ΤΥΧΩΝΟΣ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 748/2019, 8/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A285 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 748/2019 Μεταξύ: XXXXX ΤΥΧΩΝΟΣ , XXXXX 64 , XXXXX ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ , ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ 8, ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ Ημερομηνία: 8 Oκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Ενάγοντα: Τ. Μπετίτο Για Καθ΄ης η Αίτηση/Εναγόμενη: Δρ. Α. Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Επιζητούμενες Θεραπείες Με μονομερή Αίτηση που καταχώρησε ο Ενάγοντας/Αιτητής επεδίωξε την έκδοση των ακόλουθων Διαταγμάτων: Α. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η πώληση μέσω διαδικασίας πλειστηριασμού και/ή οιεσδήποτε ενέργειες με σκοπό την αποξένωση και/ή μεταβίβαση και/ή εκποίηση από την Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση και/ή αντιπροσώπους της του πιο κάτω περιγραφόμενου ακινήτου του Ενάγοντα/Αιτητή που βρίσκεται στον Άγιο Τύχωνα της επαρχίας Λεμεσού. Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Φύλλο/Σχέδιο 2-210-343, Επαρχία Λεμεσού, Κοινότητα Άγιος Τύχωνας Β. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Καθ'ης η Αίτηση να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου με βάση τις πρόνοιες των Άρθρων 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή να αναστέλλει τη διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή νεώτερης απόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται και/ή εμποδίζεται η Εναγόμενη/Καθ'ης η Αίτηση όπως προχωρήσει με βάση την Επιστολή ΤΥΠΟΣ «ΙΒ» (Άρθρο 44Δ
(2)σε περαιτέρω ενέργειες με σκοπό την πώληση του πιο πάνω περιγραφόμενου ακινήτου και/ή την αποξένωση του και ή διαδικασία πλειστηριασμού του. Γ. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται η Εναγόμενη/ Καθ'ης η Αίτηση να διεκδικήσει και ή απαιτήσει οποτεδήποτε οιονδήποτε ποσόν από τον Ενάγοντα/Αιτητή αναφορικά με το κατ'ισχυρισμόν ενυπόθηκο χρέος πριν το Δικαστήριο αποφασίσει για το πραγματικά οφειλόμενο ποσό που οφείλει ο Ενάγοντας/Αιτητής στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και/ή μέχρι την ακρόαση και έκδοση απόφασης και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Έξοδα της παρούσης Αιτήσεως. Νομική Βάση Αίτησης: Νομική βάση της Αίτησης αποτέλεσε το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, το Άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 η Δ.48 Θ.Θ. 1,2,θ.8
(1)και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/65 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα με τον Ν. 87
(1)2018, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 23 και 30, το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α),οι αρχές της Επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω τα ακόλουθα: § Είναι ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. § Την 25/5/2019 παρέλαβε με ιδιώτη επιδότη επιστολή τύπος « I » (Τεκμήριο 1). § Την 11/6/2019 καταχώρησε μέσω του Δικηγόρου του την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή με την οποία αμφισβητεί το οφειλόμενο ποσό. § Κατά/ή περί τις αρχές Ιουνίου η δικηγόρος του επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Καθ' ης η Αίτηση και κατά/ή περί τις 13 Ιουνίου απέστειλε επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με την οποία ζητούσε όπως λάβει αντίγραφα καταστάσεων τήρησης λογαριασμού, την διαιτητική απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε χρόνο που ο Ενάγων δεν θυμάται και περαιτέρω ζητούσε συνάντηση για εξεύρεση λύσης (Τεκμήριο 2). § Κατά ή περί την 25/6/2019 επιδόθηκε στον Ενάγοντα/Αιτητή από ιδιώτη επιδότη Επιστολή Τύπου «ΙΒ» (Τεκμήριο 3). § Αμέσως ο Ενάγοντας/Αιτητής επικοινώνησε με τον Δικηγόρο του ο οποίος τον πληροφόρησε ότι έπρεπε να προηγηθεί της επίδοσης της επιστολής του Τύπου «ΙΒ» η επίδοση της επιστολής του Τύπου «ΙΑ» η οποία του δίδει το δικαίωμα σύμφωνα με τον Νόμο να προσφύγει στο Δικαστήριο και να την αμφισβητήσει με το ένδικο μέσο της Αίτησης/Έφεσης και ότι η επίδοση του τύπου ΙΒ χωρίς να προηγηθεί η ΙΑ είναι αντικανονική, παράνομη και/ή άκυρη και/ή πάσχει αφού δεν τηρήθηκαν ορθά από την Εναγόμενη οι ορθές διαδικασίες με βάση τον Νόμο καθότι δεν του επιδόθηκε η Ειδοποίηση τύπου ΙΑ και ουδέποτε του δόθηκε το δικαίωμα και η προθεσμία για να προσφύγει με Αίτηση/Έφεση στο Δικαστήριο και να αμφισβητήσει τον πλειστηριασμό. Επιπλέον το ποσό που αναγράφεται επί της Ειδοποίησης τύπου «I» (Τεκμήριο 1) δεν έχει καμία σχέση με το πραγματικό οφειλόμενο υπόλοιπο, ούτε η εν λόγω Ειδοποίηση συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων, και όλων των εξόδων για την είσπραξη του. Ως ο Δικηγόρος του τον συμβουλεύει, από μια απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 1, της επιστολής τύπου «I» φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν τηρεί τους όρους και τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο Νόμος καθότι η φερόμενη ως κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει αυτήν δεν συνιστά δεόντως συνταγμένη κατάσταση, αλλά ένα ελλειπτικό έγγραφο που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Νόμου με αποτέλεσμα να την καθιστά ελαττωματική και/ή παράνομη. Περαιτέρω δεν μπορεί να γνωρίζει ποιο είναι ακριβώς αυτό το ποσό το οποίο καλείται να καταβάλει αφού δεν αναφέρεται σε αυτό συγκεκριμένο ποσό. § Η ειδοποίηση τύπου «I», Τεκμήριο 1, δεν συνοδευόταν από τον τύπο «Θ» και ουδέποτε του επιδόθηκε η επιστολή τύπου «Θ» § Η Εναγόμενη Καθ' ης η/Αίτηση παράτυπα και/ή παράνομα και/ή πρόωρα και/ή καταχρηστικά επέδωσε στον Αιτητή/Ενάγοντα την επιστολή τύπου «ΙΒ» χωρίς προηγουμένως να του επιδώσει την επιστολή τύπου «ΙΑ». Η επιστολή τύπου «ΙΒ» είναι πρόωρη και/ή καταχρηστική και/ή παράνομη και βλάπτει τα δικαιώματα μου που μου παρέχονται από το Νόμο αφού δεν μπορεί να καταχωρήσει το προβλεπόμενο από τον Νόμο ένδικο μέσο της Αίτησης/Έφεσης για την ακύρωση του πλειστηριασμού. § Ως ο Δικηγόρος του Αιτητή/Ενάγοντα τον συμβουλεύει, πριν το Δικαστήριο αποφασίσει τις αιτούμενες θεραπείες στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή για το ποιο είναι το πραγματικό οφειλόμενο ποσό που οφείλει στην Εναγόμενη η Εναγόμενη δεν δικαιούται να προαποφασίσει και να κρίνει το αποτέλεσμα της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο Αγωγής προχωρώντας στην πώληση του ακινήτου . § Το πιο πάνω περιγραφόμενο ακίνητο αποτελεί το μόνο περιουσιακό στοιχείο του Αιτητή/Ενάγοντα για να εξασφαλίσει το μέλλον των παιδιών του, είναι η μόνη κληρονομική περιουσία που κατέχει. Η αξία του είναι τεράστια όχι μόνο οικονομικά, αφού είναι 14 1/4 σκάλες και η τιμή του, εξ' όσων πληροφορείται, ανέρχεται στο ποσό περίπου των €300.000 η σκάλα. Από έγκυρες πληροφορίες που έχει λάβει από αρμόδιους θα ενταχθεί σε οικιστική ζώνη και η αξία του θα διπλασιαστεί. Πρόκειται για μια περιουσία που υπερκαλύπτει κατά πολύ το οφειλόμενο ποσό. § Σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα η Καθ'ης η Αίτηση δεν θα υποστεί καμία ζημιά αφού το ακίνητο θα συνεχίσει να είναι υποθηκευμένο προς όφελος της, δεν θα έχει ο Αιτητής/Ενάγοντας οποιοδήποτε δικαίωμα να το αποξενώσεο χωρίς την συγκατάθεση τους και αν δεν καταβάλω το ποσό του ενυπόθηκου χρέους μου. Η αξία του ακινήτου είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από το ενυπόθηκο χρέος και η επικείμενη αλλαγή της ζώνης του σε οικιστική γεγονός θα αυξήσει περαιτέρω την αξία του με αποτέλεσμα να μην υφίσταται κίνδυνος η Καθ΄ης η Αίτηση να υποστεί ζημιά. § Ως ο Αιτητής/Ενάγοντας συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του δεν μπορεί να καταχωρήσει την Αίτηση/Έφεση η οποία προβλέπεται από τον Νόμο για να αιτηθεί την ακύρωση και/ή παραμερισμό του πλειστηριασμού εφόσον δεν του έχει επιδοθεί η επιστολή τύπου ΙΑ και μόνο η επιστολή τύπου ΙΑ εφεσιβάλλεται. Συνεπώς δεν έχει στην διάθεση του οιοδήποτε άλλο μέσο πλην της παρούσας Αίτησης για να εμποδίσει την συνέχιση της διαδικασίας του πλειστηριασμού και να διαφυλάξει τα δικαιώματα του έναντι μιας διαδικασίας που νομικά πάσχει και/ή είναι παράνομη και/ή αντικανονική. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από την Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία έχει την ίδια, βασικά, νομική βάση ως και η Αίτηση. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Ο Ενάγων με την παρούσα Αγωγή αξιοί απόφαση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το ποσό το οποίο οφείλει επί τη βάσει του λογαριασμού υπ' αρ. XXXXX602-2 ανέρχεται σε μόνο €350.000. · Για το ποσό του λογαριασμού αυτού ηγέρθη η Αγωγή XX/2010 και εξεδόθη Απόφαση. · Οι δύο Αγωγές, δηλαδή η παρούσα και η XX/10, αναφέρονται, στον ίδιο λογαριασμό. Ως εκ τούτου, η Αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει λόγω δεδικασμένου. · Εν όψει των πιο πάνω ο Ενάγων κωλύεται (estopped) να προχωρήσει και δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας. · Διαζευκτικά και υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω η Αγωγή δεν ήταν ο ορθός τρόπος να προβληθεί η απαίτηση εφόσον δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε πιθανότητα επιτυχίας. Γι΄αυτό τον λόγο η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. · Όσον αφορά τον ισχυρισμό για τον τύπο ΙΑ, αυτός δεν έχει οποιαδήποτε βάση νομική και δεν χρειάζετο να επιδοθεί πριν τον τύπο ΙΒ. Η κατάσταση η οποία έχει αποσταλεί είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Ένορκη Δήλωση Χ. Σωτηρίου Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Σωτηρίου, υπαλλήλου των Εναγομένων στην οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο των Λόγων Ένστασης καταθέτοντας επιπλέον και τα ακόλουθα Τεκμήρια: ð Το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στην Αγωγή υπ. αρ. XX/2010 του Ε.Δ. Λάρνακας ως Τεκμήριο 1. ð Την Απόφαση που εξεδόθη στην πιο πάνω Αγωγή ως Τεκμήριο 2. ð Την Κατάσταση Λογαριασμού από την ημέρα επιδόσεως της Απόφασης ως Τεκμήριο 3. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι σε τέτοιου είδους Αιτήσεις, όπως η παρούσα, δεν απαιτείται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του[6]. Βασικά εκείνο το οποίο εξετάζεται αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία, αν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Μέσω του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου ο Ενάγων επιδιώκει την έκδοση διαφόρων θεραπειών που αφορούν αφενός στον καθορισμό του οφειλόμενου ποσού με βάση τη Διαιτητική απόφαση που, όπως αναφέρεται, εκδόθηκε για το επίδικο δάνειο [Θεραπείες υπό στοιχεία (Α) - (Λ)] και αφετέρου Διάταγμα που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει οποιεσδήποτε Ειδοποιήσεις της Εναγόμενης τύπου Θ και Ι και/ή τη διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου που αφορά στην επίδικη σύμβαση δανείου [Θεραπεία υπό στοιχείο (Μ)]. Σε ό,τι αφορά τις επιζητούμενες υπό στοιχεία (Α) μέχρι (Λ) θεραπείες δεν είναι αντιληπτό ποιο ουσιαστικό δικαίωμα εγείρεται. Αντιθέτως οι εν λόγω θεραπείες οι οποίες περιστρέφονται γύρω από τον καθορισμό του οφειλόμενου ποσού σε σχέση με ένα δάνειο για το οποίο εκδόθηκε Απόφαση δεν αποκαλύπτουν κάποια γνωστή στο Νόμο αιτία αγωγής. Με άλλα λόγια δεν είναι νοητή η επιδίωξη αναγνωριστικής απόφασης ότι το οφειλόμενο ποσό ενός δανείου είναι το χ ποσό καθ΄ην στιγμή υφίσταται σχετικά με αυτό δικαστική απόφαση η οποία έχει επιλύσει το ζήτημα καθορίζοντας το οφειλόμενο, δυνάμει του δανείου, ποσό. Δεν ισχύει, ωστόσο, το ίδιο σε σχέση με την αιτούμενη υπό στοιχείο (Μ) θεραπεία. Σε σχέση με αυτό επισημαίνεται ότι η αμφισβήτηση του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί είναι δυνατή από μέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη ως είναι η περίπτωση του Ενάγοντα/Αιτητή στη βάση των προνοιών του Άρθρου 44(Β)
(3)του Νόμου 9/1965[7]. Τούτου δοθέντος η θεραπεία που επιζητείται με βάση το αιτητικό (Μ) του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου εμπίπτει σε αυτό το δικαίωμα που ο Νόμος 9/1965 παρέχει στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Στη βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, και, ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιείται η εν λόγω προυπόθεση που θέτει το Άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Όπως υπεδείχθη στην Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23/3/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Στην υπό εξέταση περίπτωση ο λόγος που επιδιώκεται η θεραπεία υπό στοιχείο (Μ) του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου είναι λόγω του ότι, κατά τη θέση του Ενάγοντα/Αιτητή, της επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπου ΙΒ η οποία έχει επιτευχθεί σε αυτόν θα έπρεπε να είχε προηγηθεί η επίδοση της Ειδοποίησης τύπου ΙΑ. Εν ολίγοις η θέση του Ενάγοντα/Αιτητή είναι ότι η επίδοση της Ειδοποίησης τύπου ΙΒ χωρίς να προηγηθεί η Ειδοποίηση τύπου ΙΑ είναι αντικανονική, παράνομη και πάσχει αφού δεν τηρήθηκαν, όπως είναι ο σχετικός ισχυρισμός από τον Ενάγοντα/Αιτητή, οι ορθές διαδικασίες με βάση τον Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί σε βαθμό μάλιστα που η όλη διαδικασία να έχει εκθεμελιωθεί. Ωστόσο, η πιο πάνω θέση ουδόλως συνάδει με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου και ειδικότερα με τα όσα διαλαμβάνονται στο Άρθρο 44Δ
(2)του Νόμου 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και τα οποία, στο βαθμό που ενδιαφέρουν, έχουν ως εξής: «
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει ειδοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη, κατά τον Τύπο «ΙΒ» του Δεύτερου Παραρτήματος, η οποία δύναται να επιδίδεται είτε πριν από είτε μετά από είτε ταυτόχρονα με την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», αναφέροντας σε αυτήν ότι εντός δέκα
(10)ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης θα προχωρήσει στο διορισμό εκτιμητή: ......................................» Στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί δεν διαφαίνεται εν προκειμένω η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας με αποτέλεσμα να μην πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32. Από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται θέμα προοπτικής επιτυχίας περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων. Θα ήταν, θεωρώ, αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζονται τα υπόλοιπα κριτήρια. Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης κατά τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των δικηγόρων παρέλκει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι συνεπώς η κατάληξη μου ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, κάτι το οποίο οδηγεί, αναπόφευκτα, στην απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Καθ΄ης η Αίτηση/Εναγόμενη δικαιούται στα έξοδα της Ο Αιτητής/Ενάγοντας να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπ ρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita- Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 και T.A. Micrologic Com. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1802. [7] «
(3)Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο