HELVA TRADING LTD ν. SURURI, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Sururi, Αρ. Αγωγής: 1329/14, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A293 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1329/14 Μεταξύ: HELVA TRADING LTD Εναγόντων Και XXXXX SURURI, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Sururi, δυνάμει Διατάγματος του Ε.Δ. Λάρνακας στην Αίτηση Διαχείρισης XXX/2001, από τη Λάρνακα Εναγόμενου ________________________________________________________________________________ Αίτηση ημερομηνίας 12/7/2019 για ακύρωση Διατάγματος Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/ Εναγόμενη: Δρ. Α. Π. Ποιητής για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής και Σία ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση/ Ενάγοντες: Α. Παπαλλής, για Αντώνης Α. Παπαλλής και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιζητούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκονται οι ακόλουθες θεραπείες: α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την ακύρωση του διατάγματος του Δικαστηρίου που εξεδόθη στις 21/5/2018 και β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την ακύρωση του διατάγματος του Δικαστηρίου που εξεδόθη στις 27/5/2019. Νομική βάση της Αίτησης αποτέλεσε η Δ.48, θ.θ. 1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η συμφυής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Κονναρή Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα, η υπό κρίση Αίτηση βασίστηκε στα γεγονότα που εμφαίνονται στη δικογραφία καθώς και στην ένορκη δήλωση της Κ. Κονναρή, δικηγορικού υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων του διαχειριστή και Εναγόμενου στην παρούσα υπόθεση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρονται όπως μπορώ να συνοψίσω τα ακόλουθα: · Στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει η ομνύουσα, η υπό αναφορά αιτήσεις κακώς έγιναν μονομερώς εφόσον κάτι τέτοιο δεν προνοείται στους κανονισμούς. Επιπροσθέτως, δεν επεδόθησαν είτε στον πρώτο είτε στον δεύτερο διαχειριστή, είτε στο γραφείο των δικηγόρων του διαχειριστή/Εναγόμενου τα εκδοθέντα διατάγματα. Αντιθέτως, αυτό το πληροφορήθηκαν κατόπιν έρευνας του φακέλου στις 11/7/2019 με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει την έκδοση ή ύπαρξη των διαταγμάτων ούτε το γραφείο των δικηγόρων ούτε οι διαχειριστές. · Ενώ ο Γ. Μιχαήλ αναφέρεται στην ένορκη του δήλωση στην εκδοθείσα από το Δικαστήριο στις 21/5/2017 απόφαση, δεν αναφέρει βασικά στοιχεία αυτής ως ακολούθως: i. Στην παράγραφο 1 της Απόφασης αναφέρεται ότι η μεταβίβαση των χρημάτων θα γίνει το αργότερο μέχρι 30/9/2017. Ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση οι Ενάγοντες θα καταβάλουν στους Εναγόμενους το ποσό των €10.000.000 πλέον το ποσό των μεσιτικών και δικηγορικών εξόδων πλέον ΦΠΑ στην εταιρεία Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής και Σία ΔΕΠΕ.
- ii)Σύμφωνα με τον όρο 4 της Απόφασης τα έξοδα των δικαστικών διαδικασιών, των διαδικασιών διαχείρισης και μεσιτίας ανέρχονται σε €1.000.000 πλέον ΦΠΑ, τα οποία θα καταβληθούν στη δικηγορική εταιρεία Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής και Σία ΔΕΠΕ. Παρά ταύτα, στην ένορκη δήλωση του Γ. Μιχαήλ, δεν αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες είχαν αυτά τα χρήματα, ούτε και παρουσιάζει οποιαδήποτε απόδειξη ότι τα έχει. · Στην παράγραφο 3 της Απόφασης, αναφέρεται ότι όλοι οι φόροι και άλλες επιβαρύνσεις σχετικά με τα κτήματα θα καταβληθούν από τους Ενάγοντες και θα βαρύνουν τους Ενάγοντες. Παρά ταύτα, ο Γ. Μιχαήλ αναφέρει ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε ήταν έτοιμος για μεταβίβαση καθότι ο Εναγόμενος ουδέποτε προέβη στην έκδοση και πληρωμή των φορολογιών. · Στην παράγραφο 3 (β) της Απόφασης αναφέρεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία οι μεταβιβάσεις δεν γίνουν εντός της πιο πάνω προθεσμίας για οποιοδήποτε λόγο, ο E. Sururi θα παραχωρήσει ανέκκλητο πληρεξούσιο στους Ενάγοντες ή σε οποιοδήποτε υποδείξουν αυτοί, με το οποίο θα τους εξουσιοδοτεί να πράξουν οτιδήποτε σχετικά με τα πωληθέντα κτήματα. Προς τούτο, ο E. Sururi παρεχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 2), το οποίο ο Γ. Μιχαήλ παρέλειψε να αναφέρει. · Σύμφωνα με την παράγραφο 5 της Απόφασης, όλες οι πιο πάνω προθεσμίες ήταν ουσιώδη στοιχεία της συμφωνίας και αν δεν υπήρχε συμμόρφωση από τους Ενάγοντες τα μέρη δεν θα είχαν πλέον οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του άλλου για οποιοδήποτε λόγο και όλες οι μεταξύ τους συμφωνίες θα ήσαν άκυρες. Ο Γ. Μιχαήλ, παρά το ότι επεσύναψε τη συμφωνία ως τεκμήριο, δεν σχολίασε καθόλου το μέρος αυτό. · Ενώ ο Γ. Μιχαήλ αναφέρεται στις επιστολές που απέστειλε το γραφείο του Δρα Ανδρέα Π. Ποιητή και Σία ΔΕΠΕ προς τον Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερομηνίας 31/5/2017 και Λάρνακας ημερομηνίας 22/5/2017, οι οποίες δείχνουν το πόσο οι Εναγόμενοι ήσαν έτοιμοι να συμμορφωθούν, αντ' αυτού ανέφερε ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε ήταν έτοιμος για μεταβίβαση. · Ενώ ο Γ. Μιχαήλ αναφέρεται στην επιστολή του γραφείου του Δρα Ανδρέα Π. Ποιητή και Σία ΔΕΠΕ ημερομηνίας 4/10/2017 (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση Μιχαήλ), σχολιάζοντας ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε ήταν έτοιμος για τη μεταβίβαση, παρέλειψε να αναφέρει ότι ο ίδιος είχε το πληρεξούσιο για να ενεργήσει. Παρέλειψε επίσης να αναφέρει ότι οι φορολογίες είχαν ήδη γνωστοποιηθεί στον ίδιο διότι είχαν αποφασιστεί. Επιπλέον στην επιστολή ημερομηνίας 4/10/2017 οι Ενάγοντες ουδέποτε απάντησαν, ούτε και ζήτησαν ξανά πληροφορίες. · Οι επιστολές τις οποίες ο ίδιος απέστειλε σε διάφορα τμήματα, αφενός δεν απευθύνονται στους Εναγόμενους ή στο γραφείο του Δρα Ανδρέα Π. Ποιητή και Σία ΔΕΠΕ, αφετέρου δε, δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία όσον αφορά την αλήθεια του περιεχομένου τους, αφού είναι απλώς αυτοεπιβεβαιωτικές. · Με τις αιτήσεις τους οι Ενάγοντες ήθελαν απλώς να καλύψουν το γεγονός ότι δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να πληρώσουν και δεν συμμορφώθηκαν προς τους όρους της Απόφασης. Απόδειξη αυτού, είναι το γεγονός ότι ουδέποτε, έστω και εκ των υστέρων, ειδοποίησαν την πλευρά του Εναγόμενου για την έκδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου. · Στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει η ομνύουσα, ουδεμία νομική βάση υπήρξε για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, ούτε και μπορούσε μονομερώς να αλλάξει ο όρος συμφωνημένης απόφασης. · Περαιτέρω, ο Ενάγων, απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:B18, Αίτηση 131/2018 πριν από την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 27/5/2019 για άδεια για καταχώρηση αιτήσεως με κλήση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Mandamus, το οποίο να διατάσσει τον Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όπως αποδεχθεί τη δήλωση πώλησης - μεταβίβασης ημερομηνίας 11/8/2017 μεταξύ του Εναγόμενου και των Εναγόντων αναφορικά με ακίνητο που βρίσκεται στην ενορία Σκάλα του Δήμου Λάρνακας και η οποία απερρίφθη στις 12/11/2018 (Τεκμήριο 4). Ένσταση- Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση στην οποία, μεταξύ άλλων, εξειδικεύονται οι ακόλουθοι λόγοι Ενστάσεως: Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθώς και παράτυπη αφού δεν δόθηκε από το Δικαστήριο η απαραίτητη άδεια για καταχώρηση και ορισμό της. Δεν καταδείχθηκε σοβαρός και επείγον λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση και ορισμός της Αίτησης κατ' εξαίρεση κατά τους μήνες των καλοκαιρινών διακοπών. Η Αίτηση είναι παράτυπη αφού η Αιτήτρια δεν επεσύναψε σ' αυτήν τα διατάγματα των οποίων ζητά την ακύρωση. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας της αίτησης των Εναγόντων/Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 31/5/2019. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια επηρεάζεται από τα εκδοθέντα διατάγματα που επιζητεί την ακύρωση τους, ούτε νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αίτηση. Τα διατάγματα ημερομηνίας 21/5/2018 και 27/5/2019 έχουν εκδοθεί ορθά και νομότυπα και δεν δικαιολογείται η ακύρωση τους. Η παρούσα Αίτηση αφορά σε τελική Απόφαση Ειδικής Εκτέλεσης η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου και δεν μπορεί να ακυρωθεί, ενώ τα επίδικα εκδοθέντα διατάγματα είναι παρελκόμενα της εν λόγω εκ συμφώνου Απόφασης, προνοούνται από ειδική νομοθεσία και δεν μπορούν συνεπώς να ακυρωθούν. Η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής. Η Ένσταση βασίζεται στη Δ.40, θ. 8, Δ.48, θ.θ. 1-4 8 και 9, Δ.4 θ. 1 και Δ.57, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (Ν.81(Ι)/2011)και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Μιχαήλ Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γ. Μιχαήλ στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: v Στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει ο ομνύοντας οι υπό αναφορά αιτήσεις νόμιμα και ως προνοείται από τους θεσμούς έγιναν μονομερώς. Το θέμα της επίδοσής τους άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και η επίδοση στην άλλη πλευρά καθώς και η δυνατότητα εμφάνισης της σε τέτοιες αιτήσεις μπορεί να επιτραπεί μόνο από το Δικαστήριο. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο και στις δύο περιπτώσεις ικανοποιήθηκε από την ενώπιον του μαρτυρία κρίνοντας ότι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση νομιμοποιούνταν να ζητούν την έκδοση των διαταγμάτων και τα εξέδωσε χωρίς να κρίνει ότι έπρεπε να διαταχθεί η επίδοση των αιτήσεων στην Αιτήτρια ή τον εκάστοτε διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ούτε γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια στη νομοθεσία σε υποχρέωση των Εναγόντων να επιδώσουν ως ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει αν ορθώς και ευλόγως εκδόθηκαν τα διατάγματα, παρά μόνο το αν υπάρχει ενώπιον του επαρκής μαρτυρία που δικαιολογεί τον παραμερισμό τους. Η παράλειψη της Αιτήτριας να επισυνάψει τα διατάγματα των οποίων ζητά την ακύρωση, είναι μοιραίο για την έκβαση της Αίτησης. v Δεν απεκρύβη οποιοδήποτε στοιχείο αναφορικά με την εκ συμφώνου εκδοθείσα Απόφαση ημερομηνίας 30/5/2017 (και όχι 21/5/2017 ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Κονναρή). v Αναφορικά με το θέμα της πληρωμής ρητώς αναφέρεται στην Απόφαση ημερομηνίας 30/5/2017 στην παράγραφο 1 ότι θα γινόταν ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση. Κατά συνέπειαν, έπρεπε να γίνουν οι αναγκαίες ενέργειες από την Εναγόμενη/Αιτήτρια ή τον εκάστοτε διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση (π.χ. έκδοση όλων των φορολογιών και το Κτηματολόγιο να βεβαιωθεί ότι οι μεταβιβάσεις ήταν εφικτές). v Πέραν της ρητής αναφοράς από μέρους του ομνύοντα ότι οι Ενάγοντες ήταν και εξακολουθούν να είναι έτοιμοι να προχωρήσουν με την υλοποίηση της Απόφασης Ειδικής Εκτέλεσης, δεν χρειαζόταν να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο περί τούτου. v Ενώ είναι γεγονός ότι η Απόφαση ημερομηνίας 30/5/2017 αναφέρει ότι όλοι οι φόροι και επιβαρύνσεις των κτημάτων θα καταβληθούν από τους Ενάγοντες, εντούτοις η Αιτήτρια δεν αναφέρει ότι για να καταστεί εφικτή η πληρωμή όλων των φορολογιών και όχι μόνο του φόρου ακίνητης περιουσίας θα έπρεπε να προηγηθεί για κάθε είδος φορολογίας σχετική αίτηση από τον διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης που ήταν το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να αιτηθεί για έκδοση και καθορισμό του συγκεκριμένου ποσού της οφειλής και να ακολουθήσει η πληρωμή έκαστου ποσού φορολογίας από τους Ενάγοντες. Οι εν λόγω αιτήσεις δεν έγιναν ποτέ και δεν περιήλθαν ποτέ υπόψη των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση όλες οι τελικές φορολογίες και, ως εκ τούτου, δεν καθορίστηκε το συνολικό οφειλόμενο ποσό για να καταστεί εφικτή η πληρωμή από τους Ενάγοντες. v Η Απόφαση ημερομηνίας 30/5/2017 προνοεί την παραχώρηση δύο ξεχωριστών πληρεξουσίων εγγράφων. Το πρώτο αναφέρεται στην παράγραφο 2 της Απόφασης και θα διδόταν άμεσα όπως και έγινε, ήτοι μέχρι την 1/6/2017 στους Ενάγοντες από τον τότε διαχειριστή και, σε περίπτωση που καθυστερούσε, υπήρχε δικαίωμα παράτασης. Το πληρεξούσιο αυτό υπεγράφη στις 3/6/2017 και το πρωτότυπο παραδόθηκε στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Το δεύτερο πληρεξούσιο αναφέρεται στην παράγραφο 3 (β) της Απόφασης και θα διδόταν στους Ενάγοντες σε περίπτωση που οι μεταβιβάσεις δεν γίνονταν εντός της προθεσμίας που προνοείται στην Απόφαση, ήτοι μέχρι 30/9/2017, ημερομηνία η οποία παρατάθηκε μέχρι τις 5/10/017 αφού το πρώτο πληρεξούσιο επιδόθηκε στους Ενάγοντες στις 6/6/2017. Το δεύτερο πληρεξούσιο ουδέποτε δόθηκε στους Ενάγοντες, κατά παράβαση των προνοιών της Απόφασης. Επίσης το πρώτο πληρεξούσιο ανακλήθηκε παράνομα στις 4/10/2017, ήτοι πριν τη λήξη του χρόνου που προνοείται στην Απόφαση, δηλαδή 5/10/2017. Επομένως, παραπλανητικά αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Κονναρή το δεύτερο πληρεξούσιο, ενώ ουσιαστικά εκείνο που δόθηκε είναι το πρώτο. Εν πάση περιπτώσει, το πληρεξούσιο που δόθηκε δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί λόγω του ότι το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας δεν επέτρεπε και δεν έδωσε στους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις ότι η μεταβίβαση των κτημάτων ήταν εφικτή, παρά τις πολλές επιστολές που οι τελευταίοι απέστειλαν στο Κτηματολόγιο για τον σκοπό αυτόν. v Οι Ενάγοντες ήταν πάντοτε έτοιμοι πρώτον, να πληρώσουν αφενός το τίμημα πώλησης των ακινήτων και αφετέρου όλους τους οφειλόμενους φόρους, αφού πρωτίστως εκδίδονταν κατόπιν σχετικών αιτήσεων από την Αιτήτρια ή τον εκάστοτε διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης και δεύτερον, να πραγματοποιήσουν τις μεταβιβάσεις. v Οι μεταβιβάσεις δεν έγιναν εξ υπαιτιότητας του Κτηματολογίου, αφού ουδέποτε ενημέρωσε τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση ότι ήταν εφικτές, αλλά και εξ υπαιτιότητας της Αιτήτριας ή του εκάστοτε διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης, οι οποίοι είχαν υποχρέωση να φροντίσουν όλα τα ακίνητα να μην βαρύνονται από οιαδήποτε εμπράγματα βάρη και επιβαρύνσεις. v Το ουσιαστικό πρόβλημα που προέκυψε κατά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση για εκτέλεση της εκ συμφώνου Απόφασης Ειδικής Εκτέλεσης ημερ. 30/5/17 είναι η άρνηση του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας να διαβεβαιώσει τους τελευταίους ότι η οποιαδήποτε μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων είναι εφικτή και να επιτρέψει ακόμη και μετά την πληρωμή των σχετικών φορολογιών τη μεταβίβαση. Μάλιστα για μερικά από τα ακίνητα επικαλούνταν προηγούμενα ισχυριζόμενα βάση και επιβαρύνσεις τα οποία ισχυρίζονταν ότι αποτελούσαν εμπόδιο στη μεταβίβαση τους. v Κατά τον χρόνο που το δοθέν πληρεξούσιο έγγραφο στους Ενάγοντες ήταν σε ισχύ οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις μεταβιβάσεις αφού, εις γνώση πάντοτε του δικηγόρου της Αιτήτριας, υπήρχαν ισχυριζόμενα εμπόδια και επιβαρύνσεις επί των ακινήτων. v Μετά την επιστολή 31/5/2017 καθώς και τις επιστολές του δικηγόρου των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 25/9/17 και 2/10/17 οι οποίες ακολούθησαν σωρείας πολύωρων συναντήσεων με τη Διευθύντρια του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και υφισταμένων της στο Κτηματολόγιο το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας ανταποκρίθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 10/10/17 από την Ασπασία Λάμπρου, Αναπληρώτρια Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας με την οποία ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να προχωρήσει η μεταβίβαση των κτημάτων πριν να αποσυρθούν και/ή ακυρωθούν τα κατ' ισχυρισμό παλαιότερα πωλητήρια έγγραφα. v Όλες οι επιστολές που στάληκαν από τους Ενάγοντες και τους δικηγόρους τους στις οποίες αναφέρεται η Αιτήτρια χωρίς να τις επισυνάπτει ως Τεκμήρια, είχαν πάντα ως σκοπό την εκτέλεση των προνοιών της εκ συμφώνου Απόφασης Ειδικής Εκτέλεσης ημερομηνίας 30/5/2017 και οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση ανέμεναν συγκεκριμένες απαντήσεις τις οποίες ποτέ δεν έλαβαν. v Αν οι Ενάγοντες όντως δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να πληρώσουν το τίμημα πώλησης, ως ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση Κονναρή, δεν θα προέβαιναν σε όλα τα διαβήματα που αναφέρονται στην παρούσα ένορκη δήλωση όσο και στις Αιτήσεις ημερομηνίας 30/4/17 και 24/4/19. v Νόμιμα οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν στην καταχώρηση των Αιτήσεων και στην έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων με τα οποία δόθηκε περαιτέρω χρόνος για εκτέλεση της εκ συμφώνου εκδοθείσας δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 30/5/17 καθότι η μεταβίβαση δεν ήταν εφικτή εμπρόθεσμα και σε καμιά περίπτωση άλλαξε μονομερώς οποιοσδήποτε όρος αυτής. v Είναι παραδεκτή η καταχώρηση της Πολιτικής Αίτησης αρ. 131/18 η οποία αποδεικνύει την προσπάθεια των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση να εξαντλήσουν όλα τα μέσα που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για να υλοποιήσουν τα συμφωνηθέντα με τη δήλωση πώλησης - μεταβίβασης ημερ. 11/8/17 αφού το Κτηματολόγιο μέχρι και σήμερα αδικαιολόγητα αρνείται να προχωρήσει στη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου που αφορά Ειδική Εκτέλεση επ' ονόματι των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση παρά την ετοιμότητα των τελευταίων να υλοποιήσουν το περιεχόμενο της δήλωσης πώλησης - μεταβίβασης ημερ. 11/8/17. v Η παρούσα περίπτωση αφορά μία τελική απόφαση ειδικής εκτέλεσης η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου και δεν μπορεί να ακυρωθεί. Ομοίως και τα επίδικα εκδοθέντα Διατάγματα τα οποία είναι παρελκόμενα της εν λόγω εκ συμφώνου Απόφασης, προνοούνται από ειδική νομοθεσία και, συνεπώς, δεν μπορούν να ακυρωθούν. v Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την Αίτηση ημερ. 31/5/19 για οδηγίες του Δικαστηρίου προς εκτέλεση της Απόφασης ημερ. 30/5/17 επιβεβαιώνει την επιθυμία και την ετοιμότητά τους για εκτέλεση της εν λόγω Απόφασης ουσιαστικά για να ξεπεραστούν τα προσκόμματα και εμπόδια εκ μέρους του Κτηματολογίου και να ικανοποιηθεί το Τμήμα Φορολογίας για να εκδώσει τις τελικές φορολογίες των οποίων η πληρωμή είναι απαραίτητη για να επιτευχθεί η μεταβίβαση. v Η παρούσα Αίτηση έγινε αμέσως μετά που δόθησαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της πιο πάνω Αίτησης των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 31/5/19 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και στον Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου στη Λευκωσία και Έφορο Φορολογίας. Σκοπός, δηλαδή, της παρούσας Αίτησης είναι η καθυστέρηση της Αίτησης ημερ. 31/5/19 ακριβώς για να μην προχωρήσει η μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων στους Ενάγοντες. v Η Αιτήτρια δεν επηρεάζεται από τα εκδοθέντα Διατάγματα ημερ. 21/5/18 και 27/5/19 μια και προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός από την ίδια. Αντιθέτως με τα εν λόγω Διατάγματα καθώς και τα διαβήματα που γίνονται από τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση προς εκτέλεση της Απόφασης ημερ. 30/5/17 η Αιτήτρια και, κατ' επέκταση η διαχείριση θα επωφεληθούν τα όσα αποφασίσθηκαν εκ συμφώνου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα συγκεκριμένα Διατάγματα, των οποίων επιδιώκεται η ακύρωση, είχαν εκδοθεί μονομερώς και, ως εκ τούτου, είναι προφανές πως η επιλογή καταχώρισης Αίτησης για ακύρωση όντως προσφέρεται βάσει της Δ.48, θ.8
(4), αλλά και της σχετικής νομολογίας[1]. Όπως ακριβώς προκύπτει από την Νικολαϊδου v. 1. Νίκου Αττιπά κ.α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1620, στόχος της Δ.48, θ.8
(4)είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί με σκοπό την ακύρωση ή διαφοροποίηση του. Όπως ρητά αναφέρει η εν λόγω δικονομική διάταξη οποιαδήποτε ακύρωση ή τροποποίηση οποιουδήποτε διατάγματος εκδοθέντος μονομερώς μπορεί να γίνει από το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο, κατόπιν αιτήσεως δια κλήσεως[2]. Στην υπόθεση Σε ό,τι αφορά την Βασούλλα Τάσου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372 λέχθηκε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η υπό αναφορά δικονομική διάταξη για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διαταγής που εκδίδεται ex parte καλύπτει τις περιπτώσεις που είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1995, όπου εκφράστηκε η άποψη ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48, θ.8
(4)καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου απαιτείται εξ αρχής αίτηση δια κλήσεως, λέχθηκε ότι το αν ορθά ή λανθασμένα υποβλήθηκε αίτηση μονομερώς είναι ζήτημα που και αυτό μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αίτησης δια κλήσεως βάσει της διαταγής αυτής. Στην υπόθεση Pambos Zenios Trading Ltd κ.α. ν. Μιχάλης Τ. Χατζηπαύλος & Υιός Λτδ κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 464 λέχθηκε ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί ρυθμίζουν περιοριστικά τις περιπτώσεις στις οποίες ένα Δικαστήριο έχει εξουσία παραμερισμού απόφασης ή διαταγής Δικαστηρίου ίδιας δικαιοδοσίας και, όπως ήδη λέχθηκε, δυνάμει της Δ.48, θ. 8
(4)παρέχεται αυτή η δυνατότητα, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης. Διασαφηνίστηκε στην Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438 ότι η διαδικασία διά κλήσεως, δυνάμει της Δ.48, θ. 8
(4), δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή, ο οποίος επιλήφθηκε προηγουμένως του θέματος κατόπιν μονομερούς αιτήσεως. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τη σελ. 444 της πιο πάνω απόφασης, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «Η εξέταση ζητήματος κατόπιν αίτησης διά κλήσεως παρά την ταυτοσημία στην φύση του ζητήματος με ό,τι απασχόλησε προηγουμένως μονομερώς έχει την δική της αυτοτέλεια και, μάλιστα, με ορίζοντες ευρύτερους. Η αίτηση διά κλήσεως δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προηγούμενης διαδικασίας η οποία είχε και εκείνη εντός των ορίων της την δική της αυτοτέλεια . Πρόκειται δικονομικά για δύο ξεχωριστά εγχειρήματα, όπως άλλωστε, συμβαίνει και στην περίπτωση, την παγιωμένη από την πρακτική, των μονομερώς εκδοθέντων και ακολούθως επιστρεπτέων συντηρητικών διαταγμάτων. Δεδομένης λοιπόν της ρητής ρύθμισης που γίνεται με την Δ.48, θ.8
(4)ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει δικαίωμα να προστρέξει σε αυτήν προκειμένου να προσβάλει διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς». Επομένως, η δυνατότητα που παρέχεται με την Δ.48, θ.8
(4)για παραμερισμό ή διαφοροποίηση διατάγματος δεν περιορίζεται στον Δικαστή που επιλήφθηκε του θέματος μονομερώς. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η λειτουργία της Δ.48, θ.8
(4)δεν περιορίζεται μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θεσμού 8. Παρέχεται ευχέρεια και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή Αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θεσμού 8, το δε γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν εκθεμελιώνει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αντίθετη κατάληξη θα ήταν ασυμβίβαστη με την ευρύτητα του λεκτικού της Δ.48, θ.8
(4).[3] Στην υπόθεση του Εφετείου Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.ά (ανωτέρω), όπου ηγέρθηκε το θέμα κατά πόσο διάταγμα διόρθωσης απόφασης, που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, θα μπορούσε να παραμερισθεί από Επαρχιακό Δικαστή, στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης με βάση τη Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών, το Δικαστήριο αποφάσισε τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Προκύπτει συνεπώς ότι η κατ΄ εξοχήν προσφερόμενη δικονομική οδός είναι εκείνη που διαλαμβάνεται στην Δ.48 θ.8
(4). Δεν παραγνωρίζουμε το ότι η πρόνοια αυτή συνιστά την απόληξη στη ρύθμιση που γίνεται με τον θ.8 της Δ.48 αναφορικά με μονομερείς αιτήσεις. Θα ήταν όμως κατά τη γνώμη μας ασυμβίβαστο με την ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θ.8, αν περιοριζόταν η λειτουργία της μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θ.8. Θα λέγαμε ότι κατά μείζονα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θ.8 και τούτο δεδομένου ότι θεωρούμε πως σε τέτοια περίπτωση το γεγονός αυτό δεν εκθεμελιώνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να εντοπίσει τη δικονομική δυνατότητα την οποία προσφέρει η Δ.48 θ.8
(4)για εξέταση της αίτησης του εφεσείοντα ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου 1993, μια δυνατότητα που έθετε την εξέταση της εν λόγω αίτησης εντός της δικαιοδοσίας, αρμοδιότητας και εξουσίας του.» Στην υπόθεση Σε ό,τι αφορά την Βασούλα Τάσου (Κακούρη)
(2000)1 Α.Α.Δ.1372 που αφορούσε αίτηση για έκδοση certiorari και εκδόθηκε λίγα χρόνια αργότερα αποφασίστηκε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48, θ.8
(4)για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διαταγής που εκδίδεται μονομερώς, καλύπτει μόνο περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής. Στην υπόθεση, όμως, Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου (ανωτέρω) το Δικαστήριο είχε διαφορετική άποψη, αποφάσισε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48, θ. 8
(4), των Θεσμών, καλύπτει όλες τις περιπτώσεις, το αν ορθά ή λανθασμένα υποβλήθηκε αίτηση μονομερώς είναι ζήτημα που και αυτό, σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω απόφαση, μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αίτησης δια κλήσεως, βάσει της Δ.48 θ. 8
(4). Σκοπός της Δ.48, θ. 8
(4)των Θεσμών δεν είναι η παροχή εξουσίας σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο να αναθεωρήσει την ορθότητα εκδοθείσας απόφασης ομοβάθμιου δικαστηρίου, κατά πόσο εφάρμοσε ορθά ή λανθασμένα το νόμο αλλά η παροχή εξουσίας να ακυρώσει ή τροποποιήσει την δικαστική απόφαση υπό το φως νέων γεγονότων ή δεδομένων που δικαιολογούν την τροποποίηση ή τον παραμερισμό της. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Στην υπό εξέταση περίπτωση η Αίτηση ημερομηνίας 30/4/2018, στη βάση της οποίας είχε παραχωρηθεί άδεια για ανανέωση του Διατάγματος για ειδική εκτέλεση, είχε υποβλήθηκε μονομερώς. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι, αφού έχω πλέον ενώπιον μου και εκείνο που επηρεάζεται από το Διάταγμα, έχω την εξουσία να επανεξετάσω το ζήτημα αν καλώς εκδόθηκε το Διάταγμα με το οποίο επετράπη η ανανέωση της περιόδου της ισχύος του. Εν πρώτοις, είναι ορθή η επισήμανση του Δρος Ποιητή ότι, παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες είχαν επισυνάψει στη μονομερή Αίτηση τους την εκδοθείσα εκ συμφώνου Απόφαση ημερομηνίας 21/5/17, ουδεμία ουσιαστική αναφορά έκαναν στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την Αίτηση τους στο περιεχόμενο της Αποφάσεως και στα όσα αυτή διελάμβανε ούτως ώστε να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου σε αυτά. Δεν είναι αρκετό να επισυνάπτεται ένα έγγραφο αλλά θα πρέπει να υποδεικνύονται στο Δικαστήριο οι σχετικές και ουσιαστικές πρόνοιες που αυτό περιλαμβάνει. Ειδικότερα, ουδεμία αναφορά έγινε στο ότι η μεταβίβαση των κτημάτων των οποίων η εκ συμφώνου Απόφαση διέτασσε την ειδική εκτέλεση, θα έπρεπε να γίνει μέχρι 30/9/17 με την ταυτόχρονη καταβολή στους Ενάγοντες από μέρους των Εναγομένων του ποσού του €10.000.000 πλέον δικηγορικά και μεσιτικά έξοδα και ΦΠΑ στους δικηγόρους των Εναγομένων[4]. Επιπλέον, ουδεμία αναφορά έγινε στο ότι στην εκ συμφώνου Απόφαση διαλαμβάνετο ρητά ότι οι προθεσμίες που καθορίζονταν σε αυτήν ήταν ουσιώδη στοιχεία της Συμφωνίας και ότι, αν δεν υπήρχε συμμόρφωση από τους Ενάγοντες, τα μέρη δεν θα είχαν πλέον οποιαδήποτε υποχρέωση το ένα έναντι του άλλου για οποιονδήποτε λόγο και ότι όλες οι μεταξύ τους συμφωνίες θα ήταν άκυρες[5]. Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, η δυνατότητα που παρείχετο από το εδάφιο
(2)του Άρθρου 9 «για ανανέωση για περαιτέρω περιόδους οι οποίες δεν υπερβαίνουν το ένα έτος η κάθε μια, αν το Δικαστήριο κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις» έχει άμεση σχέση με το κατά πόσο η χρονική περίοδος της εκ συμφώνου Απόφασης έληγε ή όχι στις 30/9/2017 και αν παρείχετο ή όχι, με βάση τα διαλαμβανόμενα σε αυτή, η ευχέρεια παράτασης των προθεσμιών που καθορίζονταν στην εκ συμφώνου Απόφαση. Επισημαίνεται εν προκειμένω και η επιφύλαξη στο εδάφιο
(2)του Άρθρου 9 σύμφωνα με την οποία «η αίτηση για ανανέωση του διατάγματος κατατίθεται στο δικαστήριο πριν από τη λήξη της περιόδου της ισχύος του και το Δικαστήριο δύναται να το ανανεώσει ανεξάρτητα αν έχει ήδη παρέλθει η πιο πάνω περίοδος». Ουδεμία, επίσης, αναφορά έγινε και στο ότι η εκ συμφώνου Απόφαση προέβλεπε ότι προς τον σκοπό της μεταβίβασης, που έπρεπε να γίνει το αργότερο μέχρι 30/9/17, οι Εναγόμενοι θα έπρεπε να εφοδιάσουν τους Ενάγοντες με πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο να τους εξουσιοδοτεί να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια προς υλοποίηση όλης της προδικασίας για μεταβίβαση των κτημάτων[6]. Κατά τον ίδιο τρόπο οι Ενάγοντες δεν επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου και στην παράγραφο 3 της εκ συμφώνου Απόφασης ο οποίος προέβλεπε ότι ο Εναγόμενος όφειλε να παραχωρήσει ανέκκλητο πληρεξούσιο στους Ενάγοντες να πράξουν οτιδήποτε σχετικά με τα κτήματα και ότι η παραχώρηση αυτή (του πληρεξουσίου) θα έπρεπε να γίνει μέχρι 30/9/17[7]. Επιπλέον ενώ στην παράγραφο 3 της εκ συμφώνου Απόφασης αναφέρεται ότι οι φόροι θα έπρεπε να καταβληθούν από τους Ενάγοντες[8] οι τελευταίοι όχι μόνο δεν επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου στην εν λόγω παράγραφο αλλά, αντιθέτως, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την μονομερή Αίτηση προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι «ο Εναγόμενος ουδέποτε ήταν έτοιμος για μεταβίβαση καθότι ουδέποτε προέβηκε στην έκδοση και πληρωμή των φορολογιών που είναι απαραίτητες για την εν λόγω μεταβίβαση». Επιπλέον, ουδεμία αναφορά έγινε, αντιθέτως δεν απεκαλύφθη στο Δικαστήριο, ότι πριν την έκδοση του Διατάγματος στις 27/5/2019, οι Ενάγοντες είχαν καταχωρήσει στο Ανώτατο Δικαστήριο την Πολιτική Αίτηση 131/18 για άδεια για καταχώρηση Αιτήσεως για κλήση και έκδοση mandamus. Όπως προέκυψε, με εκείνη την Αίτηση οι Ενάγοντες επιζητούσαν να διαταχθεί ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να αποδεχθεί τη δήλωση πώλησης μεταβίβασης ημερομηνίας 11/8/17, ήτοι πριν να λήξει ο χρόνος που καθορίζετο στην εκ συμφώνου Απόφαση, ο οποίος, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην εκ συμφώνου Απόφαση, έληγε στις 30/9/17 (Τεκμήριο 4). Με δεδομένο ότι με τη μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 30/4/2018 επιδιώχθηκε και εξασφαλίστηκε μονομερώς θεραπεία, ήτοι στην απουσία της άλλης πλευράς, θεωρώ ότι ήτο υποχρέωση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση να είχαν δώσει στο Δικαστήριο μια όσο το δυνατόν ακριβοδίκαιη περιγραφή των γεγονότων που αφορούσαν στην υπό εξέταση περίπτωση. Τέτοια υποχρέωση συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Η εν λόγω υποχρέωση δεν εξαντλείται απλώς σε επισύναψη κάποιων εγγράφων χωρίς παράλληλα να επισύρεται η προσοχή του Δικαστηρίου στο περιεχόμενο αυτό. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση η υποχρέωση των Εναγομένων να παρουσιάσουν με πληρότητα και ακριβοδίκαιο τρόπο τα σχετικά γεγονότα, δεν εκπληρώνετο με την απλή επισύναψη της εκ συμφώνου απόφασης και χωρίς δηλαδή να γίνεται ειδική μνεία σε αυτήν και να επισύρεται ταυτόχρονα η προσοχή του Δικαστηρίου σε ουσιώδεις αυτής όρους. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός Διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορεί να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή. Εν ολίγοις, θα πρέπει ο Αιτητής να παραθέτει πλήρως και δίκαια τα γεγονότα και η τιμωρία με την οποία το Δικαστήριο εφαρμόζει αυτήν την υποχρέωση είναι ότι, όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε Διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση και/ή περιγραφή. Επισημαίνεται ότι με τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης στην ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Όλες οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω έγιναν για να καταδειχθεί το ουσιώδες των γεγονότων το οποίο εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και τα οποία γεγονότα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν ενώπιον του προς το σκοπό επισήμανσης της υποχρέωσης που είχε η πλευρά των Αιτητών να θέσει όλο το φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που προσέφυγαν σ΄ αυτό μoνομερώς, κατά τρόπο δίκαιο για να αξιολογηθεί και σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτουμένων Διαταγμάτων. Το ζητούμενο στην υπό εξέταση περίπτωση είναι κατά πόσο το Δικαστήριο όταν εξέταζε και αποφάσιζε την μονομερή Αίτηση των Εναγόντων για ανανέωση είχε ενώπιον του όλα τα δεδομένα ή κατά πόσο. Σε σχέση με αυτό η κατάληξη μου είναι, σαφέστατα, αρνητική. Επαναλαμβάνω ότι, με βάση τη συζήτηση που προηγήθηκε ανωτέρω, ούτε υπεδείχθησαν στο Δικαστήριο οι όροι σχετικά με το ουσιώδες των προθεσμιών, ούτε τονίσθηκαν οι πρόνοιες της εκ συμφώνου Απόφασης με αποτέλεσμα η βάση επί της οποίας το Δικαστήριο στηρίχθηκε για να εκδώσει την απόφαση του και να εγκρίνει την μονομερή Αίτηση να ήτο ατελής. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Τούτου δοθέντος παρέλκει η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων ζητημάτων έχουν εγερθεί. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων όσων πιο πάνω έχω εξηγήσει η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει και το εκδοθέν με βάση τη μονομερή Αίτηση ημερ. 30/4/2018 Διάταγμα ημερ. 21/5/2018 ακυρώνεται. Ενόψει της ακύρωσης του εν λόγω Διατάγματος υπόκειται σε ακύρωση και το μεταγενέστερο Διάταγμα ημερ. 27/5/2019. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι/Αιτητές δικαιούνται στα έξοδα τους. Οι Καθ΄ων η Αίτηση/Ενάγοντες να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Μινέρβα v. Λόντου
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 738. [2] Δέστε In ReHjiSoteriou
(1986)1 CLR 429, Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ (Αρ.1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 739, Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ (Αρ. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ.
- [3] Δέστε Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α. (ανωτέρω). [4] Δέστε παράγραφο 1 της εκ συμφώνου Απόφασης : «Η μεταβίβαση όλων των κτημάτων θα γίνει το αργότερο μέχρι 30/09/
- Ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση οι ενάγοντες θα καταβάλουν στους εναγόμενους το ποσό των €10.000.000 (ΔΕΚΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ ΕΥΡΩ), πλέον το ποσό των δικηγορικών και μεσιτικών εξόδων, πλέον Φ.Π.Α., στη δικηγορική εταιρεία Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., που αναφέρεται πιο κάτω.» [5] Δέστε παράγραφο 5 της εκ συμφώνου Απόφασης : «Όλες οι πιο πάνω προθεσμίες είναι ουσιώδη στοιχεία της συμφωνίας και αν δεν υπάρξει συμμόρφωση από τους ενάγοντες, τα μέρη δεν έχουν πλέον οποιαδήποτε υποχρέωση το ένα έναντι του άλλου για οποιονδήποτε λόγο και όλες οι μεταξύ τους συμφωνίες είναι άκυρες.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [6] Δέστε παράγραφο 2 της εκ συμφώνου Απόφασης: «Προς το σκοπό αυτό οι εναγόμενοι θα εφοδιάσουν τους ενάγοντες με πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο θα τους εξουσιοδοτεί να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια προς υλοποίηση όλης της προδικασίας για μεταβίβαση των πιο πάνω κτημάτων.» [7] Δέστε παράγραφο 3(β) της εκ συμφώνου Απόφασης: «(β) Σε περίπτωση κατά την οποία οι μεταβιβάσεις δεν γίνουν εντός της πιο πάνω προθεσμίας για οποιοδήποτε λόγο, ο κ. Ergin Sururi θα παραχωρήσει ανέκκλητο πληρεξούσιο στους ενάγοντες ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποδείξουν οι ενάγοντες με το οποίο θα τους εξουσιοδοτεί να πράξουν ο,τιδήποτε σχετικά με τα πιο πάνω πωληθέντα τεμάχια, ήτοι: Σε τέτοια περίπτωση: (αα ) η παραχώρηση του πληρεξουσίου θα πρέπει να γίνει μέχρι τις 30/09/2017, (ββ) ταυτόχρονα με την παροχή του πληρεξουσίου θα πρέπει να καταβληθεί το πιο πάνω συμφωνηθέν τίμημα στον πιο πάνω διαχειριστή της εναγομένης περιουσίας ή οποιοδήποτε τυχόν υπόλοιπο τίμημα από το συμφωνηθέν,..». [8] Δέστε παράγραφο 3(α) της εκ συμφώνου Απόφασης: Νοείται ότι: (α) Οποιαδήποτε ποσά αναφέρονται σε οποιουσδήποτε φόρους ή οποιεσδήποτε άλλες επιβαρύνσεις των κτημάτων, περιλαμβανομένων των μεταβιβαστικών τελών, κεφαλαιουχικών κερδών, δικηγορικών εξόδων, άλλων εξόδων και φόρων και όχι μόνον αυτών, θα καταβληθούν από τους ενάγοντες για λογαριασμό της διαχείρισης και θα βαρύνουν τους ενάγοντες. (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο