← Κύπρος

Γεωργίου ν. BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2739/14, 18/1/2019

Γεωργίου ν. BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2739/14, 18/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A21 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2739/14 Μεταξύ:- ..... Γεωργίου Ενάγουσας -και-

  1. BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LTD
  2. BERRIMAN INVESTMENTS LTD
  3. ..... BERRIMAN Εναγομένων ------------------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 26.9.2016 για τιμωρία της εναγόμενης 3 λόγω παρακοής διατάγματος Ημερομηνία: 18.1.2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Λουκής Λουκαϊδης. Για την Εναγόμενη 3-Καθ' ης η αίτηση: κ. Χρίστος Πουτζιουρής. Εναγόμενη 3-Καθ' ης η αίτηση: παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη αίτηση Η Ενάγουσα-Αιτήτρια με την επίδικη αίτηση αιτείται: «(Α) Την τιμωρία της XXXXX Berriman Εναγόμενης 3, για καταφρόνηση του δικαστηρίου λόγω παρακοής του προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στις 23/11/2015 και σύμφωνα με το οποίο διατάσσεται η XXXXX Berriman να μην εισπράττει τα έσοδα των πιο πάνω εταιριών και να συνεργαστεί με την Αιτήτρια/Ενάγουσα για να ανοίξει καινούργιος λογαριασμός στον οποίο να κατατίθενται τα ενοίκια των εν λόγω λογαριασμών. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην εναγόμενη 3 να εισπράττει ή να λαμβάνει ποσά εκ μέρους ή προς όφελος των εταιρειών εναγομένων 1 και 2 και να επιστρέψει στις εναγόμενες 1 και 2 χρήματα που εισέπραξε προς όφελος τους και τα χρησιμοποίησε για προσωπικούς δικούς της σκοπούς σύμφωνα με την επισυνημμένη ένορκη δήλωση. (Β) Αποζημιώσεις προς όφελος των πιο πάνω εταιρειών για τα ποσά τα οποία εισέπραξε η κα. Berriman. (Γ) Έξοδα. (Δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο υιοθετήσει προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 42 και 44 του Περί Δικαστηρίου νόμου του
  4. Η Αίτηση δε, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Γεωργίου, Ενάγουσας-Αιτήτριας, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εγώ η υπογεγραμμένη XXXXX Γεωργίου, ενάγουσα στην πιο πάνω αγωγή, ορκίζομαι και λέω τα ακόλουθα:
  5. Είμαι μέτοχος στις εταιρείες Εναγόμενες 1 και
  6. Στην εταιρεία Εναγόμενη 1 έχω μετοχές 41,5% και τις υπόλοιπες μετοχές τις έχουν η Εναγόμενη 3 (43,5%) και η XXXXX XXXXX Παναγιώτου (15%). Στην ίδια εταιρεία είμαι επίσης διευθύντρια μαζί με την Εναγόμενη
  7. Στην εταιρεία Εναγόμενη 2 έχω 50% μετοχές και τις υπόλοιπες μετοχές τις έχει ο αποθανών (πριν ένα περίπου έτος) XXXXX Berriman. Σε αυτή την εταιρεία είμαι επίσης διευθύντρια μαζί με την Εναγόμενη 3 και τον XXXXX Berriman.
  8. Οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που έχουν την έδρα τους στην Λάρνακα και ασχολούνται με την διαχείριση ακινήτων.
  9. Η Εναγόμενη 3 ήταν εξουσιοδοτημένη να εισπράττει τα ενοίκια 7 διαμερισμάτων που ανήκουν στις εναγόμενες εταιρείες 1 και 2 και να τα χρησιμοποιεί για έξοδα των εταιρειών αυτών και συγκεκριμένα να πληρώνει τους φόρους των ακινήτων των εταιρειών, έξοδα για επιδιορθώσεις διαμερισμάτων τους και τα κοινόχρηστα των ιδίων διαμερισμάτων.
  10. Η Εναγόμενη 3 χωρίς καμία εξουσιοδότηση παράνομα και δολίως εισέπραττε τα εν λόγω ενοίκια και τα χρησιμοποιούσε για δική της προσωπική χρήση αντί προς όφελος των εν λόγω εταιρειών. Το γεγονός αυτό το απέκρυπτε από τις εταιρείες και την Ενάγουσα.
  11. Από τις 9 Απριλίου 2014 μέχρι 31/03/2015 η Εναγόμενη 3 είσπραξε τουλάχιστο το ποσό των €16,806.60 από ενοίκια των διαμερισμάτων των εν λόγω εταιρειών και από αυτά χρησιμοποίησε δολίως και χωρίς εξουσιοδότηση πάνω από €13,000 για προσωπική της χρήση μέσον προσωπικού Τραπεζικού λογαριασμού της. Το γεγονός αυτό το απέκρυπτε από τις εταιρείες και την Ενάγουσα. Επισυνάπτεται σχετική κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 3 που τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό και για τον οποίο είχα δικαίωμα με βάση πληρεξούσιο να είχα πρόσβαση στο λογαριασμό αυτό (Τεκμήριο 1).
  12. Για τα προηγούμενα έτη 2008- Απρίλιο του 2014 εισέπραττε τα ενοίκια των εν λόγω διαμερισμάτων καθώς επίσης και που χρηματικά ποσά που αφορούσαν «χρήματα συναλλαγών» (trading money), δηλ. χρηματικά ποσά τα οποία δεν αφορούσαν πληρωμές προς εμάς αλλά μέσω της εταιρείας 1 προς τρίτα άτομα ή εταιρείες και τα οποία χρηματικά ποσά είναι δυστυχώς ακόμα χρεωμένα στην εν λόγω εταιρεία για αυτή την περίοδο μεταξύ 2008 μέχρι 09/04/
  13. Τα ποσά πήγαιναν στο λογαριασμό της εταιρίας
  14. Εξασφάλισα μόνο την κατάσταση λογαριασμού του της εταιρίας 2013 σύμφωνα με την οποία εισέπραξε €112,361,
  15. Από αυτά χρησιμοποίησε για προσωπική της χρήση η Εναγόμενη 3 €16,800 δολίως και χωρίς εξουσιοδότηση. Το γεγονός αυτό το απέκρυπτε από τις εταιρείες και την Ενάγουσα. Επισυνάπτεται σχετική κατάσταση λογαριασμού της εταιρίας που τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό και για τον οποίο είχα πρόσβαση (Τεκμήριο 2).
  16. Η πρακτική των εν λόγω εταιρειών για την πληρωμή υπηρεσιών ή αγορών αντικειμένων για τους σκοπούς των εταιρειών γινόταν μέσω τραπεζικών επιταγών ή πληρωμών μέσω διαδιχτύου. Αρκετά από τα ποσό τα οποία η Εναγόμενη 3 χρησιμοποίησε για δικούς της σκοπούς και όχι προς όφελος των εταιρειών ήταν με χρήματα τοις μετρητοίς και αφορούσαν φανερά αγορές που δεν είχαν σχέση με την εταιρεία όπως για παράδειγμα ρουχισμό, αεροπορικά εισιτήρια, πλαστικές εγχειρήσεις, ξενοδοχεία, αγορές από παντοπωλεία, βενζίνη (η χρήση αυτοκινήτου για σκοπούς της εταιρείας γινόταν μόνο από εμένα).
  17. Η Εναγόμενη 3 συνεχίζει να εισπράττει τα ενοίκια των διαμερισμάτων των εταιρειών χωρίς να δίνε λογαριασμό στις εταιρείες ή σε εμένα. 'Οταν της υποδείχθηκε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να εισπράττει τα εν λόγω ενοίκια διότι διαπιστώθηκε ότι δεν τα χρησιμοποιά για σκοπούς της εταιρείας απάντησε ότι θα συνεχίσει να τα εισπράττει. Παραπλανεί τους ενοικιαστές να πιστεύουν ότι είναι η μοναδική ιδιοκτήτρια και δικαιούχος των εν λόγω διαμερισμάτων μέχρι σημείου που απειλεί ενοικιαστές με έξωση αν δεν συνεχίσουν να πληρώνουν το ενοίκιο στην ίδια απ' ευθείας.
  18. Έξοδα της εταιρείας όπως είναι φόροι, επιδιορθώσεις διαμερισμάτων παραμένουν απλήρωτα και ως παράδειγμα δίνεται το επισυνημμένο Τεκμήριο 3 που αφορά διάφορους φόρους που εκκρεμούν. Τα στοιχεία που έχω στην κατοχή μου είναι μέχρι ημερομηνίας 18 Νοεμβρίου
  19. Βασιζόμενο στην δικογραφία και τα πιο πάνω και αφού άκουσε τους διαδίκους η έντιμη δικαστής κ. Ταλαρίδου εξέδωσε στις 23/11/2015 απόφαση σύμφωνα με την οποία δικαίωσε την Αιτήτρια εκδίδοντας προσωρινό διάταγμα σύμφωνα με το οποίο η Εναγόμενη 3 να μη συνεχίσει να εισπράττει τα έσοδα των εταιριών.
  20. Επίσης το δικαστήριο εξέδωσε και συμπληρωματική οδηγία όπως τα χρήματα κατατεθούν σε νέο τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι των εταιριών και αναλήψεις να γίνονται μόνο μετά από νόμιμη ληφθείσα απόφαση των εταιρειών.
  21. Εκτοτέ η Εναγόμενη 3 παραβίασε το εν λόγω διάταγμα επανελημένως εισπράττοντας ενοίκια από τους ενοικιαστές των εν λόγω εταιριών. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 3 στις 08/01/2016 εισέπραξε το ποσό των 350 ευρώ (απόδειξη Τεκμήριο 4 επισυνάπτεται). Αυτό το ποσό ανήκει στην εταιρία Berriman Investment Ltd. Στις 28/01/2016 ο ενοικιαστής διαμερίσματος που ανήκει στην Berriman Properties Overseas Ltd (διαμέρισμα 401, XXXXX Court, Lamaka) πλήρωσε στον προσωπικό λογαριασμό της Καθ' ής η Αίτηση το ποσό των 375 ευρώ (Τεκμήριο 5 επισυνάπτεται). Στις 02/02/2016 ενοικιαστής πλήρωσε τοις μετρητοίς την κα. XXXXX Berriman 350 ευρώ που ανήκουν στην εταιρία Berriman Investment Ltd (διαμέρισμα 203, Kiti), Τεκμήριο 6, σχετική απόδειξη επισυνάπτεται. Στις 10/08/2016 ενοικιαστής πλήρωσε τοις μετρητοίς την κα. Μαίρη Berriman €600 που ανήκουν στην εταιρεία Berriman Investments Ltd (απόδειξη Τεκμήριο 7 επισυνάπτεται). Και στις δύο περιπτώσεις δεν είχαν προειδοποιηθεί οι ενοικιαστές από την κα. XXXXX Berriman, ότι αυτό είναι ασυμβίβαστο με το δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 23/11/
  22. Έχω προσεγγίσει άλλους ενοικιαστές για να πληροφορηθώ πού και πώς πλήρωσαν τα ενοίκια τους που ανήκουν στις εν λόγω εταιρείας και πληροφορήθηκα ότι έχουν συμβληθεί με την Καθ'ης η αίτηση XXXXX Berriman και δεν είχαν πρόθεση να με προμηθεύσουν με οποιαδήποτε πληροφορία διότι είτε φοβόντουσαν την αντίδραση της κας. Berriman, είτε δεν ένιωθαν την υποχρέωση να μου δώσουν οποιαδήποτε πληροφορία παρόλο που ήταν γνωστό σε αυτούς ότι ήμουν μια από τις διευθύντριες και μέτοχος και στις δύο εταιρείες.
  23. Εξ όσων γνωρίζω η Καθ'ης η Αίτηση ανανέωσε δύο συμφωνίες ενοικιάσεως χωρίς να πάρει άδεια των ιδιοκτητριών εταιρειών και εισέπραξε τα ενοίκια χωρίς την έγκριση των εταιρειών αυτών ή άλλου αρμοδίου προσώπου, αντίθετα με το διάταγμα του δικαστηρίου.
  24. Εξ όσων γνωρίζω η Καθ'ης η Αίτηση προέβη σε μία άλλη νέα συμφωνία ενοικιάσεως χωρίς την άδεια των εν λόγω εταιρειών. Ένα από αυτά τα διαμερίσματα πρόσφατα ενοικιάστηκε, Φεβρουάριο ή Μάρτιο 2016, από την Καθ'ης η Αίτηση αντίθετα με το διάταγμα του δικαστηρίου.
  25. Εισπράττω ενοίκιο από έναν ενοικιαστή εκ μέρους της εταιρείας Berriman Investments Ltd στην απουσία του νέου τραπεζικού λογαριασμού που θα έπρεπε να έχει ανοιχθεί με τη συνεργασία της Καθ'ης η Αίτηση.
  26. Από το τέλος του Νοεμβρίου 2015, δηλαδή μετά την έκδοση του διατάγματος του δικαστηρίου μέχρι το Σεπτέμβριο του 2016 η κα. XXXXX Berriman εισέπραξε περίπου €16,000 κατά συνεχή παράβαση του εν λόγω διατάγματος εν γνώσει της ότι υπήρχε σε ισχύ αυτό έστω και αν τυπικά επιδόθηκε σε αυτή στις 13/01/
  27. Η κα. XXXXX Berriman δεν μου έδωσε καμία πληροφορία, κατάλογο ή λεπτομέρειες των συμφωνιών ενοικιάσεως για να μπορέσω να έχω το συνολικό ποσό που εισέπραξε κατά παράβαση του διατάγματος.
  28. Τονίζω επίσης ότι η Καθ'ης η Αίτηση αρνείται επίμονα να συνεργαστεί για την υλοποίηση της υπόδειξης του δικαστηρίου για άνοιγμα νέου τραπεζικού λογαριασμό των εταιρειών και την κατάθεση των χρημάτων σε νέο τραπεζικό λογαριασμό των εταιρειών όσο και για αναλήψεις που θα γίνονται μόνο μετά από νόμιμη απόφαση των εταιρειών.
  29. Ευσεβάστως υποβάλλω ότι η Καθ'ης η Αίτηση Μαίρη Berriman ενεργεί παραγνωρίζοντας και περιφρονώντας το διάταγμα του δικαστηρίου ημερομηνίας 23/11/2015 και προτίθεται να συνεχίσει να πράττει αυτό και αυτό ενώ αποτελεί σοβαρή καταφρόνηση και ασέβεια προς το δικαστήριο και για αυτό ευσεβάστως υποβάλλω ότι θα πρέπει το δικαστήριο να ενεργήσει αναλόγως, άμεσα και δραστικά για προστασία των νόμιμων συμφερόντων των εταιρειών και της υποφαινόμενης ενάγουσας.» Η ένσταση Η Εναγόμενη 3-Καθ' ης η αίτηση, Mary Berriman, αντέδρασε στην επίδικη αίτηση καταχωρώντας ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης στις 13/01/17 (αναφερόμενη, προφανώς εκ λάθους, σε αίτηση ημερ.29/09/16 αντί 26/09/16), στην οποία αναφέρονται εννέα

(9)λόγοι ένστασης (αν και η αρίθμηση φτάνει μέχρι τον αριθμό 10 εντούτοις προκύπτει ότι έχει παραληφθεί ο αρ.6), ως ακολούθως: «1) Η αίτηση ημερομηνίας 29/09/2016 στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και ουδέποτε έχουν συνταχθεί τα επίδικα διατάγματα. 2) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 3) Δεν υπάρχει ηθελημένη και ή μη συμμόρφωση εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση αναφορικά με τα διατάγματα ημερομηνίας 23/11/
  1. 4) Η αίτηση ημερομηνίας 29/09/2016 είναι καταχρηστική και καταπιεστική και καταχωρήθηκε αποκλειστικά και με μόνο σκοπό την άσκηση πίεσης προς την καθ' ης η αίτηση. 5) Δεν έχει επιδοθεί προσωπικά πριν την καταχώρηση της επίδικης αίτησης το συνταγμένο διάταγμα της απόφασης ημερομηνίας 23/11/2015 στην καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με τον νόμο και τους θεσμούς. 7) Η αίτηση της αιτήτριας στερείται του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αιτήτριας. 8) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής δικονομίας και του νόμου καθώς και της Νομολογίας για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. 9) Τα διάταγμα ημερομηνίας 23/11/2015 είναι ασαφή, αβέβαια και γενικά διατυπωμένα και δεν συνάδουν με τους σχετικούς Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και ή τα επίδικα διατάγματα είναι αδύνατον να εκτελεστούν. 10) Η ένορκη δήλωση των αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση της δεν είναι σύμφωνα με την Διαταγή 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.» Η ένσταση βασίζεται επί των άρθρων 41, 42, 43 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, Δ.34, Θ. 5, Δ.39, Δ.40, Δ.41, Δ.42, Δ.42 Α, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 3, 4, 8, 9, Δ.64 και στον Περί Εταιρειών Νόμο, το Σύνταγμα άρθρο 30, τις Αρχές Φυσικής Δικαιοσύνης και επί των Συμφυών και Γενικών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Berriman, από τη Λάρνακα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κάτωθι υπογεγραμμένη XXXXX Berriman, από την Λάρνακα, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:-
  2. Είμαι η Καθ' ης η αίτηση 3 στην παρούσα αίτηση και γνωρίζω προσωπικά όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και από πληροφορίες από τον φάκελο της δικογραφίας και εκεί που δεν γνωρίζω τα γεγονότα προσωπικά αναφέρω την πηγή των γνώσεων μου, καθώς και για νομικά θέματα είναι αυτά που με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου ο XXXXX Πουτζιουρής.
  3. Η μητρική μου γλώσσα είναι η αγγλική και κατανοώ την προφορική ελληνική γλώσσα όχι όμως σε γραπτή μορφή και για αυτό ότι αναφέρεται στην παρούσα ένορκη δήλωση έγινε με την βοήθεια ενός εκ των δικηγόρων μου τον XXXXX Πουτζιουρή, ο οποίος μου μετάφρασε προφορικά στην Αγγλική την αίτηση της αιτήτριας και του ανέφερα όσα ενόρκως δηλώνω στα αγγλικά και αυτός τα μετάφρασε στην ελληνική και σύνταξε την παρούσα ένορκη δήλωση μου. Αφού μου την διάβασε και μετάφρασε προφορικά στα αγγλικά συμφώνησα με το περιεχόμενο της και την υπόγραψα ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου Λάρνακας. Ο δικηγόρος XXXXX Πουτζιουρής μιλά την Αγγλική γλώσσα άπταιστα εφόσον είναι η μητρική του γλώσσα.
  4. Όπως μου αναφέρει ο δικηγόρος μου ο τίτλος της αίτησης της αιτήτριας είναι λανθασμένος και δεν αναφέρονται οι σωστοί διάδικοι.
  5. Ισχυρίζομαι προδικαστικά ότι η αίτηση της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ουδέποτε μου έχει επιδοθεί προσωπικά πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης το συνταγμένο επίδικο διάταγμα ημερομηνίας 23/11/2015 για να στοιχειοθέτηθεί παρακοή εκ μέρους μου και ως εκ τούτου η αίτηση της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της. Ουδέποτε όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου ζητήθηκε η σύνταξη του επίδικου διατάγματος από την αιτήτρια και ουδέποτε ήμουν παρούσα στο Δικαστήριο όταν εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση.
  6. Άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρίζομαι ότι ουδέποτε έλαβα γνώση του διατάγματος ημερομηνίας 23/11/2015 και ουδέποτε μου επιδόθηκε κανονικά το επίδικο διάταγμα σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου.
  7. Παραδέχομαι τις παραγράφους 1,2 και 3 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας.
  8. Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς της αιτήτριας στις παραγράφους 4 μέχρι 19 της ενόρκου δηλώσεως της XXXXX Γεωργίου που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 29/09/2016 πλην εκείνων των ισχυρισμών που παραδέχομαι ρητά και ειδικά κατωτέρω και θέτω την αιτήτρια σε αυστηρή απόδειξη των υπόλοιπων ισχυρισμών της που περιέχονται στις εν λόγω παραγράφους.
  9. Όπως με πληροφορεί ο Δικηγόρος μου η αίτηση της αιτήτριας ημερομηνίας 29/09/2016 στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση εφόσον δεν αναφέρεται σε ποια διάταξη και κανονισμό των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας στηρίζεται η αίτηση.
  10. Επιπρόσθετα ισχυρίζομαι ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση διατάγματος εξαναγκασμού και ή τιμωρίας μου όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου εφόσον τα διατάγματα που εκδόθηκαν είναι ανεφάρμοστα και δεν μπορώ να συμμορφωθώ και ούτε εξαρτάται από εμένα η συμμόρφωση με αυτά εφόσον καμία τράπεζα δεν μας ανοίγει λογαριασμούς όταν προσπάθησα να μάθω από άλλες τράπεζες στην Κύπρο και οι ήδη υφιστάμενοι λογαριασμοί μας είναι παγοποιημένοι ένεκα της μη συμμόρφωσης των εταιριών μας με τις δανειακές τους συμβάσεις.
  11. Ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχει ηθελημένη παρακοή και μη συμμόρφωση εκ μέρους μου και ισχυρίζομαι ότι δεν είχα οποιαδήποτε πρόθεση να παραβώ το διάταγμα δικαστηρίου ημερομηνίας 23/11/2015 το οποίο δεν μου επιδόθηκε ποτέ και ούτε γνωρίζω το περιεχόμενο του. Να σημειωθεί ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει που μου επιδόθηκαν είναι στην ελληνική γλώσσα που δεν ξέρω να διαβάζω.
  12. Ισχυρίζομαι ότι η αίτηση ημερομηνίας 29/09/2016 είναι καταχρηστική και καταπιεστική και καταχωρήθηκε αποκλειστικά και με μόνο σκοπό την άσκηση πίεσης προς εμένα για να εγκαταλείψω τα συμφέροντα που έχω στις εταιρείες BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LTD και BERRIMAN INVESTMENTS LTD.
  13. Όπως με πληροφορεί ο Δικηγόρος μου η αίτηση της αιτήτριας στερείται του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αιτήτριας εφόσον τα γεγονότα που αναφέρει είναι γενικά και αόριστα αναφορικά με την διάπραξη του αστικού αδικήματος της παρακοής σε δικαστικό διάταγμα.
  14. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής δικονομίας και του Νόμου καθώς και της Νομολογίας για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων όπως με πληροφορεί ο ανωτέρω δικηγόρος μου.
  15. Το διάταγματα ημερομηνίας 23/11/2015 είναι ασαφή, αβέβαια και γενικά διατυπωμένα και δεν συνάδουν με τους σχετικούς Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
  16. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της αιτήτριας στην παράγραφο 11 ότι το Δικαστήριο εξέδωσε οδηγία όπως τα χρήματα κατατεθούν σε νέο τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι των εταιρειών θέλω να αναφέρω ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν ληφθεί οποιεσδήποτε αποφάσεις από τις εν λόγω εταιρείας για να ανοιχτούν οι τραπεζικοί λογαριασμοί όπως απαιτείται από τις τράπεζες και τον νόμο. Κατ' επέκταση δεν έχω λάβει οποιαδήποτε ειδοποίηση από μέλος ή διευθυντή των εταιρειών για σύγκληση συνέλευσης για να ληφθούν οι αναγκαίες αποφάσεις.
  17. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι εισπράττω χρήματα των εταιρειών θέλω να αναφέρω ότι οι ενοικιαστές πληρώνουν τα οφειλόμενα ενοίκια απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό XXXXX699-6 και τους εκδίδω απόδειξης μόνο που επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας. Ο λόγος που πληρώνουν τα ενοίκια στον συγκεκριμένο λογαριασμό είναι επειδή κατά η περί το 2013 η Τράπεζα Κύπρου τερμάτισε την λειτουργία των λογαριασμών των εταιρειών ένεκα αδυναμίας τους να εκπληρώσουν της δανειακές τους υποχρεώσεις. Έκτοτε οι ενοικιαστές χρησιμοποιούν τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX699-6 το οποίο επισυνάπτει η αιτήτρια ως τεκμήριο 1 στην ένορκη της δήλωση.
  18. Η αιτήτρια δεν έχει έρθει ενώπιον του δικαστηρίου με καθαρά χέρια αφού η ιδία εισπράττει ενοίκια όπως παραδέχεται στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωση της και μάλιστα χωρίς νόμιμη ληφθείσα απόφαση των εταιρειών. Η αιτήτρια επίσης καταδικάστηκε για την εξάσκηση του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη χωρίς άδεια.
  19. Αναφορικά με το ισχυρισμό της αιτήτριας στην παράγραφο 17 ότι το διάταγμα ημερομηνίας 13/01/2016 έχει επιδοθεί σε μένα τυπικά στις 13/01/2016 θέλω να αναφέρω ότι ουδέποτε παρέλαβα και ή επιδόθηκε μου οποιοδήποτε διάταγμα και καλώ την αιτήτρια σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της.
  20. Η ένορκη δήλωση της αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση της δεν είναι σύμφωνη με την Διαταγή 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και επομένως η αίτηση των αιτητών θα πρέπει να απορριφθεί και για αυτό τον λόγο.
  21. Στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου δεν αναφέρεται από πού είναι η αιτήτρια, δεν υπάρχει το επιτακτικό jurat στο κάτω μέρος της ένορκης δήλωσης τουλάχιστον όπως φαίνεται από το αντίγραφο της που μου επιδόθηκε και στο κυρίως σώμα της αίτησης αναφέρεται ότι αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 31/03/2016 πράγμα που σημαίνει όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου αυτή είναι προχρονολογημένη της αιτήσεως και θα δεν μπορεί να την υποστηρίζει και θα πρέπει αίτηση της να απορριφθεί και για αυτό τον λόγο. Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που μου επιδόθηκε δεν φέρει καμία ημερομηνία ούτε το jurat και την επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 και αυτό το Τεκμήριο είναι το αυθεντικό όπως μου επιδόθηκε από την αιτήτρια.
  22. Η ένορκη δήλωση της αιτήτριας είναι αντικανονική όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου εφόσον δεν είναι σύμφωνη με την Διαταγή 39 και τον σχετικό τύπο των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ούτε περιέχει το επιτακτικό λεκτικό ένορκης δήλωσης.
  23. Το δικαστήριο όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου XXXXX Πουτζιουρής δεν διέταξε το άνοιγμα νέου λογαριασμού αλλά απλώς να κατατίθενται σε νέο λογαριασμό και που να διέταζε με το σύστημα Αρτεμις και με το ιστορικό του αναξιόχρεου των εναγομένων 1 και 2 καμία τράπεζα δεν μας ανοίγει λογαριασμό για τις εναγόμενες 1 και 2 όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου.
  24. Επαναλαμβάνω τους ανωτέρω ισχυρισμούς μου, θέτω την αιτήτρια σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της και ισχυρίζομαι ότι η αίτηση ημερομηνίας 29/09/2016 δεν στηρίζεται σε γεγονότα που συνιστούν παρακοή και εν πάση περιπτώσει ηθελημένη παρακοή εκ μέρους μου και ως εκ τούτου η αίτηση ημερομηνίας 29/09/2016 θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας.
  25. Εγώ είμαι πρόθυμη και έτοιμη να καταθέτω τα ενοίκια σε τραπεζικό λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2 αν τα καταφέρει η αιτήτρια να τον ανοίξει και θα της παρέχω κάθε βοήθεια αν μου το ζητήσει.
  26. Εμένα οι εναγόμενες 1 και 2 μου χρωστούν δεκάδες χιλιάδες ευρώ που τους δάνεισα και ότι έγινε με τους χειρισμούς της είσπραξης των ενοικίων ήταν με την σύμφωνη γνώμη της αιτήτριας όπως η ίδια παραδέχεται στην ένορκη δήλωση της.
  27. Όλα όσα αναφέρω ανωτέρω είναι εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι από τρίτους που κατονομάζω.» Η Ακρόαση της Αίτησης Η ακρόαση της αίτησης έγινε με αγορεύσεις στη βάσει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, χωρίς σημειώνω να ζητηθεί η αντεξέταση οιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την αιτήτρια προέβη σε προφορική αγόρευση, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση έχει παραδώσει στο Δικαστήριο γραπτώς την αγόρευση του και πρόσθεσε κάποια πράγματα προφορικά. Εν πάση περιπτώσει αναφέρω εδώ πως οι θέσεις των συνηγόρων και όσα αναφέρουν έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Θα γίνει αναφορά στις αγορεύσεις κατωτέρω αν και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Νομική βάση της αίτησης αποτελεί στην ουσία το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  28. Το άρθρο 42 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι: «Τηρουµένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισµού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγµα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίµου ή φυλακίσεως ή µεσεγγυήσεως πραγµάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συµφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγµα τοιούτον ποσόν υπό µορφήν αποζηµιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιµωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασµού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγµά του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουµένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγµατος και εν γνώσει του και ηθεληµένα παροτρύνει ή συνεργεί στη µη υπακοή διατάγµατος.» Έχει εξηγηθεί στην Krasias Shoes Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1(E) A.A.Δ. σελ. 750 ότι το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η αίτηση εξαναγκασμού σε συμμόρφωση, ενώ η Δ.42Α των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών το δικονομικό πλαίσιο. Οι πρόνοιες της Δ.42Α συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν.14/
  1. Παρεμβάλλω εδώ πως ουδεμία αναφορά γίνεται στη νομική βάση της επίδικης αίτησης στην Δ.42Α των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όμως το θέμα δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω αφού αφενός ως προκύπτει από την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης 3 - καθ' ης η αίτηση η παράλειψη αυτή δεν αναδεικνύεται καθόλου ή σαν κάτι ουσιαστικό εν πάση περιπτώσει που επηρεάζει τα δικαιώματα της εναγόμενης 3, ενώ περαιτέρω η ουσιαστική διάταξη με βάση την οποία το Δικαστήριο δύναται να τιμωρήσει κάποιον για παρακοή είναι ακριβώς το άρθρο 42 του Ν.14/60 πιο πάνω. Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις, υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. Είναι καλά θεμελιωμένο ότι η διαδικασία που ακολουθείται στα πλαίσια αίτησης παρακοής αποτελεί διαδικασία stricticimy uris, διαδικασία δηλαδή κατά την οποία όλα τα δικονομικά εχέγγυα και προϋποθέσεις θα πρέπει με αυστηρότητα και σχολαστικότητα να τηρούνται, απόρροια των δραστικότατων συνεπειών που μπορεί να έχει η κατάληξη μιας αίτησης παρακοής για τον καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να σημειωθεί πως ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε αιτήσεις παρακοής δικαστικών διαταγμάτων είναι το ίδιο υψηλός όπως σε ποινική υπόθεση, δηλαδή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία βλ. Borrie & Lawe, The Law of Contempt, 3η εκδ., σελ.565-567 Halsbury's Laws of England, 5η εκδ, τόμος 22, παρα. 75, σελ.
  2. Στην απόφαση In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 128, στην σελίδα 137, ο Λόρδος Denning ανέφερε τα ακόλουθα: «A contempt of court is an offence of criminal character. A man may be sent to prison for it. It must be satisfactorily proved. To use the time - honoured phrase, it must be proved beyond all reasonable doubt. It is not proved by showing that, when the man asked about it, he told lies. There must be further evidence to incriminate him. Once some evidence is given, then his lies can be thrown into the scale against him. But there must be some other evidence. ......................................................................................... Where there are two equally consistent possibilities open to the Court, it is not right to hold that the offence is proved beyond reasonable doubt.» Πιο πρόσφατα στην απόφαση στην υπόθεση Berry Piling Systems Ltd v. Sheer Projects Ltd [2013] EWCH 347 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στην παράγραφο 25: «[25] In Malgar Ltd v RE Leach (Engineering) Ltd
(1999)EWHC 843 (Ch), [2000] FSR 393, the Vice-Chancellor on an application to bring contempt proceedings in relation to allegedly false statements in witness statements supported by a statement of truth said: "It is, I think, necessary to make clear that Rules of Court cannot make substantive changes in the law of contempt. There is much case law describing in what circumstances a contempt of court is committed. There are civil contempts and there are criminal contempts and the line between the two is not always easy to draw. But the circumstances which may justify a finding of contempt are established by case law and set out in the text books on the subject. It is not open to Rules of Court to introduce a new category of contempt, and CPR 32.14 does not do that. It provides for the possibility of a person being prosecuted for contempt if he makes or causes to be made a false statement, etc, but it does not predict what the outcome of the prosecution will be. That is a matter which must be left to the general law . . . . So what is the general law in this particular area? The general law of contempt is that actions done by an individual which interfere with the course of justice or which attempt to interfere with the course of justice are capable of constituting contempt of court. In order for the individual who has done acts which fall into that category to be liable for contempt, an appropriate state of mind of the individual must be shown. As to this the case law is not entirely clear and I am certainly not going to attempt to resolve it on this application. On one view it must be shown that the individual who is being prosecuted for this species of contempt intended to interfere with the course of justice. The other view is that it must be shown that the individual intended to do the acts in question, and that the acts interfere with the course of justice. I only mention that for the purpose of showing that there are difficulties which may arise if an attempt is made to commit for a contempt consisting of interference with the course of justice. The difficulty lies in knowing quite what mental state on the part of the accused has to be shown.» ( η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Βλ. επίσης Savings and Inestment Bank Ltd v. Gasco (No 2) [1988] 1 All E.R. 975, Knight v. Clifton [1971] Ch 700, Benham v. UK
(1996)22 E.H.R.R. 293 και Arlidge, Eady & Smith on Contempt, 4η εκδ., παρ. 3-250, σελ. 226 κ.ε. και παρα. 12-35, σελ. 1012. Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει, που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Βλ. David Bean: Injunctions, 8η έκδ.,
(2004)σελ. 90 κ.ε. παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο. Γι' αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι «για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ' ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα» βλ. Yugos Finance κ.α. v Halebay Holdings Ltd Πολ. Εφ. 180/90 ημερ. 08/03/2013. Η πράξη ή παράλειψη του καθ' ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. Άκρως διαφωτιστικό και καθοδηγητικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Μαργαρίτα Μιχαηλίδου
(2011)1A AAΔ.356 στις 364 και επόμενες: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: "The Law of Contempt" 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι: «Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injuction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiquous; secondly it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant.» Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309 λέχθηκε, με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί• πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ΄ ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1).» Στο σύγγραμμα Borrie & Lowe: "The Law of Contempt", 3η έκδ., σελ. 568, σε σχέση με παρακοή θετικής υποχρέωσης, αναφέρονται τα ακόλουθα: «So far as disobedience to a positive order is concerned it has been held that it is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants.» Εκείνο που θα οφείλει να καταδείξει ο αιτητής ώστε να προκύψει εύρημα για περιφρόνηση εκ μέρους του καθ ου η αίτηση είναι ότι θα πρέπει να προκύπτει μια ηθελημένη και εκ προθέσεως συμπεριφορά καταστρατήγησης του διατάγματος. Στην υπόθεση Attorney General for Tuvalu and Another v. Philatelic Distributors Corporation Ltd and others
(1990)W.L.R 926 υποδείχτηκε ότι επί αστικής περιφρόνησης η διαδικασία είναι οιονεί ποινική και απαιτείται όπως η παρακοή αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπόθεση αφορούσε διευθυντή εταιρείας, με βάση την αγγλική O.45 r.5 και υπεδείχθη ότι ο καθ ου η αίτηση διευθυντής θα πρέπει να είναι ένοχος μιας υπαίτιας συμπεριφοράς και ότι η απλή απραξία (inactivity) δεν είναι αρκετή (sufficient). Να προστεθεί επίσης ότι στην υπόθεση αυτή υπεδείχθη ότι στην αίτηση παρακοής θα πρέπει να καταγράφονται επαρκείς λεπτομέρειες του τι έπραξε, ή δεν έπραξε, ή τι θα έπρεπε να πράξει ο καθ ου η αίτηση, δεδομένης ακριβώς και της φύσης της διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη και του ιστορικού της υπόθεσης. Το βάρος είναι στον αιτητή, που επέχει θέση κατηγόρου, να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της παρακοής του διατάγματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως λέχθηκε στην Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω): «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στη τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Δεδομένου ότι πρόκειται για οιονεί ποινική διαδικασία, η αίτηση για καταφρόνηση δικαστικού διατάγματος, η οποία προσλαμβάνει το χαρακτήρα ποινικής κατηγορίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησής της είναι αναγκαία η απόδειξη των ακόλουθων προϋποθέσεων - συστατικών στοιχείων, με το υψηλό επίπεδο απόδειξης, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Πρώτο, η έκδοση του διατάγματος, δεύτερο, η αναγκαία οπισθογράφηση του διατάγματος από τον Πρωτοκολλητή, σύμφωνα με τη Δ.42Α Θ.1, τρίτο, η επίδοση του διατάγματος προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση, σύμφωνα με τη Δ.42Α Θ.2, τέταρτο, η επίδοση της αίτησης παρακοής, προσωπικά και πάλιν στον καθ' ου η αίτηση και, πέμπτο, ηθελημένη ανυπακοή ή πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Βλέπε και τη Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 293, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: « Από την ιδία τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιονεί ποινικής, (βλ. Ηalin v. Timur
(2005)1(Α) A.A.Δ.424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, (Μακρίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401): α. Ύπαρξη διατάγματος. β. Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης. γ. Προσωπική επίδοση του διατάγματος. δ. Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής. Σχετική επί του θέματος της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για απόδειξη παρακοής είναι η υπόθεση Ονουφρίου v. Βye
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 371.» Εξέταση της Αίτησης Έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά την αίτηση και την ένσταση που έχουν καταχωρηθεί, καθώς επίσης, επαναλαμβάνω, τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Οι διαπιστώσεις μου είναι οι εξής: (α) Ύπαρξη διατάγματος με την αναγκαία οπισθογράφηση : κατ' αρχήν να λεχθεί ότι είναι παραδεκτό ότι στις 23/11/15 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε το επίδικο διάταγμα. Στο φάκελο της υπόθεσης εξάλλου έχω εντοπίσει το κείμενο της απόφασης της αδελφής δικαστού κας Ταλαρίδου που εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα. Όμως έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά το φάκελο της υπόθεσης και έχοντας εντοπίσει το εν λόγω διάταγμα που συντάχθηκε στις 07/04/16 και επανασυντάχθηκε στις 14/04/16, κατά πρώτον επισυνημμένο σε ένορκη δήλωση του XXXXX Χ''Φιλίππου ημερ.03/10/18 με βάση την οποία δηλώνει ότι το έχει μεταφράσει στα αγγλικά (και επισυνάπτει το αγγλικό κείμενο), περαιτέρω σε ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη XXXXX Χ''Δαυίδ ημερ.03/10/18 με βάση την οποία δηλώνει ότι την ίδια μέρα επέδωσε το διάταγμα (μαζί με την ένορκη δήλωση Χ''Φιλίππου πιο πάνω και το αγγλικό κείμενο) προσωπικά στην εναγόμενη 3, αλλά και σε φάκελο, που αποτελεί μέρος του φακέλου της υπόθεσης και επισυνάπτεται σε αυτόν, με τις επιδόσεις και το διάταγμα, το διάταγμα δεν φέρει την αναγκαία ή οποιαδήποτε οπισθογράφηση (βλ. και τη Δ.42Α Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). (β) Προσωπική επίδοση του διατάγματος : πέραν της πιο πάνω αναφερόμενης προσωπικής επίδοσης του διατάγματος στην εναγόμενη 3 στις 03/10/18, δεν έχω εντοπίσει στο φάκελο της υπόθεσης ούτε και επισυνάπτεται από την αιτήτρια στην αίτηση της τέτοια επίδοση σε οιονδήποτε χρόνο πριν από την καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Ούτε σημειώνω έχει παρουσιαστεί ή ευρίσκεται στο φάκελο επίδοση ημερ.13/01/16, ως αναφέρει η αιτήτρια στην παράγραφο 17 της ένορκης της δήλωσης, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν είναι λογικό αφού επαναλαμβάνω το διάταγμα συντάχθηκε στις 07/04/16 και επανασυντάχθηκε στις 14/04/16 και άρα μεταγενέστερα της αναφερόμενης από την αιτήτρια ως ημερομηνίας επίδοσης του. (γ) Προσωπική επίδοση της αίτησης : εκ του φακέλου προκύπτει ότι πιστόν αντίγραφον της επίδικης αίτησης επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη στις 17/11/16 (βλ. σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης του ίδιου ιδιώτη επιδότη πιο πάνω). Με βάση τα πιο πάνω και έχοντας κατά νουν όσα αναφέρονται στην νομική πτυχή αλλά και ειδικότερα στην υπόθεση Μαυρονικόλα, εφόσον δύο εκ των αναφερόμενων συστατικών στοιχείων δηλ. η οπισθογράφηση του διατάγματος και η προσωπική επίδοση του διατάγματος, εννοείται πριν την καταχώρηση της αίτησης, δεν πληρούνται, είναι σαφές ότι η αίτηση δεν θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να έχει επιτυχή κατάληξη. Υπό τις περιστάσεις κρίνω πως θα ήταν άσκοπο να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο στα πλαίσια της παρούσας ή άλλοι λόγοι ένστασης. Κατάληξη Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δε της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 3-καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.