ΒΑΡΙΑΝΟΣ ν. ΚΑΤΣΙΟΛΟΥΔΗ, Αρ. Αγωγής: 284/18, 13/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 284/18 ΜΕΤΑΞΥ: .......... ΒΑΡΙΑΝΟΣ Ενάγοντα και .......... ΚΑΤΣΙΟΛΟΥΔΗ (ΑΔΤ: ....) Εναγομένη Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση ημερομηνίας 14.11.2018 Ημερομηνία: 13.2.2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή-Ενάγοντα: κ. Αγαθοκλέους. Για την Καθ' ης η αίτηση-Εναγόμενη: κ. Μυλωνάς για κα Γιολάντα Ζαχαρίου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (μετά από ολιγόωρη διακοπή για μελέτη των γραπτών αγορεύσεων των δύο πλευρών) Ομολογουμένως τα γεγονότα της αγωγής που καταχώρησε ο Ενάγοντας εναντίον της Εναγόμενης στην προκειμένη περίπτωση είναι απλά. Ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη την καταβολή ποσού που κατέβαλε σε συγκεκριμένη Τράπεζα ως εγγυητής της Εναγόμενης. Το γεγονός, σημειώνω, ότι μπορεί να αξιώσει αυτό το ποσό σαν εγγυητής από την πρωτοφειλέτιδα της αναφερόμενης στην αγωγή υποχρέωσης είναι ξεκάθαρο και προκύπτει από τη νομοθεσία ή και από τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149, αλλά και από τη νομολογία. Εξάλλου, τα σχετικά άρθρα της νομοθεσίας και η νομολογία αναφέρονται κυρίως στην αγόρευση του κ. Αγαθοκλέους και συγκεκριμένα στις σελ.12 και 13. Η πλευρά του Ενάγοντα, αφού καταχωρήθηκε το κλητήριο ένταλμα και ακολούθησε στις 19.10.18 η καταχώρηση εμφάνισης από την Εναγόμενη, προέβη στις 14.11.2018 στην καταχώριση της επίδικης αίτησης ζητώντας συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.1(α), στη Δ.48 θ.1, 2, 3 και 9 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα. Η πλευρά της Εναγόμενης αντέδρασε στην αίτηση καταχωρώντας ένσταση, εις την οποία καταγράφονται 12 λόγοι ένστασης. Και αυτή βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.1, ως επίσης στη Δ.48 θ.1-9, επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, επί του Συντάγματος Άρθρο 30
(2), της συμφυής νομολογίας όπως αναφέρεται και των αρχών της επιείκειας. Ενώ, η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στη βάση των όσων έχει ενώπιον του το Δικαστήριο ή και των ενόρκων δηλώσεων που ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Ενώ, οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν προ ολίγου στο Δικαστήριο οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και τις οποίες είχα την ευκαιρία στο διάλειμμα που μεσολάβησε να μελετήσω. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ εδώ σε όσα αναφέρουν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους και ό,τι θα σχολιάσω είναι ότι αν χρειαστεί κατωτέρω θα προβώ σε σχετική αναφορά. Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)* ο ενάγων που αιτείται έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από το νομικό πρόσωπο το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 στη σελ.133). * Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (
- b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if
- so)to what part of the plaintiff's claim). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στη σελ 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην Πολ.Εφ.11694, 1.Παναγιώτης Νεάρχου, κ.α. -v- Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(2005)1 Α.Α.Δ.818, λέχθηκαν εν σχέση με το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο τα εξής: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1.A.A.Δ.265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R.130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ.1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ.408).» Τέλος, στην 1.Χριστόδουλος Μεττή, κ.α. -v- Τράπεζας Κύπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.417, αναφέρθηκαν τα εξής: « Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Εξάλλου, όπως έχω παρατηρήσει εκτενής αναφορά στη νομολογία γίνεται στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και εξετάζοντας κατά πόσο ο Ενάγοντας πέτυχε να ικανοποιήσει τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, βρίσκω, κατ' αρχήν, ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση έχουν σαφώς ικανοποιηθεί, αφού καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 13.3.2018, ενώ η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, ως προανέφερα, στις 19.10.2018. Ερχόμενος τώρα στην τρίτη προϋπόθεση, βρίσκω ότι ικανοποιείται και η συγκεκριμένη προϋπόθεση. Σαφώς ο ενόρκως δηλούντας, που είναι ο Ενάγοντας, έχει γνώση των γεγονότων και ορκίζεται θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και επιβεβαιώνει, με βάση τα στοιχεία και τις λεπτομέρειες που παραθέτει, τη βάση αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Με αυτά υπόψη θεωρώ ότι πλέον το βάρος είναι στην Εναγόμενη να δείξει ότι έχει κάποια υπεράσπιση στην υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, να αποκαλύπτει γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση. Ευθέως όμως αναφέρω πως, κατά την κρίση μου, η Εναγόμενη δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους της και ότι χρειάζεται θεωρώ να αναφέρω είναι πως το γεγονός ότι η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν αξιοποίησε το Νόμο για την προστασία των εγγυητών ή ότι σε κάποια στιγμή η Εναγόμενη ήρθε σε συμφωνία με την Τράπεζα για καταβολή συγκεκριμένου ποσού, ενώ ο χρεώστης την ίδια στιγμή αναντίλεκτα πλήρωνε τα ποσά που αναφέρει για την υποχρέωση της Εναγόμενης, ουδόλως αλλάζει την ουσία του πράγματος. Και βεβαίως ο ισχυρισμός επιπλέον της Εναγόμενης περί πληρωμής από τον Ενάγοντα των ποσών αχρεωστήτως δεν αποτελεί θεωρώ παρά μόνον ένα αβάσιμο ισχυρισμό, μη μπορώντας να γίνει αποδεκτός. Ούτε θεωρώ αλλάζει, κατά την κρίση μου, η ουσία, με κάθε σεβασμό λέω, με βάση την επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων της Εναγομένης, την οποία είχα την ευκαιρία προηγουμένως να εντοπίσω στη γραπτή τους αγόρευση, αφού η επιχειρηματολογία αυτή υποστηρίζει ουσιαστικά τις θέσεις της Εναγομένης στην ένορκη της δήλωση και τις οποίες έχω σχολιάσει πιο πάνω. Έχω ανατρέξει σε όλους τους λόγους ένστασης που καταγράφονται από την Εναγόμενη, πλην όμως δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε μέσα από αυτούς που να διαφοροποιεί την κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση μιλούμε για εκείνη την καθαρή περίπτωση που αναφέρει η νομολογία επί της οποίας εφαρμόζεται η Δ.18 θ. 1 που έχει σημειωθεί πιο πάνω. Εγκρίνω την αίτηση και εκδίδω απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €5.880 πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Αιτητή και εναντίον της Εναγόμενης-Καθ' ης η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο