περί μη σύγκρισης του αντιγράφου με την αρχική καταχώρηση ή ότι η ΜΕ1 δεν προέβη σε αναφορά επί των προυποθέσεων του άρθρου 22 δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Αυτό που θα πω εδώ απλά είναι ότι έχουν διαφύγει προφανώς της ευπαίδευτης συνηγόρου, με κάθε σεβασμό λέω, οι σχετικές αναφορές της ΜΕ1, η οποία επαναλαμβάνω και εδώ δεν αντεξετάστηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, με τις οποίες κάλυψε πλήρως τις σχετικές προυποθέσεις. Αναφορικά με τη θέση ότι προκύπτει ζήτημα κατά πόσο η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, δηλ. οι ενάγοντες, δικαιούνται το ποσό που αξιώνουν ένεκα του ότι «το τεκμ.7 εκδόθηκε και εκτυπώθηκε από τους υπολογιστές της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, φέροντας την ονομασία και τα στοιχεία της τελευταίας, ενώ αντίθετα η αναδομημένη κατάσταση τεκμ.8 εκδόθηκε και εκτυπώθηκε από τους υπολογιστές της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, φέροντας την ονομασία και τα στοιχεία της τελευταίας», αυτή κρίνω πως είναι καταφανώς αβάσιμη. Η ΜΕ1 έχει εξηγήσει στη μαρτυρία της αναλυτικά τις αλλαγές που επήλθαν σταδιακά με την ονομασία των εναγόντων. Είναι σαφές δε ότι η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ είναι η τελευταία ονομασία των εναγόντων (από 03/09/18 - βλ. και σχετική ειδοποίηση στο φάκελο ημερ.02/10/18, με επισυνημμένο πιστοποιητικό εγγραφής), ενώ η αμέσως προηγούμενη είναι Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (βλ. και σχετική ειδοποίηση στο φάκελο ημερ. 07/08/17, με επισυνημμένη ειδοποίηση του Εφόρου Συνεργατικών). Άρα μιλούμε για το ίδιο νομικό πρόσωπο, την ίδια τράπεζα και τους ίδιους υπολογιστές από τους οποίους εκδόθηκαν τα τεκμ.7 και 8 και όχι από διαφορετικούς όπως παραπλανητικά, λυπούμαι να παρατηρήσω, θέτει η πλευρά του εναγόμενου
  1. Όσα αναφέρει περαιτέρω η πλευρά του εναγόμενου 4 για την ΜΕ1 και συγκεκριμένα ότι η τελευταία εργοδοτείται στην Altamira και ότι δεν έχει διευκρινίσει σε ποιους ενάγοντες αναφέρεται, δεν χρειάζονται ιδιαίτερης ανάλυσης. Έχουν προφανώς διαφύγει, με κάθε σεβασμό λέω, όσα ανέφερε η ΜΕ1 στη μαρτυρία της. Είπε συγκεκριμένα, και επαναλαμβάνω, ότι για αρκετά χρόνια και μέχρι 31.1.2018 ήταν τοποθετημένη ως λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων, ενώ από την 1.2.2018 έχει μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus Ltd) (στο εξής «Altamira») δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ των Εναγόντων και της Altamira. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira ενεργεί δια λογαριασμό των Εναγόντων και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ή και άλλων συμφωνιών των Εναγόντων, μια από τις οποίες είναι και το δάνειο που αφορά η παρούσα περίπτωση. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στα καθήκοντά της στην Altamira, τα οποία δεν έχουν αλλάξει εν σχέσει με προηγουμένως και παραμένει μια από τις λειτουργούς που χειρίζονται δικαστικές υποθέσεις των Εναγόντων. Εξήγησε δε με λεπτομέρεια τις αλλαγές που επήλθαν στην ονομασία των εναγόντων, παραπέμποντας και σε σχετικές ειδοποιήσεις που ευρίσκονται καταχωρημένες στο φάκελο της υπόθεσης. Επαναλαμβάνω επίσης εδώ όσα ανέφερα αμέσως πιο πάνω για το ότι η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ είναι η προηγούμενη ονομασία της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Εν πάση περιπτώσει με βάση τη μαρτυρία της τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Και υπενθυμίζεται ότι η ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε ή της υποβλήθηκε οτιδήποτε σχετικό με όσα εδώ η πλευρά του εναγόμενου 4 προβάλλει.
  2. Επιστολές προς τον εναγόμενο 4 και παραλαβή τους / Τερματισμός Αν και δεν εγείρεται ευθέως στην τελική αγόρευση της συνηγόρου του εναγόμενου 4 οιονδήποτε θέμα ως προς την παραλαβή των επιστολών που απέστειλαν οι ενάγοντες και δεν υπάρχει αμφισβήτηση για τούτο, εντούτοις, με δεδομένη την άρνηση παραλαβής ή και τερματισμού που υπάρχει στην παράγραφο 9 της υπεράσπισης και επειδή η αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων αφορούσε μόνον το συγκεκριμένο θέμα και υπήρξε έντονη αμφισβήτηση τους, θεωρώ ορθό στο σημείο αυτό πριν προχωρήσω με τα τελικά μου συμπεράσματα να σημειώσω πολύ επιγραμματικά τα εξής. Σημειώνω όμως εδώ σε κάθε περίπτωση την αντιφατικότητα που παρατηρείται γενικότερα για το θέμα «τερματισμός» στην αγόρευση της συνηγόρου του εναγόμενου 4, αφού στο τέλος της εισαγωγής (βλ. σελ.2) μιλά γενικά για μη απόδειξη νόμιμου τερματισμού, ενώ στις σελ. 8-9 επιχειρηματολογεί για το λόγο που οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν. Είναι σαφές μέσα από τη μαρτυρία των μαρτύρων των εναγόντων ότι οι επιστολές τεκμ. 4, 5 και 6 έχουν ταχυδρομηθεί στον εναγόμενο 4 στη διεύθυνση XXXXX 9, XXXXX Λάρνακα, και περαιτέρω ότι αυτές δεν έχουν επιστραφεί από το ταχυδρομείο. Η διεύθυνση πιο πάνω είναι αυτή που προφανώς δήλωσε ο εναγόμενος 4 ως διεύθυνση του και εμφαίνεται κάτω από το όνομα του στην σύμβαση εγγύησης τεκμ.3 (βλ. τόσο στην πρώτη όσο και στην τελευταία σελίδα), την οποία επαναλαμβάνεται έχει υπογράψει. Η ενημέρωση του εναγόμενου 4 ως εγγυητή για υπερημερία του πρωτοφειλέτη κλπ, με βάση τον όρο 11 της σύμβασης εγγύησης τεκμ.3, θα γινόταν γραπτώς με επιστολή στη διεύθυνση που φαίνεται στην σύμβαση εγγύησης ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. Η υποχρέωση δε του εγγυητή για πληρωμή δυνάμει της συμβάσεως εγγύησης, με βάση τον όρο 13 του ίδιου τεκμ.3, θα αρχίζει από τη στιγμή που γίνεται γραπτή αξίωση προς τον πρωτοφειλέτη με κοινοποίηση στον εγγυητή που είτε του παραδίδεται είτε του αποστέλλεται με συνηθισμένη επιστολή στην ταχυδρομική διεύθυνση που είχε δοθεί στη Συνεργατική ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. Εδώ ο εναγόμενος 4 δεν έχει παρουσιάσει μαρτυρία ή οιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν αλλαγή της διεύθυνσης του. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .." Αφ΄ ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο (βλ. και Σάββα v. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/2012). Εδώ, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, υπάρχει θεωρώ το υπόβαθρο για να υπάρξει τέτοιο συμπέρασμα αναφορικά με τα τεκμ.4, 5 και
  1. Τελικά Συμπεράσματα
  2. Αποτελεί κατ' αρχήν συμπέρασμα μου, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, πως στην προκειμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί η συνομολόγηση συμφωνίας δανείου μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων
  3. Βλέποντας δε συνδυαστικά τη συμφωνία δανείου και πιο συγκεκριμένα τον όρο 2 για τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις, μαζί με τις καταστάσεις λογαριασμού τεκμ. 7 και 8 αλλά και με τη μαρτυρία της ΜΕ1 και τα τεκμ.4, 5 και 6, είναι σαφές πως οι εναγόμενοι 1 δεν συμμορφώθηκαν με τον εν λόγω ουσιώδη όρο της συμφωνίας αφού δεν κατέβαλλαν τις δόσεις που συμφωνήθηκαν.
  4. Αποτελεί περαιτέρω συμπέρασμα μου με βάση τα πιο πάνω πως η σύμβαση δανείου έχει τερματιστεί κανονικά από τους ενάγοντες και ακόμη πως οι τελευταίοι έχουν αποδείξει πως οφείλεται το ποσό των €42.862,40.-, πλέον συμβατικό επιτόκιο 8% από 01/07/18 μέχρι εξόφλησης (βλ. τεκμ.8 συνδυαστικά με τη μαρτυρία της ΜΕ1).
  5. Τέλος, είναι σαφές πως έχει αποδειχθεί η συνομολόγηση σύμβασης εγγύησης μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου 4 εις αντάλλαγμα της παροχής του πιο πάνω δανείου στους εναγόμενους 1 (βλ. άρθρο 85 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 και το ίδιο σύγγραμμα για τις συμβάσεις πιο πάνω, σελ.879-880), ή διαφορετικά ο εναγόμενος 4 δια της υπογραφής του στο τεκμ.3 ανέλαβε έναντι των εναγόντων την εκπλήρωση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη. Κατάληξη Οι ενάγοντες καταλήγω πως έχουν αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους τους και έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον του εναγόμενου
  6. Αντίθετα θεωρώ πως η ανταπαίτηση του εναγόμενου 4 είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Εκδίδω συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 4 για το ποσό των €42.862,40.-, πλέον τόκο 8% από 01/07/18 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Νοείται ότι η απόφαση εκδίδεται αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με τους λοιπούς εναγόμενους για τους οποίους εκδόθηκε ήδη απόφαση. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου 4 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 4 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα της ανταπαίτησης του εναγόμενου 4 επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 4, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι στο βαθμό που τα έξοδα αγωγής και ανταπαίτησης είναι κοινά, ένα σετ εξόδων θα δικαιούνται οι ενάγοντες. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.