← Κύπρος

ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1135/2018, 23/4/2019

ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1135/2018, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1135/2018 Mεταξύ:-

  1. .... ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ
  2. .... ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ άλλως ... ΜΙΧΑΗΛ Εναγόντων και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση της ενάγουσας 2 ημερομηνίας 28.9.2018 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 23/04/19 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα 2 / Αιτήτρια: κα Σ.Παπαξενοπούλου για γρ. Α.Μαθηκολώνη (για ν' ακούσει απόφαση η κα Κουμή). Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κα Γ.Δημητρίου για γρ. Α.Ζαχαρίου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Παρπούνα). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγικά Οι ενάγοντες στις 28/09/18 καταχώρησαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων, μεταξύ άλλων, διατάγματα για την ακύρωση και εξάλειψη συγκεκριμένων υποθηκών και ακύρωση όρων συμφωνίας δανείου ως καταχρηστικών και ή παράνομων. Την ίδια ημέρα δε η ενάγουσα 2 καταχώρησε και την επίδικη αίτηση (βλ. κατωτέρω) προς έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της όπως αυτή προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/
  3. Το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου τέθηκε αυθημερόν η αίτηση, δεν ικανοποιήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις προκειμένου να εκδώσει μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα και έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης προς τους εναγόμενους. Κατόπιν της επίδοσης δε της αγωγής και της αίτησης προς τους εναγόμενους, οι τελευταίοι καταχώρησαν εμφάνιση και λίγο αργότερα ένσταση στην αίτηση. Η επίδικη αίτηση Με την αίτηση της ημερομηνίας 28.9.2018 η ενάγουσα 2 / αιτήτρια εξαιτείται πιο συγκεκριμένα : Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή όπως αυτή προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)ως έχει τροποποιηθεί αναφορικά με το ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/1XXXX4/10/01, Φ/Σχ.40/56Ε1, Τμήμα 2, Τεμάχιο ΕΠΙ 1XX9, Είδος ακινήτου: Κατάστημα αρ.16 στο ισόγειο, Υπόγειο αρ.16, Μεσοπάτωμα αρ.16, Χώρος Στάθμευσης αρ.39 στο υπόγειο, στην Σωτήρα «XXXXX», XXXXX, «XXXXX COURT», στην επαρχία Λάρνακας, μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται επί των Άρθρων 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα Άρθρα 5, 21, 27, 44Β

(3), 44Α -44ΙΑΑ, και Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, στην Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-9, 8 και 9 και Δ.64, στον Νόμο 14/60 άρθρο 32, στο Κεφ.6 άρθρα 4 και 9, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο - Κεφ. 6, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στα άρθρα 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στις αρχές της Επιείκειας, στην αρχή της επιείκειας «Equity of Redemption», στις αρχές του Κοινοδικαίου, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο του 1996, στην νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Η αίτηση δε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Παρεμβάλλω πως κατά την κρίση μου η ένορκη δήλωση είναι αχρείαστα μεγάλη, με παραπομπή σε άρθρα νομοθεσίας, αποσπάσματα από συγγράμματα και νομολογία. Μάλλον αγόρευση θυμίζει παρά ένορκη δήλωση που συνοδεύει αίτηση και τούτο είναι ανεπίτρεπτο. Εν πάση περιπτώσει στις πρώτες 6 παραγράφους η αιτήτρια αναφέρει τα εξής: «Εγώ η κάτωθι XXXXX Ιακωβίδου άλλως XXXXX Γεωργίου Μιχαήλ, από την Λάρνακα, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  1. Είμαι η Ενάγουσα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και Αιτήτρια, στην παρούσα μονομερή αίτηση, γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα εις την παρούσα υπόθεση και προβαίνω στην παρούσα ένορκο δήλωση. Εν σχέση με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αλλά και σε σχέση με την παρούσα μονομερή αίτηση επιθυμώ να αναφέρω ότι γνωρίζω πολύ καλά και εξ' ιδίας γνώσεως όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και την παρούσα αίτηση, πλην εκείνων των γεγονότων που δεν γνωρίζω προσωπικά και εξ ιδίας γνώσεως και για τα οποία θα αναφέρω την πηγή των πληροφοριών μου. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα αναφέρω είναι γεγονότα που γνωρίζω προσωπικά, καθώς επίσης και για οποιαδήποτε νομικά ζητήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και στα οποία αναφέρομαι κατωτέρω, είναι κατόπιν νομικής συμβουλής του δικηγόρου μου, κ. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη, τα οποία μου έχουν επεξηγηθεί. Έχω διαβάσει με πολλή προσοχή την αίτηση μου και την παρούσα ένορκο δήλωση μου που την συνοδεύει και συμφωνώ και τις υιοθετώ.
  2. Κατά τις 15/09/2015, κατάρτισα με την εναγομένη τράπεζα, δήλωση και σύμβαση υποθήκης η οποία εγγράφηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας με αριθμό Υ1139/2015 επί του ακινήτου μου με αρ. εγγραφής 2/1XXXX4/10/01, Φ/Σχ.40/56Ε1, Τμήμα 2, Τεμάχιο ΕΠΙ 1XX9, Είδος ακινήτου: Κατάστημα αρ.16 στο ισόγειο, Υπόγειο αρ.16, Μεσοπάτωμα αρ.16, Χώρος Στάθμευσης αρ.39 στο υπόγειο, στην Σωτήρα «XXXXX», XXXXX, «XXXXX COURT», στην επαρχία Λάρνακας. Επισυνάπτω στο σημείο αυτό, αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης με αριθμό Υ1139/2015 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, ως Τεκμήριο 1 στην παρούσα.
  3. Η ως άνω αναφερόμενη επίδικη Υποθήκη μεταξύ άλλων εξασφαλίσεων, παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων και δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ του συζύγου μου , XXXXX Κλεάνθη Ιακωβίδη και της Εναγομένης
  4. Αντίγραφο όλων των σχετικών εγγράφων της συμφωνίας αυτής και των συνοδευτικών εγγράφων που μου παρέδωσε η Τράπεζα επισυνάπτονται στην παρούσα ως Τεκμήριο
  5. Στο σημείο αυτό επίσης, θέλω να αναφέρω ότι αναφορικά με τις εν λόγω συμφωνίες δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων, παραχώρησα πρόσθετα με την υποθήκη, σύμβαση εγγύησης, ζήτημα για το οποίο επιφυλάσσομαι να αναφερθώ κατωτέρω.
  6. Η Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση Τράπεζα χωρίς να έχει μέχρι σήμερα λάβει οποιαδήποτε δικαστικά διαβήματα εναντίον μου ή άλλου οφειλέτου, τροχιοδρόμησε την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μου με βάση τις πρόνοιες και διατάξεις του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί. Προς τούτο απέστειλε σε μένα τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και Τύπου «Ι». Επισυνάπτω αντίγραφα των Ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» και Τύπου «Ι» που αφορούν την υποθήκη με αριθμό Υ1139/2015, ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα.
  7. Η παρούσα αγωγή και η παρούσα ενδιάμεση αίτηση καταχωρούνται σήμερα στο Δικαστήριο με σκοπό την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος που να απαγορεύει στην εναγομένη Τράπεζα από του να προωθεί την διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου μου που αναφέρεται ανωτέρω με βάση τις πρόνοιες της ως άνω Νομοθεσίας. Η αγωγή και η παρούσα αίτησης μου στηρίζονται στο αγώγιμο δικαίωμα που μου παρέχουν οι πρόνοιες του Αρθρου 44Β
(3)της ως άνω Νομοθεσίας όπως έχει τροποποιηθεί. Η εν λόγω πρόνοια όπως με συμβουλεύει και ο Δικηγόρος μου, προβλέπει ότι «εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από το να ασκήσει το δικαίωμα του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύ νόμους και κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». 6. Όπως ανάφερα και ανωτέρω, η εναγομένη Τράπεζα ξεκίνησε την διαδικασία εκποίησης της επίδικης υποθήκης μου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(1)της ως άνω Νομοθεσίας με την επίδοση σε μένα στις 14/06/2018 των Ειδοποιήσεων Τύπου «Θ» και «Ι», Τεκμήρια 3 και 4 ανωτέρω. Ως αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού, κατέφυγα στον Δικηγόρο μου κ. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη, ο οποίος αφού μελέτησε τις νέες πρόνοιες της ως άνω Νομοθεσίας όπως αυτή τροποποιήθηκε πρόσφατα αλλά και την επίδικη υποθήκη και τις συμφωνίες δανείων που εξασφαλίζει η εν λόγω Υποθήκη, με συμβούλευσε ότι έχω το δικαίωμα και θα πρέπει να καταχωρήσω την παρούσα αγωγή αλλά και την παρούσα αίτηση για να προστατεύσω τα δικαιώματα μου. » Από εκεί και πέρα προβάλλει τα ακόλουθα ως λόγους που υποστηρίζουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων: ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (βλ. παραγρ.8-16 της ΕΔ) Εν ολίγοις, προβάλλεται η θέση πως η διάταξη του άρθρου 44Α που καθορίζει ως πεδίο εφαρμογής του ΜΕΡΟΥΣ VIA του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις και στις συμβάσεις Υποθηκών που συνάφθηκαν και καταρτίστηκαν και εγγράφηκαν πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου 142(Ι)/2014, με το οποίον έχει εισαχθεί στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν. 9/1965, το ΜΕΡΟΣ VIA, είναι ξεκάθαρα αντισυνταγματικό και συγκρούεται με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Οι συμβαλλόμενοι στην επίδικη Υποθήκη συμβλήθηκαν και διαμόρφωσαν το περιεχόμενο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης που καταρτίστηκε μεταξύ τους, στην βάση των ισχυόντων Νόμων που διέπουν τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, και στα δικαιώματα, υποχρεώσεις και διαδικασίες που ο Νόμος κατά τον χρόνο σύναψης της Σύμβασης Υποθήκης ίσχυε τότε. Χαρακτηριστικό τούτου, είναι ότι στην επίδικη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης, Τεκμήριο 1 στην παρούσα, και ειδικότερα στην 1η σελίδα αυτών, αναγράφονται οι Νόμοι που συμφωνήθηκε να διέπουν την κάθε Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης. ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΥΠΟΘΗΚΩΝ (βλ. παραγρ.17-20.11 της ΕΔ) Η επίδικη Υποθήκη με αρ. Υ1139/2015 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και δέον όπως ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Η ως άνω θέση στηρίζεται αφενός μεν στο ότι η επίδικη Υποθήκη έχει καταρτιστεί και εγγραφεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας κατά παράβαση των ρητών διατάξεων της περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νομοθεσίας, Ν.9/1965, και συγκεκριμένα των άρθρων 5 και 21
(1)(γ), και αφετέρου διότι οι όροι της επίδικης Υποθήκης αποστερούν και περιορίζουν το αναφαίρετο εξ' επιεικείας δικαίωμα της ως ενυποθήκου οφειλέτριας να εξοφλήσει και να εξαλείψει την Υποθήκη και να απαλλάξει την περιουσία της από την επιβάρυνση (Equitable Right of Redemption). ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ (βλ. παραγρ.21-25 της ΕΔ) Στις συμφωνίες δανείων μεταξύ του Σταύρου Κλεάνθη Ιακωβίδη, πρωτοφειλέτη και της Εναγομένης, υπάρχουν ρήτρες καταχρηστικού χαρακτήρα, οι οποίες εάν κριθούν ως τέτοιες, είναι άκυρες και ανεφάρμοστες. Οι όροι στις εν λόγω συμφωνίες δανείων που αφορούν στην χρέωση και υπολογισμό του επιτοκίου αλλά και του περιθωρίου καθώς και το μονομερές δικαίωμα της Τράπεζας να τα αυξομειώνει χωρίς την συναίνεση ή την συγκατάθεση του πρωτοφειλέτη αλλά και η επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν του συμβατικού, είναι ξεκάθαρα καταχρηστικές, αδιαφανείς, αόριστες και άκυρες συμβατικές ρήτρες σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της περί Καταχρηστικών Ρητρών Νομοθεσίας του 1996. ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗ ΖΗΜΙΑ (βλ. παραγρ.27-31 της ΕΔ) Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα και δεν ανασταλεί η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου τότε η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση θα προχωρήσει άμεσα και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στην αποστολή περαιτέρω Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» με τις οποίες θα μπορεί πολύ γρήγορα να προβεί στον ορισμό πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, όπου τότε θα υποστεί πραγματική ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο θα τεθεί προς πώληση σε σύντομο χρονικό διάστημα και κατά συνέπεια να μην είναι δυνατόν όπως εξεταστούν οι θέσεις και οι ισχυρισμοί της ως ανωτέρω αναφέρονται αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα της διαδικασίας του ΜΕΡΟΥΣ VIA, την ακυρότητα και παρανομία της επίδικης υποθήκης καθώς και των θέσεων μου περί των καταχρηστικών ρητρών. Επίσης πέραν των ανωτέρω, τα δικαιώματα της επηρεάζονται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και από το γεγονός ότι εάν επιτραπεί στην εναγομένη τράπεζα να αποστείλει την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ τότε με βάση τις πρόνοιες της τελευταίας τροποποίησης του Νόμου 9/65 το δικαίωμα της να προσβάλει την ειδοποίηση τύπου ΙΑ περιορίζεται δραστικά σε συγκεκριμένους και περιοριστικά καθορισμένους λόγους που περιορίζουν δραστικά και ασφυκτικά τα δικαιώματα της για αμφισβήτηση και ακύρωση της ειδοποίησης αυτής. Περαιτέρω, εάν δεν ανασταλεί η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου τότε η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση θα προχωρήσει άμεσα και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στο να ορίσει ημερομηνία πλειστηριασμού δια την πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου, όπου τότε θα ενέχει μεγάλο κίνδυνο να απολέσει το ακίνητο της και να εκποιηθεί η περιουσία της, σε τιμή εξευτελιστική και πολύ χαμηλότερη από την πραγματική του αξία σε ένα ξεκάθαρα παράνομο, αντισυνταγματικό και άκυρο πλειστηριασμό. Η ένσταση Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση στην ένσταση τους σημειώνουν είκοσι
(20)λόγους ένστασης που είναι οι εξής:
  1. Η αίτηση είναι νομικά, δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  2. Ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος.
  3. Η αιτήτρια δεν δικαιούται στα αιτούμενα Διατάγματα.
  4. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
  5. Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  6. Η αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή αστήριχτη.
  7. Η αιτήτρια και/ή η ομνύουσα προβάλλει ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς.
  8. Η ομνύωουσα δεν είναι εξουσιοδοτημένη για να προβαίνει στην ένορκη δήλωση.
  9. Δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
  10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
  11. Η αιτήτρια δεν έχει καλή υπόθεση εναντίον της καθ' ης η αίτηση.
  12. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
  13. Η αιτήτρια δε δικαιούται σε θεραπεία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και/ή αγωγή.
  14. Η αγωγή 1135/2018 δεν παρουσιάζει πιθανότητες επιτυχίας.
  15. Δεν υπάρχει δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
  16. Καμία ζημιά θα υποστεί η αιτήτρια.
  17. Η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα.
  18. Δεν παρατίθενται στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
  19. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα.
  20. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη. Η ένσταση βασίζεται στον Νόμο 9/65 άρθρα 2, 27, 44Α-44ΙΑΑ ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στους κανονισμούς ΚΔΠ 185/2015, στα άρθρα 80 και 81 του Κεφ. 224, στους Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς 1-18, στον Περί Πώλησης Διαδικαστικό Κανονισμό του 1994 (1/1994),στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.40 Θ.1-19, Δ.44 Θ.11, Δ.48 Θ. 1 - 13, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64 ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 2, 4-9 και 16, στα άρθρα 2, 14, 21, 29, 30, 31, 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στον Περί Απόδειξης Νόμος Κεφάλαιο 9, στον Περί Ερμηνείας Νόμο, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 23 και 30, στον περί Συμβάσεων Νόμο, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις Αρχές της Νομολογίας και τις Αρχές της Επιείκειας. Η ένσταση δε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Κογκόττη, από την Λεμεσό, εις την οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο υπογεγραμμένος, XXXXX Κογκόττης, από την Λεμεσό, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  21. Είμαι υπάλληλος της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd από τις 16/4/18, στους οποίους και μεταφέρθηκε η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών από τους καθ' ων η αίτηση, ανάμεσα και στους οποίους οι λογαριασμοί των αιτητών. Γνωρίζω προσωπικά και έχω θετική γνώση των γεγονότων στα οποία θα αναφερθώ λόγω της άμεσης εμπλοκής μου σε αυτά κατά την διάρκεια της εργοδότησης μου στην εταιρεία APS Debt Servicing Cyprus Ltd, και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους καθ' ων η αίτηση, να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση, για σκοπούς υποστήριξης της παρούσας ένστασης
  22. Έχω διαβάσει την αίτηση των εναγόντων/αιτητών (οι «Αιτητές») και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και αρνούμαι το περιεχόμενο τους στο σύνολο τους εκτός όπου αναφέρω το αντίθετο.
  23. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω όλους και το κάθε ένα ξεχωριστά τους ανωτέρω λόγους ένστασης του οποίους επαναλαμβάνω και θα εξηγήσω κατωτέρω.
  24. Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση, ως με συμβουλεύουν και οι δικηγόροι της ότι, η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική και ως τέτοια δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα η αίτηση να είναι έκθετη σε απόρριψη ως γενική και αόριστη, αλλά και για το λόγο ότι η αίτηση φέρει λανθασμένο τίτλο, αφού γίνεται στα πλαίσια αγωγής που κινήθηκε από 2 άτομα ενώ ο τίτλος της αίτησης αναφέρει μόνο την αιτήτρια ως ενάγουσα.
  25. Από τις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση παραδέχομαι μόνο ότι παραχωρήθηκε η εν λόγω υποθήκη ως εξασφάλιση μεταξύ άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στον XXXXX ΙΑΚΩΒΙΔΗ, το όφελος των οποίων το εν λόγω πρόσωπο προσπορίστηκε.
  26. Από την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση λέγω ότι όντως επιδόθηκαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη οι εν λόγω επιστολές, περί τον Ιούνιο του 2018, η δε διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν καθ' όλα νόμιμη και κανονική και μέσα στα πλαίσια που προνοεί η νομοθεσία. Λέγω περαιτέρω ότι παρόλο που οι εν λόγω ειδοποιήσεις με τις οποίες ξεκινούσε η διαδικασία πλειστηριασμού είχαν επιδοθεί την 14.6.2018, οι ενάγοντες, περιλαμβανομένης και της αιτήτριας ουδέν έπραξε παρά μόνο 3 και πλέον μήνες μετά την λήψη των ειδοποιήσεων και 3 και πλέον έτη από την κατάρτιση των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων και της παραχώρησης της υποθήκης. Η λήψη μέτρων και δη της αγωγής σε αυτό το στάδιο αποδεικνύει και την κακοπιστία των εναγόντων αλλά και τη μη γνησιότητα των κινήτρων τους, αφού ο λόγος που καταχώρησαν την αγωγή και τη αίτηση είναι για να σταματήσουν τον πλειστηριασμό πάση θυσία και χωρίς αποχρώντα λόγο και όχι γιατί γνήσια αμφισβητούν την εγκυρότητα των υποθηκών. Εάν οι ενάγοντες γνήσια αμφισβητούσαν τη γνησιότητα των υποθηκών ή την εγκυρότητα των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων θα έπρεπε είτε να μην τις κατάρτιζαν και να μην επωφελούνταν με το προϊόν αυτών ή αμέσως μετά την κατάρτιση τους να της αμφισβητούσαν και όχι σε αυτό το στάδιο που θα υποστούν τις νόμιμες συνέπειες των όσων συμφώνησαν, στα οποία η εναγόμενη βασίστηκε και ενήργησε προς ζημιά της παραχωρώντας τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, το όφελος των οποίων οι ενάγοντες προσπορίστηκαν.
  27. Από την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση παραδέχομαι μόνο ότι έχει καταχωρηθεί η εν λόγω αγωγή και αίτηση, οι οποίες ως έχω εξηγήσει και ανωτέρω είναι παντελώς αβάσιμες. Επισημαίνω ότι η ίδια η ενόρκως δηλούσα αποδέχεται στην εν λόγω παράγραφο ότι σκοπός της καταχώρησης της αγωγής είναι για να καταστεί δυνατή η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, γεγονός που επιβεβαιώνει τη θέση μας περί κατάχρησης της διαδικασίας. Η πρόνοια στη νομοθεσία ήτοι το Νόμο 9/65 που αναφέρει ότι δεν αποκλείεται το δικαίωμα ενυπόθηκου οφειλέτη να προχωρήσει με αγωγή με βάση οποιοδήποτε εν ισχύ νόμο, εξ όσων με έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι μας, δεν έδωσε οποιοδήποτε νέο ή και επιπλέον αγώγιμο δικαίωμα, αλλά επεσήμανε ότι συνεχίζει να υφίσταται το δικαίωμα του κάθε ενυπόθηκου οφειλέτη να κινήσει αγωγή εάν έχει βάσιμο λόγο να το πράξει, στην δε προκείμενη περίπτωση ουδείς λόγος υφίσταται. Η ενόρκως δηλούσα προσπαθεί να εισηγηθεί με τρόπο παραπλανητικό ότι η εν λόγω πρόνοια δίδει νέο αγώγιμο δικαίωμα ενώ αυτό δεν είναι αλήθεια, σε μια ανεπιτυχή προσπάθεια να δικαιολογήσουν την αδράνεια των εναγόντων για τόσα χρόνια.
  28. Αρνούμαι τις παραγράφους 6, 7 και 7.1-7.2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι τόσο η επίδικη υποθήκη όσο και οι συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων που αυτή εξασφαλίζει είναι καθ' όλα νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και δεσμευτικές και οι ενάγοντες ουδέποτε στο παρελθόν αμφισβήτησαν αυτές καθ' οιονδήποτε τρόπο αντίθετα έχουν απολαύσει και προσποριστεί το όφελος τους. Περαιτέρω, από νομική συμβουλή που έχω λάβει καμία αοριστία ούτε και ασάφεια υπάρχει στην επίδικη υποθήκη η οποία καθορίζει ακριβώς το ποσό που αυτή εξασφαλίζει. Η δε αιτήτρια ουδέποτε επιχείρησε να εξοφλήσει το οφειλόμενο και εξασφαλισμένο με την υποθήκη ποσό και οι εν λόγω αναφορές της είναι άστοχες, αναληθείς και εκ των υστέρων κατασκευασμένες θέσεις. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί αντισυνταγματικότητας της διαδικασίας πλειστηριασμών παραπέμπω σχετικά στην παράγραφο 5 και 11 του εγγράφου υποθήκης το οποίο επιτρέπει ξεκάθαρα την πώληση των ακινήτων με οποιοδήποτε τρόπο κατά την απόλυτη κρίση της τράπεζας. Η δε παρούσα διαδικασία και η νομοθεσία που έχει θεσπιστεί για το σκοπό αυτό δεν αποτελούν διαφοροποίηση των όρων της συμφωνίας υποθήκης αλλά αντίθετα, εκτέλεση αυτών.
  29. Αρνούμαι τις παραγράφους 8 και 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω και τονίζοντας ότι καμία παρανομία, καμία αντισυνταγματικότητα και καμία εκμετάλλευση υπήρξε από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες.
  30. Αρνούμαι τις παραγράφους 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 οι οποίες περιλαμβάνουν ακατανόητους, αβάσιμους και λανθασμένους ισχυρισμούς αφού η επίδικη υποθήκη παραχωρήθηκε και ενεγράφηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της θέσπισης του νόμου 142(Ι)/2014 και συνεπώς δεν τίθεται θέμα καν τροποποίησης του τρόπου εκτέλεσης της υποθήκης αφού η διαδικασία που ακολουθείται προβλεπόταν από τη νομοθεσία η οποία ίσχυε και στη βάση της οποίας καταρτίστηκε η επίδικη υποθήκη. Επαναλαμβάνω όλα τα ανωτέρω και λέγω ότι εν πάση περιπτώσει τόσο η αναφερόμενη νομοθεσία όσο και η επίδικη υποθήκη είναι καθ' όλα νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές, δεσμευτικές και συνταγματικές.
  31. Αρνούμαι τις παραγράφους 17, 18, 19.
  32. - 19.
  33. και λέγω ότι καμία παρανομία υφίσταται στην επίδικη υποθήκη και κανένα δικαίωμα της αιτήτριας επηρεάζεται ως ανακριβώς και αναληθώς αυτή ισχυρίζεται. Περαιτέρω, από νομική συμβουλή που έχω λάβει καμία αοριστία ούτε και ασάφεια υπάρχει στην επίδικη υποθήκη η οποία καθορίζει ακριβώς το ποσό που αυτή εξασφαλίζει. Η δε αιτήτρια ουδέποτε επιχείρησε να εξοφλήσει το οφειλόμενο και εξασφαλισμένο με την υποθήκη ποσό και οι εν λόγω αναφορές της είναι άστοχες, αναληθείς και εκ των υστέρων κατασκευασμένες θέσεις. Λέγω επιπλέον, και αρνούμαι τις παραγράφους 20.1 - 20.11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ότι η αιτήτρια και γενικότερα οι ενάγοντες εμποδίζονται δυνάμει συμφωνίας, παραστάσεων, δηλώσεων, συμπεριφοράς επί των οποίων οι εναγόμενοι βασίστηκαν και ενήργησαν προς ζημιά τους παραχωρώντας τις πιστωτικές διευκολύνσεις το όφελος των οποίων οι ενάγοντες προσπορίστηκαν αλλά και από το γεγονός ότι οι ενάγοντες ουδέποτε αμφισβήτησαν τις εν λόγω συμφωνίες, από το να προβαίνουν στους εν λόγω ισχυρισμούς και να προωθούν την παρούσα διαδικασία. Με βάση τα πιο πάνω και από νομική συμβουλή που έχω λάβει λέγω ότι καμία παρατυπία ούτε παρανομία υπάρχει στην επίδικη υποθήκη και απορρίπτω όλες τις περί του αντιθέτου θέσεις της ενόρκως δηλούσας. Εν πάση περιπτώσει εξ' όσων αντιλαμβάνομαι και από νομική συμβουλή που λαμβάνω, ακόμα και να ευσταθούσε οποιαδήποτε από τις θέσεις της αιτήτριας και ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής και σε περίπτωση συνέχισης της διαδικασίας πλειστηριασμού η μοναδική ζημιά που τυχόν η αιτήτρια θα πάθαινε είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα, οι δε εναγόμενοι είναι ένα καθ' όλα φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα.
  34. Αρνούμαι την παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι καμία πραγματική ούτε και γνήσια αλλά ούτε και συγκεκριμένη αμφισβήτηση των υπολοίπων γίνεται από τους ενάγοντες κάτι που ακόμα και αν γινόταν το μόνο που θα επιτύγχανε θα ήταν μείωση του οφειλόμενου ποσού που και πάλι είναι χρηματική αποτιμητέα ζημιά.
  35. Αρνούμαι τις παραγράφους 22, 23, 24, 25 και 26 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση οι οποίες περιλαμβάνουν νομική επιχειρηματολογία που δεν χωρεί σε ένορκες δηλώσεις την οποία και απορρίπτω κατόπιν νομικής συμβουλής που έχω λάβει και λέγω ότι καμία καταχρηστική ρήτρα υπάρχει στις αναφερόμενες συμφωνίες οι οποίες καταρτίστηκαν κατόπιν διαπραγμάτευσης και με την ελεύθερη βούληση των εναγόντων οι οποίοι είχαν πλήρη γνώση του περιεχομένου αυτών, ήταν ενήλικες και είχαν σώας τα φρένας. Εν πάση περιπτώσει εάν αφεθεί να συνεχίσει η διαδικασία πλειστηριασμού η οποία είναι καθ' όλα νόμιμη καμία ανεπανόρθωτη ζημιά θα προκαλέσει στους ενάγοντες σε αντίθεση με τους εναγόμενους τους οποίους θα αποστερήσει από τα νομοθετικά κατοχυρωμένα δικαιώματα τους τα οποία τους παραχωρήθηκαν με τις συμφωνίες που οι ίδιοι οι ενάγοντες οικειοθελώς και με πλήρη γνώση αυτών τους παραχώρησαν.
  36. Αρνούμαι την παράγραφο 27 και επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω λέγω ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής και σε περίπτωση συνέχισης της διαδικασίας πλειστηριασμού η μοναδική ζημιά που τυχόν η αιτήτρια θα πάθαινε είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα, οι δε εναγόμενοι είναι ένα καθ' όλα φερέγγυο τραπεζικό ίδρυμα, χωρίς όμως να αποδέχομαι ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην αιτήτρια.
  37. Αρνούμαι τις παραγράφους 28, 29, 30 και 31 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω και λέγω ότι η αιτήτρια κακόπιστα και καταχρηστικά αυτό που επιδιώκει με την παρούσα αίτηση είναι να μην εφαρμοστεί η υφιστάμενη νομοθεσία και να παραβιαστούν τα νομοθετικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εναγομένων, επηρεάζοντας την εξασφάλιση των εναγομένων ενώ τόσο η ίδια όσο και ο ενάγοντας 1 στην αγωγή έχουν προσποριστεί το όφελος των πιστωτικών διευκολύνσεων που τους έχουν παραχωρήσει οι εναγόμενοι πλουτίζοντας έτσι αδικαιολόγητα με το ισόποσο εις βάρος των εναγομένων χωρίς όμως οι ίδιοι να συμμορφώνονται με τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις. Η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι κινδυνεύει να απωλέσει το ακίνητο της σε εξευτελιστική τιμή, παραγνωρίζει τις ασφαλιστικές δικλείδες της ίδιας της νομοθεσίας αλλά και το όλο πνεύμα και σκοπό της νομοθεσίας. Όπως όμως η ίδια καθορίζει τη ζημιά την οποία επικαλείται στις παραγράφους 29 και 30 της ένορκης της δήλωσης ήτοι στο ότι θα πωληθεί η περιουσία της σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική, θέση που δεν αποδέχομαι, επιβεβαιώνει ξεκάθαρα το αποτιμητέο της έστω ισχυριζόμενης από την ίδια ζημιάς. Από την άλλη, όπως έχω ήδη αναφέρει, σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αυτοί που θα ζημιωθούν ανεπανόρθωτα θα είναι οι εναγόμενοι οι οποίοι δεν θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν την εξασφάλιση τους οι δε αξίες των ακινήτων είναι αβέβαιες και το διάταγμα απλά θα οδηγήσει στο εξής αποτέλεσμα ήτοι το χρέος των εναγόντων θα συνεχίσει αν αυξάνεται ενώ η αξία της εξασφάλισης ενδεχομένως θα μειώνεται η δε αιτήτρια δεν είναι εξ' όσων αντιλαμβάνομαι από το χειρισμό των υποχρεώσεων της, φερέγγυο άτομο.
  38. Αρνούμαι τις παραγράφους 32 και 33 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι καθόλου επείγουσα είναι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αλλά αντίθετα οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει καμία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις και εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες ενώ κατάρτησαν τις επίδικες συμφωνίες από το 2015 και ενώ έλαβαν τις ειδοποιήσεις τύπου Ι και Θ από τον Ιούνιο του 2018 ουδέν έπραξαν παρά μόνο στις 28.09.
  39. Στη βάση όλων των πιο πάνω αρνούμαι τις παραγράφους 34 και 35 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και αξιώνω απόρριψη της αίτησης ως καταχρηστική, κακόπιστη και αβάσιμη με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.» Ακρόαση της αίτησης Η ακρόαση της αίτησης έγινε με αγορεύσεις, στη βάση των ενόρκων δηλώσεων ανωτέρω. Δεν έχει ζητηθεί σημειώνεται η αντεξέταση οιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρουσίασαν στο Δικαστήριο την επιχειρηματολογία τους μέσω γραπτών αγορεύσεων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει σημειώνω μελετήσει πολύ προσεκτικά τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων, δεν κρίνεται όμως σκόπιμο να επαναληφθούν εδώ όσα αναφέρουν. Θα γίνει αναφορά κατωτέρω σε σημεία των αγορεύσεων όπου και αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 * του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). * 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Εφαρμογή των Προϋποθέσεων του Νόμου και Αξιολόγηση Αντισυνταγματικότητα (βλ. σελ. 3-5 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της αιτήτριας) Εξ' αρχής αυτό που πρέπει να λεχθεί, έχοντας υπόψη την όλη επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται από την πλευρά της αιτήτριας, είναι πως προφανώς έχει διαφύγει ότι η επίδικη σύμβαση υποθήκης έχει συνομολογηθεί και η υποθήκη έχει εγγραφεί στο κτηματολόγιο ένα
(1)χρόνο σχεδόν μετά την εισαγωγή του μέρους VIA στο νόμο (με το Ν.142(Ι)/14), καθώς και μετά την λήξη της τελευταίας αναστολής που εδόθη για την εφαρμογή του μέρους αυτού δηλ. 17/04/15 (Ν.46(Ι)/15). Άρα με αυτά υπόψη η αλλαγή στη νομοθεσία και η διαδικασία που προνοείται για πώληση από τον ενυπόθηκο δανειστή δεν ήρθε μετά τη σύμβαση. Κατ' επέκταση το υπόβαθρο της εισήγησης είναι λανθασμένο και βεβαίως αυτή είναι έκθετη σε απόρριψη. Ακόμη όμως και αν η σύμβαση καταρτιζόταν πριν την εισαγωγή του μέρους VIA στο νόμο, πάλιν δεν θα προέκυπτε θεωρώ κάτι ουσιαστικό. Διότι εκτός του ότι ο νομοθέτης σαφώς έχει προνοήσει για την εφαρμογή του μέρους αυτού του νόμου και για υποθήκες που ενεγράφησαν στο κτηματικό μητρώο πριν την έναρξη ισχύος του νόμου (βλ. άρθρο 44Α
(1)), ο νομοθέτης, έχοντας προβλέψει για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, έχει προνοήσει περαιτέρω για το θέμα της εκτίμησης του ακινήτου και την όλη διαδικασία πώλησης. Η προσπάθεια βεβαίως του Νομοθέτη έχει να κάνει με την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης και τον απεγκλωβισμό από τις χρονοβόρες διαδικασίες εκποίησης που παρατηρούνται με βάση το καθεστώς που ίσχυε αποκλειστικά μέχρι πριν από την τροποποίηση. Ουδεμία παρέμβαση παρατηρείται συνεπώς στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι που κατοχυρώνεται με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Η εισαγωγή μιας επιπλέον διαδικασίας για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, προς επιτάχυνση της διαδικασίας εκποίησης, ουδόλως δικαιολογεί την εισήγηση. Εξάλλου με βάση τον όρο 5 του εγγράφου υποθήκης (η υπογράμμιση είναι δική μου) «..η τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει..» και η τράπεζα αποφάσισε ακριβώς να πωλήσει το ενυπόθηκο με συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος προνοείται μάλιστα από τη νομοθεσία. Οπότε με αυτά υπόψη, καταλήγω ότι βεβαίως και δεν έχει καταδειχθεί κάποιο συζητήσιμο θέμα και πιθανότητα επιτυχίας εν σχέση με το συγκεκριμένο σημείο. Ακυρότητα Υποθηκών (βλ. σελ. 5-11 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της αιτήτριας) Κατ' αρχήν δεν μπορώ εδώ να μην σχολιάσω την ουσιώδη αντίφαση που παρατηρείται εν σχέση με το προηγούμενο θέμα που εγείρει η αιτήτρια. Παραπονείται δηλαδή αφενός περί παρέμβασης στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, λέγοντας στην παράγρ.9 της ένορκης της δήλωσης ότι τα μέρη «.συμβλήθηκαν και διαμόρφωσαν το περιεχόμενο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης που καταρτίστηκε μεταξύ τους, στην βάση των ισχυόντων Νόμων που διέπουν τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, και στα δικαιώματα, υποχρεώσεις και διαδικασίες που ο Νόμος κατά τον χρόνο σύναψης της Σύμβασης Υποθήκης ίσχυε τότε..» και έρχεται τώρα να ισχυριστεί ακυρότητα. Εν πάση περιπτώσει, ούτε στο συγκεκριμένο σημείο, επί της ουσίας του, εντοπίζω κάποιο συζητήσιμο θέμα ή πιθανότητα επιτυχίας. Θεωρώ πως η αιτήτρια βασίζει την επιχειρηματολογία της σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και εν πάση περιπτώσει σε ισχυρισμούς μη ικανούς να πείσουν στον απαιτούμενο βαθμό για τις προϋποθέσεις πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει εδώ θα ήθελα να σημειώσω και τα εξής. Δεν έχω αντιληφθεί μέσα από τα λεγόμενα της αιτήτριας οποιαδήποτε πρόθεση για διευθέτηση του ενυπόθηκου χρέους, ούτε και αποτάθηκε ποτέ στους καθ'ων η αίτηση για να πληροφορηθεί το ακριβές ύψος του ενυπόθηκου χρέους για να το εξοφλήσει. Οι γενικές και αόριστες αναφορές περί μη γνώσης της για το ακριβές ποσό σε κάθε περίπτωση δεν την βοηθούν, ενώ θα πρόσθετα εδώ πως όταν θα εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος, αν αντιληφθεί χρεώσεις επιπρόσθετες των προβλεπόμενων ή παράνομες χρεώσεις, που στον παρόν στάδιο καμία μαρτυρία ή στοιχείο υπάρχει ότι έχουν γίνει τέτοιες χρεώσεις, τότε έχει δικαίωμα να αξιώσει επιστροφή τους. Όμως σίγουρα δεν προκύπτει στον απαιτούμενο βαθμό θέμα ακυρότητας της υποθήκης με βάση όσα αναφέρει, και με παραπομπή σε επιμέρους όρους των συμφωνιών που έχουν υπογραφεί. Καταχρηστικές ρήτρες (βλ. σελ. 11-13 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της αιτήτριας) Μελέτησα πολύ προσεκτικά όσα αναφέρονται. Πάλιν όμως μιλούμε για γενικές και αόριστες αναφορές, χωρίς παράθεση συγκεκριμένης μαρτυρίας και στοιχείων, που δεν ικανοποιούν στον απαιτούμενο βαθμό για την ύπαρξη συζητήσιμου θέματος ή πιθανότητας επιτυχίας. Η αναφορά δε σε κάποιες άλλες περιπτώσεις για τις οποίες η Υπηρεσία Ανταγωνισμού εξέδωσε αποφάσεις, χωρίς άλλο, δεν προσφέρουν θεωρώ κάτι ουσιαστικό στην υπόθεση της αιτήτριας. Παρεμβάλλω επίσης εδώ ότι η θέση Κογκοττή στην παράγραφο 13 της ένορκης του δήλωσης, ότι δηλ. οι συμφωνίες καταρτίστηκαν κατόπιν διαπραγμάτευσης και με την ελεύθερη βούληση των εναγόντων οι οποίοι είχαν πλήρη γνώση του περιεχομένου αυτών, ήταν ενήλικες και είχαν σώας τα φρένας, δεν έχει αμφισβητηθεί. Ανεπανόρθωτη ζημιά Ανεξάρτητα των ανωτέρω όμως αναφέρω πως δεν έχω ικανοποιηθεί, με βάση τα λεγόμενα της αιτήτριας, ούτε για το συγκεκριμένο στοιχείο. Εν πάση περιπτώσει ακόμη και στην περίπτωση που τελικά πωληθεί το ακίνητο είναι σαφές ότι η αιτήτρια, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της, θα μπορεί να αποζημιωθεί από τους καθ'ων η αίτηση, που αποτελούν ένα μεγάλο, φερέγγυο (κάτι που δεν αμφισβητείται), τραπεζικό οργανισμό, σε χρήμα. Η ζημιά της δε υπό τις περιστάσεις κρίνω πως εύκολα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Λόγος ένστασης 4 - Κακόπιστη και καταχρηστική αίτηση Ότι άλλο θα ήθελα εδώ ν' αναφέρω, πριν αφήσω την παρούσα απόφαση μου, είναι πως ο λόγος ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση υπ'αρ.4 με βρίσκει σύμφωνο (βλ. και τις σελ. 3-4 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των καθ'ων η αίτηση). Η αιτήτρια προέβη στην καταχώρηση της αγωγής και της επίδικης αίτησης της λίγο μετά την επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου Θ και Ι με βάση τις διατάξεις του μέρους VIA του Ν.9/1965. Ας σημειωθεί ότι η σύναψη της σύμβασης υποθήκης, την οποία τώρα αμφισβητεί η αιτήτρια, έγινε στις 15/09/15 δηλ. 3 χρόνια πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης. Όλο δε αυτό το διάστημα δεν ήγειρε ποτέ προηγουμένως οιονδήποτε θέμα για τις συμφωνίες, οι ενάγοντες προσπορίστηκαν το όφελος και ξαφνικά, μόλις αυτοί βρέθηκαν προ των ευθυνών τους ως εκ της μη τήρησης των όρων των συμφωνιών που υπέγραψαν, η αιτήτρια θεωρεί ότι οι όροι των συμφωνιών, βασιζόμενη σε γενικότητες και αοριστίες, είναι άκυροι κλπ. Την ίδια στιγμή δε που επικαλείται ως λόγο ακυρότητας της υποθήκης την έλλειψη γνώσης της για το συγκεκριμένο ποσό που καλύπτει η υποθήκη και το οποίο αν πληρώσει να εξαλείφεται η υποθήκη, δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια προκειμένου να πληροφορηθεί το ποσό ή για διευθέτηση. Εν πάση περιπτώσει έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω και την εικόνα που έχω αποκομίσει γενικότερα για την παρούσα περίπτωση, σε συνδυασμό με όσα αναφέρει η αιτήτρια στην παράγραφο 5 της ένορκης της δήλωσης, με οδηγούν στην κατάληξη ότι προφανέστατα η αιτήτρια καταχώρησε και προώθησε την επίδικη αίτηση όχι επειδή έχει πράγματι καλό αγώγιμο δικαίωμα, έχοντας πάντα υπόψη όλα τα ανωτέρω και χωρίς βεβαίως να αποφαίνομαι οτιδήποτε επί της ουσίας της αγωγής, αλλά μόνον για ν' ανακόψει την διαδικασία πλειστηριασμού. Αυτό κατά την κρίση μου ακριβώς συνιστά κατάχρηση αλλά και δείχνει κακοπιστία από μέρους της αιτήτριας και βεβαίως ενόψει τούτων δεν θα ήμουν σε καμία περίπτωση διατεθειμένος να εγκρίνω την αίτηση. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω άλλους λόγους ένστασης. Κατάληξη Με βάση όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι η επίδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση-Εναγόμενων και εναντίον της Αιτήτριας-Ενάγουσας 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ. Παπαθανασίιου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.