← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ, Αρ. Αγωγής:1773/2012, 5/6/2019

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ, Αρ. Αγωγής:1773/2012, 5/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1773/2012 Μεταξύ : ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ........... ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ
  2. ........... ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ
  3. ........... ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΩΤΗ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 5 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Γκλ. Χρυσάφη. Για Εναγόμενο 2: κ. Α. Θεοδότου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή H αγωγή έχει προχωρήσει σε εκδίκαση μόνον εν σχέση με τον εναγόμενο
  4. Εν σχέση με την εναγόμενη 1, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα την 01/11/18, εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της. H αγωγή εναντίον του εναγόμενου 3, ο οποίος έχει αποβιώσει, έχει απορριφθεί. Δικογραφία Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων ποσό €31.978,81 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει μεσοπρόθεσμου γραμματίου και/ή συμφωνίας δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων, πλέον τόκους και διάταγμα εκποίησης υποθήκης εναντίον της Εναγόμενης
  5. Σύμφωνα με την Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης κατόπιν συμφωνίας που έγινε στη Λάρνακα κατά ή περί τις 7.12.2007 οι Ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο ή και πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 για το ποσό των €31.609,12 με κυμαινόμενο επιτόκιο 6,5% ετησίως. Η Εναγόμενη 1 υπέγραψε τη συμφωνία και παρέλαβε το εν λόγω ποσό, ενώ ανοίχθηκε σχετικός λογαριασμός με αριθμό XXXXX839-
  6. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν έγγραφο εγγύησης προς όφελος των Εναγόντων σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, ενώ η Εναγόμενη 1 ως περαιτέρω εξασφάλιση παραχώρησε και υποθήκη. Κατά παράβαση των όρων της αναφερόμενης συμφωνίας δανείου ή και γραμματίου, παρά τις οχλήσεις και προειδοποιήσεις των Εναγόντων, η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις ή και καθυστερούσε και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 22.3.2012 τερμάτισαν τη συμφωνία και κατέστησαν το δάνειο άμεσα απαιτητό και πληρωτέο. Κατά ή περί τις 15.5.2012 ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €31.978,81 πλέον τόκους 9% ανά εξάμηνο. Το εν λόγω ποσοστό επιτοκίου προς 9% καθορίστηκε από τους Ενάγοντες συμφώνως των όρων της συμφωνίας ή και στο πλαίσιο της νομοθεσίας για τη φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων με τις επιστολές και/ή ειδοποιήσεις τους προς τους Εναγόμενους ή και ανακοινώσεις τους. Στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση του ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι οι Ενάγοντες είναι τραπεζίτες που λειτουργούν νόμιμα καθώς και ότι ο ίδιος ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής, ενώ αρνείται τις παραγράφους 3 και 4 για τη συμφωνία δανείου των Εναγόντων με την Εναγόμενη
  7. Στη συνέχεια, παραδέχεται την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης για το ότι δηλαδή υπεγράφη από μέρους του η αναφερόμενη συμφωνία εγγύησης, προσθέτει όμως και ισχυρίζεται ότι αυτή δεν έγινε νομότυπα και/ή είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθότι δεν είχε την ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο της επιλογής του και/ή δεν του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψε ή οι νομικές συνέπειες της υπογραφής από μέρους του και/ή δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του και/ή έγινε υπό συνθήκες απρεπούς και/ή αθέμιτης επιρροής των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 2 και/ή δεν ενημερώθηκε και/ή παραπλανήθηκε σε σχέση με το περιεχόμενο και τους όρους της επίδικης συμφωνίας εγγύησης ή και υπέγραψε υπό συνθήκες που συνιστούσαν ηθική αδυναμία άρνησης της υπογραφής της ή και υπό συνθήκες που αποτελούσαν ηθική επιρροή της Εναγόμενης 1 επ' αυτού. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η υπογραφή της εγγύησης είναι υπέρμετρα επαχθής για τον ίδιο και τέθηκε ενώ ο Εναγόμενος 2 τελούσε κάτω από ψυχική πίεση της μητέρας του Εναγόμενης 1, η οποία είχε προφανή εξουσία πάνω του και η οποία βρισκόταν σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του. Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι όροι που επικαλούνται οι Ενάγοντες περιλήφθησαν σε τυποποιημένη συμφωνία εγγύησης και/ή δεν του έδωσαν δικαίωμα διαπραγμάτευσης και/ή ετέθησαν μονομερώς από τους Ενάγοντες και/ή ήταν δυσνόητοι και/ή αόριστοι και/ή οι εν λόγω όροι έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την ισχύουσα νομοθεσία και/ή τη λειτουργία των Τραπεζικών Ιδρυμάτων και/ή ουδέποτε του επεξηγήθηκαν. Ο Εναγόμενος περαιτέρω αρνείται τις παραγράφους 6, 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε τερμάτισαν νομότυπα τον επίδικο λογαριασμό και/ή επίδικη συμφωνία δανείου και/ή εγγύησης και ουδέποτε απέστειλαν τις ισχυριζόμενες επιστολές ή οποιεσδήποτε επιστολές στον Εναγόμενο 2, ούτε και ο Εναγόμενος 2 παρέλαβε τέτοιες επιστολές. Ακόμη ο Εναγόμενος 2 αρνείται την παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης και πιο συγκεκριμένα το ισχυριζόμενο υπόλοιπο καθώς και το ποσοστό επιτοκίου 9%, ενώ αναφέρει ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται οποιαδήποτε θεραπεία που αναφέρεται στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης τους. Σε κάθε περίπτωση ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες χρέωναν τους Εναγόμενους με πολύ μεγαλύτερο του συμφωνηθέντος και/ή νόμιμου ποσοστού επιτοκίου και/ή με μη συμφωνημένα και εξουσιοδοτημένα έξοδα και εν πάση περιπτώσει το ισχυριζόμενο υπόλοιπο είναι παράτυπο και/ή παράνομο και/ή υπερβολικά διογκωμένο. Τέλος, ο Εναγόμενος 2 παραθέτει λεπτομέρειες παράβασης των εκ του Νόμου προνοιών και απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόντων, λεπτομέρειες δόλου, απάτης και ψυχικής πίεσης, καθώς επίσης λεπτομέρειες παράβασης των εκ του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου Προνοιών και απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόντων, ενώ με την Ανταπαίτησή του αξιώνει δήλωση ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε έχει τερματιστεί και/ή δεν προκαλεί οποιαδήποτε αποτελέσματα εναντίον του, καθώς επίσης διάταγμα που να διατάζει την ακύρωση και/ή τη διαγραφή της. Στο απαντητικό τους δικόγραφο οι Ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Αναφέρουν ως προς τον τερματισμό ότι έγινε νομότυπα όπως καθορίζει η συμφωνία με αποστολή συστημένων επιστολών τόσο στην πρωτοφειλέτιδα όσο και στους εγγυητές. Ακόμη αναφέρουν ότι ο Εναγόμενος 2 βρισκόταν σε ηλικία που μπορούσε να κατανοήσει τους όρους και προϋποθέσεις της σύμβασης εγγύησης που υπέγραψε αποδίδοντας όσα ισχυρίζεται σε εκ των υστέρων σκέψεις και δικαιολογίες προς αποφυγή των υποχρεώσεών του. Τέλος, αναφέρουν ότι ο Εναγόμενος 2 ενημερώθηκε πλήρως για το είδος της συμφωνίας που υπέγραφε καθώς και για όλους τους κινδύνους και υποχρεώσεις που θα είχε ως εγγυητής και προς τούτο του δόθηκε ενημερωτική επιστολή και ζητούν απόρριψη της Ανταπαίτησης του. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον του Εναγόμενου 2, οι ενάγοντες κάλεσαν δύο

(2)μάρτυρες ήτοι την Μαρίνα Σολωμού Χριστοφόρου (ΜΕ1) και την Κάτια Δημητριάδου (ΜΕ2). Τόσο η ΜΕ1 όσο και η ΜΕ2, ως αναφέρουν στις καταθέσεις τους τεκμ.1 και 12 αντίστοιχα, ήταν υπάλληλοι των εναγόντων για αρκετά χρόνια και μέχρι την 31/01/2018 ήταν τοποθετημένες ως λειτουργοί στο τμήμα παρακολούθησης και ανάκτησης χρεών των εναγόντων. Από την 01/02/2018 έχουν μεταφερθεί ως υπάλληλοι στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει σχετικής συμφωνίας με τους ενάγοντες, με βάση την οποία η εν λόγω εταιρεία Altamira ενεργεί δια λογαριασμό των εναγόντων και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, μεταξύ αυτών και το επίδικο δάνειο. Από πλευράς Εναγομένου 2 έδωσε μαρτυρία ο ίδιος. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Και βεβαίως εδώ που η υπόθεση αφορά εγγυητή επιπρόσθετα χρειάζεται η απόδειξη της σύμβασης εγγύησης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η εντύπωση που σχημάτισα και για τις δύο μάρτυρες των εναγόντων που κατάθεσαν ενώπιον μου ήταν απόλυτα θετική. Μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτές προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια ότι γνώριζαν για την υπόθεση. Συναφώς αποδέχομαι τη μαρτυρία τους, εκτός των σημείων που συγκεκριμένα αναφέρω πιο κάτω και για τους λόγους που εξηγώ. Η ΜΕ1 σημειώνω ήταν αναμφίβολα η κύρια μάρτυρας των εναγόντων, η οποία κατέθεσε και όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την υπόθεση (τεκμ.2-11). Εκ της μαρτυρίας της δεν αποδέχομαι όμως ότι εστάλη ειδοποίηση προς τον εναγόμενο 2 για τις καθυστερήσεις της εναγόμενης 1. Παρά το γεγονός ότι έδωσε σημειώνεται επαρκείς εξηγήσεις ως προς τον τρόπο που λειτουργούσαν οι ενάγοντες αναφορικά με το θέμα των επιστολών καθυστερήσεων και περαιτέρω φαίνεται εκ πρώτης να στάλθηκαν τέτοιες επιστολές (βλ. τις χρεώσεις 09/03/11 στο τεκμ.5 συνδυαστικά με τη μαρτυρία της), οι ενάγοντες θεωρώ δεν έχουν αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους τους εν σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Δεν έχει παρουσιαστεί κανένα αρμόδιο πρόσωπο από την Συνεργατική Εταιρεία Μηχανογράφησης (ΣΕΜ) που μέσω της αποστέλλονταν οι επιστολές και δεν βεβαιώθηκε ποτέ με θετικό τρόπο ότι πράγματι αναφορικά με τη συγκεκριμένη περίπτωση εστάλη τέτοια επιστολή στον εναγόμενο 2, ούτε δόθηκε μαρτυρία ότι κάποιο πρόσωπο ταχυδρόμησε την επιστολή ή για το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, τη διεύθυνση που αναφερόταν σ' αυτήν και ποιες δόσεις καθυστέρησης αφορούσε. Παρεμβάλλω ότι η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει δει τις επιστολές. Προσθέτω εδώ πως για να μπορούσα να καταλήξω, ως η μάρτυρας ανέφερε, στο συμπέρασμα ότι η ειδοποίηση έχει παραληφθεί από τον εναγόμενο 2, ως εκ του ότι δεν υπήρξε ενημέρωση για επιστροφή της, κάτι που αν συνέβαινε θα σήμαινε ότι θα υπήρχε στο φάκελο της, και βεβαίως έχοντας υπόψη τη διαδικασία που εξήγησε, θα έπρεπε να έχω κάτι ενώπιον μου που να με πείθει στον απαιτούμενο βαθμό ότι η συγκεκριμένη ειδοποίηση με ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο έχει σταλεί/ταχυδρομηθεί. Παρεμβάλλω εδώ πως η μάρτυρας είχε αναφέρει πως θα γίνει προσπάθεια να εξασφαλιστούν αντίγραφα των επιστολών, πλην όμως τέτοιες επιστολές δεν παρουσιάστηκαν ούτε και το Δικαστήριο έτυχε κάποιας ενημέρωσης σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα, ενώ οι επιστολές που επιχείρησε να παρουσιάσει η ΜΕ2 ημερ.09/02/12 (και η κατάθεση τους δεν επετράπη) ουδεμία σχέση είχαν προφανώς με τις αναφερόμενες από την ΜΕ1 επιστολές, η χρέωση των οποίων ως αναφέρεται πιο πάνω έγινε στον επίδικο λογαριασμό ένα
(1)χρόνο περίπου προηγουμένως. Δεν έχω όμως οτιδήποτε που να πείθει ότι οι εν λόγω ειδοποιήσεις έχουν σταλεί / ταχυδρομηθεί και σε ποια διεύθυνση και δεν μπορώ σημειώνω να εξαγάγω τέτοιο συμπέρασμα από μια χρέωση στο τεκμ.5 με δικαιολογία «Επιστολές Καθυστερήσεων», όταν μάλιστα υπήρξε τόσο έντονη αμφισβήτηση για την αποστολή τους και ο εναγόμενος 2 ανέφερε ότι ουδέποτε έλαβε κάποια ειδοποίηση, χωρίς σημειώνω να αντεξεταστεί και να τύχει αμφισβήτησης η θέση του αυτή. Ας σημειωθεί ότι ο όρος 13 της σύμβασης εγγύησης έχει ως εξής: « 13. Γραπτή απαίτηση πληρωμής από τη Συνεργατική με βάση την παρούσα θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα στον εγγυητή ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές της περιουσίας του, αν υποβληθεί με επιστολή με το χέρι ή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνση του που αναφέρεται πιο κάτω ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του στη Συνεργατική διεύθυνση. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από τον εγγυητή ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές στην περίπτωση της παράδοσης με το χέρι αμέσως, ή 36 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα είναι ισχυρή, αν υπογραφεί από μέρους της Συνεργατικής δεόντως.» Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην υπόθεση Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .." Αφ΄ ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο (βλ. και Σάββα v. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/2012). Εδώ, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, δεν υπάρχει θεωρώ το υπόβαθρο για να υπάρξει τέτοιο συμπέρασμα, εκτός βέβαια του ότι ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της επιστολής δεν γνωρίζουμε. Επίσης, απλά θα αναφέρω ότι δεν θα αποδεχόμουν εκ της μαρτυρίας της το αρχικά αξιούμενο επιτόκιο 9% το οποίο δεν δικαιολογείτο κρίνω με βάση τους όρους της συμφωνίας. Όμως το θέμα δεν θα με απασχολήσει αφού με την αναδομημένη κατάσταση τεκμ.11 που έχει κατατεθεί και τις σχετικές δηλώσεις που έγιναν, το οφειλόμενο ποσό έχει μειωθεί κατά ένα σεβαστό ποσό (εν σχέση με το τεκμ.5) κυρίως επειδή το επιτόκιο μειώθηκε σε όλη την περίοδο στο συμβατικό 6,5%, το οποίο έγινε αποδεκτό και από την πρωτοφειλέτιδα και εκδόθηκε σχετική απόφαση με βάση αυτό. Η ΜΕ2 από την άλλη, θα έλεγα ότι επί της ουσίας δεν πρόσθεσε οτιδήποτε. Παρεμβάλλω εδώ ότι το περιεχόμενο του τεκμ.13 που έχει καταθέσει δηλ. το ηλεκτρονικό μήνυμα του κ.XXXXX Χρίστου ημερ.15/11/18 γίνεται αποδεκτό διότι κατά την αντεξέταση της ακριβώς φάνηκε ότι η Υπεράσπιση αποδέχεται ότι κάτω από την υπογραφή του εναγόμενου 2 η μία εκ των υπογραφών που φαίνεται ως μάρτυρα υπογραφής για τον εναγόμενο ήταν της αναφερόμενης στο μήνυμα XXXXX Κάτζιη. Η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι η κα Κάτζιη υπέγραψε σε μετέπειτα ημερομηνία. Αναφορικά με τον εναγόμενο 2, αναφέρω πως έχοντας μελετήσει ενδελεχώς και σφαιρικά τη μαρτυρία του, σε συνάρτηση και με τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή πιο πάνω αλλά και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί, καταλήγω ότι στα πλαίσια της προσπάθειας του να αποφύγει την ευθύνη του δεν είπε όλη την αλήθεια. Ενώ, έχοντας υπόψη την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2, θεωρώ πως προκύπτει γενικότερα αναξιοπιστία της Υπεράσπισης. Εξηγώ.
  1. (α) Κατ' αρχήν να λεχθεί ότι ο εναγόμενος 2 έχει αναγνωρίσει την υπογραφή του στη σύμβαση εγγύησης (τεκμ.2), καθώς επίσης στη βεβαίωση λήψης επιστολής δυνάμει του άρθρου 5(α) και 5(β) του Ν.197(Ι)/2003 (τεκμ.7). Ας σημειωθεί ότι στο τεκμ.7 βεβαιώνει ότι την 13/12/07, πριν υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης, παρέλαβε συγκεκριμένα έγγραφα. Το έγγραφο δε φέρει στο κάτω μέρος 2 υπογραφές μαρτύρων της υπογραφής του. Ουδέποτε τονίζεται αμφισβήτησε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο υπεγράφη στην παρουσία 2 μαρτύρων, ούτε ισχυρίστηκε προσθέτω ότι τα άτομα που υπόγραψαν ως μάρτυρες στο τεκμ.7 αποχώρησαν πριν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης. (β) Ως εκ τούτου προκύπτει πως η θέση του πως όταν πήγε στο Συνεργατικό να υπογράψει ήταν ο ίδιος, η μητέρα του και ένα κύριος της Συνεργατικής, δεν ήρθε κάποιος άλλος, υπόγραψε και έφυγε, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Προφανώς τούτο ισχύει και για τη θέση του ότι οι μάρτυρες της υπογραφής του στη σύμβαση εγγύησης «υπέγραψαν μετέπειτα». (γ) Εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί εδώ πως η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός της παραδοχής από μέρους του εναγόμενου 2 ότι έχει πράγματι υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης.
  2. Ο εναγόμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ενήλικας, συγκεκριμένα 21 ετών, φοιτητής χρηματοοικονομικών και ήταν σε θέση θεωρώ να διαβάσει και να κατανοήσει τους όρους της σύμβασης εγγύησης, αλλά και την ενημερωτική επιστολή που παρέλαβε μαζί με το τεκμ.7 (απλή ομολογουμένως και ξεκάθαρη σε βαθμό που μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο της). Εν πάση περιπτώσει η εκ των υστέρων αναφορά του ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι όροι και ότι υπάρχουν νομικοί όροι που ουσιαστικά δεν κατανοεί θεωρώ πως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και τέθηκε ακριβώς για ν' αποφύγει την ευθύνη του. Με το τεκμ.7 δηλώνει ξεκάθαρα ότι έχει διαβάσει και έχει αντιληφθεί τις πρόνοιες του εγγράφου εγγύησης που θα υπογράψει, ενώ ο όρος 21 της σύμβασης εγγύησης τεκμ.6 που έχει υπογράψει έχει ως εξής «Ο Εγγυητής δηλώνει ότι κατανοεί πλήρως το δικαίωμα του να εξετάσει επισταμένα τόσο το περιεχόμενο της συνημμένης συμφωνίας όσο και της παρούσας σύμβασης εγγύησης με δικηγόρο της εκλογής του, ότι είχε την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο της εκλογής του ότι έχει προσεκτικά αναγνώσει και κατανοήσει πλήρως όλες τις πρόνοιες της συνημμένης συμφωνίας και της παρούσας σύμβασης εγγύησης και ότι εν πάση περιπτώσει όλοι οι εν λόγω όροι του έχουν επεξηγηθεί από αρμόδιο υπάλληλο της Συνεργατικής και ότι με πλήρη αντίληψη και με τη θέληση του υπογράφει τη παρούσα σύμβαση εγγύησης». Συνεπώς κωλύεται τώρα θεωρώ να ισχυρίζεται διαφορετικά (βλ. Bowman v. Taylor and Others (1824-34) All ER Rep 485 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Β' Έκδοση, των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ.936-938). Περαιτέρω να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του δέχτηκε ότι πριν υπογράψει θα μπορούσε και ο ίδιος να συμβουλευτεί κάποιον εμπειρογνώμονα. Από την άλλη οι ενάγοντες θεωρώ ότι δεν είχαν κάποια υποχρέωση να τον συμβουλεύσουν να δει δικηγόρο, από τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος βεβαιώνει όσα αναφέρθηκαν με το τεκμ.7 και υπέγραψε τη σύμβαση που περιέχει και τον όρο 21 πιο πάνω.
  3. Ο εναγόμενος 2 περαιτέρω σημειώνω πως ούτε κατ' ελάχιστον δεν έπεισε ότι υπέγραψε κατόπιν πίεσης της μητέρας του. Εντύπωση μάλιστα προκαλεί το γεγονός ότι ουδέν ανέφερε σχετικά κατά την κυρίως εξέταση του. Το θέμα ηγέρθη στην αντεξέταση του, όταν ερωτήθηκε για την αναφορά του στην παράγραφο 12 της Υπεράσπισης του περί πίεσης από τη μητέρα του για να υπογράψει και αυτός απάντησε «Μάλιστα». Αυτή του δε η απάντηση προσθέτω εντάσσεται θεωρώ στα πλαίσια της προσπάθειας του να αποφύγει τις υποχρεώσεις του και ήταν ξεκάθαρο στο Δικαστήριο εκ της μονολεκτικής του απάντησης και του τρόπου που απάντησε ότι δεν ήταν αληθής. Ενώ ότι άλλο θα έλεγα εδώ είναι πως το αν ήθελε με την υπογραφή του να βοηθήσει τη μητέρα του, ως ανέφερε, γνωρίζοντας χωρίς αμφιβολία ότι το έγγραφο που θα υπέγραφε ήταν σύμβαση εγγύησης, αυτό δείχνει ότι έκανε την επιλογή του και σίγουρα θεωρώ δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα της συμφωνίας που υπέγραψε, ούτε και η σχέση μητέρας - παιδιού από μόνη της ή και η σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ μητέρας - παιδιού δημιουργεί οποιοδήποτε νομικό τεκμήριο για άσκηση αθέμιτης επιρροής. Επίσης με αυτά υπόψη δεν μπορεί βεβαίως να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση η υπεράσπιση του non est factum (βλ. το σύγγραμμα του Πολύβιου Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», τόμος Α, σελ.385-388).
  4. Από εκεί και πέρα θα σημειώσω ότι γενικότερα, έχοντας μελετήσει τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 συνδυαστικά με τις θέσεις που υποβλήθηκαν στις μάρτυρες των εναγόντων, προκύπτει σαφώς μια αναξιοπιστία της Υπεράσπισης ως εκ της μη προβολής καθαρών θέσεων εξ'αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα: (α) Την ίδια στιγμή που υπεβλήθη στην ΜΕ1 όσον αφορά το θέμα των υπογραφών μαρτύρων της υπογραφής του εναγόμενου 2 ότι καμία μαρτυρία τέθηκε και ούτε θα βρουν ποιοι έβαλαν μονογραφές και ακόμα ότι οι υπογραφές ανήκουν σε άγνωστους ανθρώπους, υπεβλήθη στην ΜΕ2 ότι πράγματι η μια υπογραφή ανήκει στην XXXXX Κάτζιη αλλά αυτή υπέγραψε μετέπειτα. Και διερωτάται βέβαια κανείς πως το γνωρίζει αυτό ο εναγόμενος 2 αφού η εν λόγω κυρία ως ο ίδιος ισχυρίζεται δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή; (β) Κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 της αναφέρθηκε ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε παρέλαβε την γραπτή δήλωση περιουσιακής κατάστασης του χρεώστη που αναφέρεται στο σημείο (β) του τεκμ.7, με την μάρτυρα να σημειώνει ότι αυτός με το τεκμ.7 βεβαιώνει ότι την έχει παραλάβει. Ο εναγόμενος όμως στη μαρτυρία του δεν επιβεβαίωσε σημειώνω κάτι τέτοιο και ουδέποτε αρνήθηκε ότι παρέλαβε την κατάσταση που αναφέρεται στη βεβαίωση τεκμ.
  5. (γ) Ο εναγόμενος 2 δεν επιβεβαίωσε ποτέ την θέση που υποβλήθηκε στην ΜΕ1 ότι υπέγραψε το τεκμ.7 κατόπιν πίεσης από τους ενάγοντες και την πρωτοφειλέτιδα, ούτε όμως προσθέτω έδωσε κάποιες λεπτομέρειες ή στοιχεία στη μαρτυρία του ώστε η θέση που υποβλήθηκε στην ΜΕ1 ότι η σύμβαση εγγύησης του εδόθη εκβιαστικά ότι αν δεν υπέγραψε η μητέρα του δεν θα έπαιρνε δάνειο να αποκτά κάποιο υπόβαθρο.
  6. Καταληκτικά αναφέρω πως δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 και τις θέσεις του. Όμως αναφέρω εδώ πως ακόμη και αν δεν απέρριπτα τη μαρτυρία του, δεν εντοπίζονται σε κάθε περίπτωση σε αυτήν οιαδήποτε στοιχεία δόλου, απάτης και ψυχικής πίεσης σε βάρος του από τους ενάγοντες και τους υπαλλήλους τους. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Κατόπιν αίτησης της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες για παροχή δανείου ημερ.03/12/07 (τεκμ.2), υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1 το μεσοπρόθεσμο γραμμάτιο ή και η συμφωνία δανείου ημερ. 07/12/07 (τεκμ.3) για ποσό €31.609,13.- (Λ.Κ.18.500.-), το οποίο της παραχωρήθηκε και ανοίχθηκε ο λογαριασμός 7225839-
  7. Προς εξασφάλιση δε των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 ή και των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που της παραχωρήθηκαν, ο εναγόμενος 2 και ο εναγόμενος 3 (ο οποίος έχει αποβιώσει), υπέγραψαν με τους ενάγοντες στις 13/12/07 σύμβαση εγγύησης (τεκμ.6). Σημειώνεται επίσης ότι αμέσως πριν την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης εγγύησης ο εναγόμενος 2 υπέγραψε τη βεβαίωση τεκμ.7 και παρέλαβε τα έγγραφα που εις αυτήν σημειώνει ότι παρέλαβε. Τόσο το τεκμ.7 όσο και το τεκμ.6 υπεγράφησαν με την ελεύθερη βούληση του εναγόμενου
  8. Για όποια σημασία έχει δε αναφέρεται πως η εναγόμενη 1 ως επιπρόσθετη εξασφάλιση παραχώρησε την υποθήκη Υ9261/07 του Κτηματολογίου Λάρνακας ημερ.14/12/
  9. Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες κατά τη σύναψη των συμφωνιών πιο πάνω ονομάζονταν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας, ενώ αργότερα έλαβαν άλλες ονομασίες (βλ. σχετικές ειδοποιήσεις στο φάκελο). Σήμερα φέρουν την ονομασία που αναφέρεται στον τίτλο της παρούσας δηλ. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (βλ. την τελευταία ειδοποίηση μετονομασίας που καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης ημερ.09/10/18). Ένεκα μη τήρησης των όρων της συμφωνίας δανείου από μέρους της εναγόμενης 1, η οποία δεν κατέβαλλε κανονικά τις συμφωνηθείσες δόσεις δανείου, οι ενάγοντες με επιστολές των δικηγόρων τους ημερ. 22/03/12 (τεκμ.4) προέβησαν σε τερματισμό της συμφωνίας δανείου και του επίδικου λογαριασμού. Με βάση δε την αναδομημένη / αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε την 01/11/18 ενώπιον του Δικαστηρίου (τεκμ.11), στη βάση της οποίας παρεμβάλλω εκδόθηκε και η απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1, το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανέρχεται σε ποσό €52.926.-, πλέον συμβατικό επιτόκιο 6,5% από 01/07/
  10. Εξέταση θέσεων του εναγόμενου 2 που δεν έχουν απαντηθεί με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω (Α) Παραβίαση των προνοιών του άρθρου 12 του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (αρ.197
(1)/2003). (βλ. σελ. 17-22 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του εναγόμενου 2) Tο άρθρο 12 του εν λόγω Νόμου προνοεί ότι: « 12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου : - (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο. » (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Το άρθρο 97 δε του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί τα εξής: « 97. Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.» Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω οι ενάγοντες δεν απέστειλαν προς τον εναγόμενο 2 οιανδήποτε επιστολή ως προνοείται στο άρθρο 12
(1)πιο πάνω αναφορικά με την καθυστέρηση καταβολής τουλάχιστον 3 δόσεων από την πρωτοφειλέτιδα ή και για την παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου και δεν τήρησαν την υποχρέωση που το συγκεκριμένο άρθρο επιβάλλει σ' αυτούς. Ο εναγόμενος 2 δε, ενόψει τούτου, θέτει θέμα απαλλαγής του με βάση το εδάφιο 3(α) του άρθρου 12 ανωτέρω, ενώ σχετική είναι και η ανταπαίτηση του. Με κάθε σεβασμό αναφέρω εδώ πως, αντίθετα με ότι αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 2 στην γραπτή του αγόρευση, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί με βάση τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 ότι συνεπεία της πιο πάνω παράβασης των εναγόντων έχει παραβλαφθεί η τελική ικανοποίηση του ίδιου από την πρωτοφειλέτιδα, μητέρα του. Ο εναγόμενος 2 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η μητέρα του δούλευε όταν υπόγραψαν για το δάνειο, ενώ έχασε τη δουλειά της το 2012 λόγω προβλημάτων υγείας. Ο πατέρας του κατά την υπογραφή του δανείου εργαζόταν και είχε εισοδήματα αλλά το 2013 απεβίωσε. Αν λάμβανε ειδοποίηση ισχυρίστηκε θα μπορούσε να επιπλήξει τη μητέρα του για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της. Ο ίδιος σήμερα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει το δάνειο. Κατ' αρχήν ο εναγόμενος 2 σημειώνω δεν έχει πείσει αναφορικά με την ισχυριζόμενη αδυναμία της μητέρας του να εργαστεί, αφού δεν έχει παρουσιάσει οιανδήποτε μαρτυρία ή οτιδήποτε που να το αποδεικνύει. Επίσης παρατηρώ ότι υπάρχει μια ουσιώδης αντίφαση στη μαρτυρία του, αφού την ίδια στιγμή που ισχυρίστηκε ότι το 2012 η μητέρα του έχασε τη δουλειά της λόγω προβλημάτων υγείας, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του (που δόθηκε στις 16/11/18) όταν ρωτήθηκε αν η μητέρα του τώρα εργάζεται έδωσε την εξής απάντηση « Όχι, εργαζόταν, είναι με άδεια ασθενείας και θα σταματήσει και βασικά .. είναι ήδη εδώ και έναν μήνα με άδεια ασθενείας, η οποία . εν σοβαρό το πρόβλημα και δεν θα μπορεί να ξαναεργαστεί». Κάτι που σαφώς δείχνει ότι συνεχίζει να εργάζεται. Εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος 2 δεν έδωσε καθαρή εικόνα για το θέμα αυτό και δεν αποκάλυψε θεωρώ στο Δικαστήριο την όλη αλήθεια. Η διαπίστωση μου δε πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του για την προσπάθεια του να αποφύγει τις υποχρεώσεις του ισχύει και εδώ. Από εκεί και πέρα να σημειωθεί ότι δεν έχει δώσει ποτέ συγκεκριμένη εικόνα της οικονομικής κατάστασης της μητέρας του, ούτε και έχει δοθεί μαρτυρία αναφορικά με την σημερινή αξία του ακινήτου που έχει υποθηκεύσει η μητέρα του με την αναφερθείσα στα ευρήματα υποθήκη προκειμένου να διαφανεί αν με σημερινά δεδομένα η αξία της υποθήκης καλύπτει ή όχι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Εν πάση περιπτώσει με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία κρίνω πως δεν έχει καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος 2 είναι σήμερα εκτεθειμένος και έχει παραβλαφθεί πράγματι η τελική ικανοποίηση του από την πρωτοφειλέτιδα. Όμως, με δεδομένη την πρόνοια του άρθρου 12
(3)(β) ότι η παράλειψη των εναγόντων πιο πάνω συνιστά παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο και την αξίωση του εναγόμενου 2 με την ανταπαίτηση του (που καταχωρήθηκε, κατόπιν τροποποίησης του αρχικού δικογράφου του, στις 29/07/15), θεωρώ ορθό και δίκαιο να θεωρήσω τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 2 που προκύπτουν εκ της σύμβασης εγγύησης (και επιβιώνουν εκ του τερματισμού της συμφωνίας δανείου) τερματισθείσες από την ημέρα καταχώρησης της ανταπαίτησης του, την οποία λαμβάνω υπόψη ως τη σχετική ειδοποίηση για τούτο, περιορίζοντας βεβαίως κατ' επέκταση το ποσό της αξίωσης των εναγόντων εν σχέση με τον εναγόμενο 2 στο ποσό που οφειλόταν κατά την εν λόγω ημερομηνία ήτοι €42.848,60 (βλ. αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμ.11). Παρεμβάλλω ότι ο εναγόμενος 2 είχε το δικαίωμα να τερματίσει προηγουμένως τη σύμβαση με βάση τον όρο 6 της σύμβασης εγγύησης αλλά δεν το έπραξε. (Β) Κατάσταση λογαριασμού τεκμ.5 - Μη τήρηση των προνοιών του αρ.22 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 (βλ. σελ. 22-24 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του εναγόμενου 2) Θεωρώ πως δεν χρειάζεται να εξεταστεί το συγκεκριμένο θέμα. Την 01/11/18 οι δύο πλευρές καταχώρησαν εκ συμφώνου ως παραδεκτή αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, σε αντικατάσταση ουσιαστικά, όπως δηλώθηκε, της κατάστασης τεκμ.
  1. Η αναδομημένη κατάσταση σημειώθηκε ως τεκμήριο
  2. Και είναι στη βάση ακριβώς σημειώνω του τεκμ.11 που εκδόθηκε κατά την εν λόγω ημερομηνία απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1, ενώ περαιτέρω έγινε δήλωση από μέρους των εναγόντων ότι περιορίζουν την απαίτηση τους εν σχέση με τον εναγόμενο 2 στο ποσό θα δεχτεί απόφαση η πρωτοφειλέτιδα. Εξάλλου να υπενθυμίσω δεν έγινε καμία αντεξέταση εν σχέση με το τεκμ.
  3. Το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού τεκμ.11 και όσα εις αυτήν αναφέρονται είναι συνεπώς παραδεκτά και άρα δεδομένα για το Δικαστήριο, χωρίς να χρειάζεται εξέταση του θέματος που εγείρεται για το τεκμ.5, κάτι που αν γινόταν μόνον ακαδημαϊκή σημασία θα είχε. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 2 για ποσό €42.848,
  4. Νοείται ότι στην έκταση του ποσού αυτού η υποχρέωση του εναγόμενου 2 θα είναι αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με την εναγόμενη 1-πρωτοφειλέτιδα για την οποία, ως έχει αναφερθεί, έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. Η ανταπαίτηση γίνεται αποδεκτή μερικώς και στην έκταση που έχει αναφερθεί. Συγκεκριμένα οι υποχρεώσεις του εναγόμενου 2 που προκύπτουν εκ της σύμβασης εγγύησης θεωρούνται τερματισθείσες από την ημέρα καταχώρησης της ανταπαίτησης του ήτοι από 29/07/15 και σχετικό διάταγμα εκδίδεται. Όσον αφορά τα έξοδα, επειδή ενάγοντες και εναγόμενος 2 έχουν κερδίσει και έχουν χάσει με τον ίδιο τρόπο σε αγωγή και ανταπαίτηση αντίστοιχα, επιδικάζονται σε βάρος του Εναγόμενου 2 τα έξοδα της αγωγής και σε βάρος των εναγόντων τα έξοδα της ανταπαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως και στις 2 περιπτώσεις κατά το ήμισυ. (Υπ.).......................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.