← Κύπρος

Αναφορικά με τον Lurii, Αρ. Αίτησης Έκδοσης: 5/18, 12/3/2019

Αναφορικά με τον Lurii, Αρ. Αίτησης Έκδοσης: 5/18, 12/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης Έκδοσης: 5/18 Αναφορικά με τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο, Ν. 97/70 και Αναφορικά με τον ..... Lurii ----------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12.3.2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Βίκυ Χριστοφόρου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Κ.Κλεάνθους). Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ανδρέας Καρεκλάς. Καθ' ου η αίτηση: παρών. Διερμηνέας, κα Ζάνα Λαζίδου: παρούσα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά ουσιαστικά το αίτημα των ρωσικών αρχών για έκδοση του Καθ' ου η αίτηση στη Ρωσία προκειμένου να δικαστεί εκεί για συγκεκριμένο αδίκημα. Κατόπιν της προσκόμισης στο Δικαστήριο της εξουσιοδότησης του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως η ακροαματική διαδικασία, με δεδομένο ότι ο Καθ' ου η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του, ξεκίνησε και στα πλαίσια αυτά η Αιτήτρια παρουσίασε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Αστυφύλακα XXXXX (Μ.Α.1) και την XXXXX Χατζηπροδρόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης (Μ.Α.2). Αφού δε η Αιτήτρια ολοκλήρωσε την υπόθεση της κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Καθ' ου η αίτηση και εκ μέρους του ακόμη ένας μάρτυρας και συγκεκριμένα ο κ.Nezinsky (Μ. Καθ'ου 1). Με την παρουσίαση του τελευταίου αυτού μάρτυρα η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δήλωσε ότι κλείνει την υπόθεση της. Μετά τη δήλωση αυτή η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή ανέφερε ότι θα ζητηθεί άδεια για να παρουσιαστεί αντικρουστική μαρτυρία, αίτημα σημειώνω το οποίο συγκεκριμενοποίησε κατά την τελευταία δικάσιμο 5.3.2019, οπότε οι δύο πλευρές αγόρευσαν επί του συγκεκριμένου αιτήματος. Η κα Χριστοφόρου ανέφερε ότι το αίτημα της βασίζεται στη Δ.33 θ.7 (ΙΙ) (β) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αλλά και επειδή η παρούσα είναι οιονεί ποινική υπόθεση και στο άρθρο 74

(1)(ε) του Κεφ.
  1. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι όταν στις 22.2.2019 κατέθεσε ο Καθ' ου η αίτηση ηγέρθη θέμα ότι η υπόθεση που τελειώνει με τον αριθμό 81 έχει κλείσει ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Μόσχας και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να είναι στη θέση που ευρίσκεται. Με τη δήλωση του αυτή έχει πιάσει τη δική τους πλευρά εξ απήνης διότι τα έγγραφα που έχουν δεν δεικνύουν κάτι τέτοιο. Και επιπλέον αφορούσαν αυτά τα έγραφα στην ουσία ότι είναι στο στάδιο της προανάκρισης και της έρευνας της υπόθεσης μέχρι και την ολοκλήρωση του Ανώτατου Ποινικού Ανακριτή της Ρωσίας, στην απόφαση του οποίου βασίστηκε το Δικαστήριο για να εκδώσει το ένταλμα σύλληψης του. Κατά τις 22.2.2019 είχε αναφέρει ότι το θέμα δεν ηγέρθη ξανά προηγουμένως ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε της ελέχθη οτιδήποτε και μάλιστα ζήτησε διάλειμμα για να διαβουλευθεί με τους Ανωτέρους της ως προς το πώς θα χειριστεί περαιτέρω το συγκεκριμένο θέμα. Οπότε, το αίτημα της είναι να υποβάλει στο Δικαστήριο σε σύντομο χρονικό διάστημα τη δήλωση και τα έγγραφα που δηλώνουν το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν έκλεισε η υπόθεση εναντίον του κ. Khokhlov-Καθ' ου η αίτηση. Τέλος, παρέπεμψε σε νομολογία και παρέδωσε στο Δικαστήριο συγκεκριμένες αποφάσεις με τις οποίες όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η υπόθεση μας ταυτίζεται. Με τη σειρά του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτώς την αγόρευση του, στα πλαίσια βεβαίως της ένστασης που προβάλλει στο αίτημα της άλλης πλευράς. Ο κ. Καρεκλάς παραπέμπει σε νομολογία, αλλά και στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» του 2014 σελ. 741-
  2. Μέσω της αγόρευσης του αναγνωρίζει μεν ο κ. Καρεκλάς τη δυνατότητα με βάση τη νομολογία να προσκομιστεί αντικρουστική μαρτυρία ως είναι το αίτημα, πλην όμως για τους λόγους που εξηγεί σημειώνει ότι στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί. Κατ' αρχήν, αναφέρει ότι ένα τέτοιο αίτημα συνοδεύεται συνήθως από σχετική πληροφόρηση του Δικαστηρίου ως προς την ταυτότητα του μάρτυρα που θα παρουσιαστεί, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και τους λόγους που δεν κλήθηκε από την αρχή και στην περίπτωση μας αυτό δεν συνέβη. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η υπεράσπιση υπέβαλε στη μάρτυρα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ότι η υπόθεση με τον αριθμό που τελειώνει σε 81 έχει κλείσει και ότι τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2 δεν είναι γνήσια και αυτή επέμενε στη γνησιότητα των εγγράφων, οπότε δεν δικαιολογείται σήμερα η εκπρόσωπος της Δημοκρατίας να λέει ότι την ξάφνιασε η μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση. Η Δημοκρατία επέμενε ότι δεν τελείωσε η ποινική υπόθεση, αλλά μόνο το ανακριτικό έργο. Τέλος, αναφέρει ότι είχε υποχρέωση η εκπρόσωπος της Δημοκρατίας να παρουσιάσει όλο το μαρτυρικό υλικό επί του οποίου βασίζει την υπόθεση της, πράγμα που δεν έκανε και γι' αυτό δεν μπορεί τώρα να ζητά να παρουσιάσει νέους μάρτυρες. Η εκπρόσωπος της Δημοκρατίας δεν καταλήφθηκε εξ απροόπτου, ούτε έχει παραπλανηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπον και έτσι δεν νομιμοποιείται να ζητά να παρουσιάσει περαιτέρω μαρτυρία. Παρεμβάλλω εδώ πως η αναφορά του κ. Καρεκλά στην αγόρευση του για το ότι η εκπρόσωπος της Δημοκρατίας ουσιαστικά παίζει το παιγνίδι των ρωσικών αρχών οι οποίοι έχουν στήσει ένα πολιτικό παιγνίδι για να εξοντώσουν έναν πολιτικό τους αντίπαλο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της εξέτασης του συγκεκριμένου αιτήματος και εν πάση περιπτώσει ούτε ποτέ στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας της πλευράς του Καθ' ου η αίτηση ετέθη κάτι τέτοιο. Επαναλαμβάνω όμως εδώ και την γνωστή νομολογιακή αρχή ότι μέσω της αγόρευσης δεν μπορεί να προσφέρεται μαρτυρία. Εδώ κρίνω σκόπιμο, έχοντας και τις θέσεις των δυο πλευρών υπόψη μου, ν' αναφέρω πριν από οτιδήποτε άλλο τα εξής ως προς τη φύση της διαδικασίας για έκδοση φυγόδικου. Η διαδικασία εξέτασης αίτησης έκδοσης φυγοδίκου δεν αποβλέπει στην τιμωρία του φυγοδίκου. Προβλέπεται από το νόμο και σύμφωνα με την σχετική νομολογία συνιστά πολιτική διαδικασία συνυφασμένη με την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361). Στην υπόθεση Μελά
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 2261, λέχθηκε ότι παρά τα πιο πάνω δεν εξομοιώνεται με αστική αγωγή αλλά πρόκειται για μια ειδική διαδικασία, προσαρμοσμένη στην φύση του αντικειμένου της αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου. Κύριος σκοπός είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση του (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Kartashov
(2009)1B ΑΑΔ 1299). Ως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ 136, σε τέτοιες διαδικασίες ο Δικαστής δεν προβαίνει σε διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του φυγόδικου ή οποιασδήποτε κατ' αυτού κατηγορίας. Η διαταγή του Δικαστηρίου στο τέλος της διαδικασίας, μπορεί να οδηγεί είτε στην έκδοση του φυγόδικου είτε στην απόρριψη του αιτήματος. Όπως δε προβλέπεται από το άρθρο 9
(3)του Νόμου 97/70, η δίκη για το ζήτημα «. διεξάγεται κατά τον αυτόν, ει δυνατόν, τρόπον, ως εάν επρόκειτο περί συνοπτικής εκδίκασης αδικήματος, φερόμενου ως διαπραχθέντος υπό του εν λόγω προσώπου». Αυτό φυσικά δεν την καθιστά ούτε ποινική υπόθεση. Περί διαπίστωσης της ύπαρξης των προϋποθέσεων έκδοσης ο λόγος, θέμα για το οποίο το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται αυστηρά στην τήρηση των κανόνων του Δικαίου της Απόδειξης που ισχύουν στο πλαίσιο εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Konovalova, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2011, ημερ. 30.9.15). Ερχόμενος τώρα στις αρχές που διέπουν το θέμα που εξετάζει το Δικαστήριο στην παρούσα αναφέρω τα εξής. Η Δ.33 θ. 7 (ii) (β), προβλέπει: «The first party may not adduce evidence in peply except by leave of the court. If he desires to adduce such evidence, he must ask for leave immediately after the second party's evidence is concluded. If such leave is granted, the second party's summing up shall be postponed until after the evidence in peply is heard.» Στην υπόθεση Tsiartas and Another v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. εις την οποία παραπέμπουν και οι δύο δικηγόροι αναφέρθηκαν τα πιο κάτω, σε σχέση με το υπό εξέταση αίτημα. «In the present case we are not concerned with the power of the Court of appeal to allow further evidence of fact under 0.35, r. 8, but whether the trial Court may allow evidence in reply under 0.33, r. 7. Useful assistance in this respect may be derived from the provisions in the English Rules of the Supreme Court and in particular the notes to 0.37, r. 1 of such Rules which deal with the question of rebutting evidence. At p. 864 of the said Rules (see Annual Practice 1960) cases are mentioned in which the judge at the trial has a discretion to allow the plaintiff to adduce rebutting evidence. Such cases are-
(1)In answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him (Williams v. Davies, 1 Cr. & M. 464; Wright v Willcox, 9 C.B. 650; Penn v. Jack, L.R. 2 Eq. 314); and the plaintiff does not lose his right to have such discretion exercised in his favour by not giving evidence in the first instance to rebut the plea set up by the defendant, although the nature of the evidence was disclosed by the cross-examination of the plaintiff's witness, (Shaw v. Beck, 8 Exch. 392).
(2)When the plaintiff has been taken by surprise, or the evidence in contradictory (Bigsby v. Dickinson, 4 Ch. D. 24; Budd v. Davison 29 W.R. 192; Rogers v. Manley, 42 L.T. 584). In Order's Principles of Pleading and Practice, 22nd Edition, we read the following at p. 298: «In some cases, at the close of the defendant's case, the plaintiff may be allowed to call further evidence to answer an affirmative case raised by the defendant. Thus, if the defendant has pleaded an excuse or justification for his conduct, the plaintiff may, if he chooses, deal with this defence and call evidence to rebut the justification in the first instance or, he may, at the judge's discretion, be allowed to confine his original case to proving what the defendant did, and, when a prima face defence has been established, to deal with it in his reply. But the plaintiff cannot, in the absence of special circumstances, call some evidence to rebut the justification in the first instance, and more afterwards in replay his proof.» Στην μεταγενέστερη απόφαση στην Γεωργία Ματθαίου ν. Ροζάνας Μιχαήλ Νικολάου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1999, η οποία υιοθέτησε την αρχή της Τσιάρτας (ανωτέρω) λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας (evidence in reply) διέπεται από τη Δ.33 Θ. 7 (ii) (β) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην Tsiartas and Another v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, μετά από εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση της σχετικής νομολογίας, έχει υιοθετηθεί η πιο κάτω σύνοψη των σχετικών αρχών από το Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παραγ. 33-92: «33-92 Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant' s case, and must not merely confirm that of the plaintiff. ................................... With the judge's leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff's favour where the nature of the defence became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either of his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering if has been misled or taken by surprise.» Σε μετάφραση: «33-93 Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του εναγομένου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα. .................................... Με την άδεια του δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για τη δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου.» Στην ανωτέρω απόφαση (Ματθαίου) το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας απλώς και μόνο για να πληγεί η αξιοπιστία του εναγομένου και των μαρτύρων του σε σχέση μάλιστα με θέμα το οποίο δεν αποτελούσε επίδικο θέμα, ή μέρος της Υπεράσπισης των εναγομένων. Στην απόφαση ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. CORAL FOODS LTD. Κ.α.
(2008)
(1)Α.Α.Δ. 956 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Εσφαλμένα, περαιτέρω, διατείνονται οι εφεσείοντες, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά τους για παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας. Από τη στιγμή, που επετράπη στους εφεσίβλητους να παρουσιάσουν μαρτυρία εκτός της δικογραφημένης θέσης τους, θα έπρεπε να τους επιτραπεί να παρουσιάσουν αντικρουστική μαρτυρία για όσα η Μ.Υ.1 κατέθεσε, καταλαμβάνοντάς τους εξ απροόπτου. Με την απόρριψη του αιτήματός τους, δεν υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου η θέση τους, προτού η υπόθεση αποφασιστεί. ΄Επρεπε, εισηγήθηκαν να τους δοθεί η ευκαιρία, μετά που ερεύνησαν τους ισχυρισμούς της ΜΥ1, να απαντήσουν, ώστε να είναι δίκαιη η επίλυση της διαφοράς. ΄Εχουμε ήδη κρίνει ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς εφεσιβλήτων ήταν στη γραμμή της δικογραφημένης Υπεράσπισής τους. Συνεπώς, το αίτημά τους για παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας δεν μπορούσε παρά να κριθεί στη βάση του κατά πόσο οι εφεσείοντες είχαν παραπλανηθεί, ή είχαν καταληφθεί εξ απροόπτου - (βλ. Tsiartas and Another v. Taliotis (1989() 1C.L.R. 216). Το αίτημα για παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας υπεβλήθη μετά που οι εφεσείοντες έκλεισαν την υπόθεσή τους και παρέμεινε το θέμα των αγορεύσεων. ΄Εχουμε μελετήσει την ενδιάμεση απόφαση της 1/12/2004. Προτού το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα των εφεσειόντων, έλαβε υπόψη του ότι δεν υπήρξε οποιοσδήποτε αιφνιδιασμός τους, αφού η θέση των εφεσιβλήτων ήταν με σαφήνεια δικογραφημένη, αλλά και ότι οι ίδιοι οι εφεσείοντες, ενώ γνώριζαν τις θέσεις των εφεσιβλήτων δεν προχώρησαν να ζητήσουν λεπτομέρειες γι΄ αυτές. ΄Ελαβε, επίσης, υπόψη ότι οι εφεσείοντες αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε αποκάλυψη όλων των εγγράφων που είχαν στην κατοχή τους, υπό το πρόσχημα ότι, γι΄ αυτό, θα απασχολούσαν έναν υπάλληλο για αρκετό χρόνο. Υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις των εφεσιβλήτων, δεν διαπιστώνουμε η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκήθηκε εσφαλμένα.» Το νομολογιακό πλαίσιο το οποίο διέπει την εξέταση αιτημάτων, όπως το παρόν αίτημα εξετάσθηκε και στην Σ. Αττεσλή κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2013)1 Α.Α.Δ. 2222: «Η προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας διέπεται από τη Δ.33 Θ. 7(II)(b) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η πιο πάνω Διάταξη αναλύει το δικαίωμα διαδίκου να προβεί σε αίτημα για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας και οριοθετεί τα πλαίσια παροχής ανάλογης άδειας. ..................................... Στα πλαίσια της διαδικασίας που διέπει, τόσο ποινικές όσο και πολιτικές υποθέσεις, ο κάθε διάδικος βαρύνεται με την υποχρέωση να παρουσιάσει, ολοκληρωμένα, την υπόθεσή του. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέπει ποια είναι τα επίδικα θέματα και ανάλογα να προετοιμάσει τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως εντοπίζεται και στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μία πρακτική προσέγγιση)», Τάκη Ηλιάδη, σελ. 238-240, παρατηρείται το φαινόμενο η ακροαματική διαδικασία να ξεφεύγει από τα όρια που είχαν προβλεφθεί από τους αντιδίκους, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνονται τελευταίοι ή ένας από τους αντιδίκους αυτούς εξ απροόπτου. Σε κάποιες υποθέσεις και στα πλαίσια της ακροαματικής τους διαδικασίας, δεν είναι πάντοτε δυνατόν να προβλεφθεί το κάθε στοιχείο μαρτυρίας, ακριβώς διότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η ίδια η φύση των διαδικαστικών διαδικασιών ακολουθεί πορεία που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ανατροπές και εκπλήξεις, με αποτέλεσμα, προκειμένου να διαφυλαχθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο να δίνει άδεια για παρουσίαση μαρτυρίας εκ μέρους του διαδίκου, ο οποίος βρέθηκε προς εκπλήξεως. Υπό το πρίσμα αυτό, και προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, τα Δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να αποδέχονται μαρτυρία σε αντίκρουση μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί. Επισκόπηση της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπεται από τις ακόλουθες αρχές: Η απαντητική μαρτυρία πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση της αντίδικης πλευράς και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του διαδίκου που την παρουσιάζει. Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από Ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας Εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος, η απόδειξη του οποίου βάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του Ενάγοντα, όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Γενικά, αντικρουστική μαρτυρία είναι επιτρεπτή προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου (Tsiartas a.o. v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216, 228-229).» Βλ. επίσης την ανάλυση του θέματος, με παραπομπή βέβαια σε όλες τις αυθεντίες, στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, σελ. 749-
  1. Με αυτά υπόψη σημειώνω εδώ ότι ο προβληματισμός του Δικαστηρίου εν σχέση με την παρούσα περίπτωση έγκειται στο εξής. Πράγματι αποτέλεσε βασική θέση της πλευράς του καθ' ου η αίτηση από την αρχή της διαδικασίας ότι η αναφερόμενη στα έγγραφα που απεστάλησαν από τις Ρωσικές Αρχές στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (βλ. τεκμ.2) ποινική υπόθεση αρ. 11602450047000081 (στο εξής «81») έχει ολοκληρωθεί και έχει κλείσει. Συγκεκριμένα αυτή η θέση υποβλήθηκε ευθέως στην ΜΑ2 κατά την αντεξέταση της στις 29/01/
  2. Ανατρέχοντας στα πρακτικά της διαδικασίας εντοπίζω δύο σημεία που ετέθη το θέμα αυτό. Πιο συγκεκριμένα: Ο κ. Καρεκλάς υπέβαλε την εξής ερώτηση: « Η ποινική υπόθεση για την οποία αναφέρεστε, ο αριθμός του εγγράφου στην πρώτη σελίδα, εκεί που είχα διαβάσει προηγουμένως "has established", η ποινική υπόθεση αριθμός11602450047000081 έχει ήδη κλείσει αυτή η ποινική υπόθεση για τις ρωσικές αρχές, το γνωρίζετε αυτό το πράμα ή όχι; » Η ΜΑ2 απάντησε ως εξής: « Καταρχήν δεν αναφέρομαι εγώ σε υποθέσεις και σε αριθμούς υποθέσεων, είναι αναφορές σε έγγραφα ρωσικών αρχών τα οποία ως αντιπρόσωπος της Κεντρικής Αρχής της Δημοκρατίας οφείλω να καταθέσω, απλά διορθώνω τη διατύπωση στην ερώτηση. Επί της ουσίας της ερώτησης έχω ήδη απαντήσει, αυτά είναι ερωτήματα που αφορούν την ποινική υπόθεση. Αυτό το Δικαστήριο δεν καλείται να δικάσει ποινική υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει βάσει του άρθρου 95 του Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου κατά πόσο αν αυτό το αδίκημα διαπραττόταν στην Κύπρο θα υπήρχε εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ικανή να παραπέμψει τον κατηγορούμενο σε δίκη βάσει του άρθρου 94 που έχει καταργηθεί. Αυτό είναι το επίπεδο της μαρτυρίας που αναμένεται να ακουστεί σε αυτό το Δικαστήριο. Δεν υπεισερχόμαστε στην ουσία. Στη βάση των στοιχείων, των εγγράφων έκδοσης, τίποτε παραπάνω, είναι αυτά που έχουν διαβιβαστεί στη βάση του άρθρου 12 της σύμβασης. » Ενώ σε άλλο σημείο, για το ίδιο θέμα, η ερώτηση του κ. Καρεκλά προς την μάρτυρα ήταν η εξής: « Τότε να μας εξηγηθεί γιατί το τελευταίο έγγραφο της δέσμης Τεκμήριο 2 αναφέρεται criminal case 417002454800049 και όχι προηγούμενο το οποίο αναφέρετουν στο έγγραφο που είχα διαβάσει προηγουμένως 11602450047000081, πόσες ποινικές υποθέσεις ανοίχθηκαν εναντίον του εκζητούμενου; » Με την μάρτυρα να δίνει την εξής απάντηση: « Είναι και αυτή ερώτηση για το ρωσικό δικαστήριο και ρωσική διαδικασία. Εξάλλου το τελευταίο έγγραφο της δέσμης είναι εκ του περισσού που έχει σταλεί για να δοθεί πληρέστερη εικόνα. Περιλαμβάνει μια σύνοψη των γεγονότων η οποία διαβάζεται και μελετήθηκε σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι και μόνο το ένταλμα σύλληψης να έστελναν οι ρωσικές αρχές, κάποια στοιχεία που αφορούσαν ταυτότητα του φυγόδικου και πάλι θα ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις της σύμβασης. Πουθενά δεν αναφέρεται είτε στη σύμβαση είτε τον νόμο ότι αυτό το έγγραφο είναι απαραίτητο και αφού δεν αποτελεί προϋπόθεση δεν υπάρχει λόγος να ασχολούμαστε με λεπτομέρειες της υπόθεσης. Σίγουρα κάποια επεξήγηση υπάρχει αλλά δεν είναι, δεν αφορά την παρούσα διαδικασία και το παρόν Δικαστήριο και ούτε είμαι σε θέση να απαντήσω ως μάρτυρας της κεντρικής αρχής της Δημοκρατίας. » Με βάση αυτά συνεπώς είναι προφανές πως η θέση της κας Χριστοφόρου ότι η πλευρά τους πιάστηκε εξ απήνης όταν ο καθ' ου η αίτηση ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η υπόθεση 81 έχει κλείσει δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το θέμα ηγέρθη ευθέως κατά την αντεξέταση της μάρτυρος του Υπουργείου (ΜΑ2) και αυτή έδωσε τις συγκεκριμένες απαντήσεις που αναφέρονται ανωτέρω, χωρίς τότε να ζητηθεί οτιδήποτε ή χρόνος για να εξεταστεί το θέμα περαιτέρω. Όμως, περαιτέρω, μέσα από τα πρακτικά προκύπτουν και τα εξής. Ο καθ' ου η αίτηση στην κυρίως εξέταση του στις 11/02/19 αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στο πιο πάνω θέμα και παρουσίασε σχετικά το τεκμ.7 που τιτλοφορείται «RECORD of notification of completion of investigative procedure». Είναι σημειώνεται με την ευκαιρία της κατάθεσης του συγκεκριμένου εγγράφου που με το πέρας της κυρίως εξέτασης του η εκπρόσωπος της Δημοκρατίας ζήτησε χρόνο για να το διαβιβάσει στις Ρωσικές αρχές και να λάβει τη θέση τους για να μπορέσει ν' αντεξετάσει και όχι επειδή πιάστηκε εξ απήνης ως προς τη θέση ότι η υπόθεση 81 ολοκληρώθηκε. Το αίτημα της δε, αφού ακούστηκαν βεβαίως οι συνήγοροι, εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε τότε για συνέχιση της ακρόασης της στις 22/02/
  3. Είναι συνεπώς κάτω από αυτές τις συνθήκες που η πλευρά του αιτητή αποτάθηκε στις Ρωσικές αρχές και εξασφάλισε τη δήλωση και τα έγγραφα που επιθυμεί τώρα, μέσω του επίδικου αιτήματος της, να παρουσιάσει. Μετά σημειώνεται το κλείσιμο της υπόθεσης της και υπό το φως του εγγράφου πιο πάνω, το οποίο σαφώς προκύπτει ότι δεν ήταν υπόψη του αιτητή. Ως προς το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής που ζητείται να παρουσιαστεί, εκτός των όσων ανέφερε η κα Χριστοφόρου στην αγόρευση της πιο πάνω, παραθέτω και τη δήλωση της ενώπιον του Δικαστηρίου στις 22/02/19: « Εντιμότατε θα προχωρήσω με την αντεξέταση του μάρτυρα, αλλά βάσει της κυρίως εξέτασης του την περασμένη φορά και της μαρτυρίας του, είπε ότι παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι έγινε discontinue η ποινική υπόθεση που τον αφορά στη Ρωσία. Αποταθήκαμε στις Ρωσικές Αρχές, οι οποίες μας έστειλαν ενημέρωση προς τούτο. Έγγραφη δήλωση που ονομάζεται «information for criminal case» που αφορά τον φυγόδικο, το οποίο επιθυμούμε με την άδεια του Δικαστηρίου να το καταθέσουμε σαν Τεκμήριο και το οποίο απαντά επί του συγκεκριμένου δεδομένου που προέκυψε στην περασμένη δικάσιμο, δηλαδή ότι συνεχίζονται οι διαδικασίες οι ποινικές εναντίον του φυγόδικου. Επιβεβαιώνει ότι ναι μεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία που αφορά την υπόθεση που τελειώνει με τον αριθμό ‑81, όμως αυτή η υπόθεση αφορά την ολοκλήρωση της έρευνας που έγινε από τις Εισαγγελικές Αρχές εναντίον του φυγόδικου μαζί με τους άλλους δύο κατηγορουμένους και λέει ξεκάθαρα ότι αφού ολοκληρώθηκε και η υπόθεση αυτή δεν τελείωσε, είναι το preliminary investigation που τελείωσε από το Δικαστήριο. Επαληθεύει ότι δεν είναι παραποιημένο. Το κείμενο που παρουσίασε ο φυγόδικος την προηγούμενη φορά που αναφέρει ότι τελείωσε η διαδικασία της έρευνας --» (και συνέχισε) «Το βασικό κομμάτι που είναι ότι η υπόθεση συνεχίζεται. » Με δεδομένα τα πιο πάνω έρχομαι τώρα στην ουσία του πράγματος και αναφέρω τα εξής. Είναι γεγονός ότι με βάση τα έγγραφα που απεστάλησαν από τις Ρωσικές αρχές ο καθ' ου η αίτηση προκύπτει να μπήκε στη λίστα καταζητούμενων προσώπων και περαιτέρω να έχει εκδοθεί εν σχέση με αυτόν η απόφαση ημερ. 24/08/17, η οποία αφορά με βάση τη θέση του αιτητή ένταλμα σύλληψης (η πλευρά του καθ' ου η αίτηση δεν το αποδέχεται), με αναφορά στην υπόθεση
  4. Δεν διαφεύγει βεβαίως του Δικαστηρίου πως στο τελευταίο έγγραφο του τεκμ.2, υπό τον τίτλο «INQUIRY», γίνεται αναφορά σε άλλο αριθμό ποινικής υπόθεσης που αφορά τον καθ' ου η αίτηση, όμως και πάλιν στο κείμενο του εγγράφου αναφέρεται στο αδίκημα «της υπόθεσης 81». Στη θέση της πλευράς του καθ' ου η αίτηση η ΜΑ2 έδωσε τις απαντήσεις πιο πάνω και ουσιαστικά ανέφερε ότι κάποια εξήγηση θα υπάρχει αλλά η ίδια δεν είναι σε θέση ν' απαντήσει. Δεν τέθηκε όμως ενώπιον της οτιδήποτε ή το τεκμ.7 (που επαναλαμβάνω κατατέθηκε μετά την ολοκλήρωση της δικής της κατάθεσης ή και της υπόθεσης του αιτητή και συγκεκριμένα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του καθ' ου η αίτηση), ούτε τα μεταγενέστερα έγγραφα που κατέθεσε ο μάρτυρας του Καθ' ου η αίτηση και συνεπώς το θέμα κατά το δεδομένο χρόνο δεν διερευνήθηκε περαιτέρω με τις Ρωσικές αρχές. Εδώ θα υπενθυμίσω ότι η Δημοκρατία απλά παρουσίασε στο Δικαστήριο έγγραφα που της διαβίβασαν οι Ρωσικές αρχές προς εκπλήρωση των προυποθέσεων της σχετικής νομοθεσίας που αφορά την έκδοση φυγοδίκων και δεν έχει ενώπιον της όλα τα στοιχεία που αφορούν την έρευνα της ποινικής υπόθεσης εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Η παρουσίαση όμως του τεκμ.7 προφανώς, κατά κάποιο τρόπο, αιφνιδίασε την πλευρά του αιτητή. Θεωρώ λοιπόν ότι υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη ότι με τη μαρτυρία που ζητείται να παρουσιαστεί επιδιώκεται να αντικρουστεί μια βασική θέση του καθ' ου η αίτηση (ότι δηλαδή ουσιαστικά η υπόθεση με βάση την οποία έχει ζητηθεί η έκδοση του έχει κλείσει), αλλά και την ανάγκη που υπάρχει θεωρώ να ξεκαθαριστεί η θέση των Ρωσικών αρχών αναφορικά με την υπόθεση 81 που αναφέρεται στα έγγραφα που έχουν αποστείλει για σκοπούς της έκδοσης, υπό το φως των εγγράφων που παρουσιάστηκαν από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, σε συνάρτηση με την απαίτηση του Νόμου για παρουσίαση από τον αιτητή στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, εντάλματος σύλληψης (νοείται εν ισχύ), κάτι που ενόψει της αμφισβήτησης της πλευράς του αιτητή με αναφορά και στο πιο πάνω θέμα θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο αξιολογώντας το σύνολο του σχετικού εγγράφου (βλ. Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1Β ΑΑΔ 856), είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εγκρίνω το αίτημα. Χωρίς διευκρινίζω, ίσως εκ του περισσού, σε αυτό το στάδιο να αποφαίνομαι οτιδήποτε για τη σημασία της θέσης του καθ' ου η αίτηση. Καταληκτικά, το αίτημα για παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας εγκρίνεται. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.