Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσίας για την έκδοση του Aleksandrovich, Αρ. Αίτησης: 5/18, 20/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 5/18 Αναφορικά με τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 και Αναφορικά με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόµο 95/70 και Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσίας για την έκδοση του ...... Aleksandrovich, από τη Ρωσία --------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 20.5.2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Βίκυ Χριστοφόρου (για ν' ακούσει απόφαση η κα. Μ.Τσαγγάρη). Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ανδρέας Καρεκλάς. Καθ' ου η αίτηση: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτημα των Ρωσικών Αρχών για την έκδοση του XXXXX XXXXX Aleksandrovich (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση), Ρώσου υπηκόου, κάτοχου του ρωσικού διαβατηρίου με αρ. XXXXX8581, της σειράς XXXXX και ταξιδιωτικού διαβατηρίου με αρ. XXXXX2622 (βλ. την εξουσιοδότηση προς έναρξη της διαδικασίας έκδοσης, σε συναδυασμό με το τεκμ.5), ο οποίος γεννήθηκε στις 14.10.1970, στην πόλη XXXXX στην περιοχή Μόσχας της Ρωσίας. Η έκδοση του Καθ' ου η αίτηση ζητείται δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων, με σκοπό αυτός να δικαστεί για το αδίκημα της απόπειρας υπεξαίρεσης ξένης περιουσίας μέσω απάτης ή κατάχρησης εμπιστοσύνης σε ιδιαίτερα ευρεία κλίμακα από οργανωμένη ομάδα με προσυνεννόηση, η οποία υπεξαίρεση δεν ολοκληρώθηκε για λόγους πέραν του ελέγχου του, κατά παράβαση των άρθρων 159
(4)και 30
(3)του Ποινικού Κώδικα της Ρωσίας, το οποίο κατηγορείται ότι διέπραξε κατά την περίοδο Απρίλιος 2016 - Μάιος 2016. Μαρτυρία Κατά την ακρόαση της αίτησης κατέθεσαν από την πλευρά της Αιτούσας χώρας τρείς μάρτυρες (στο εξής Μ.Α.) και από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δύο μάρτυρες (στο εξής Μ.Υ.). Κατατέθηκαν δε συνολικά ενώπιον του Δικαστηρίου 15 τεκμήρια. Κατωτέρω θα γίνει μία συνοπτική, κατά το δυνατόν, αναφορά της μαρτυρίας. Ως Μ.Α.1 κατέθεσε ο Αστυφ. XXXXX XXXXX Χαραλάμπους, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λάρνακας. Την επίδικη ημέρα ήταν καθήκον στο τμήμα και ενημερώθηκε από το τμήμα των διαβατηρίων του Αεροδρομίου Λάρνακας ότι αφίχθηκε ο εκζητούμενος για τον οποίο διαπιστώθηκε ότι εναντίον του εκκρεμούσε διεθνές ένταλμα σύλληψης. Αυτός αφίχθηκε στις 13:30 το μεσημέρι και ο ίδιος παρευρέθηκε εκεί η ώρα 19:00 το απόγευμα. Κάνει κάποιες διαδικασίες το Immigration του αεροδρομίου μέχρι να πειστεί ότι εναντίον του πράγματι εκκρεμεί διεθνές ένταλμα σύλληψης και ακολούθως τους ειδοποιά, παραλαμβάνουν κάτι έγγραφα, τα βλέπουν και ακολούθως προχωρούν στην έκδοση προσωρινού εντάλματος σύλληψης. Είναι μια διαδικασία που είναι λίγο χρονοβόρα. Κατά τη χρονική διάρκεια που μεσολάβησε μεταξύ του περιορισμού του μέχρι την έκδοση εντάλματος σύλληψης, δεν γνωρίζει πού βρισκόταν ο φυγόδικος αλλά έχουν γραφείο κοντά στην άφιξη, δίπλα από τα γραφεία των αστυφυλάκων του αεροδρομίου και συνήθως παραμένει εκεί. Ακολούθως πήραν τις οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία και ετοιμάστηκαν τα έγγραφα σε συνεννόηση μαζί τους. Να σημειωθεί ότι η κατάθεση του μάρτυρα ημερομηνίας 22.10.2018, κατατέθηκε στη διαδικασία ως Τεκμήριο 1, ενώ περαιτέρω αναφέρεται πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ως Μ.Α.2 κατέθεσε η XXXXX Χ'' Προδρόμου, η οποία ανέφερε κατ' αρχήν ότι είναι νομικός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης από το 2011 και τοποθετημένη στη μονάδα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας. Η συγκεκριμένη μονάδα, είναι αρμόδια μεταξύ άλλων και για χειρισμό αιτημάτων έκδοσης φυγοδίκων στη βάση της ευρωπαϊκής σύμβασης έκδοσης φυγοδίκων ή στη βάση οποιασδήποτε διμελούς συμφωνίας που είναι σε ισχύ. Αναφέρθηκε επίσης στις σπουδές της. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά και γενικότερα αιτήματα φυγοδίκων, η εμπλοκή της αφορά στη μελέτη καταρχήν των επισήμων εγγράφων έκδοσης για σκοπούς ετοιμασίας της νενομισμένης εξουσιοδότησης και την κατάθεση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Αυτό ισχύει και στην παρούσα περίπτωση. Ενημερώθηκε καταρχήν από τον προϊστάμενο της μονάδας, τον κύριο Κυριακίδη, ότι υπήρχε σύλληψη του συγκεκριμένου φυγόδικου και ότι ενημερώθηκαν σχετικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Στο στάδιο αυτό, το υπουργείο και συνήθως ο κύριος Κυριακίδης, ζητά από την αιτούσα χώρα την αποστολή των επισήμων εγγράφων έκδοσης. Με τη λήψη των εγγράφων, πάντοτε έρχονται κοντά της, τα μελετά και ετοιμάζει την εξουσιοδότηση. Αυτό συνέβηκε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Καταρχήν έλαβε την επίσημη δέσμη, η οποία έφτασε μέσω της διπλωματικής οδού, ως προνοεί η σύμβαση στις 9 Νοεμβρίου μέσω της Ρωσικής Πρεσβείας στη Λευκωσία (Τεκμήριο 2). Όσον αφορά την ρηθείσα δέσμη εγγράφων ανέφερε πιο συγκεκριμένα τα εξής. Το αίτημα λήφθηκε γραπτώς και μέσω διπλωματικής οδού ως προνοεί το Άρθρο 7
(1)του περί Φυγοδίκων Νόμου 97/70 και το Άρθρο 12
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Συνοδεύεται από ρηματική διακοίνωση της Ρωσικής Πρεσβείας στη Λευκωσία, με αριθμό 2779/Ν και ημερομηνία 8 Νοεμβρίου του
- Διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Δημοκρατίας, το οποίο με καλυπτική επιστολή, με αριθμό φακέλου 1214001 και ημερομηνία 9/11/18, διαβιβάστηκε περαιτέρω διά χειρός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο το έλαβε στις 9/
- Το αίτημα το οποίο είναι 2 σελίδες στη ρωσική γλώσσα, ακριβώς πίσω από τη ρηματική διακοίνωση, φέρει ημερομηνία 1/11/18, αριθμό 81/3 ‑ 1681/17 και είναι υπογεγραμμένο από τον αναπληρωτή Γενικό Εισαγγελέα της Ρωσίας. Ανέφερε δε ότι η Γενική Εισαγγελία της Ρωσίας, είναι δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, η Κεντρική Αρχή για την αποστολή και παραλαβή τέτοιων αιτημάτων. Φέρει σφραγίδα της Γενικής Εισαγγελίας και συνοδεύεται από την αγγλική μετάφραση, η οποία είναι επίσης 2 σελίδες. Ακολούθως επισυνάπτεται Κατηγορητήριο στη ρωσική γλώσσα, με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου του
- Είναι 4 σελίδες και ακολουθεί η αγγλική μετάφραση, επίσης 4 σελίδες. Ακριβώς μετά είναι έγγραφο στη ρωσική γλώσσα, που συνιστά ένταλμα αναζήτησης ημερομηνίας 28/02/2017, με επίσης υπογραφές και σφραγίδες και συνοδεύεται από την αγγλική του μετάφραση, η οποία φέρει τίτλο the decision search of the accused. Προκύπτει ότι είναι ένταλμα εσωτερικής αναζήτησης. Δηλαδή εντός του εδάφους της Ρωσίας. Ακολούθως, υπάρχει δισέλιδο έγγραφο στα ρωσικά, με ημερομηνία 14/07/
- Η ημερομηνία φαίνεται πάνω δεξιά λίγο κάτω από τη σφραγίδα, το οποίο συνοδεύεται από τη μετάφραση του στα αγγλικά. Το έγγραφο αυτό συνιστά τη διεθνή λίστα αναζήτησης και ουσιαστικά διατάσσεται η διεθνής αναζήτηση του συγκεκριμένου προσώπου, με σκοπό την έκδοση. Αυτή η αναζήτηση αφορά όλα τα κράτη μέλη της Interpol. Στη συνέχεια, επισυνάπτεται ένταλμα σύλληψης με αριθμό 3/1 ‑ 445/17 και ημερομηνία 24 Αυγούστου του
- Είναι 4 σελίδες στη ρωσική γλώσσα. Υπογεγραμμένο από δικαστή. Φέρει σφραγίδα Δικαστηρίου και σφραγίδα, πιστό αντίγραφο και συνοδεύεται από την αγγλική μετάφραση, που έχει τίτλο decision about choice of preventive punishment in the form of detention. Η συμπερίληψη του εντάλματος σύλληψης, προνοείται και απαιτείται από το Άρθρο 12
(2), εδάφιο Α της σύμβασης και από το Άρθρο 7
(2)του Νόμου 97/70. Στη συνέχεια υπάρχει απόσπασμα της σχετικής νομοθεσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δηλαδή του Ποινικού Κώδικα, για τα αδικήματα που αφορά η έκδοση στη ρωσική γλώσσα και μετάφραση στην αγγλική. Αυτό το έγγραφο, προνοείται από το Άρθρο 12
(2)(Γ) της σύμβασης και το Άρθρο 7
(2)(Β), της ημεδαπής νομοθεσίας. Το τελευταίο έγγραφο στη δέσμη, είναι μονοσέλιδο. Είναι στη ρωσική. Ακολουθεί αγγλική μετάφραση η οποία αγγλική φέρει τίτλο Inquiry, με αριθμό 4170 και αποτελεί ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης. Όταν έλαβε τη δέσμη αυτή ικανοποιήθηκε ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες του Νόμου, εξηγώντας με λεπτομέρεια και με παραπομπή στο νόμο και τη νομολογία την θέση της αυτή. Ανέφερε δε ότι ζήτησε, βάσει του Άρθρου 13 της σύμβασης το οποίο επιτρέπει την παροχή επιπρόσθετων πληροφοριών σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και από οποιανδήποτε αρχή της αιτούσας χώρας ή της χώρας που λαμβάνει το αίτημα, επιπρόσθετες πληροφορίες με το τεκμ.3 (ηλεκτρονικό μήνυμα της κυρίας Χ'' Προδρόμου, ημερομηνίας 12/11/18), ενώ με το τεκμ. 4 (ηλεκτρονικό μήνυμα της κυρίας Χ'' Προδρόμου, ημερομηνίας 12/11/18) ζητούσε καλύτερη αγγλική μετάφραση 2 εγγράφων που βρίσκονται στη δέσμη. Το πρώτο έγγραφο, είναι το ένταλμα σύλληψης και το δεύτερο το Κατηγορητήριο. Εν τω μεταξύ, προτού προβεί σε αυτήν την ενέργεια, ικανοποιήθηκε ότι υπάρχει συμμόρφωση και με το Άρθρο 5
(1)του Νόμου, του 97/
- Δηλαδή ότι το αδίκημα για το οποίο εκζητείται ο φυγόδικος, θα συνιστούσε αδίκημα της Δημοκρατίας, εάν αυτό διαπραττόταν στο έδαφος της Δημοκρατίας. Η απάντηση στα πιο πάνω ήρθε από τις ρωσικές αρχές με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.14/11/18 (τεκμ.5), αφού προηγήθηκε τηλεφώνημα από τις Ρωσικές Αρχές, με το περιεχόμενο που αναλυτικά ανέφερε. Αφού μελέτησε και τα έγγραφα αυτά και έλαβε υπόψη τις επιπρόσθετες πληροφορίες που έστειλαν οι Ρωσικές Αρχές, διαμόρφωσε και τελειοποίησε την εξουσιοδότηση. Έστειλε τελικό προσχέδιο στη Νομική Υπηρεσία, ως είθισται για τη σύμφωνη της γνώμη. Περισσότερο αυτό γίνεται όσον αφορά και τα αντίστοιχα αδικήματα της Κυπριακής Νομοθεσίας και στην πορεία όταν δημιουργήθηκε το τελικό, όταν υπήρχε επιβεβαίωση ότι αυτό είναι το τελικό προσχέδιο, το άφησε στο γραφείο του κύριου Υπουργού, μαζί με τον φάκελο για μελέτη και για υπογραφή και υπογράφηκε η εξουσιοδότηση 15 Νοεμβρίου
- Εν τω μεταξύ στις 2 Νοεμβρίου αν θυμάται καλά, ο προϊστάμενος της μονάδας, είχε απευθύνει επιστολή στο Υπουργείο Εξωτερικών για έκδοση πιστοποιητικού που βεβαιεί την ύπαρξη νομικής βάσης, μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ρωσίας. Αυτό το πιστοποιητικό, αποτελεί προϋπόθεση του νόμου του Άρθρου 6
(4). Το πιστοποιητικό αυτό εκδόθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών (περιλαμβάνει τα παραρτήματα και τα πρόσθετα πρωτόκολλα της σύμβασης) και προωθήθηκε από το Υπουργείο στις 9 Ιανουαρίου 2019 (τεκμ.6). Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση της είπε επίσης ότι στα πλαίσια του ελέγχου των εγγράφων που γίνεται, ελέγχεται και η γλώσσα υποβολής τους, η οποία θα πρέπει να συνάδει με το Άρθρο 23 της σύμβασης. Δηλαδή τα έγγραφα να είναι στη γλώσσα είτε της αιτούσας χώρας, είτε του κράτους που τα παραλαμβάνει. Δηλαδή είτε στα ρωσικά, είτε στα ελληνικά. Αν τα έγγραφα είναι στα ρωσικά, τότε θα πρέπει να συνοδεύονται σε μια από τις επίσημες γλώσσες του συμβουλίου της Ευρώπης και συγκεκριμένα την επίσημη γλώσσα που έχει επιλέξει η Κυπριακή Δημοκρατία, σε συνεννόηση με το αντίστοιχο συμβαλλόμενο κράτος. Σε αυτήν την περίπτωση, υπήρχε προσυνεννόηση από πολύ παλιά με τη Ρωσική Ομοσπονδία, ότι η Κύπρος δέχεται μετάφραση των εγγράφων στην αγγλική γλώσσα, εξ ου και το αίτημα είναι στα ρωσικά με μεταφράσεις των εγγράφων στα αγγλικά. Εκ της αντεξέτασης της σημειώνω τα εξής.
- Κατ' αρχήν διαφώνησε ότι υπάρχει τροποποίηση της μετάφρασης. Τα έγγραφα και πάντα μιλούμε για τα ρωσικά έγγραφα, είναι όπως τους είχαν σταλεί. Αυτό που έγινε ήταν ότι εντοπίζοντας προσωπικά η ίδια κάποιες λιγότερο σαφείς φράσεις στο ένταλμα σύλληψης και στο Κατηγορητήριο, ειδικά στο ένταλμα σύλληψης που είναι και προαπαιτούμενο έγγραφο, ενώ το Κατηγορητήριο και να μην στελνόταν δεν θα επηρεαζόταν οτιδήποτε, ένιωσε την ανάγκη ούτως ώστε να είναι σε θέση να κάνει καλύτερα τη δουλειά της, να ζητήσει καλύτερη μετάφραση των συγκεκριμένων εγγράφων. Τα έγγραφα στάλθηκαν, τα διάβασε, τα κατανόησε και προχώρησε να δώσει τελική μορφή στην εξουσιοδότηση. Από εκεί και πέρα αναφέρθηκε σε κάποια σημεία που της υποδείχθηκαν ως στοιχεία λανθασμένης μετάφρασης, εξηγώντας γιατί θεωρεί ότι δεν επηρεάζουν οτιδήποτε επί της ουσίας. Πρόσθεσε δε ότι οι μεταφράσεις των εγγράφων φέρουν σφραγίδες μετάφρασης ότι έχουν γίνει από εγγεγραμμένο μεταφραστή. Το γεγονός ότι αυτά τα έγγραφα έχουν ελεγχθεί και διαβιβαστεί στις Κυπριακές Αρχές από την επίσημη ρωσική αρχή που είναι η Γενική Εισαγγελία της Ρωσίας για τις Κυπριακές Αρχές αυτό είναι αρκετό. Είναι αντίθετα στο πνεύμα οποιασδήποτε σύμβασης, ειδικότερα πολυμελούς σύμβασης, τα αντισυμβαλλόμενα μέρη να αμφισβητούν είτε την αυθεντικότητα των εγγράφων που λαμβάνουν, είτε τη γνησιότητα και τον τρόπο πιστοποίησης υπογραφής τους ή σφράγισης τους. Άρα από τη στιγμή που έχουν λάβει επίσημο αίτημα από την επίσημη αρχή της Ρωσίας, με πλήρεις σφραγίδες και υπογραφές, δεν είναι θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας να αμφισβητήσει αν ο μεταφραστής είναι ο σωστός μεταφραστής, αν έχει υπογράψει σωστά ή αν έπρεπε να μεταφραστεί από κάποιον άλλο μεταφραστή του κράτους αυτού. Αυτό που κάνουν οι ίδιοι και που επιτρέπεται να κάνουν, είναι εάν κάποιο μέρος ενός εγγράφου, του μεταφρασμένου κειμένου, δεν είναι τόσο καθαρό ή είναι δυσνόητο ή ότι θα μπορούσε να μεταφραστεί καλύτερα για να γίνει πιο εύκολο και πιο κατανοητό το νόημα του για σκοπούς σύνταξης εξουσιοδότησης, τότε ναι, ζητούν καλύτερη μετάφραση. Αυτό έκανε στην παρούσα περίπτωση.
- Διαφώνησε επίσης με τη θέση ότι μέσα στα έγγραφα τα οποία έχει παραδώσει δεν υπάρχει ένταλμα σύλληψης. Η απόφαση ημερ.24/08/17 είναι ένταλμα σύλληψης. Επιβεβαιώνεται από τις Ρωσικές Αρχές και γραπτώς στα πλαίσια αυτού του αιτήματος και παραπέμπει στο Τεκμήριο 5 (βλ. 3η παράγραφο). Προκύπτει επίσης από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου (της απόφασης πιο πάνω - τελευταία σελίδα, προτελευταία παράγραφος), καθ' ότι η έννοια της κράτησης συνεπάγει και σύλληψη. Δεν μπορεί να κρατηθεί κάποιος αν δεν συλληφθεί. Τέλος είχε διευκρινιστεί και στο παρελθόν σε προηγούμενες υποθέσεις με τις Ρωσικές Αρχές, σε συνάντηση που είχε γίνει με τη Γενική Εισαγγελία της Ρωσίας και τη Νομική Υπηρεσία. Έγινε κατανοητό, ότι η ορολογία που δίνεται από το κυπριακό νομικό σύστημα, είναι διαφορετική από την ορολογία που γίνεται Ρωσία. Οι Ρώσοι το αποκαλούν με τον τρόπο που αναγράφεται στο συγκεκριμένο έγγραφο και με αυτό το έγγραφο απευθύνονται στο ένταλμα σύλληψης. Είναι αυτό που λένε ένταλμα σύλληψης. Δεν λέει ότι δεν αναφέρεται σε μέτρα κράτησης, αλλά έχει δώσει την εξήγηση της. Σε επόμενη δικάσιμο δε ανέφερε επί του πιο πάνω θέματος ότι είναι οι ίδιοι οι Ρώσοι που το αποκαλούν στο τεκμ.5 (βλ. 3η παράγραφο) ένταλμα σύλληψης, δεν είναι δικά της συμπεράσματα.
- (α) Για την αναφορά στην απόφαση 24/08/17 ότι έχει κινηθεί ουσιαστικά ποινική υπόθεση εναντίον του εκζητούμενου στις 25/05/16 (βλ. στο μέσο της 1ης σελίδας του 2ου εγγράφου στο τεκμ.5 - κάτω ακριβώς από "Has Established") και κατά πόσο υπάρχουν έγγραφα που λένε αυτό το πράγμα, ανέφερε ότι ο σκοπός αυτής της διαδικασίας δεν είναι να δικαστεί η ουσία ή το αντικείμενο της ποινικής υπόθεσης, αυτός είναι ο ρόλος του ρωσικού δικαστηρίου, εξ' ου και δεν έχουν προμηθευτεί ούτε με έγγραφα ούτε πληροφορίες που αφορούν τα πρώτα στάδια της διερεύνησης και διαμόρφωσης της υπόθεσης εναντίον του εν λόγω φυγόδικου. Είναι σαφέστατο και το είχε αναφέρει ξανά το τι προνοεί η σύμβαση ως έγγραφα συνοδευτικά σε αυτές τις διαδικασίες. Αναφέρονται εξαντλητικά στο άρθρο 12 της σύμβασης, δεν υπάρχει υποχρέωση να επισυναφθεί και να της στείλουν πληροφορίες για τα πρώτα στάδια της διερεύνησης της συγκεκριμένης απόφασης που αναφέρεται στο ένταλμα σύλληψης. Εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με τη νομολογία τα γεγονότα που αφορούν την ποινική υπόθεση για τα οποία προωθείται αίτημα έκδοσης δεν μπορούν να αμφισβητηθούν από το κράτος που λαμβάνει το αίτημα ούτε από την Κεντρική Αρχή ούτε από τις αστυνομικές αρχές του κράτους που λαμβάνει ούτε και από το Δικαστήριο που μελετά το αίτημα έκδοσης. (β) Εν συνεχεία των ανωτέρω και ερωτώμενη πώς είναι δυνατό να κινηθεί διαδικασία, να ανοιχθεί ποινική υπόθεση εναντίον του εκζητούμενου και να του επιτραπεί από τις ρωσικές αρχές νόμιμα να αποχωρήσει από τη χώρα, έχοντας υπόψη την αναφορά στη 2η σελίδα της ίδιας απόφασης (βλ. την παράγραφο πριν το τέλος που μιλά για την αναχώρηση του για τη Λιθουανία), είπε ότι αυτά είναι ερωτήματα που αφορούν το ρωσικό δικαστήριο, όμως δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Παραπέμπει στη Μελάς, απλά επαναλαμβάνει η νομολογία πολλάκις ότι σκοπός της διαδικασίας έκδοσης είναι η διαπίστωση ύπαρξης των προϋποθέσεων για έκδοση του φυγοδίκου. Επίσης στην Konovalova λαμβάνεται υπόψη ότι σε αιτήσεις ισχύουν το τεκμήριο νομιμότητας και κανονικότητας. Έχει αναφερθεί πάρα πολλές φορές στη νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων και του ΕΔΑΔ ότι σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται σε διεθνείς συμβάσεις τα κράτη μέλη οφείλουν να κινούνται στη βάση των τεκμηρίων της νομιμότητας, της κανονικότητας. Αυτό απαιτεί το να αποδέχεσαι τα γεγονότα και τα έγγραφα τα οποία συνοδεύουν το αίτημα ως κανονικά, ώστε να έχουν εκδοθεί νομότυπα σωστά, κανονικά και σίγουρα χωρίς να αμφισβητείς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Δεν είναι ρόλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης ως Κεντρική Αρχή ούτε οποιασδήποτε άλλης εμπλεκόμενης υπηρεσίας ή Δικαστηρίου της Δημοκρατίας στην εξέταση αυτής της αίτησης η εξακρίβωση του αληθούς του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, θεωρούνται δεδομένα. (γ) Στην ερώτηση αν γνωρίζει ότι η ποινική υπόθεση που αναφέρεται στο έγγραφο με αριθμό 11602450047000081 (στο εξής «81» όπως είχε αποφασιστεί να γίνεται αναφορά στην εν λόγω υπόθεση και στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας για χάριν συντομίας) έχει ήδη κλείσει για τις ρωσικές αρχές, είπε ότι αυτά είναι ερωτήματα που αφορούν την ποινική υπόθεση. Αυτό το Δικαστήριο δεν καλείται να δικάσει ποινική υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει βάσει του Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου κατά πόσο αν αυτό το αδίκημα διαπραττόταν στην Κύπρο θα υπήρχε εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ικανή να παραπέμψει τον κατηγορούμενο σε δίκη βάσει του άρθρου 94 που έχει καταργηθεί. Αυτό είναι το επίπεδο της μαρτυρίας που αναμένεται να ακουστεί σε αυτό το Δικαστήριο. Δεν υπεισερχόμαστε στην ουσία. Στη βάση των στοιχείων, των εγγράφων έκδοσης, τίποτε παραπάνω, είναι αυτά που έχουν διαβιβαστεί στη βάση του άρθρου 12 της σύμβασης. (δ) Διαφώνησε με την υποβολή ότι αυτή η ποινική υπόθεση έχει ολοκληρωθεί για τις ρωσικές αρχές και ενώ είναι κλειστή παρουσιάζεται στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί με απώτερο στόχο παράνομα να ζητηθεί η έκδοση του φυγόδικου και είπε ότι εξάλλου η συγκεκριμένη παράγραφος του εντάλματος σύλληψης απλά αναφέρει ότι η παρούσα ποινική υπόθεση με αριθμό 3/1-445/17 ξεκίνησε στη βάση της υπόθεσης «81». Η ανοικτή ποινική υπόθεση είναι αυτή που αναγράφεται στο ένταλμα σύλληψης και όχι αυτή που γίνεται αναφορά και υπάρχει ισχυρισμός ότι παρόλο ότι έχει κλείσει είναι στη βάση εκείνης που ζητούν τον εκζητούμενο, αλλά εν πάση περιπτώσει τα διαδικαστικά δεν αφορούν τη μαρτυρία της.
- Είναι σαφές από το αίτημα ότι ο σκοπός του αιτήματος είναι η έκδοση του φυγοδίκου για να εκδικαστεί στη Ρωσία για το αδίκημα του άρθρου 159.4 που προνοεί ο ρωσικός ποινικός κώδικας και δεύτερο πουθενά στα έγγραφα, πουθενά οι ρωσικές αρχές δεν αναφέρουν ότι ζητούν να εκδικαστεί στην υπόθεση «81» την οποία αναφέρει η πλευρά του φυγόδικου ότι έχει κλείσει. Είτε έχει κλείσει η συγκεκριμένη ποινική είτε όχι αυτό ουδόλως αφορά τη διαδικασία καθότι το ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί αναφορικά με την υπόθεση που ανέφερε προηγουμένως με αριθμό 3/1-445/17, άρα είναι συμπεράσματα της πλευράς του φυγοδίκου ότι οι ρωσικές αρχές ζητούν να εκδικαστεί για υπόθεση η οποία έχει κλείσει.
- (α) Αναφορικά με το αντίστοιχο αδίκημα στην Κυπριακή Δημοκρατία για το οποίο κατηγορείται ο Εκζητούμενος, ανέφερε ότι τα αντίστοιχα αδικήματα δύναται να προκύπτουν είτε από το αυτούσιο αδίκημα της αιτούσας χώρας είτε από τα γεγονότα, δηλαδή αν τα γεγονότα των εγγράφων έκδοσης στοιχειοθετούν και άλλες κολάσιμες πράξεις που σύμφωνα με το δίκαιο της Δημοκρατίας συνιστούν αδικήματα, αυτά μπορούν, είναι επιτρεπτό να περιλαμβάνονται στην εξουσιοδότηση έστω και αν οι ρωσικές αρχές ή οποιαδήποτε αιτούσα χώρα ζητεί εκζητούμενο για λιγότερα σε αριθμό αδικήματα. Αυτό που αναφέρει στηρίζεται τόσο νομολογιακά όσο και στο άρθρο 6 του Περί Φυγοδίκων Νόμου και όλα τα αδικήματα που κρίθηκαν ότι αντιστοιχούν σε κολάσιμες πράξεις που αποτελούν αδίκημα στην κυπριακή νομοθεσία περιλαμβάνονται στην εξουσιοδότηση που έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο
- (β) i. Ως προς το αδίκημα που κατηγορείται στη Ρωσία ασφαλώς και αναφέρεται στα ρωσικά έγγραφα. Είναι διάσπαρτη η αναφορά τόσο στο ένταλμα σύλληψης και στο κατηγορητήριο, στη διεθνή λίστα αναζήτησης και στο ίδιο το αίτημα (1η σελίδα του αιτήματος στο τεκμ.2) το άρθρο 159
(4). Παρέπεμψε δε η μάρτυρας σχετικά σε συγκεκριμένα σημεία εγγράφων και είπε ότι αντίγραφο του άρθρου 159.4 περιλαμβάνεται στο απόσπασμα της νομοθεσίας το οποίο αποτελεί προϋπόθεση βάση του άρθρου 12, δηλαδή το άρθρο 12 της σύμβασης προνοεί για συμπερίληψη του άρθρου εκείνου το οποίο αποτελεί αντικείμενο του αιτήματος έκδοσης. ii. Tα γεγονότα της διάπραξης αδικήματος εξηγούνται και επαναλαμβάνονται σε όλα τα έγγραφα έκδοσης και υπάρχει και συνάφεια και συνοχή μεταξύ των εγγράφων. Η περίληψη, μια συνοπτική εικόνα των γεγονότων αυτών αντικατοπτρίζεται στην εξουσιοδότηση που συνέταξε στη βάση των εγγράφων αυτών.
- Για την αναφορά στο τελευταίο έγγραφο της δέσμης Τεκμήριο 2 σε criminal case αρ. 41702450048000049 και όχι στην υπόθεση «81» και την ερώτηση πόσες ποινικές υποθέσεις ανοίχθηκαν εναντίον του εκζητούμενου, απάντησε ότι αυτή είναι ερώτηση για το ρωσικό δικαστήριο και αφορά τη ρωσική διαδικασία. Εξάλλου το τελευταίο έγγραφο της δέσμης είναι εκ του περισσού που έχει σταλεί για να δοθεί πληρέστερη εικόνα. Περιλαμβάνει μια σύνοψη των γεγονότων η οποία διαβάζεται και μελετήθηκε σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα. Αυτό που θέλει να πει είναι ότι και μόνο το ένταλμα σύλληψης να έστελναν οι ρωσικές αρχές, κάποια στοιχεία που αφορούσαν ταυτότητα του φυγόδικου και πάλι θα ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις της σύμβασης. Πουθενά δεν αναφέρεται είτε στη σύμβαση είτε τον νόμο ότι αυτό το έγγραφο είναι απαραίτητο και αφού δεν αποτελεί προϋπόθεση δεν υπάρχει λόγος να ασχολούμαστε με λεπτομέρειες της υπόθεσης. Σίγουρα κάποια επεξήγηση υπάρχει αλλά δεν αφορά την παρούσα διαδικασία και το παρόν Δικαστήριο και ούτε είναι σε θέση να απαντήσει ως μάρτυρας της κεντρικής αρχής της Δημοκρατίας. Ως ΜΥ1 κατέθεσε ο Εκζητούμενος. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής. Στο παρελθόν ήταν δημόσιος υπάλληλος της Ρωσικής Ομοσπονδίας και εργάστηκε στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αλιείας. Τον Ιούνιο του 2016 έφυγε από τη Δημόσια Υπηρεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας με δική του βούληση και έκτοτε ασχολείται με μια ανεξάρτητη επιχείρηση στον τομέα της πληροφορικής. Στις 08/01/2016 του δόθηκε διαβατήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας για ταξίδια στο εξωτερικό και με αυτό ταξίδευε ελεύθερα, χωρίς να υπάρχει οποιονδήποτε πρόβλημα από την πλευρά της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ότι έχει καταγγελίες το έμαθε μόνο στις 22/10/2018 όταν είχε συλληφθεί στο αεροδρόμιο της Λάρνακας. Μέσα στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, έχοντας διαβάσει τα έγγραφα που του παρέδωσε η Εισαγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας, έβγαλε τα ακόλουθα συμπεράσματα:- Όλα τα διαδικαστικά έγγραφα (δηλαδή, τα έγγραφα που προβλέπονται από την Εθνική Ποινική Δικονομική Νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας που παρουσιάστηκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία), μιλάνε μόνο για ένα αριθμό της ποινικής υπόθεσης «81» και σε κανένα δεν υπάρχει άλλος αριθμός ποινικής υπόθεσης. Το συμβαλλόμενο μέρος σκόπιμα απέκρυψε ότι αυτή η ποινική υπόθεση περατώθηκε με διάταγμα καταδικαστικής απόφασης που τέθηκε σε ισχύ και συγκεκριμένα καταδικάστηκαν άτομα, μέσα στα οποία δεν είναι ο ίδιος (βλ. Τεκμήριο 7). Αυτό το προφανές γεγονός για την περάτωση της ποινικής υπόθεσης με αριθμό «81» οδηγεί στο γεγονός ότι καμία ποινική δίωξη εναντίον του στην ποινική αυτή υπόθεση επί του παρόντος και κατά τη διάρκεια της κράτησης του στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν υπήρχε και δεν υπάρχει. Από αυτή την άποψη, πιστεύει ότι η Εισαγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να καθορίσει με σαφήνεια ποια είναι η αρμόδια αρχή της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην οποία έπρεπε να τον εκδώσει σε σχέση με την ποινική δίωξη με αριθμό «81», με δεδομένο το γεγονός ότι η προκαταρκτική έρευνα της ποινικής αυτής υπόθεσης έχει ολοκληρωθεί και δεν περιέχει καμία κατηγορία εναντίον του, το δικαστήριο εξέτασε την ποινική υπόθεση χωρίς να υπάρχει διάταγμα καταδικαστικής απόφασης εναντίον του. Στην ποινική υπόθεση «81» ακόμα το 2017 η Εξεταστική Επιτροπή της Ρωσικής Ομοσπονδίας είχε ολοκληρώσει την προκαταρκτική έρευνα. Δεν τον ενημέρωσε κανένας για το τέλος της προκαταρκτικής έρευνας. Έτσι, για την περαιτέρω εξέλιξη της υπόθεσης και την ανάλυση επί της ουσίας της έκδοσης μετά από την αίτηση σε μια ποινική υπόθεση με αριθμό «81» η Εισαγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας θα πρέπει να αναγνωρίσει την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής έρευνας της ποινικής υπόθεσης με αριθμό «81» από τις Αρχές της Εξεταστικής Επιτροπής της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ή να δηλώσει ότι η ποινική υπόθεση με αριθμό «81» βρίσκεται ακόμη υπό την προκαταρκτική εξέταση από τις Αρχές της Εξεταστικής Επιτροπής της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αυτό είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα που επηρεάζει την απόδειξη και το αβάσιμο του αιτήματος για την έκδοση σε ποινική υπόθεση με αριθμό «81». Περαιτέρω, απ' ότι γνωρίζει σήμερα, από τον δικηγόρο του, ο οποίος εργάζεται για λογαριασμό του στη Ρωσική Ομοσπονδία, σε σχέση με την εξέταση της παρούσας υπόθεσης, στην ποινική υπόθεση με αριθμό «81» εκδόθηκε μια απόφαση και τέθηκε σε ισχύ έναντι ατόμων με τα οποία ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση. Από τα έγγραφα της ποινικής υπόθεσης με αριθμό «81» λόγω της απόφασης που τέθηκε σε νόμιμη ισχύ και την καταδικαστική απόφαση φαίνεται ότι δεν απαιτείται η συμμετοχή του στη δίκη στη Ρωσική Ομοσπονδία στην ποινική υπόθεση με αριθμό «81» (έχει περάσει προ πολλού και έχει τελειώσει), δεν απαιτείται η εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης στην ποινική υπόθεση με αριθμό «81» σε σχέση με τον ίδιο, δεδομένου ότι δεν καταδικάστηκε με αυτήν την απόφαση. Συνεπώς η Εισαγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να αναγνωρίσει την περάτωση της ποινικής υπόθεσης με αριθμό «81» με την καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας εναντίον προσώπων με τα οποία δεν έχει σχέση ή να δηλώσει ότι σε σχέση με την ποινική υπόθεση με αριθμό «81» δεν έχει βγάλει το ποινικό δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας καταδικαστική απόφαση και αυτή δεν τέθηκε σε νόμιμη ισχύ. Πρόκειται επίσης για ένα θεμελιώδες ζήτημα που επηρεάζει την απόδειξη και το αβάσιμο του αιτήματος για έκδοση σε ποινική υπόθεση με αριθμό «81». Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 38 της Συνθήκης μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Κυπριακής Δημοκρατίας, η έκδοση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εάν, κατά τη στιγμή της παραλαβής της αίτησης, δεν μπορεί να κινηθεί ποινική δίωξη σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ή η ποινή δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω λήξης, περιορισμούς ή για άλλους νομικούς λόγους. Μια άλλη νομική βάση σε σχέση με την υπόθεση μας είναι η περάτωση της ποινικής υπόθεσης με αριθμό «81» στη Ρωσική Ομοσπονδία χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί στον ίδιο η τελική κατηγορία μετά το τέλος της προκαταρκτικής έρευνας και με το διάταγμα της καταδικαστικής απόφασης στην ποινική υπόθεση με αριθμό «81» από το ποινικό δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας που δεν είναι εναντίον του. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλες παραβιάσεις του νόμου που εμποδίζουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων του αιτούμενου μέρους. Με παραπομπή δε στη Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και σε άρθρα της Ρωσικής νομοθεσίας, ανέφερε ότι η Ρωσική Ομοσπονδία πρέπει να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την κοινοποίηση σε πολίτη της ποινικής δίωξης. Δεν υπάρχουν τέτοια έγγραφα και η παρουσίαση κατηγορητηρίου χωρίς κλήση, επειδή ο ίδιος δεν κλήθηκε ποτέ, όχι μόνο παραβιάζει τους εθνικούς νόμους της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 6 της Σύμβασης και είναι μια προφανής αυθαιρεσία. Επίσης στα εμφανή ελαττώματα του αιτήματος έκδοσης μπορεί να περιλαμβάνουν τα ακολούθα: Η αίτηση έκδοσης πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιέχει ένδειξη για το ύψος της υλικής ζημιάς που προκλήθηκε από το έγκλημα εάν υπάρχει. Το ποσό της ζημιάς δεν προσδιορίζεται καθόλου στο έγγραφο της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ημερομηνίας 8.11.2018 αριθμός 81/3‑1681‑
- Επομένως τέτοια βλάβη δεν υπάρχει καν. Επίσης ούτε το αιτούν μέρος, ούτε η Εισαγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά ούτε και το Υπουργείο Δικαιοσύνης απέστειλαν έγγραφα σχετικά με την τήρηση των προϋποθέσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 38 της συνθήκης μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Κυπριακής Δημοκρατίας «άρνηση έκδοσης». Η έκδοση δεν έχει βάση εάν η ποινική δίωξη σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός συμβαλλόμενου μέρους βασίζεται σε ιδιωτική καταγγελία του θύματος. Όπως προκύπτει από όλα τα έγγραφα που υπέβαλε η Ρωσική Ομοσπονδία η περατωθείσα ποινική υπόθεση με αριθμό «81» σχετικά με την απόπειρα απάτης θα έπρεπε να έχει ανοιχθεί μετά την υποβολή της αίτησης. Ιδιωτική καταγγελία δηλαδή του θύματος, επίθετο Burtsev. Χωρίς μια τέτοια δήλωση δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει καθόλου, δηλαδή βάσει του Άρθρου 20 παράγραφος 3 του κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας σχετικά με τη διαδικασία για την κίνηση ποινικής υπόθεσης βάσει του άρθρου 159 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Έτσι το αιτούν μέρος παραλείποντας να παράσχει κατάλληλες περιγραφές και έγγραφα αποκρύπτει ότι υπάρχουν άμεσοι λόγοι άρνησης της έκδοσης, οι οποίοι προβλέπονται στην παράγραφο 3 τους άρθρου 38 της συνθήκης μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και Κυπριακής Δημοκρατίας «άρνησης έκδοσης» και ποινική δίωξη σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δηλαδή ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη ξεκινά μόνο κατόπιν προσωπικής καταγγελίας του θύματος Burtsev. Κάτι που ισχύει στην υπόθεση μας. Στο τέλος της κυρίως εξέτασης του προέβη σε μια σύνοψη των θέσεων του. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχε ποινική υπόθεση εναντίον του. Εναντίον του δεν είχε καμία ποινική υπόθεση στη Ρωσία με αρ. «81». Αυτή αφορούσε 4 άλλους ανθρώπους, εκ των οποίων τους δύο δεν είχε δει ποτέ του, δεν τους ήξερε και ποτέ δεν τους μίλησε, ενώ δύο άλλους δεν ήξερε ούτε καν το επώνυμο τους και τους είχε δει μόνο μια φορά. Στα έγγραφα που έστειλαν απο τη Ρωσία υπάρχουν ψευτιές. Είναι ψεύτικα έγγραφα δηλαδή. Σε υποβολή ότι δεν είναι η ποινική υπόθεση που ολοκληρώθηκε, αλλά η ποινική έρευνα σχετικά με το συγκεκριμένο αδίκημα για να κατηγορηθούν τα άτομα που εμπλέκονται σε αυτή και είναι αυτό το έγγραφο που παρουσίασε την περασμένη δικάσιμο, επανέλαβε πως τελείωσε η υπόθεση. Βγήκε απόφαση του Δικαστηρίου και οι άνθρωποι έχουν τιμωρηθεί. Βρίσκονται στη φυλακή τώρα και ο ίδιος δεν είναι μέρος αυτής της έρευνας, αυτής της διαδικασίας. Εναντίον του δεν βγήκε ένταλμα σύλληψης, υπήρχε απόφαση του Δικαστηρίου προσωρινή σύμφωνα με τα έγγραφα που απέστειλε η Ρωσία για μέτρα κράτησης 2 μήνες, που είχαν λήξει. Η ρωσική πλευρά δεν τον είχε ειδοποιήσει ότι συμμετέχει σε κάποια ποινική υπόθεση. Δεν του είχε σταλεί τίποτε στη διεύθυνση του στη Μόσχα και η ρωσική πλευρά δεν είχε κάποιες αποδείξεις ότι κάποιος τον είχε ειδοποιήσει ότι έχουν κάποιες αξιώσεις εναντίον του. Όσον την απόφαση 24 Αυγούστου 2017 και την αναφορά του Δικαστηρίου της Μόσχας ότι ολοκληρώθηκε η υπό διερεύνηση υπόθεση στην οποία εμπλέκεται μαζί με κάποια άλλα άτομα και εκδίδεται ένταλμα σύλληψης βάσει του άρθρου 108 της Ποινικής Δικονομίας εναντίον τους και σε περίπτωση έκδοσης και σύλληψης του θα κρατηθεί υπό περιορισμό 2 μήνες, είπε ότι για την ύπαρξη του έμαθε από την Εισαγγελία της Κύπρου που είχε παρευρεθεί στα πλαίσια της διαδικασίας. Με μεγάλη του έκπληξη έμαθε ότι όταν έλειπε χωρίς να τον ειδοποιήσουν, χωρίς ειδοποίηση του δικηγόρου του, την τελευταία μέρα της ανάκρισης 24 Αυγούστου 2017 βγήκε απόφαση για να τον έχουν συλλάβει για τη διαδικασία της ανάκρισης, δηλαδή για μια μέρα. Αυτό το έγγραφο δεν είναι νόμιμο. Ούτε καν έχει νόημα. Δεν είναι λογικό αυτό. Εκεί γράφεται σαφέστατα για την υπόθεση με αριθμό «81». Αλλά η υπόθεση αυτή δεν τον αφορά καθόλου. Στη θέση ότι ο λόγος που δεν υπάρχει απόφαση ακόμα από Ποινικό Δικαστήριο εναντίον του είναι ότι έχει διαφύγει για να γλυτώσει τη σύλληψη και την κλήση του ενώπιον Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης που κατηγορείται, απάντησε ότι δεν είχε διαφύγει από κανένα. Η ρωσική πλευρά σκόπιμα δεν είχε δώσει στο Δικαστήριο την καταδικαστική απόφαση εναντίον των 4 ατόμων για την υπόθεση με αριθμό «81» και αυτή η υπόθεση είναι κλειστή. Σημαίνει ότι είχαν ολοκληρωθεί όλες οι ποινικές διερευνήσεις, είχαν ολοκληρωθεί όλες οι διαδικασίες που αφορούν το Δικαστήριο, βγήκε απόφαση, υπάρχει καταδίκη δηλαδή. Η καταδίκη είχε μπεί σε ισχύ. Η απόφαση μπήκε σε ισχύ. Οι άνθρωποι είναι σε φυλάκιση τώρα και δεν συμμετείχε σε αυτήν τη διαδικασία. Και επανέλαβε ότι πριν τη σύλληψη του στην Κυπριακή Δημοκρατία ούτε καν ήξερε για κανένα Δικαστήριο για δίκες, ούτε καν πως υπάρχουν κάποιες αξιώσεις εναντίον του γιατί κανένας δεν τον είχε ειδοποιήσει όπως προνοείται στον ρωσικό νόμο και στο διεθνές δίκαιο. Ο ίδιος δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα και καμία συνωμοσία με τους άγνωστους του ανθρώπους. Σε άλλο σημείο, απαντώντας σε υποβολή, επανέλαβε πάλιν ότι δεν είχε διαφύγει από κανένα και ανέφερε ότι αν πιστέψουμε στο διεθνές ένταλμα σύλληψης και σ' αυτά τα έγγραφα που είχε στείλει η ρωσική πλευρά, τα γεγονότα του αδικήματος έγιναν 24 Μαΐου
- Μετά από αυτό, τρεις φορές είχε ανακριθεί από τις ανακριτικές αρχές. Σημαίνει ότι τρεις φορές με τον δικηγόρο του τον καλούσαν για τις απαντήσεις στα ερωτήματα. Αυτό ήταν τον Μάιο, τον Ιούνιο και τελευταία φορά στις αρχές του Ιουλίου του
- Ο ανακριτής βεβαίωσε πως κάποιες άλλες ερωτήσεις έναντι του δεν υπάρχουν, ενώ οι άλλοι άνθρωποι που συμμετείχαν στη διαδικασία τους είχαν συλλάβει 24 Μαΐου
- Το διαβατήριο του, που τώρα είναι στο Δικαστήριο, είχε εκδοθεί 1η Αυγούστου
- Αν ήταν υπό περιορισμό, αν κάποιος είχε αμφιβολίες πως είχε πράξει το αδίκημα, γιατί του είχαν δώσει το διαβατήριο 1η Αυγούστου 2016 αν πιστέψουμε στα έγγραφα; Μετά που τρεις μήνες που είχε διαπραχθεί το αδίκημα. Μετά από αυτό έχει όλες τις σφραγίδες στο διαβατήριο που τώρα βρίσκεται στο Δικαστήριο. 7 φορές πήγε εξωτερικό και πήγε και γύριζε πίσω. Ήταν στη Τσεχία, στην Αυστρία, στην Ιταλία, στη Λιθουανία και στο Ιράν. 7 φορές πήγε εξωτερικό και κανένας ούτε μια φορά τον ρώτησε τίποτε. Αρχές του Δεκέμβρη του 2016, δηλαδή μετά από 7 μήνες από αυτό το αδίκημα, με αυτό το διαβατήριο έφυγε από τη Ρωσία για να δουλέψει στο εξωτερικό και δεν είχε διαφύγει από κανένα. Με αυτό το διαβατήριο επίσημα ζούσε, είχε την άδεια παραμονής με αυτό το διαβατήριο, επίσημα δούλευε, τρεις φορές πήγε στη ρωσική πρεσβεία, τελευταία φορά πήγε τον Αύγουστο 2018 για να υπογράψουν τα έγγραφα για τα παιδιά του. Σημαίνει ότι προσωπικά πήγε στο ρωσικό προξενείο παραπάνω που τρεις φορές. Μετά με αυτό το ίδιο διαβατήριο τον Οκτώβρη του 2018 επίσημα ήρθε στην Κύπρο. Ούτε καν ήθελε να αλλάξει το διαβατήριο. Ούτε καν ήθελε να αλλάξει την υπηκοότητα. Ούτε καν προσπάθησε να αλλάξει το επώνυμο. Ούτε καν να κάνει κάποια άλλα ύποπτα σχήματα. Γι' αυτό η υποβολή πως είχε διαφύγει δεν απαντά στην πραγματικότητα. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο XXXXX Leonardovich Nizhinskiy. Στην αρχή της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι είναι δικηγόρος σύμφωνα με τη ρωσική νομοθεσία και κατέθεσε το τεκμ.8, που όπως είπε αφορά το δικηγορικό του γραφείο. Ως ανέφερε είχε εξουσιοδοτηθεί να λάβει μέρος σε μια ποινική υπόθεση δηλ. στην υπόθεση αρ. «81» η οποία είχε εξεταστεί εκεί από το έτος
- Σ' αυτήν την ποινική υπόθεση ήταν ο δικηγόρος του ενός από τους κατηγορούμενους και συγκεκριμένα παρείχε νομική συνδρομή στον Degtyarenko, ο οποίος αρχικά σε αυτή την υπόθεση ήταν κατηγορούμενος. Tαυτόχρονα σε αυτήν την ποινική υπόθεση ο XXXXX Χοχλόβ εξετάστηκε επανειλημμένα ως μάρτυρας, κάτι το οποίο ήξερε από τις αρχές διερεύνησης. Ο φάκελος της ποινικής υπόθεσης τους γνωστοποιήθηκε πριν μεταφερθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο. Και σύμφωνα με το άρθρο 217 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας έγινε γνωστό περίπου το 2017 ότι οι κατηγορούμενοι στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν τέσσερα πρόσωπα, δηλαδή ο Hager, ο Umaev, ο Sabiryanov και ο Degtyarenko. Εξήγησε στη συνέχεια τι σημαίνει κατηγορητήριο και πώς μπορεί κάποιο πρόσωπο, με βάση τη ρωσική νομοθεσία, να κατηγορηθεί, να διωχθεί ποινικά. Για το τελευταίο σημείο είπε συνοπτικά ότι εκδίδεται ένα διάταγμα βάσει του οποίου ο άνθρωπος αυτός κατηγορείται και έχει το status του κατηγορούμενου. Αμέσως μετά, ταυτόχρονα, πρέπει ο κατηγορούμενος να ειδοποιηθεί ότι υπάρχουν εναντίον του κατηγορίες και συντάσσεται μια γραπτή δήλωση η οποία πρέπει να σταλεί στη δηλωμένη του διεύθυνση στην οποία διαμένει αυτό το πρόσωπο. Ταχυδρομικώς δηλαδή. Είτε ενημερώνονται οι συγγενείς του, είτε δηλαδή η γυναίκα του, σύζυγος. Μέσα στο φάκελο της υπόθεσης για την οποία μιλούμε δεν υπάρχει ούτε ένα έγγραφο το οποίο να δείχνει ότι κατηγορήθηκε ο κύριος Χοχλόφ στη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση και δεύτερο σημείο ότι είχε ειδοποιηθεί γι' αυτό το γεγονός. Ούτε υπάρχει φόρμα, όπως προνοείται, με την υπογραφή του Χοχλόφ και εφόσον δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο σημαίνει ότι το άτομο αυτό ποτέ δεν είχε το status του κατηγορούμενου. Και το πιο βασικό, η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση «81» είχε τερματιστεί, δηλαδή είχε κλείσει 9 Απριλίου του
- Η ποινική υπόθεση τερματίζεται από τη στιγμή που βγαίνει καταδικαστική απόφαση. 25 Ιουλίου του 2018 η απόφαση αυτή τέθηκε σε νόμιμη ισχύ. Σε αυτήν την καταδικαστική απόφαση αναγράφεται ξεκάθαρα ότι είχαν κατηγορηθεί και καταδικαστεί τέσσερα πρόσωπα δηλαδή ο Hager, ο Umaev, ο Sabiryanov και ο Degtyarenko. Ότι αφορά τον κ. Χοχλόφ μέσα στην απόφαση αυτή δεν υπάρχει ούτε λέξη. Επίσης ανέφερε ότι το θύμα σε αυτή την υπόθεση δεν αναφέρει ούτε κουβέντα που να αφορά τον κύριο Χοχλόφ. Eίναι πολύ σημαντικό δε ανέφερε να πει για το Σύνταγμα της Ρωσίας, το Δίκαιο πώς δουλεύει. Έχουν κρατητήρια όπου κρατούνται πρόσωπα όπου πολύ συχνά τα άτομα που κρατούνται σε αυτά τα κρατητήρια βασανίζονται. Δηλαδή υπάρχουν βασανιστήρια εκεί μέσα. Και η δική μας υπόθεση δεν ήταν μια εξαίρεση. Είχε δεχτεί βασανιστήρια ένας από τους κατηγορούμενους στην υπόθεση, ο Hager. Είχε δεχθεί σωματική βία και υπέστη κατάγματα και των δύο πάνω άκρων. Σχετικά κατέθεσε ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 30.8.16 ως τεκμ.9 και διευκρίνισε ότι σ'αυτό υπάρχει μια σφραγίδα πάνω αριστερά όπου υπάρχει ένας αριθμός 77/1 που είναι ο αριθμός κρατητηρίου που ήταν ο συγκεκριμένος ο Hager. Όσον αφορά το τεκμήριο 7 είπε ότι το αναγνωρίζει. Φέρει την υπογραφή του ως συνηγόρου υπεράσπισης. Το τί λέει το έγγραφο αυτό είναι ότι οι ερευνητικές διαδικασίες σε σχέση με αυτή τη συγκεκριμένη υπόθεση έχουν τελειώσει και φαίνεται ποιος είναι κατηγορούμενος στη συγκεκριμένη υπόθεση. Από τη στιγμή δε που ολοκληρώθηκε το ανακριτικό έργο, το ερευνητικό έργο και δεν είναι πάνω στο έγγραφο αυτό το όνομα Χοχλόφ, βάση της ρωσικής ποινικής δικονομίας σημαίνει ότι έχει λήξει, έχει τερματιστεί η ποινική υπόθεση, σημαίνει ότι μέσα σ' αυτή τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι αδύνατο περαιτέρω να κατηγορηθεί οποιοσδήποτε τα στοιχεία του οποίου δεν αναγράφονται εξ' αρχής. Επίσης το διερευνητικό όργανο δεν μπορεί, δεν δικαιούται περαιτέρω να συμπληρώσει το συγκεκριμένο έγγραφο με άλλα ονόματα. Για το έγγραφο που φέρει ημερομηνία 24.8.17 (βλ. τεκμ. 2) είπε ότι βάσει της ρωσικής νομοθεσίας το έγγραφο αυτό σημαίνει ότι το δικαστήριο βγάζει απόφαση μετά από αίτημα του διερευνητή, του εξεταστή της υπόθεσης, να είναι όροι οι οποίοι πρέπει να πληρούνται εναντίον του ατόμου που αναγράφεται το όνομα του εκεί και υπάρχει μια ημερομηνία που λέει δύο μήνες. Αυτό δεν είναι όμως ένταλμα σύλληψης. Με δεδομένο δε αυτό που ανέφερε ότι δηλαδή στην υπόθεση με αρ. 81 δεν μπορεί να προστεθεί άλλο άτομο στο κατηγορητήριο και το τεκμήριο αρ. 7 στο οποίο αναφέρθηκε που φέρει ημερομηνία 24.4.2017, το έγγραφο που φέρει ημερομηνία 24.8.17 πιο πάνω είναι πολύ μεταγενέστερο, δηλαδή δεν μπορεί να συμπληρωθεί τόσους μήνες μετά ένα άλλο όνομα στο κατηγορητήριο. Ως προς το ότι το έγγραφο 24/08/17 αναφέρει την ποινική υπόθεση «81» για την οποία κινήθηκε διαδικασία 25.5.16 και αναγράφεται και το όνομα Χοχλόφ, ανέφερε ότι εάν αναφέρεται ότι εναντίον αυτού του προσώπου κινήθηκε ποινική υπόθεση τότε οπωσδήποτε μέσα στο φάκελο της ποινικής υπόθεσης πρέπει να υπάρχουν έγγραφα που να φαίνεται ότι το πρόσωπο αυτό είχε κατηγορηθεί και επίσης τα έγγραφα αυτά πρέπει να φέρουν την υπογραφή του. Εάν του υποδειχθούν τέτοια έγγραφα τα οποία είναι απαραίτητα είναι έτοιμος να τα σχολιάσει. Και συμφώνησε ενόψει των ανωτέρω ότι τα έγγραφα αυτά που έχουν έρθει στο Κυπριακό Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι γνήσια. Στο τέλος της κυρίως εξέτασης του δε ανέφερε ότι υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος που έλαβε μέρος σε αυτή την ποινική υπόθεση αριθμός «81» υποστηρίζοντας τον κατηγορούμενο Degtyarenko έχει αποταθεί στο δικαστήριο και ζήτησε έγγραφο που να φαίνεται ότι πράγματι το δικαστήριο έχει τελειώσει τελειωτικά με αυτή την υπόθεση. Το έγγραφο αυτό είναι επίσημο έγγραφο, φέρει την υπογραφή και τη σφραγίδα του Δικαστή ο οποίος είχε βγάλει την συγκεκριμένη απόφαση (Τεκμήριο 10). Το έγγραφο έχει δοθεί στο δικηγόρο Ρασούλοφ (βλ. ταυτότητα τεκμ.12) και σχετικά με το αίτημα που αυτός έκανε για να του δοθεί είναι τα τεκμ.11 και
- Στην αντεξέταση του επανέλαβε ότι για τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση αρ. «81» και με βάση το πιστοποιητικό το οποίο έχει προσκομίσει ήταν μόνο τέσσερις κατηγορούμενοι. Το έγγραφο το οποίο έχει παραδώσει έχει εκδοθεί από μία νομική αρχή, επίσημη αρχή. Εν σχέση με την απόφαση ημερομηνίας 24/08/2017 του τέθηκε ότι γνωρίζει ότι δεν είναι τελική απόφαση και ότι ήταν η απόφαση της προκαταρκτικής έρευνας για τη συνέχιση της υπόθεσης που αναφέρθηκε ότι βγήκε τελική απόφαση (Τεκμήριο 10), άρα δεν θα μπορούσε αυτή η απόφαση να ήταν η τελική απόφαση του Δικαστηρίου και γνωρίζει τι περιλαμβάνει το άρθρο 108 της Ποινικής Δικονομίας της Ρωσίας και τι αφορά αυτή η απόφαση. Είπε ότι στη Ρωσία, υπάρχει νόμος που είναι πάνω απ' όλα και μόνο το Δικαστήριο βγάζοντας μία καταδικαστική απόφαση, μπορεί αυτό το έγγραφο να ονομάσει ότι είναι νομότυπο κυβερνητικό έγγραφο και αυτό το έγγραφο, είναι μόνο η απόφαση, καταδικαστική απόφαση. Το έγγραφο 24/08/17 δεν εκδίδεται από κυβερνητική αρχή, είναι ένα ενδιάμεσο έγγραφο και αυτό το έγγραφο δεν είναι σε καμία περίπτωση ένταλμα σύλληψης. Αυτό το έγγραφο, είναι κάποια απόφαση Δικαστηρίου την οποίαν την παίρνει το Δικαστήριο βάσει των εγγράφων τα οποία έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο από τον εξεταστή της υπόθεσης, όμως άμα λάβουμε σοβαρά υπόψη αυτό το έγγραφο για το οποίο μιλούσαμε τώρα, δεν συμπεριλαμβάνεται μέσα στο έγγραφο αυτό, δεν υπάρχει δηλαδή μέσα στο έγγραφο αυτό κάτι τεκμηριωμένο, κάποια απόδειξη ότι στον κύριο Χοχlov, έχει δοθεί Κατηγορητήριο, κατηγορήθηκε, ότι ο ίδιος ήταν γνώστης ότι υπάρχει τέτοιου είδους κατηγορία, ότι θα μπορούσε ή μπόρεσε και έπραξε να εκφράσει κάποια γνώμη δική του σχετικά με την κατηγορία που του προσάπτεται, γι' αυτό ακριβώς και δεν αναφέρεται τίποτε μέσα στο έγγραφο αυτό, κατά πόσο ο κύριος Χοχlov, είτε ήταν, είτε δεν ήταν ένοχος και το μόνο έγγραφο το οποίο είδε και μπορεί κανείς να βασιστεί πάνω σε αυτό το έγγραφο λέγοντας ότι είναι νομότυπο, είναι αυτό το έγγραφο το οποίο προσκομίστηκε από το Δικαστήριο Presnesnkiy της Μόσχας. Το σημαντικότερο σημείο που υπάρχει μέσα σε αυτό το έγγραφο είναι ότι οι κατηγορούμενοι ήταν τέσσερις και το δεύτερο, ότι η διαδικασία αυτής της ποινικής υπόθεσης έληξε και τερματίστηκε. Δεν λέει ότι η σφραγίδα αυτή στο έγγραφο του Δικαστηρίου της Μόσχας είναι ψεύτικη. Στη θέση ότι ο Χοχλόβ δεν ήταν παρών και άρα δεν θα μπορούσε να ήταν μέρος σε αυτήν την ποινική διαδικασία που συνέχισε, επανέλαβε ότι δεν έχει δει, και έχει διαβάσει το κάθε έγγραφο το οποίο ήταν μέσα στον φάκελο της συγκεκριμένης ποινικής υπόθεσης και σε αυτόν τον φάκελο αυτής της υπόθεσης, δεν υπάρχει ούτε ένα έγγραφο το οποίο έγγραφο να έλεγε ότι είτε ανακριτής αυτής της υπόθεσης, είτε το Δικαστήριο, αποτάθηκαν και κάλεσαν με κάποιον τρόπο να παρουσιαστεί ο κύριος Χοχlov σε αυτήν τη διαδικασία. Δεν υπάρχει ούτε ένα έγγραφο που να δείχνει ότι ο εξεταστής έστειλε κάποιαν κλήση, κάποιαν ενημέρωση, ένα έγγραφο στον κύριο Χοχλόβ για να έρθει να εξεταστεί απ' εκείνον και εδώ εγείρεται ένα θέμα, ερώτημα. Πώς και με ποιον τρόπο θα μπορούσε ο κύριος Χοχλόβ να λάβει γνώση για την ύπαρξη αυτής της υπόθεσης από τη στιγμή που δεν ενημερώθηκε από κανέναν και με ποιο status ήταν να βρίσκεται εκεί; Το συγκεκριμένο έγγραφο (24/08/17), ανέφερε σε άλλο σημείο, δεν αποδεικνύει ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε όλα τα έγγραφα και μετά καθόρισε τη θέση του και έβγαλε το συμπέρασμα ότι πράγματι ο κύριος Χοχλόβ έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα. Σε αυτό το έγγραφο δεν υπάρχει ούτε μία λέξη που να αφορά αυτό που είπε. Περαιτέρω η μόνη αρχή που μπορεί να βγάλει συμπέρασμα και να πει ότι το τάδε πρόσωπο έχει διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι το Δικαστήριο που θα εξετάσει όλα τα Τεκμήρια και τον φάκελο της υπόθεσης. Απ' εδώ, απ' αυτό το έγγραφο δεν διαφαίνεται καθόλου ότι ο εξεταστής της υπόθεσης έκανε ότι έπρεπε βάσει του νόμου και προσκόμισε κατηγορίες στον κύριο Χοχλόβ, γι' αυτό βάσει αυτού δεν βγαίνει κανένα συμπέρασμα ότι πράγματι ο κύριος Χοχλόβ ήταν μέρος αυτής της διαδικασίας και έχει διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα. Από αυτό το έγγραφο, διαφαίνεται ότι ο κύριος Χοχλόβ γνωρίζει και έχει ειδοποιηθεί ότι είχε status του υπόπτου, του κατηγορούμενου και γνώριζε ότι είχε ανοιχτή ποινική υπόθεση και ότι βρίσκεται υπό σύλληψη; Σε αυτό το έγγραφο δεν υπάρχει ούτε μία απάντηση για το ερώτημα που έκανε προηγουμένως. Σε άλλο σημείο, αφού απάντησε σε περαιτέρω ερωτήσεις για την απόφαση του Δικαστηρίου 24/08/2017, είπε ότι με αυτήν το Δικαστήριο δεν είπε να συλληφθεί (δεν είναι ένταλμα σύλληψης), γι' αυτούς είναι ένας όρος, να δοθεί ένας όρος. Η σύλληψη στη Ρωσία για να γίνει, πρέπει να υπάρχει τελείως διαφορετικό έγγραφο, αυτό το έγγραφο δεν μπορεί να είναι καν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο όταν εξετάζεται μία ποινική υπόθεση, για τον λόγο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει τα έγγραφα που συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν την υπόθεση. Ερωτώμενος ποιό άρθρο της Ποινικής Δικονομίας αναφέρεται στην απόφαση (24/08/17), απάντησε το άρθρο 108 και σε υποβολή ότι παραπλανεί διότι αυτό αναφέρει ότι κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου διατάσσεται ο περιορισμός του υπόπτου ο οποίος κατηγορείται ότι διέπραξε τα συγκεκριμένα αδικήματα που φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου ο εξεταστής και εφόσον πεισθεί το Δικαστήριο, δυνάμει αυτού του άρθρου, θέτει υπό περιορισμό, διατάσσει τον περιορισμό του, είπε ότι το άρθρο το συγκεκριμένο πρέπει να διαβαστεί ολόκληρο και δεύτερον, συνδυάζεται, πάει σε συνδυασμό μαζί με τα άλλα άρθρα. Το Δικαστήριο βγάζει μίαν απόφαση βασίζοντας στο άρθρο 108 ή για τον ύποπτο ή για κάποιον που είναι ύποπτος ή κατηγορούμενος, για να πάρει το status το πρόσωπο είτε του υπόπτου, είτε του κατηγορουμένου, πρέπει με κατάλληλο τρόπο να ειδοποιηθεί γι' αυτό. Και ζήτησε να του υποδειχθούν οποιαδήποτε έγγραφα που αποδεικνύουν ότι κατά τη χρονική περίοδο που είχε βγει αυτή η συγκεκριμένη απόφαση, ο κύριος Χοχλόβ γνώριζε ότι είχε status είτε υπόπτου, είτε κατηγορουμένου. Εν συνεχεία των ανωτέρω, στην ερώτηση (του Δικαστηρίου) για το πώς θα πρέπει να εκλάβουμε με βάση το άρθρο 108 ανωτέρω την απόφαση, αν θεωρήσουμε ότι είχε το status, είτε του υπόπτου, είτε του κατηγορούμενου, και αν όντως είναι ένα διάταγμα, απάντησε ότι αν είχε πράγματι το status ο κύριος Χοχλόβ, είτε κατηγορουμένου, είτε υπόπτου, τότε ο ίδιος θα ήταν παρών στο Δικαστήριο την ώρα που εξέταζε το Δικαστήριο, την ώρα που εξετάζονταν τα έγγραφα από το Δικαστήριο. Επεξηγεί γιατί δηλαδή όταν ο εξεταστής βγάζει το διάταγμα δίδοντας το status κατηγορουμένου, αμέσως ο εξεταστής λέει τους όρους, δηλαδή εδώ στην πραγματικότητα πώς φαίνεται; Ότι ο κύριος Χοχλόβ κατηγορήθηκε και ότι του έχουν επιβληθεί κάποιοι όροι, αλλά στην πραγματικότητα δεν γνωρίζει ότι έχει κατηγορηθεί, δεν γνωρίζει ότι υπάρχει μέρα, ημερομηνία που το Δικαστήριο θα αποφασίσει για τους όρους της κράτησης του, δεν συμμετέχει στη δικαστική διαδικασία, δεν φέρει καμία ένσταση στα έγγραφα τα οποία παραδίδει ο εξεταστής της υπόθεσης στο Δικαστήριο, γι' αυτό απορεί με ποιον τρόπο ήταν νόμιμο ο κύριος Χοχlov είχε πάρει το status του κατηγορούμενου. Επίσης στο ότι μια από τις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 108 για έκδοση απόφασης για τη σύλληψη του κατηγορούμενου, είναι και η περίπτωση του εδαφίου 5 όταν είναι αδύνατο να ενημερωθεί ο κατηγορούμενος και ο κατηγορούμενος έχει ήδη διαφύγει, είπε ότι για να διαφύγει κάποιος, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, πρέπει να γνωρίζει ότι είναι κατηγορούμενος. Γνώριζε ο Χοχλόβ ότι ήταν κατηγορούμενος; Στη θέση και πάλιν ότι προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και αυτά είναι δικά του συμπεράσματα, καθότι στη διάρκεια των διαδικασιών της έρευνας διαπιστώθηκε από τα Τεκμήρια που έχουν ήδη υποβληθεί στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν δυνατό να ενημερωθεί καθότι από τις 27/02/2017 είχε εξαφανιστεί, προέβαλε ουσιαστικά την ίδια θέση περί μη ειδοποίησης του. Ενώ για την απόφαση 28/02/2017 (μέρος του Τεκμηρίου 2) είπε ότι αυτό το διάταγμα έχει βγάλει ο εξεταστής και απ' ότι αντιλήφθηκε εδώ το διάταγμα αυτό λέει ότι είναι καταζητούμενο πρόσωπο και πάλι δεν φαίνεται από το διάταγμα αυτό ότι έχει σταλεί προσωπικά από εκείνους στον κύριο Χοχλόβ επίσημη ενημέρωση. Επίσης είπε ότι δεν είναι καν πιστοποιημένο το διάταγμα αυτό με τον κατάλληλο τρόπο και για να πούμε με σιγουριά ότι πράγματι αυτό το διάταγμα βγήκε στις 28/02/2017, δεν έχει νόμιμη ισχύ το διάταγμα αυτό. Όσον αφορά τη στρογγυλή σφραγίδα στο έγγραφο είπε ότι είναι Εξεταστικής Επιτροπής η σφραγίδα αυτή και πρόσθεσε ότι λογικά αν είναι το έγγραφο πρωτότυπο, πρέπει να είναι κανονικά μπλε χρώμα. Στη Ρωσία δεν υπάρχει περίπτωση ένα έγγραφο να γράφει πιστό αντίγραφο δύο φορές, άρα η σφραγίδα αυτή η μεσαία η μεγάλη έγινε πάνω στη φωτοτυπία, δεν έγινε πάνω στο πρωτότυπο έγγραφο. Πιστοποίηση μπορεί να γίνει από τον πρωτοκολλητή στο πρωτοκολλητείο, αλλά δύο φορές πιστό αντίγραφο δεν μπορεί να υπάρχει σε ένα έγγραφο πάνω. Ακολούθως προκύπτει να μην δέχεται τη θέση ότι βάσει της διαδικασίας απαιτείται η πιστοποίηση από πιστοποιών υπάλληλο και είναι λογικό να υπάρξουν δύο σφραγίδες και ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι αληθινό. Στη συνέχεια όμως όταν του υποβλήθηκε ότι ψεύδεται διότι αυτές είναι επίσημες σφραγίδες του κράτους, είναι επίσημα έγγραφα που έχουν παρασχεθεί από τις Ρωσικές Αρχές στην Κυπριακή Δημοκρατία, τις αντίστοιχες αρχές, τις Εισαγγελικές Αρχές και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν χωρεί λόγος να αμφισβητηθεί η σφραγίδα η συγκεκριμένη, ανέφερε ότι δεν αμφισβητεί αυτήν τη σφραγίδα. Αμφιβάλλει για το έγγραφο το οποίο είχε προσκομιστεί από την πλευρά του εξεταστή, επειδή έπρεπε το έγγραφο αυτό να ήταν πρωτότυπο και πλέον από το πρωτότυπο, έπρεπε να γίνει αντίγραφο. Ως Μ.Α.3 κατέθεσε ο XXXXX Κυριακίδης, Προϊστάμενος της Μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρεμβάλλω πως ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε κατόπιν της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ.12/03/19 δια της οποίας επετράπη η παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας. Ανέφερε ότι αρχικά η υπόθεση πήγε στο γραφείο του και δόθηκε στη νομική λειτουργό της μονάδας για μελέτη και έκδοση της εξουσιοδότησης του κ.Υπουργού. Στη συνέχεια δε είπε ότι με ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 07 και 14 Μαρτίου 2019 (τεκμ.14Α και 14Β αντίστοιχα) ζητήθηκε από τις Ρωσικές Αρχές διευκρίνιση σε σχέση με τις θέσεις του καθ'ου η αίτηση και σε απάντηση έλαβαν με τηλεομοιότυπο πληροφόρηση από την αρμόδια αρχή της Ρωσίας στις 15/03/19 (τεκμ.15). Στην αντεξέταση του δε διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει οτιδήποτε πέραν των όσων τα έγγραφα αναφέρουν. Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Αγορεύσεις Τα όσα καταγράφονται στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Αναφορά θα γίνει κατωτέρω όπου και στον βαθμό που απαιτείται. Νομική Πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως Φυγοδίκων, η οποία υπογράφτηκε στο Παρίσι στις 13.12.57 και κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Νόμο 95/70 (στο εξής 'Η Σύμβαση'), και στον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/
- Ο Νόμος 97/70 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και την διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων (βλ. Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1Β Α.Α.Δ 856) ενώ ο Νόμος 95/70 καθορίζει τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων ειδικά μεταξύ των χωρών που προσχώρησαν στην Σύμβαση (βλ. El-Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ 736 και Golov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(2001)1Β Α.Α.Δ 1109). Η περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νομοθεσία έχει σκοπό να εμποδίσει φυγόδικο, ο οποίος διέπραξε αδίκημα σε μια χώρα, να βρει άσυλο σε άλλη στην οποία καταφεύγει και έτσι, να αποφύγει την δίκη και την τιμωρία. Βασίζεται πάνω στις απλές αρχές της Δικαιοσύνης. Πρόκειται για νομοθεσία υψίστης σπουδαιότητας για την δημόσια απονομή της Δικαιοσύνης και την εσωτερική ασφάλεια των διαφόρων χωρών. Η διαδικασία έκδοσης βασίζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις από αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ διαφόρων χωρών, υποχρεώσεις που συνεπάγονται πλήρη ευθύνη και δέσμευση από την κάθε συμβαλλόμενη χώρα (βλ. Altieri ν. Διευθυντή Φυλακών (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ 576). Οι Συμβάσεις για την έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας του ημεδαπού δικαίου αλλά επιβάλλεται η φιλελεύθερη ερμηνεία τους για ευόδωση του στόχου στον οποίο αποβλέπουν, ο οποίος είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα (βλ. Petrov ανωτέρω και Hachem
(1991)1 Α.Α.Δ. 723). Στην υπόθεση Shylenko v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών, Πολ. Έφεση 300/2005, ημερ. 15.12.05 λέχθηκε ότι «δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής πως οι διεθνείς ή διμερείς συμφωνίες υπογράφονται για να εκπληρώνονται οι υποχρεώσεις των κρατών μελών σ' αυτές, προς αμοιβαίο όφελος» και ότι «δεν πρέπει να εμποδίζεται η εκπλήρωσή τους για ασήμαντους λόγους». Τα ίδια έχουν λεχθεί και σε προηγούμενη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 1228). Η διαδικασία εξέτασης αίτησης έκδοσης φυγοδίκου δεν αποβλέπει στην τιμωρία του φυγοδίκου. Προβλέπεται από το νόμο και σύμφωνα με την σχετική νομολογία συνιστά πολιτική διαδικασία συνυφασμένη με την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361). Στην υπόθεση Μελά
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 2261, λέχθηκε ότι παρά τα πιο πάνω δεν εξομοιώνεται με αστική αγωγή αλλά πρόκειται για μια ειδική διαδικασία, προσαρμοσμένη στην φύση του αντικειμένου της αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου. Κύριος σκοπός είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση του (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Kartashov
(2009)1B ΑΑΔ 1299). Ως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ 136, σε τέτοιες διαδικασίες ο Δικαστής δεν προβαίνει σε διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του φυγόδικου ή οποιασδήποτε κατ' αυτού κατηγορίας. Η διαταγή του Δικαστηρίου στο τέλος της διαδικασίας, μπορεί να οδηγεί είτε στην έκδοση του φυγόδικου είτε στην απόρριψη του αιτήματος. Όπως δε προβλέπεται από το άρθρο 9
(3)του Νόμου 97/70, η δίκη για το ζήτημα «. διεξάγεται κατά τον αυτόν, ει δυνατόν, τρόπον, ως εάν επρόκειτο περί συνοπτικής εκδίκασης αδικήματος, φερόμενου ως διαπραχθέντος υπό του εν λόγω προσώπου». Αυτό φυσικά δεν την καθιστά ούτε ποινική υπόθεση. Περί διαπίστωσης της ύπαρξης των προϋποθέσεων έκδοσης ο λόγος, θέμα για το οποίο το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται αυστηρά στην τήρηση των κανόνων του Δικαίου της Απόδειξης που ισχύουν στο πλαίσιο εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Konovalova, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, ημερ. 30.9.15). Με την τροποποίηση δε που επέφερε στον Νόμο 95/70, ο Νόμος 97/90 (βλ. άρθρα 9
(5)(γ) και 13
(3), σε περίπτωση εκδόσεως φυγοδίκων δυνάμει της Σύμβασης, εφαρμόζονται οι διατάξεις της Σύμβασης αντί των διατάξεων του άρθρου 9
(5)(α) του Νόμου 95/70 και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά στοιχεία είναι αυτά που προνοεί το άρθρο 12 της Σύμβασης (βλ. και Petrov ανωτέρω). Δεν απαιτείται λοιπόν η επισύναψη στην αίτηση μαρτυρίας, με την έννοια των αποδεικτικών στοιχείων που προβλέπει το άρθρο 13 του Νόμου 95/70, τα οποία «vα δικαιολογώσι την παραποµπήν αυτού εις δίκην διά το εν λόγω αδίκηµα, εφ' όσον τούτο διεπράττετο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου» (δηλ. να δημιουργούν τεκμήριο ενοχής στην βάση των όσων προέβλεπε το άρθρο 94 της Ποινικής Δικονομίας - βλ. Perpechidis
(1998)1Α Α.Α.Δ 483 και Golov ανωτέρω), ως προβλέπει το άρθρο 9
(5)(α) του Νόμου 97/70 (βλ. και Altieri ανωτέρω). Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκου καθορίζονται στο άρθρο 12 της Σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει το αίτημα να διατυπώνεται γραπτώς, να υποβάλλεται δια της διπλωματικής οδού (παρ. 1) και να υποστηρίζεται από όλα τα σχετικά έγγραφα που αναφέρονται στην Σύμβαση (παρ. 2). Συγκεκριμένα η παράγραφος 2 αυτού προβλέπει τα ακόλουθα: «2. Προς υποστήριξην της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή: (α) το πρωτόκολλον ή επίσημον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τίνος πράξεως, έχουσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδομένης κατά τους τύπους τους καθοριζομένους υπό της Νομοθεσίας του αιτούντος Μέρους˙ (β) έκθεσις των πράξεων δια ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόμον χαρακτηρισμός και αι παραπομπαί εις τα νομοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρμογήν και αίτινες δέον να εμφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον˙ (γ) αντίγραφον των κατ΄ εφαρμογήν διατάξεων ή εφ΄ όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρμογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητουμένου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναμένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.» Ως λέχθηκε στην Μελά (Αρ 3)
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1199 αλλά προκύπτει σαφώς και από το άρθρο 12
(2)(α) της Σύμβασης, απαιτείται όπως μαζί με την αίτηση έκδοσης παρουσιαστεί το πρωτόκολλο ή επίσημο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης. Από αυτό εξυπακούεται ότι δεν απαιτείται η κατάθεση του αρχικού εντάλματος σύλληψης. Επίσημο αντίγραφο ενός εντάλματος σύλληψης είναι ικανοποιητικό για τον σκοπό αυτό. Ως δε προκύπτει από την Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1Β Α.Α.Δ 856, η κρίση περί του κατά πόσο ένα έγγραφο αποτελεί το απαιτούμενο από το Νόμο «ένταλμα» θα πρέπει να γίνεται στην βάση του συνόλου του περιεχομένου του και με ερμηνεία της σχετικής περί Εκδόσεως Νομοθεσίας, υπό το πνεύμα που αναφέρθηκε ανωτέρω, ασχέτως της δομής και του τρόπου σύνταξης του. Έτσι στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι ενόψει του συνολικού περιεχομένου του εγγράφου όπου αναφέρονταν όλα τα αδικήματα τα οποία κατ' ισχυρισμό διέπραξε ο Καθ' ου η αίτηση και για τα οποία εκκρεμούσαν κατηγορίες εναντίον του, το γεγονός ότι υπήρχε εισήγηση όπως αυτός τεθεί υπό κράτηση για να του επιβληθεί πρόστιμο και να τιμωρηθεί για τη διαφυγή του προς αποφυγή της ποινικής διαδικασίας, δεν επηρέαζε την κρίση ότι αυτό αποτελούσε το απαιτούμενο ένταλμα σύλληψης. Επικυρώθηκε δε στην πιο πάνω υπόθεση η πρωτόδικη απόφαση (βλ. Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1Α Α.Α.Δ 535) όπου αναφέρθηκε ότι με απλούς ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση, οι οποίοι παραμένουν ατεκμηρίωτοι, δεν μπορεί να ανατραπεί το τεκμήριο της νομιμότητας του εντάλματος σύλληψης. Στην Makushin (Αρ.2)
(2012)1Α Α.Α.Δ 567 ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα όσα προκύπτουν από την Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1Β Α.Α.Δ 856, με την προσθήκη ότι ακόμη και ο τίτλος που φέρει ένα τέτοιο έγγραφο δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Ούτε και το λεκτικό του εντάλματος ενέχει ιδιαίτερη σημασία ούτε και είναι απαραίτητο να συνάδει με τον τρόπο που εκδίδονται ανάλογα εντάλματα σύλληψης στην Κύπρο (βλ. Sergeevna (Αρ. 1)
(2012)1Β Α.Α.Δ 1373). Στην Shylenko
(2005)1Β Α.Α.Δ 1111 επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση ότι το σχετικό έγγραφο αποτελούσε επίσημο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης, εφόσον παρά το ότι σε αυτό αναγραφόταν με το χέρι η λέξη «αντίγραφο», υπήρχαν σφραγίδες ανάμεσα στις οποίες και της Δημοκρατίας της Ουκρανίας καθώς και η υπογραφή του φυσικού δικαστή. Τέλος στην Atapina
(2002)1Β Α.Α.Δ 1208 επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία, με δεδομένο ότι δεν είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα και η ισχύς των εγγράφων (περιλαμβανομένου του ότι είχαν εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονταν από τη νομοθεσία του Αιτούντος κράτους) τα οποία είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (ανάμεσα σε αυτά και το ένταλμα σύλληψης), κρίθηκε ότι αυτά πληρούσαν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 12
(2)της Σύμβασης. Η Σύμβαση (Νόμος 97/70) καθιστά την έκθεση των γεγονότων που υποβάλλεται από την Αιτούσα χώρα, ως το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό για έκδοση σε χώρες που την προσυπέγραψαν (βλ. In re El-Bustani
(1991)1 A.A.Δ. 736 και Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών v. Golov
(2001)1Β Α.Α.Δ 1109). Στην Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1(Α) 1228 λέχθηκε ότι από την σχετική διάταξη του Νόμου δεν συνάγεται υποχρέωση από τη χώρα που ζητά την έκδοση να συγκεντρώνει τα γεγονότα σε ένα μοναδικό και τυποποιημένο έγγραφο και ότι δεν μπορεί να αποδοθεί πρόθεση στους συντάκτες της Σύμβασης να δημιουργήσουν τέτοια στεγανά. Θα μπορούσε δε να γίνει σχετικά παραπομπή σε άλλο έγγραφο, το οποίο περιέχει συμπληρωματικούς ισχυρισμούς. Από την άλλη ως λέχθηκε στην Δημοκρατία ν. Kolesnikov
(2008)1Α Α.Α.Δ 594, η προσαγωγή της προβλεπόμενης από το άρθρο 12(β) έκθεσης πράξεων, αποβλέπει στη σαφή πληροφόρηση τόσο του ίδιου του εκζητούμενου προσώπου όσο και των αρχών της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, περί των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση του. Η γενικόλογη αναφορά σε γεγονότα και σε χαρακτηρισμούς των πράξεων δεν είναι αρκετή και δεν υποκαθιστά την απαιτούμενη από το νόμο έκθεση πράξεων, η οποία ερμηνεύεται ότι σημαίνει την σαφή περιγραφή των γεγονότων που αν αποδειχθούν, θα συνιστούν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αντιστοιχούν στον «κατά νόμο χαρακτηρισμό» (των πράξεων), στοιχείο το οποίο συνιστά χωριστή και αυτοτελή προϋπόθεση του άρθρου 12
(2)(β). Το δε Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να επιλέξει σε ποια από τα έγγραφα (εάν ο ισχυρισμός είναι ότι η έκθεση αποτελείται από πολλά έγγραφα) θα μπορούσε ενδεχομένως να εντοπιστεί η λεπτομερής περιγραφή των πράξεων ούτε και να ταξινομήσει, σύμφωνα με τη δική του κρίση, τις όποιες πράξεις θεωρεί ότι ενδεχομένως συνιστούν τα ποινικά αδικήματα για τα οποία αντιμετωπίζει κατηγορίες ο εκζητούμενος. Αυτή η υποχρέωση βαρύνει αποκλειστικά το μέρος το οποίο ζητά την έκδοση. Η μη προσαγωγή δε τέτοιας έκθεσης, χωρίς δυνατότητα λογικής υποκατάστασής της από άλλα αξιόπιστα στοιχεία που προσάγονται, αναπόφευκτα καθιστά απορριπτέα την αίτηση έκδοσης. Κρίθηκε δε στην συγκεκριμένη υπόθεση ότι η παραπομπή στα επισυνημμένα έγγραφα, οδηγούσε σε δαιδαλώδη πορεία ανίχνευσης πράξεων του Καθ' ου η αίτηση για τις οποίες ζητείτο η έκδοση του, χωρίς να καθίσταται εφικτός ο ασφαλής προσδιορισμός των συγκεκριμένων πράξεων που η Αιτούσα χώρα θεωρούσε ποινικά επιλήψιμες, για τη διάπραξη των οποίων θα κατηγορείτο ο Καθ' ου η αίτηση ενώπιον των δικαστηρίων της. Στην Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1427 επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η ύπαρξη δυο εκθέσεων (αρχικής και συμπληρωματικής) δημιουργούσε αδυναμία ασφαλούς προσδιορισμού των συγκεκριμένων πράξεων που η Αιτούσα χώρα θεωρούσε ποινικά επιλήψιμες για τη διάπραξή τους από τον Καθ' ου η αίτηση και για ποιες θα κατηγορείτο ενώπιον των Δικαστηρίων της καθώς και ότι εξ αυτού δημιουργείτο σύγχυση στη διαδικασία. Όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση φυγόδικου, το άρθρο 2 της Σύμβασης, καθιερώνει τον κανόνα της διπλής ή αμφιτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality rule), ως τέτοια προϋπόθεση. Σύμφωνα με αυτό τον κανόνα, η έκδοση διατάσσεται για πράξεις οι οποίες ορίζονται και τιμωρούνται ως ποινικά αδικήματα (με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφάλειας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή) τόσο από τους νόμους της Αιτούσας χώρας όσο και από τους νόμους της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση. Στην Hachem
(1991)1 A.A.Δ. 723 αποφασίστηκε σχετικά ότι η μαρτυρία για έκδοση φυγόδικου εξετάζεται με αναφορά στα αδικήματα που προσδιορίζονται στην Εξουσιοδότηση, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με εκείνα που αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης. Καθοριστικό για την έκδοση φυγόδικου είναι το δίκαιο της χώρας από την οποία επιζητείται η έκδοσή του, σε συσχετισμό με τα αδικήματα που στοιχειοθετεί η μαρτυρία. Στην Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 Α.Α.Δ. 191, επικυρώθηκε η πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση και επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι το κριτήριο κατά την απόφαση έκδοσης φυγόδικου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Η έρευνα της μαρτυρίας συγκεντρώνεται στα αδικήματα για τα οποία παρασχέθηκε η Εξουσιοδότηση. Στην ίδια απόφαση γίνεται δεκτή η θέση ότι ο χαρακτηρισμός των αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα δεν έχει καθοριστική σημασία, αρκεί όμως το αδίκημα για το οποίο αξιώνεται η έκδοση να αναγνωρίζεται ως ουσιαστικά παρόμοιο και στις δύο χώρες (βλ. και Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών v. Golov
(2001)1Β Α.Α.Δ 1109). Στην Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1228 επαναλήφθηκε ουσιαστικά ότι ο προσδιορισμός των αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα δεν έχει καθοριστικές συνέπειες και ότι δεν χρειάζεται, ούτε είναι δυνατό να υπάρχει, σε πολλές περιπτώσεις, η ταύτιση των αδικημάτων στο εν λόγω ένταλμα και στην Εξουσιοδότηση, προφανώς λόγω των διαφορών μεταξύ των νομικών συστημάτων κάθε χώρας. Από την άλλη λέχθηκε ότι αυτά δεν πρέπει να είναι άσχετα μεταξύ τους αλλά χρειάζεται η ομοιότητα. Το κριτήριο για την έκδοση είναι λοιπόν κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου, όπως περιγράφεται στην έκθεση γεγονότων καθώς και στα όποια άλλα δικαιολογητικά έγγραφα, αναλόγως συνιστά παρόμοιο ποινικό αδίκημα με βάση τους νόμους της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση. Αυτό που απαιτείται είναι η πραγματική περιγραφή των πράξεων, των γεγονότων και γενικά της επιλήψιμης συμπεριφοράς ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αναγνωρίσεως τους ως ουσιωδώς παρόμοιων και στις δύο χώρες (βλ. Makushin (Αρ.2)
(2012)1Α Α.Α.Δ 567). Ως προς το χρονικό σημείο προς το οποίο συναρτάται η ύπαρξη της διπλής εγκληματικότητας, το άρθρο 6
(2)του Νόμου 97/70, συνδέει αυτό με τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος (βλ. Νικολαίδη
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1964). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Konovalova, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, ημερ. 30.9.15, επαναλήφθηκε ότι καθοριστικό για την έκδοση φυγοδίκου είναι το δίκαιο της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση σε συσχετισμό με τα αδικήματα που στοιχειοθετεί η μαρτυρία, τηρουμένου του στοιχείου της διπλής εγκληματικότητας, το οποίο είναι πάντα αλληλένδετο με το χρόνο διάπραξης του εγκλήματος. Λέχθηκε επίσης ότι το γεγονός ότι η συμπεριφορά που καταλογίζεται από τις Δικαστικές Αρχές της Αιτούσας χώρας στον Καθ' ου η αίτηση συνιστά κολάσιμη πράξη κατά το ποινικό δίκαιο αυτής, δεν είναι θέμα που τίθεται προς εξέταση εφόσον εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστικών Αρχών της Αιτούσας χώρας. Ως εκ τούτου το ότι η εν λόγω συμπεριφορά κατά το δίκαιο της εν λόγω χώρας είναι κολάσιμη θα πρέπει να θεωρείται από το Δικαστήριο δεδομένη. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Α.1 - Αστυφ. XXXXX αναφέρθηκε στην μετάβαση του στο αεροδρόμιο Λάρνακας και τη σύλληψη του εκζητούμενου. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Η μαρτυρία του γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή. Η μαρτυρία της Μ.Α.2 XXXXX Χ'' Προδρόμου αφορούσε κατά κύριο λόγο την παραλαβή της αίτησης έκδοσης και των υποστηρικτικών αυτής εγγράφων, καθώς επίσης την ετοιμασία της εξουσιοδότησης του Υπουργού για έναρξη της διαδικασίας έκδοσης. Η μάρτυρας αυτή δε, απάντησε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ως εκ της θέσης της στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και με βάση το περιεχόμενο των εγγράφων. Ευθέως αναφέρω πως η συγκεκριμένη μάρτυρας έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Οι άμεσες, σαφείς και εμπεριστατωμένες απαντήσεις της, με παραπομπή όπου απαιτείτο σε συγκεκριμένα άρθρα της σχετικής περί έκδοσης φυγοδίκων νομοθεσίας και σε νομολογία ή και σε αρχές που σαφώς προκύπτουν από τη νομολογία, όχι μόνον έδειξαν την άριστη γνώση του θέματος και του αντικειμένου της, αλλά ομολογουμένως δεν άφησαν κατά την αντεξέταση της οιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησης των λεγομενών της. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή, με τη διευκρίνιση βέβαια ότι το κατά πόσο η απόφαση ημερ.24/08/17 αποτελεί ένταλμα σύλληψης και αν πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση αυτά είναι θέματα για τα οποία έχει σημειωθεί μεν η θέση της πλην όμως θα αποφασιστούν από το Δικαστήριο. Για τον Μ.Α.3 XXXXX Κυριακίδη δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Η μαρτυρία του αφορούσε ουσιαστικά στην κατάθεση δύο ηλεκτρονικών μηνυμάτων με τα οποία ζητήθηκαν διευκρινίσεις από τις Ρωσικές αρχές και της απάντησης που λήφθηκε. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Υ.1 - Καθ'ου η αίτηση δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα περισσότερα εκ των θεμάτων που ήγειρε δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία, αλλά το Ρωσικό Ποινικό Δικαστήριο που θα επιληφθεί της υπόθεσης του. Αν ειδοποποιήθηκε ή όχι ως προνοεί η Ρωσική νομοθεσία, αν διέφυγε ή όχι από τη Ρωσία και αν υπήρξαν ή όχι παραβιάσεις της Ρωσικής νομοθεσίας γενικότερα, είναι θέματα που με κάθε σεβασμό αναφέρω ότι εκφεύγουν του αντικειμένου της παρούσας διαδικασίας και έχουν να κάνουν αποκλειστικά με το αρμόδιο Δικαστήριο της Ρωσίας. Επίσης εκ της μαρτυρίας του προκύπτουν σαφώς άσχετα / αχρείαστα πράγματα και αυθαίρετα δικά του συμπεράσματα, όπως για παράδειγμα ότι δεν έχει αποδειχθεί απάτη και απόπειρα απάτης αφού δεν υπάρχουν υλικές ζημιές. Τα γεγονότα που με βάση τις ρωσικές αρχές στοιχειοθετούν το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται εμπεριέχονται με λεπτομέρεια στα έγγραφα που έχουν αποσταλεί, το αδίκημα αφορά απόπειρα υπεξαίρεσης περιουσίας μέσω απάτης ή κατάχρησης εμπιστοσύνης και η θέση του δεν είναι αντιληπτή. Όμως σε κάθε περίπτωση αυτό είναι θέμα ουσίας που θα απασχολήσει το αρμόδιο Δικαστήριο της Ρωσίας, σημειώνοντας την ίδια στιγμή και για όποια σημασία έχει ότι με τα γεγονότα αυτά έχει στοιχειοθετηθεί αδίκημα εναντίον άλλων προσώπων τα οποία μάλιστα έχουν καταδικαστεί σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Αυθαίρετη κρίνεται όμως και η θέση του περί «παραποίησης των ποινικών υποθέσεων και διαφθοράς, που οδηγούν στο ότι δεν μπορεί να εξασφαλιστεί δίκαια δίκη στο κράτος που έχει ζητήσει την έκδοση του». Καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για τα πιο πάνω και βεβαίως οι γενικές και αόριστες αναφορές του εκζητούμενου δεν υποστηρίζουν αυτές τις πολύ σοβαρές κατηγορίες. Το ίδιο αυθαίρετη κρίνεται η μομφή του για τις μεταφράσεις των εγγράφων που έχουν αποσταλεί αφού πέραν από κάποιες αναφορές του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, τίποτε συγκεκριμένο δεν έχει τεθεί και εν πάση περιπτώσει κάτι που να επηρεάζει την ουσία της παρούσας υπόθεσης. Υπενθυμίζω ότι 2 συγκεκριμένα θέματα μετάφρασης (που αφορούσαν μια ημερομηνία και ένα όνομα) τέθηκαν στην ΜΑ2, οι απαντήσεις της οποίας με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο αφού τίποτε ουσιαστικό δεν προκύπτει για περαιτέρω συζήτηση. Όσον αφορά την θέση του πως ποινική υπόθεση με αρ. «81» εναντίον του δεν υπάρχει και άρα, ουσιαστικά, δεν μπορεί να εκδοθεί στις Ρωσικές αρχές έχοντας περατωθεί η αναφερόμενη στα έγγραφα των Ρωσικών αρχών υπόθεση «81», αναφέρονται τα εξής. Πράγματι προκύπτει με βάση τη μαρτυρία πως η ποινική υπόθεση «81» έχει ολοκληρωθεί με την καταδίκη 4 άλλων προσώπων δηλ. των προσώπων με τα οποία ο καθ'ου η αίτηση κατηγορείται ότι συνωμότησε για τη διάπραξη του αδικήματος. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει, ως προκύπτει και από τις εξηγήσεις των Ρωσικών αρχών (βλ. κυρίως το τεκμ.15), ότι έχει τερματιστεί η δίωξη του. Ακριβώς κατηγορείται με βάση τα γεγονότα που προκύπτουν εκ της διερεύνησης της υπόθεσης «81» και η υπόθεση λόγω της διαφυγής του έχει διαχωριστεί εν σχέση με τον ίδιο. Παρεμβάλλω πως αν έχει διαφύγει ή όχι όπως αναφέρουν οι Ρωσικές αρχές δεν είναι θέμα που θα με απασχολήσει ως Δικαστήριο που εξετάζω στην παρούσα αν πληρούνται πολύ συγκεκριμένες προυποθέσεις. Σημασία έχει θεωρώ πως οι Ρωσικές αρχές με βάση τα έγγραφα που έχουν αποσταλεί (βλ. τεκμ.2 και τεκμ.5) έχουν κηρύξει τον καθ'ου η αίτηση ως κατηγορούμενο για διάπραξη αδικήματος, τον έχουν τοποθετήσει στη λίστα αναζήτησης και ακολούθως τον έχουν θέσει σε διεθνή αναζήτηση με σκοπό την έκδοση του. Τέλος έχουν εκδώσει εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Και αυτά επαναλαμβάνεται με βάση τη διερεύνηση της υπόθεσης «81». Στο σημείο αυτό δεν μπορεί βέβαίως να μην σχολιαστεί η θέση του καθ'ού η αίτηση πως στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε ένταλμα σύλληψης. Σύμφωνα με τη θέση του η απόφαση ημερ. 24/08/17 είναι προσωρινή και αφορά μέτρα κράτησης 2 μηνών που είχαν λήξει. Το κείμενο της απόφασης 24/08/17 (βλ. τελευταία μετάφραση στο τεκμ.5) με τίτλο "About of the election of a preventive measure in the form of arrest" έχει μελετηθεί ενδελεχώς. Με βάση τη συγκεκριμένη απόφαση η Δικαστής, κατόπιν ανάλυσης των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της, αποφάσισε όπως επιλεχθεί για τον καθ'ου η αίτηση το μέτρο της κράτησης για περίοδο 2 μηνών από τη στιγμή που αυτός θα πρέπει να εκδοθεί ή απελαθεί στη Ρωσία. Εκ του περιεχομένου του δε προκύπτει να συνιστά ένταλμα σύλληψης και να εκδόθηκε με βάση το άρθρο 108 της Ποινικής Δικονομίας της Ρωσίας. Σχετικά με το θέμα παραπέμπω εδώ και στη μαρτυρία της ΜΑ2 για τις διευκρινίσεις που έχουν ληφθεί στο παρελθόν από την Γενική Εισαγγελεία της Ρωσίας ως προς την ορολογία που χρησιμοποιούν και ότι πρόκειται ακριβώς για ένταλμα σύλληψης. Επαναλαμβάνεται και εδώ πως δεν χρειάζεται το λεκτικό του να συνάδει με αυτό των ενταλμάτων που εκδίδονται στην Κύπρο. Σημειώνεται επίσης πως αυτό είναι υπογραμμένο από Δικαστή και φέρει σφραγίδα του Δικαστηρίου και σφραγίδα, πιστό αντίγραφο (βλ. το κείμενο στο τεκμ.2, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της ΜΑ2), κάτι που βεβαίως (βλ. Re Yevgen Shylenko
(2005)1Β Α.Α.Δ 1111) το καθιστούν πιστό αντίγραφο, ενώ σε αυτό υπάρχει περιγραφή των πράξεων που στοιχειοθετούν το κατ'ισχυρισμό αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση του καθ'ου η αίτηση. Ως εκ τούτου, ήδη από το σημείο αυτό, αναφέρω πως το αποδέχομαι (σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας) ως το έγγραφο που το Άρθρο 12.2(α) της Σύμβασης προϋποθέτει ότι έπρεπε να παρουσιαστεί προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση. Μ.Υ.2 κατέθεσε ο XXXXX XXXXXX Nizhinskiy Ο μάρτυρας αυτός, δικηγόρος στο επάγγελμα, ταξίδεψε από τη Ρωσία με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τον εκζητούμενο. Αυτό διεφάνη καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρία του. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτά που αναφέρθηκαν ανωτέρω για τον ΜΥ
- Εξηγώ. Κατ'αρχήν αναφέρω πως το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας, δεν θα υπεισέλθει στην ουσία των όσων ανέφερε για την μη απόκτηση, από τον καθ'ου η αίτηση, της ιδιότητας του υπόπτου ή του κατηγορούμενου και αν δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία για να ειδοποιηθεί ο καθ'ου η αίτηση κλπ. Ίσως εκ του περισσού, επαναλαμβάνω πως εδώ εξετάζεται κατά πόσο πληρούνται συγκεκριμένες προυποθέσεις που προνοεί η σχετική νομοθεσία. Αυτά είναι θέματα που θα απασχολήσουν, εφόσον τεθούν ενώπιον του, το αρμόδιο Δικαστήριο της Ρωσίας. Ούτε βεβαίως το Δικαστήριο θα εξετάσει την ουσία της υπόθεσης «81». Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνοντας ότι είχα αναφέρει ανωτέρω, η ουσία του πράγματος με βάση όσα ανέφερε δεν αλλάζει. Προκύπτει με βάση τα έγγραφα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Ρωσικές αρχές έχουν διαχωρίσει την υπόθεση του καθ'ου η αίτηση εν σχέση με τα άλλα πρόσωπα που καταδικάστηκαν στην υπόθεση «81» λόγω της διαφυγής του. Γι'αυτό και εφόσον έχει εν τω μεταξύ περατωθεί η υπόθεση «81», ο ίδιος αντιμετωπίζει την υπόθεση 41702450048000049 (βλ. τεκμ.15 και το τελευταίο έγγραφο στο τεκμ.2). Ακριβώς δε τα γεγονότα της τελευταίας αυτής υπόθεσης είναι ουσιαστικά τα γεγονότα που προέκυψαν εκ της διερεύνησης της υπόθεσης «81» για την οποία έγινε τόσος πολλής λόγος. Αναφορικά με τη θέση του περί βασανιστηρίων στα κρατητήρια της Ρωσίας, αναφέρω πως αυτή δεν γίνεται αποδεκτή ως γενική και αόριστη. Εν πάση περιπτώσει η αναφορά του στην περίπτωση ενός εκ των κατηγορούμενων της υπόθεσης «81» (δηλ. του Hager), ακόμη και αν ευσταθούσε, δεν θα μπορούσε βέβαια να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του ότι γενικά στα κρατητήρια της Ρωσίας γίνονται βασανιστήρια. Όμως είναι σαφές σε κάθε περίπτωση πως δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Hager έχει υποστεί βασανιστήρια εκ της παρουσίασης απλά και μόνον του πιστοποιητικού τεκμ.
- Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη μαρτυρία για την αιτία που το πρόσωπο αυτό υπέστη τους συγκεκριμένους τραυματισμούς που περιγράφονται στο τεκμ.9, ούτε το Δικαστήριο μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτοί να προκλήθηκαν για παράδειγμα από ατύχημα ή από εμπλοκή του εν λόγω προσώπου σε επεισόδιο με συγρατούμενο/ους του ή ακόμη για άλλο λόγο, άσχετο με βασανιστήρια. Δεν γίνεται επίσης αποδεκτή η θέση του ότι το έγγραφο ημερ.24/08/17 δεν είναι ένταλμα σύλληψης. Επαναλαμβάνω όσα αναφέρθηκαν σχετικά με το θέμα του εντάλματος στην αξιολόγηση του ΜΥ1 ανωτέρω και σημειώνω ότι ουδόλως έπεισε για τη θέση του αυτή, η οποία προβλήθηκε κρίνω μόνον επειδή έτσι θα βοηθείτο ο καθ' ου η αίτηση. Η αναφορά του δε ότι στη Ρωσία για να γίνει η σύλληψη πρέπει να υπάρχει τελείως διαφορετικό έγγραφο, χωρίς άλλη εξήγηση, παρέμεινε μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Η έλλειψη αντικειμενικότητας από μέρους του και η προσπάθεια του να βοηθήσει τον καθ'ου η αίτηση, διεφάνη εν πάση περιπτώσει ξεκάθαρα ως εκ της προσπάθειας του να υποβιβάσει τη σημασία του εγγράφου ημερ.24/08/17 που ήδη έχω αποφανθεί ότι πρόκειται για το ένταλμα σύλληψης. Αντίθετα με όσα ανέφερε προκύπτει ξεκάθαρα από το έγγραφο αυτό ότι με βάση τη διερεύνηση που έγινε οι Ρωσικές αρχές έχουν ενώπιον τους συγκεκριμένα στοιχεία που στοιχειοθετούν το κατ'ισχυρισμό αδίκημα εναντίον του καθ'ου η αίτηση και τα οποία κρίθηκαν επαρκή από το Δικαστήριο για να εκδώσει το ένταλμα σύλληψης. Ως προς την αναφορά του σε μη γνησιότητα των εγγράφων που έχουν έρθει ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφέρω πως δεν έχει τεθεί συγκεκριμένη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για τούτο και οι αναφορές του κρίνονται γενικές και αόριστες. Όμως έχει σημασία ν' αναφερθεί ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της ΜΑ2 τέθηκε θέμα μη γνησιότητας οιουδήποτε εγγράφου. Έτσι η πλευρά της αιτήτριας δεν είχε την ευκαιρία ν' αποταθεί στις αρμόδιες αρχές της Ρωσίας για να λάβει συγκεκριμένη θέση ή ακόμα και να παρουσιάσει μαρτυρία για ένα τέτοιο θέμα, κάτι που με οδηγεί στην κατάληξη ότι αφενός η παράλειψη αντεξέτασης σ'ένα τόσο ουσιώδες θέμα δεν επιτρέπει την αποδοχή ούτως ή άλλως τέτοιας μαρτυρίας και αφετέρου δείχνει αναξιοπιστία της Υπεράσπισης με την μη προβολή καθαρών θέσεων εξ'αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρεμβάλλω όμως εδώ πως η θέση που προέβαλε η ΜΑ2 αναφορικά με τα πιστοποιημένα έγγραφα που ήρθαν από επίσημη Ρωσική αρχή και όσα ανέφερε για να υποστηρίξει ότι αυτά δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, από τη στιγμή παρεμβάλλω που δεν έχει τεθεί κάτι συγκεκριμένο ενώπιον του Δικαστηρίου, με βρίσκουν σύμφωνο. Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα των ανωτέρω, να σημειωθεί ότι στη μαρτυρία του και αντεξεταζόμενος είπε ουσιαστικά ότι δεν αμφισβητεί τις σφραγίδες στα έγγραφα (για τα οποία ρωτήθηκε συγκεκριμένα), κάτι που με οδηγεί, έχοντας μελετήσει ενδελεχώς και σφαιρικά τη μαρτυρία του, στο ότι προφανώς η αναφορά του σε μη γνησιότητα να είχε προφανώς να κάνει με όσα αναφέρονται στα έγγραφα και όχι επειδή τα έγγραφα είναι πλαστά. Όσα αναφέρονται όμως στα έγγραφα και η ουσία τους δεν αφορούν το αίτημα έκδοσης αλλά το αρμόδιο Δικαστήριο που θα επιληφθεί της υπόθεσης στη Ρωσία, αν και σημειώνω για όποια σημασία έχει πως δεν έχουν καταδειχθεί συγκεκριμένες ψευδείς αναφορές σε έγγραφα. Σημειώνω επίσης εδώ και τα εξής. Ερωτώμενος στην αντεξέταση του για το άρθρο 108 της Ποινικής Δικονομίας, στη βάση του οποίου εκδόθηκε η απόφαση 24/08/17 (δηλ. το ένταλμα σύλληψης), ανέφερε ότι το Δικαστήριο για να βγάλει μιαν απόφαση με βάση το άρθρο αυτό εν σχέση με κάποιο πρόσωπο, για να πάρει την ιδιότητα του υπόπτου ή του κατηγορούμενου, αυτό το πρόσωπο πρέπει να ειδοποιηθεί με κατάλληλο τρόπο και εδώ τέτοια έγγραφα δεν υπάρχουν εν σχέση με τον καθ'ου η αίτηση. Τότε ερωτήθηκε (από το Δικαστήριο) να πει πως πρέπει να εκλάβουμε την απόφαση με βάση το άρθρο 108, αν θεωρήσουμε ότι είχε τέτοια την ιδιότητα. Ξεκάθαρα απέφυγε ν' απαντήσει επί της ουσίας της ερώτησης, λέγοντας γενικά πως αν είχε ειδοποιηθεί θα παρουσιαζόταν κλπ. Όμως σημειώνω απέφυγε ν' απαντήσει και σε ερώτηση αμέσως μετά όταν ρωτήθηκε αν μία εκ των περιπτώσεων του άρθρου 108 αφορά πρόσωπο που είναι αδύνατο να ενημερωθεί και έχει διαφύγει, διερωτώμενος αν ο καθ'ου η αίτηση γνώριζε ότι ήταν κατηγορούμενος. Εν πάση περιπτώσει καταληκτικά να πω ότι με βάση τα πιο πάνω και επειδή αντιλήφθηκα πράγματι τον μάρτυρα να προσπαθεί να παραπλανήσει σε κάποιες περιπτώσεις ή να υπεκφεύγει της ουσίας συγκεκριμένων ερωτήσεων, στα πλαίσια σημειώνεται της συνεχούς προσπάθειας του να παραμείνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή που θα εξυπηρετούσε την υπεράσπιση του καθ'ου η αίτηση, και έχοντας σχηματίσει αρνητική εντύπωση για το μάρτυρα, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του. Εξέταση του αιτήματος και κατά πόσο πληρούνται οι προυποθέσεις για έκδοση του Καθ' ου η αίτηση Σύμφωνα με το άρθρο 12 της Σύμβασης (Ν.95/1970): "
- Η αίτησις θέλει διατυπωθή εγγράφως και υποβληθή διά της διπλωµατικής οδού. ∆ι' απ' ευθείας διευθετήσεις δύναται να συµφωνηθή, µεταξύ δύο ή περισσοτέρων Μερών, έτερον µέσον.
- Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή : (α) το πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλµατος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδοµένης κατά τας τύπους τους καθοριζοµένους υπό της Νοµοθεσίας του αιτούντος Μέρους. (β) έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόµον χαρακτηρισµός και αι παραποµπαί εις τας νοµοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρµογήν και αίτινες δέον να εµφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον. (γ) αντίγραφον των κατ' εφαρµογήν διατάξεων ή, εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρµογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισµός του καταζητουµένου ατόµου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναµένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου. " ΄Εχοντας υπόψη τα έγγραφα και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή, βρίσκω ότι όλες προυποθέσεις του άρθρου 12 της Σύμβασης πληρούνται. Πιο συγκεκριμένα : - βλ. τεκμ.2, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της ΜΑ2 : επιστολή / γραπτή αίτηση του Αναπληρωτή Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσίας (μαζί με ρηματική διακοίνωση της Ρωσικής πρεσβείας στη Λευκωσία) που εστάλη, δια της διπλωματικής οδού, προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης για την έκδοση του καθ'ού η αίτηση, μαζί με πιστοποιημένα συνοδευτικά έγγραφα (παρ.1 αρ.12). - βλ. τεκμ.2 και τεκμ.5, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της ΜΑ2 και με όσα αναφέρθηκαν σχετικά πιο πάνω : πιστό αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης (απόφαση ημερ. 24/08/17) που εκδόθηκε με βάση τη Ρωσική Νομοθεσία (παρ.2(α) αρ.12). - βλ. τεκμ.2 (τελευταίο έγγραφο), σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της ΜΑ2: έκθεση γεγονότων (παρ.2 (β) αρ.12). Αν και σημειώνω το αδίκημα για το οποίο ζητείται η έκδοση, ο τόπος και ο χρόνος τέλεσης και τα γεγονότα της υπόθεσης, προκύπτουν γενικότερα από τα έγγραφα που απέστειλαν οι Ρωσικές αρχές (βλ. τεκμ.2, 5 και 15 και την εξουσιοδότηση προς έναρξη της διαδικασίας έκδοσης). - βλ. τεκμ.2 (προτελευταίο έγγραφο με τίτλο «Extract-From the Criminal code of the Russian Fedration), σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της ΜΑ2 : απόσπασμα του Ποινικού Κώδικα της Ρωσίας αναφορικά με τα αδικήματα που αφορά η αίτηση για έκδοση. Ενώ περαιτέρω να σημειωθεί πως μέσα στα έγγγραφα που έχουν κατατεθεί υπάρχουν όλες εκείνες οι πληροφορίες που απαιτούνται για να δύναται να καθοριστεί η ταυτότητα και η εθνικότητα του εκζητούμενου (παρ.2 (γ) αρ.12). Εν πάση περιπτώσει εδώ να σημειωθεί πως ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί κατά τη διαδικασία ότι ο καθ'ου η αίτηση, ως πρόσωπο που συνελήφθηκε και είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι το εκζητούμενο πρόσωπο. Και βεβαίως αποτελεί διαπίστωση μου ότι ταυτοποιείται το πρόσωπο που εκζητείται. Περαιτέρω βρίσκω ότι : Πληρούται ο κανόνας της διπλής ή αμφιτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality rule) - βλ. αρ.2
(1)της Σύμβασης- (ως προς τα άρθρα της Κυπριακής νομοθεσίας που παραβιάζονται, ως εκ της αποδιδόμενης στον καθ'ου η αίτηση συμπεριφοράς, σχετικά είναι και όσα αναφέρονται στην εξουσιοδότηση προς έναρξη της διαδικασίας έκδοσης). Ας σημειωθεί ότι στην Εξουσιοδότηση περιγράφονται συνοπτικά τα γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από την, κατ' ισχυρισμόν, προαναφερόμενη εγκληματική συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση και αναφέρεται ότι η εν λόγω εγκληματική πράξη πέραν από παράβαση της νομοθεσίας της Ρωσίας, συνιστά και παράβαση της Κυπριακής νομοθεσίας και συγκεκριμένα των άρθρων 24 (ποινή συνέργειας μετά τη διάπραξη κακουργήματος), 25 (ποινή συνέργειας μετά τη διάπραξη πλημμελήματος), 63Β (Συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγλημάτων), 100 (δεκασμός δημόδιου λειτουργού), 102 (δωροληψία για επίδειξη εύνοιας από δημόσιο λειτουργό), 255 (ορισμός κλοπής), 262 (γενική ποινή κλοπής), 267 (κλοπή από δημόδιους λειτουργούς), 297 (ορισμός ψευδών παραστάσεων), 298 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις), 300 (απάτη), 302 (συνομωσία προς καταδολίευση), 366 (ορισμός απόπειρας), 367 (απόπειρα διάπραξης ποινικών αδικημάτων), 368 (ποινή απόπειρας διάπραξης ορισμένων κακουργημάτων), 371 (συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος) και 372 συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος) του Ποινικού Κώδικα και του άρθρου 3(α) του περί Πρόληψης Διαφθοράς Νόμου Κεφ.161 και του άρθρου 4 του Περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικών) Νόμων του 2000 και 2012 (22(ΙΙΙ)/2012), τα οποία επιφέρουν ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους. Είναι σαφές θεωρώ, μελετώντας τις πράξεις που αποδίδονται στον καθ'ου η αίτηση και συνιστούν αδίκημα στη Ρωσία (ίσως εκ του περισσού υπενθυμίζεται εδώ ότι 4 άλλα πρόσωπα με βάση τα ίδια γεγονότα έχουν ήδη καταδικαστεί και εκτίουν πολυετείς ποινές φυλάκισης), ότι με βάση τις ίδιες πράξεις ξεκάθαρα θα στοιχειοθετείτο αδίκημα ή αδικήματα και στην χώρα μας με ποινή βεβαίως άνω του ενός έτους. Όμως δεν χρειάζεται θεωρώ να ενδιατρίψω στο συγκεκριμένο θέμα αφού ως προκύπτει με βάση την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του καθ'ου η αίτηση το στοιχείο αυτό δεν αμφισβητείται. Η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ρωσία είναι συμβαλλόμενα μέρη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως Φυγοδίκων, την οποία έχουν κυρώσει (βλ. τεκμήριο 6). Στις 22/10/2018, ο εκζητούμενος συνελήφθηκε με βάση προσωρινό ένταλμα σύλληψης. Η έκδοση του προσωρινού εντάλματος στηρίχτηκε στη γραπτή ένορκη δήλωση του Αστ.1512 Φίλιππου Κόκκινου, η οποία βρίσκεται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης μαζί βεβαίως με το ένταλμα που έχει εκδοθεί και με το επισυνημμένο Παράρτημα Α. Στον εκζητούμενο επιδόθηκαν τα δικαιώματα επικοινωνίας του, τα οποία υπέγραψε. Ως εκ τούτου μέχρι το στάδιο όπου και έγινε η προσωρινή σύλληψη και ακολούθως μέχρι την παρουσίαση του στο Δικαστήριο προκύπτει να έγιναν όλα νόμιμα και ορθά. Στις 23/10/18 καταχωρήθηκε η παρούσα και ο Καθ' ου η αίτηση παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Εξουσιοδότηση έναρξης της διαδικασίας, υπεγράφη από τον Υπουργό στις 15/11/18 και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 1 στις 16/11/18 (στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δεν έλαβε αριθμό ως τεκμήριο). Σύμφωνα με την Εξουσιοδότηση, όπως καταγράφεται στα έγγραφα που διαβιβάστηκαν με την αίτηση της Ρωσίας, η έκδοση του Καθ' ου ζητείται με σκοπό να δικαστεί για το αδίκημα της απόπειρας υπεξαίρεσης ξένης περιουσίας μέσω απάτης ή κατάχρησης εμπιστοσύνης σε ιδιαίτερα ευρεία κλίμακα από οργανωμένη ομάδα με προσυνεννόηση, η οποία υπεξαίρεση δεν ολοκληρώθηκε για λόγους πέραν του ελέγχου του, κατά παράβαση των άρθρων 159
(4)και 30
(3)του Ποινικού Κώδικα της Ρωσίας. Ως προς το χρόνο διάπραξης αναφέρεται η περίοδος Απρίλιος 2016 - Μάιος
- Πριν αφήσω την απόφαση μου θα σχολιάσω εδώ πολύ επιγραμματικά κάποιες εκ των θέσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου του καθ'ου η αίτηση στην γραπτή του αγόρευση, οι οποίες δεν έχουν απαντηθεί μέσα από όσα αναφέρθηκαν ήδη πιο πάνω. Η αναφορά του ότι δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει δίκαιη δίκη για τον καθ'ου η αίτηση στη Ρωσία, με κάθε σεβασμό λέω ότι βασίζεται σε αυθαίρετο σκεπτικό. Εν πάση περιπτώσει το θέμα «φτιαχτών / μη γνήσιων εγγράφων» έχει απαντηθεί θεωρώ μέσα από όσα σχετικά αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση του ΜΥ
- Καμία μαρτυρία δεν έχει δοθεί που να καταδεικνύει ότι οι Ρωσικές αρχές ζητούν τον καθ'ου η αίτηση λόγω των πολιτικών του φρομημάτων και όχι για να τον δικάσουν για το αδίκημα που αναφέρεται στο αίτημα έκδοσης. Βεβαίως μέσω της αγόρευσης δεν μπορεί να προσφέρεται μαρτυρία. Κατάληξη Καταληκτικά, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται. Συναφώς διατάσσεται όπως ο Καθ' ου η Αίτηση παραμείνει υπό αστυνομική κράτηση μέχρι την έκδοση του από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας στη Ρωσία. Στο σημείο αυτό ο καθ'ου η αίτηση πληροφορείται ότι, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία (Βλ. Άρθρο 10 του Νόμου 97/1970), έχει δικαίωμα προσβολής της απόφασης αυτού του Δικαστηρίου στο Ανώτατο Δικαστήριο, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε ημερών, με τη διαδικασία που προβλέπεται στο Νόμο 97/1970, δια της υποβολής αιτήσεως για την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus ώστε, αφού ελεγχθεί, να αναθεωρηθεί η παρούσα απόφαση για την κράτηση και έκδοση του, και εάν πληρούνται τέτοιες προϋποθέσεις, αντ΄αυτού, να διαταχθεί η αποφυλάκιση του. Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. (Υπ.) ............................................ Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο