← Κύπρος

HELVA TRADING LTD ν. SURURI, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Sururi κ.α., Αρ. Αγωγής: 1327/14, 31/10/2019

HELVA TRADING LTD ν. SURURI, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Sururi κ.α., Αρ. Αγωγής: 1327/14, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:A294 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1327/14 Μεταξύ: HELVA TRADING LTD Εναγόντων Και XXXXX SURURI, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Sururi, δυνάμει Διατάγματος του Ε.Δ. Λάρνακας στην Αίτηση Διαχείρισης XXX/2001, από τη Λάρνακα Εναγόμενου ________________________________________________________________________ Αίτηση ημερομηνίας 23/7/2019 για ακύρωση διατάγματος Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/ Εναγόμενη: Δρ. Α. Π. Ποιητής για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής και Σία ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες: Α. Παπαλλής, για Αντώνης Α. Παπαλλής και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιζητούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκονται οι ακόλουθες θεραπείες: α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την ακύρωση του διατάγματος του Δικαστηρίου που εξεδόθη στις 17/11/2017 καιι β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την ακύρωση του διατάγματος του Δικαστηρίου που εξεδόθη στις 5/11/

  1. Νομική βάση της Αίτησης αποτέλεσε η Δ.48, θ.θ. 1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η συμφυής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Κονναρή Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα, η υπό κρίση Αίτηση βασίστηκε στα γεγονότα που εμφαίνονται στη δικογραφία καθώς και στην ένορκη δήλωση της Κ. Κονναρή, δικηγορικού υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων της Διαχειρίστριας και Εναγόμενης στην παρούσα υπόθεση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο παρεχώρησε Διάταγμα για παράταση του χρόνου εντός του οποίου θα μπορούσε να εκτελεσθεί το αρχικά εκδοθέν Διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο. · Η αίτηση για παράταση έγινε με μονομερή αίτηση (ex parte), κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται. Θα έπρεπε να ειδοποιηθούν και οι Εναγόμενοι περί τούτου. Αντ' αυτού, η πλευρά των εναγομένων και το γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων δεν ειδοποιήθηκε σχετικά με το θέμα. Περαιτέρω, ούτε καν μετά την έκδοση του Διατάγματος τους ή απεστάλη ή εγνωστοποιήθη με οποιονδήποτε τρόπο η έκδοση του Διατάγματος. Αυτό περιήλθε εις γνώση τους από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα μόλις πριν λίγες ημέρες. · Το Διάταγμα αυτό εξεδόθη χωρίς να υπάρξει πλήρης αποκάλυψη όλων των γεγονότων από τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα: i. Οι Ενάγοντες ανέφεραν ότι από το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρήθηκε ότι η υπόθεση διευθετήθηκε ενόψει του ότι κατατέθηκε το Τεκμήριο 4 της αίτησης. Παρά ταύτα, δεν επισύρεται η προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι στο Τεκμήριο αυτό στη σελ.3 αναφέρεται ότι: «Ότι έχει σημασία είναι ότι με τη συμφωνία αυτή διευθετήθηκαν οι επίδικες διαφορές στην αγωγή XXXX/2014 και οι ενάγοντες όχι μόνο ρητά δήλωσαν ότι θεωρούν την αγωγή αντικείμενο της παρούσας έφεσης ως ικανοποιηθείσα και ότι δεν έχουν οποιαδήποτε απαίτηση επί τη βάσει αυτής, αλλά και ανέλαβαν ανεπιφύλακτα να αποσύρουν την αίτησή τους. Αν προέκυψαν άλλες διαφορές στην ερμηνεία και υλοποίηση της νέας συμφωνίας αυτές δεν μπορούν να κριθούν στα πλαίσια των εφέσεων επί της αγωγής εκείνης. . Ως εκ των ανωτέρω, η έφεση της ενάγουσας έχει διευθετηθεί και απορρίπτεται.» ii. Επίσης, οι Ενάγοντες δεν επισύναψαν την αγόρευσή τους την οποία καταχώρησαν στην Πολιτική Έφεση 431/2016, στην οποία αναφέρουν (παράγραφος 8): «Εξάλλου, ακόμα και για τα τεμάχια για τα οποία δόθηκε η άδεια του Κηδεμόνα, χωρίς βλάβη της θέσης ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση οι πρόνοιες του ν.139(Ι)/1991, ουδέποτε ήταν εφικτή η μεταβίβαση, ενώ δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι το τεκμήριο 4 αναφέρεται στο σύνολο των περιγραφόμενων σ' αυτό ακινήτων.» iii. Δεν ανέφεραν στο Δικαστήριο τις πρόνοιες του πρακτικού για δήλωση Απόφασης. · Οι επιστολές στις οποίες αναφέρεται ο XXXXX Μιχαήλ είχαν ήδη αποσταλεί πριν από την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην έφεση. Το ίδιο και οι επιστολές από το Τμήμα Κτηματολογίου και από το Υπουργείο Εσωτερικών. · Μετά την έκδοση της Αποφάσεως και κατόπιν 2 επιστολών που απέστειλαν στους Ενάγοντες ημερ. 8/12/2016 (Τεκμήριο 1), παρουσιάσθηκε στο Κτηματολόγιο για λογαριασμό της Εναγόμενης ο κ. Peter Hadjisoteriou, ο οποίος είχε εφοδιασθεί με ειδικό πληρεξούσιο (Τεκμήριο 2) για μεταβίβαση. Παρά ταύτα, οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν (Τεκμήριο 3). · Οι Ενάγοντες εκλήθησαν για να παρουσιασθούν ξανά στις 29/09/2017 με επιστολή ημερ. 27/09/2017 (Τεκμήριο 4) αλλά και πάλι δεν προσήλθαν, παρά το ότι μετέβη η ίδια η Εναγομένη για μεταβίβαση (τεκμήριο 5). · Περαιτέρω, οι Ενάγοντες, ενώ ο XXXXX Μιχαήλ ορκίσθηκε στις 5/10/2018, δεν ανέφεραν οτιδήποτε στο Δικαστήριο για την αίτηση mandamus, την οποία κατεχώρησαν οι Εναγόμενοι την 12/9/2018 και η οποία τους επεδόθη (Τεκμήριο 6). Ένσταση- Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση στην οποία, μεταξύ άλλων, εξειδικεύονται οι ακόλουθοι λόγοι Ενστάσεως: Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθώς και παράτυπη αφού δεν δόθηκε από το Δικαστήριο η απαραίτητη άδεια για καταχώρηση και ορισμό της. Δεν καταδείχθηκε σοβαρός και επείγον λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση και ορισμός της Αίτησης κατ' εξαίρεση κατά τους μήνες των καλοκαιρινών διακοπών. Η Αίτηση είναι παράτυπη αφού η Αιτήτρια δεν επεσύναψε σ' αυτήν τα διατάγματα των οποίων ζητά την ακύρωση. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας της αίτησης των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 31/5/
  2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια επηρεάζεται από τα εκδοθέντα διατάγματα που επιζητεί την ακύρωση τους, ούτε νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αίτηση. Τα Διατάγματα ημερομηνίας 21/5/2018 και 27/5/2019 έχουν εκδοθεί ορθά και νομότυπα και δεν δικαιολογείται η ακύρωση τους. Η παρούσα Αίτηση αφορά σε τελική Απόφαση Ειδικής Εκτέλεσης η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου και δεν μπορεί να ακυρωθεί, ενώ τα επίδικα εκδοθέντα διατάγματα είναι παρελκόμενα της εν λόγω εκ συμφώνου Απόφασης, προνοούνται από ειδική νομοθεσία και δεν μπορούν συνεπώς να ακυρωθούν. Η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής. Η Ένσταση βασίζεται στη Δ.40, θ. 8, Δ.48, θ.θ. 1-4 8 και 9, Δ.4 θ. 1 και Δ.57, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (Ν.81(Ι)/2011)και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Μιχαήλ Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γ. Μιχαήλ στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: v Στη βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει ο ομνύοντας η υπό αναφορά Αιτήσεις νόμιμα και ως προνοείται από τους θεσμούς έγιναν μονομερώς. Το θέμα της επίδοσής τους άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και η επίδοση στην άλλη πλευρά καθώς και η δυνατότητα εμφάνισης της σε τέτοιες αιτήσεις μπορεί να επιτραπεί μόνο από το Δικαστήριο. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο και στις δύο περιπτώσεις ικανοποιήθηκε από την ενώπιον του μαρτυρία κρίνοντας ότι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση νομιμοποιούνταν να ζητούν την έκδοση των Διαταγμάτων και τα εξέδωσε χωρίς να κρίνει ότι έπρεπε να διαταχθεί η επίδοση των αιτήσεων στην Αιτήτρια ή τον εκάστοτε διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ούτε γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια στη νομοθεσία σε υποχρέωση των Εναγόντων να επιδώσουν ως ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει αν ορθώς και ευλόγως εκδόθηκαν τα διατάγματα, παρά μόνο το αν υπάρχει ενώπιον του επαρκής μαρτυρία που δικαιολογεί τον παραμερισμό τους. Η παράλειψη της Αιτήτριας να επισυνάψει τα Διατάγματα των οποίων ζητά την ακύρωση, είναι μοιραίο για την έκβαση της Αίτησης. v Δεν μπορεί να τίθεται θέμα μη πλήρους αποκάλυψης όλων των γεγονότων από τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση, καθώς ολόκληρη η Απόφαση απόσυρσης της έφεσης αρ. 431/16, ημερ. 8/2/2018, επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο «3» στην Αίτηση τους, ημερ. 25/10/18, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το δεύτερο Διάταγμα ημερ. 5/11/2018, για άδεια εκτέλεσης της Απόφασης ημερ. 1/11/
  3. Ομοίως στην ίδια Αίτηση, επεσυνάφθη ως Τεκμήριο «4» ολόκληρο το Πρακτικό για Δήλωση Απόφασης ημερομηνίας 15/6/
  4. Επομένως όλα τα πιο πάνω έγγραφα ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου και βάσει αυτών αποφάσισε την έκδοση του δεύτερου επίδικου Διατάγματος. v Στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής την 1/11/2016 εκδόθηκε Απόφαση ειδικής εκτέλεσης του τεμαχίου αρ. 471, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Η εν λόγω Απόφαση είχε εφεσιβληθεί από την Εναγόμενη/Αιτήτρια με την έφεση αρ. 408/16 και από τους Ενάγοντες /Καθ' ών η Αίτηση με την έφεση αρ. 431/
  5. Η έφεση αρ. 408/16 αποσύρθηκε, ενώ η έφεση αρ. 431/16 με την ως άνω αναφερόμενη Απόφαση, ημερ. 8/2/2018 απορρίφθηκε καθότι θεωρήθηκε ότι διευθετήθηκε ενόψει του ότι κατατέθηκε το πιο πάνω Πρακτικό ημερ. 15/6/2017, το οποίο όμως μέχρι σήμερα δεν έχει καταστεί απόφαση Δικαστηρίου ως ρητώς προνοούσαν οι όροι 1 και 2 αυτού, ούτε συνήφθη οποιαδήποτε ακυρωτική συμφωνία αλλά ούτε και εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η απόφαση ειδικής εκτέλεσης ημερ. 1/11/
  6. Αυτό εξάλλου αναφέρθηκε και στην παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης που συνόδευε την Αίτηση των Εναγόντων/Καθ' ών η Αίτηση, ημερ. 25/10/2018, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε το δεύτερο επίδικο Διάταγμα, ημερ. 5/11/2018 για άδεια εκτέλεσης της απόφασης ειδικής εκτέλεσης, ημερ. 1/11/
  7. v Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το εν λόγω Πρακτικό ημερ. 15/6/2017 δεν έχει καταστεί απόφαση του Δικαστηρίου, εφόσον ο πρώτος και κυριότερος όρος αυτού, ήτοι η έκδοση απόφασης και Διαταγμάτων εναντίον της Εναγομένης/Αιτήτριας για ειδική εκτέλεση πέντε κτημάτων ουδέποτε υλοποιήθηκε εξ υπαιτιότητας της Εναγομένης/Αιτήτριας καθότι ο όρος αρ. 1 ήταν η βασική προϋπόθεση για την ισχύ των υπολοίπων όρων και προνοιών του εν λόγω Πρακτικού. v Η Πολιτική Αίτηση αρ. 113/18 δεν αφορά στην απόφαση ειδικής εκτέλεσης ημερ. 1/11/2016 αφού ζητείται μόνο να διαταχθεί το Κτηματολόγιο να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες και σε καμία περίπτωση ζητήθηκε ο παραμερισμός της εν λόγω Απόφασης. Η δεύτερη αίτηση των Εναγόντων/Καθ' ών η Αίτηση για άδεια εκτέλεσης της εν λόγω Απόφασης ειδικής εκτέλεσης καταχωρήθηκε την 25/10/2018 συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του ομνύοντα ίδιας ημερομηνίας και όχι ημερ. 05/10/
  8. Άρα κατά την 25/10/2018 είχε μόνο καταχωρηθεί η Πολιτική Αίτηση mandamus αρ.113/18 γεγονός το οποίο ουδόλως επηρέαζε την Απόφαση ειδικής εκτέλεσης ημερ. 1/11/
  9. Αλλά ακόμη και να υπήρχε το Διάταγμα mandamus εκδομένο κατά την 25/10/2018 πάλιν δεν θα χρειαζόταν να αναφερθεί αφού δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την Απόφαση ειδικής εκτέλεσης. Στην ρηθείσα Πολιτική Αίτηση εκδόθηκε σχετικό Διάταγμα κατόπιν ακρόασης της και ασκήθηκε από τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση την 18/1/2019 η έφεση αρ. 19/19 εναντίον της, όπως εξάλλου αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση. v Εν πάση περιπτώσει οι Ενάγοντες/Καθ' ών η Αίτηση καταχώρησαν την έφεση αρ.19/19 εναντίον της πιο πάνω Απόφασης mandamus αρ. 113/18 η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, όπως ο ομνύοντας πληροφορείται από τους δικηγόρους των Εναγόντων/Καθ' ών η Αίτηση, δεν μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε μέρος της εν λόγω Απόφασης mandamus αρ. 113/18 (Τεκμήριο «8» της Ένστασης) μέχρι την τελική εκδίκαση της έφεσης. v Είναι η θέση των Εναγόντων/Καθ' ών η Αίτηση ότι η παρούσα περίπτωση πρόκειται για μία τελική απόφαση ειδικής εκτέλεσης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και αποτελεί δεδικασμένο και, ως τέτοια, δεν μπορεί να ακυρωθεί με αυτή την διαδικασία. Ομοίως είναι η θέση τους ότι τα επίδικα εκδοθέντα Διατάγματα είναι παρελκόμενα της εν λόγω εκ συμφώνου Απόφασης, προνοούνται από ειδική νομοθεσία (βλέπε Άρθρο 9

(2)του Ν.81(Ι)/2011) και, συνεπώς, δεν μπορούν να ακυρωθούν. Άρα η αιτούμενη ακύρωση των επίδικων Διαταγμάτων δεν μπορεί παρά να εξισούται με την παράνομη και παράτυπη ακύρωση της τελεσίδικης δικαστικής Απόφασης ειδικής εκτέλεσης ημερομηνίας 1/11/2016. v Η Εναγόμενη/Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να ζητά την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 5/11/2018, που ζητείται στην εν λόγω παράγραφο η ακύρωση του, αλλά και του Διατάγματος ημερ. 17/11/2017 για το οποίο καμία αναφορά γίνεται, αφού, μεταξύ άλλων, αυτά έχουν εκδοθεί ορθά και νομότυπα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα συγκεκριμένα Διατάγματα, των οποίων επιδιώκεται η ακύρωση, είχαν εκδοθεί μονομερώς και, ως εκ τούτου, είναι προφανές πως η επιλογή καταχώρισης Αίτησης για ακύρωση όντως προσφέρεται βάσει της Δ.48, θ.8
(4), αλλά και της σχετικής νομολογίας[1]. Όπως ακριβώς προκύπτει από την Νικολαϊδου v. 1. Νίκου Αττιπά κ.α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1620, στόχος της Δ.48, θ.8
(4)είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί με σκοπό την ακύρωση ή διαφοροποίηση του. Όπως ρητά αναφέρει η εν λόγω δικονομική διάταξη οποιαδήποτε ακύρωση ή τροποποίηση οποιουδήποτε διατάγματος εκδοθέντος μονομερώς μπορεί να γίνει από το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο, κατόπιν αιτήσεως δια κλήσεως[2]. Στην υπόθεση Σε ό,τι αφορά την Βασούλλα Τάσου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372 λέχθηκε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η υπό αναφορά δικονομική διάταξη για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διαταγής που εκδίδεται ex parte καλύπτει τις περιπτώσεις που είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1995, όπου εκφράστηκε η άποψη ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48, θ.8
(4)καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου απαιτείται εξ αρχής αίτηση δια κλήσεως, λέχθηκε ότι το αν ορθά ή λανθασμένα υποβλήθηκε αίτηση μονομερώς είναι ζήτημα που και αυτό μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αίτησης δια κλήσεως βάσει της διαταγής αυτής. Στην υπόθεση Pambos Zenios Trading Ltd κ.α. ν. Μιχάλης Τ. Χατζηπαύλος & Υιός Λτδ κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 464 λέχθηκε ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί ρυθμίζουν περιοριστικά τις περιπτώσεις στις οποίες ένα Δικαστήριο έχει εξουσία παραμερισμού απόφασης ή διαταγής Δικαστηρίου ίδιας δικαιοδοσίας και, όπως ήδη λέχθηκε, δυνάμει της Δ.48, θ. 8
(4)παρέχεται αυτή η δυνατότητα, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης. Διασαφηνίστηκε στην Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438 ότι η διαδικασία διά κλήσεως, δυνάμει της Δ.48, θ. 8
(4), δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή, ο οποίος επιλήφθηκε προηγουμένως του θέματος κατόπιν μονομερούς αιτήσεως. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τη σελ. 444 της πιο πάνω απόφασης, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «Η εξέταση ζητήματος κατόπιν αίτησης διά κλήσεως παρά την ταυτοσημία στην φύση του ζητήματος με ό,τι απασχόλησε προηγουμένως μονομερώς έχει την δική της αυτοτέλεια και, μάλιστα, με ορίζοντες ευρύτερους. Η αίτηση διά κλήσεως δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προηγούμενης διαδικασίας η οποία είχε και εκείνη εντός των ορίων της την δική της αυτοτέλεια . Πρόκειται δικονομικά για δύο ξεχωριστά εγχειρήματα, όπως άλλωστε, συμβαίνει και στην περίπτωση, την παγιωμένη από την πρακτική, των μονομερώς εκδοθέντων και ακολούθως επιστρεπτέων συντηρητικών διαταγμάτων. Δεδομένης λοιπόν της ρητής ρύθμισης που γίνεται με την Δ.48, θ.8
(4)ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει δικαίωμα να προστρέξει σε αυτήν προκειμένου να προσβάλει διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς». Επομένως, η δυνατότητα που παρέχεται με την Δ.48, θ.8
(4)για παραμερισμό ή διαφοροποίηση διατάγματος δεν περιορίζεται στον Δικαστή που επιλήφθηκε του θέματος μονομερώς. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η λειτουργία της Δ.48, θ.8
(4)δεν περιορίζεται μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θεσμού 8. Παρέχεται ευχέρεια και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή Αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θεσμού 8, το δε γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν εκθεμελιώνει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αντίθετη κατάληξη θα ήταν ασυμβίβαστη με την ευρύτητα του λεκτικού της Δ.48, θ.8
(4).[3] Στην υπόθεση του Εφετείου Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.ά (ανωτέρω), όπου ηγέρθηκε το θέμα κατά πόσο διάταγμα διόρθωσης απόφασης, που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, θα μπορούσε να παραμερισθεί από Επαρχιακό Δικαστή, στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης με βάση τη Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών, το Δικαστήριο αποφάσισε τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Προκύπτει συνεπώς ότι η κατ΄ εξοχήν προσφερόμενη δικονομική οδός είναι εκείνη που διαλαμβάνεται στην Δ.48 θ.8
(4). Δεν παραγνωρίζουμε το ότι η πρόνοια αυτή συνιστά την απόληξη στη ρύθμιση που γίνεται με τον θ.8 της Δ.48 αναφορικά με μονομερείς αιτήσεις. Θα ήταν όμως κατά τη γνώμη μας ασυμβίβαστο με την ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θ.8, αν περιοριζόταν η λειτουργία της μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θ.8. Θα λέγαμε ότι κατά μείζονα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θ.8 και τούτο δεδομένου ότι θεωρούμε πως σε τέτοια περίπτωση το γεγονός αυτό δεν εκθεμελιώνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να εντοπίσει τη δικονομική δυνατότητα την οποία προσφέρει η Δ.48 θ.8
(4)για εξέταση της αίτησης του εφεσείοντα ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου 1993, μια δυνατότητα που έθετε την εξέταση της εν λόγω αίτησης εντός της δικαιοδοσίας, αρμοδιότητας και εξουσίας του.» Στην υπόθεση Σε ό,τι αφορά την Βασούλα Τάσου (Κακούρη)
(2000)1 Α.Α.Δ.1372 που αφορούσε αίτηση για έκδοση certiorari και εκδόθηκε λίγα χρόνια αργότερα αποφασίστηκε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48, θ.8
(4)για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διαταγής που εκδίδεται μονομερώς, καλύπτει μόνο περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής. Στην υπόθεση, όμως, Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου (ανωτέρω) το Δικαστήριο είχε διαφορετική άποψη, αποφάσισε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48, θ. 8
(4), των Θεσμών, καλύπτει όλες τις περιπτώσεις, το αν ορθά ή λανθασμένα υποβλήθηκε αίτηση μονομερώς είναι ζήτημα που και αυτό, σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω απόφαση, μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αίτησης δια κλήσεως, βάσει της Δ.48 θ. 8
(4). Σκοπός της Δ.48, θ. 8
(4)των Θεσμών δεν είναι η παροχή εξουσίας σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο να αναθεωρήσει την ορθότητα εκδοθείσας απόφασης ομοβάθμιου δικαστηρίου, κατά πόσο εφάρμοσε ορθά ή λανθασμένα το νόμο αλλά η παροχή εξουσίας να ακυρώσει ή τροποποιήσει την δικαστική απόφαση υπό το φως νέων γεγονότων ή δεδομένων που δικαιολογούν την τροποποίηση ή τον παραμερισμό της. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Στην υπό εξέταση περίπτωση η Αίτηση ημερομηνίας 25/102018, στη βάση της οποίας είχε παραχωρηθεί άδεια για ανανέωση του Διατάγματος για ειδική εκτέλεση, υποβλήθηκε μονομερώς. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι, αφού έχω πλέον ενώπιον μου τον διάδικο που επηρεάζεται από το Διάταγμα, έχω την εξουσία να επανεξετάσω το ζήτημα αν καλώς εκδόθηκε το Διάταγμα με το οποίο επετράπη η ανανέωση της περιόδου της ισχύος του. Ενώ οι Ενάγοντες είχαν αναφέρει ότι η Απόφαση/Διάταγμα ημερ. 1/11/2016 που είχε εκδοθεί στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και για την οποία επιζητείτο η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση είχε θεωρηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι είχε διευθετηθεί (η εν λόγω Απόφαση), εντούτοις δεν είχαν επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση αρ. 431/2016, ημερ. 8/2/2018 και συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «...Ό,τι έχει σημασία είναι ότι με τη συμφωνία αυτή διευθετήθηκαν οι επίδικες διαφορές επί της βάσης που είχε τεθεί στην αγωγή XXXX/2004 και οι ενάγοντες όχι μόνο ρητά δήλωσαν ότι θεωρούν την αγωγή, αντικείμενο της παρούσας έφεσης, ως ικανοποιηθείσα και ότι δεν έχουν οποιαδήποτε απαίτηση επί τη βάσει αυτής, αλλά και ανεπιφύλαχτα ανέλαβαν να αποσύρουν την έφεσή τους. .....». Επιπλέον οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η έφεση τους είχε αποσυρθεί ενώ, όπως προκύπτει από το κείμενο της Πολιτικής Έφεσης αρ. 431/2016, η Έφεση των Εναγόντων είχε απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στη βάση του ότι, όπως προέκυψε από το απόσπασμα της Απόφασης που παρατέθηκε ανωτέρω, οι ίδιοι οι Ενάγοντες είχαν, όχι μόνο ρητά δηλώσει ότι θεωρούσαν την Αγωγή αντικείμενο της Έφεσης ως ικανοποιηθείσα και ότι δεν είχαν οποιαδήποτε απαίτηση επί τη βάσει αυτής, αλλά και επειδή είχαν ανεπιφύλαχτα αναλάβει να αποσύρουν την Έφεση τους. Χωρίς αμφιβολία ο τρόπος με τον οποίο οι Ενάγοντες παρουσίασαν το τι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε στο πλαίσιο της Πολιτικής Έφεσης αρ. 431/2016 δεν ήταν ούτε ακριβής, ούτε αποκαλυπτικός. Μάλιστα με αυτά που δήλωσαν στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης Γ. Μιχαήλ στην μονομερή Αίτηση τους σε συνάρτηση και με την παράλειψη τους να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου στο σκεπτικό με βάση το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση τους, παρέλειψαν να δώσουν μια ακριβοδίκαιη και πλήρη εικόνα των γεγονότων τα οποία ήταν σχετικά με την Αίτηση τους για εξασφάλιση Διατάγματος ανανέωσης της ισχύος της Απόφασης ημερ. 1/11/2016 για να μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε ορθή κατάληξη. Περαιτέρω αν και στην Αίτηση τους επεσύναψαν το Πρακτικό για Δήλωση Απόφασης ημερ. 15/6/2017 ως Τεκμήριο 4, ουδεμία αναφορά έκαναν στις πρόνοιες αυτού και δεν επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου σε αυτές. Ειδικότερα δεν αναφέρθηκε, ούτε επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου στην παράγραφο 2 του σχετικού Πρακτικού όπου διαλαμβάνετο ότι η μεταβίβαση των κτημάτων με αρ. 0/XXX (δηλ. το τεμάχιο XXX), 9/XX και 9/XXX μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε και σε κάθε περίπτωση μέχρι τις 30/9/2017 και νοουμένου ότι απόφαση και Διάταγμα θα εκδίδετο μέχρι τις 30/6/
  1. Ουδεμία, επίσης, αναφορά έγινε στην παράγραφο 3 του Πρακτικού όπου διαλαμβάνετο ότι οι Ενάγοντες θα έπρεπε να πληρώσουν ολόκληρο το ποσό των €12.500.000 μέχρι τις 30/9/2017 ή και σε κάθε περίπτωση ως ο όρος 2 (δηλαδή η παράγραφος 2 που αναφέρθηκε ανωτέρω). Κατά τον ίδιο τρόπο οι Ενάγοντες δεν επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου στην παράγραφο 7(β) του Πρακτικού όπου προνοείτο ότι, σε περίπτωση κατά την οποία οι μεταβιβάσεις όλων των κτημάτων δεν γίνονταν εντός της ορισθείσας προθεσμίας για οποιοδήποτε λόγο, η Εναγόμενη θα παραχωρούσε ανέκκλητο πληρεξούσιο στους Ενάγοντες ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο θα υπεδείκνυαν οι Ενάγοντες με το οποίο θα τους εξουσιοδοτούσε να πράξουν οτιδήποτε σχετικά με όλα τα περιγραφόμενα στην παράγραφο 1 κτήματα. Σε τέτοια περίπτωση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην εν λόγω παράγραφο: ® Η παραχώρηση του πληρεξουσίου έπρεπε να γινόταν το αργότερο ως ο όρος 2 και ® Ταυτόχρονα με την παροχή του πληρεξουσίου θα έπρεπε να καταβληθούν το ποσό των €12.500.000,00 στην Εναγομένη και το ποσό των δικηγορικών και μεσιτικών εξόδων. Επιπλέον ουδεμία αναφορά έγινε από πλευράς Εναγόντων στην παράγραφο 9 του Πρακτικού σύμφωνα με την οποία οι προθεσμίες που τίθεντο σε αυτό ήταν ουσιώδη στοιχεία της Συμφωνίας. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 9 προνοούνταν τα ακόλουθα: «Όλες οι πιο πάνω προθεσμίες είναι ουσιώδη στοιχεία της συμφωνίας και αν δεν υπάρξει συμμόρφωση από τους ενάγοντες τα μέρη δεν έχουν πλέον οποιαδήποτε υποχρέωση το ένα έναντι του άλλου για οποιονδήποτε λόγο και όλες οι μεταξύ τους συμφωνίες είναι άκυρες.» Περαιτέρω αν και η ένορκη δήλωση της μονομερούς Αίτησης έγινε από τον Γ. Μιχαήλ στις 25/10/18, ουδεμία αναφορά έγινε από τον ενόρκως δηλούντα στο ότι είχε μεσολαβήσει στις 12/9/18 η καταχώρηση από πλευράς της Εναγόμενης Αίτησης για έκδοση Διατάγματος ώστε να απαντήσει το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας στο αίτημα της Εναγόμενης για διαγραφή οποιασδήποτε εγγραφής, κατάθεσης, σημείωσης, βάρους ή περιορισμού που έγινε σε οποιαδήποτε σχετικά βιβλία του Κτηματολογίου αναφορικά με την επιβάρυνση των κτημάτων της περιουσίας που εκπροσωπεί η Εναγόμενη δυνάμει πωλητηρίων εγγράφων και περαιτέρω ή διαζευκτικά Διάταγμα που να διατάσσει τη διαγραφή τους σε οποιαδήποτε βιβλία του Κτηματολογίου Λάρνακας. Και τούτο παρά το ότι η εν λόγω Αίτηση της Εναγόμενης για ημερ. 12/9/18 είχε ήδη επιδοθεί στους Ενάγοντες και άρα γνώριζαν το περιεχόμενο τους. Δεν θεώρησε, ωστόσο, αναγκαίο να αναφερθεί σε αυτό και να το θέσει υπόψη του Δικαστηρίου πριν το τελευταίο αποφασίσει για την τύχη της μονομερούς Αίτησης για ανανέωση του Διατάγματος ειδικής εκτέλεσης ημερ. 1/11/
  2. Η ύπαρξη του ενδεχομένου να αρθεί η οποιαδήποτε εγγραφή, κατάθεση κτλ σε σχέση με ακίνητα της περιουσίας της Εναγόμενης τα οποία απορρέουν ή σχετίζονταν με δοσοληψίες της με τους Ενάγοντες ένεκα της Αίτησης που στο μεταξύ είχε καταχωρηθεί από τους Εναγόμενους θεωρώ ότι ήταν ουσιαστικό στοιχείο το οποίο η πλευρά των Εναγόντων όφειλε να είχε αποκαλύψει στο πλαίσιο της Αίτησης ημερ. 25/10/18 για ανανέωση του Διατάγματος ειδικής εκτέλεσης. Επιπλέον οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου στην παράγραφο 10 του Πρακτικού ημερ. 15/6/2017 η οποία προνοούσε ότι τα μέρη αναλάμβαναν να αποσύρουν τις Εφέσεις τους που είχαν καταχωρήσει εναντίον της εκδοθείσας πρωτόδικης Απόφασης ημερ. 1/11/2016 στην παρούσα Αγωγή, ότι θεωρούσαν την Απόφαση ικανοποιηθείσα και ότι δεν είχαν οποιαδήποτε απαίτηση επί τη βάσει αυτής. Η παράγραφος 10 έχει ως εξής: «
  3. Τα μέρη αναλαμβάνουν να αποσύρουν τις εφέσεις οι οποίες έχουν καταχωρηθεί εναντίον της εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης ημερομηνίας 1/11/2016 στην παρούσα αγωγή και θεωρούν την απόφαση ως ικανοποιηθείσα και δεν έχουν οποιαδήποτε απαίτηση επί τη βάσει αυτής.» Χωρίς να εξετάζεται στο παρών στάδιο κατά πόσο ή εν λόγω Απόφαση θεωρείται όντως ικανοποιηθείσα σύμφωνα με το Πρακτικό που οι διάδικοι υπέγραψαν και αν αυτό έχει, επίσης, διαγνωσθεί και με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 8/2/2018 καθώς και τις συνέπειες που αυτό μπορεί να έχει στην Αίτηση για ανανέωση της ισχύος της Απόφασης ημερ. 1/11/2016, παραμένει το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου τόσο στις πρόνοιες και όρους του εν λόγω Πρακτικού καθώς και στο σκεπτικό της Απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 8/2/2018 ως ήταν η υποχρέωση τους όταν μέσω της Αίτησης τους επιζητούσαν μονομερώς, ήτοι στην απουσία της άλλης πλευράς, θεραπεία. Με δεδομένο ότι με τη μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 25/10/2018 επιδιώχθηκε και εξασφαλίστηκε μονομερώς θεραπεία, ήτοι στην απουσία της άλλης πλευράς, θεωρώ ότι ήτο υποχρέωση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση να είχαν δώσει στο Δικαστήριο μια όσο το δυνατόν ακριβοδίκαιη περιγραφή των γεγονότων που αφορούσαν στην υπό εξέταση περίπτωση. Τέτοια υποχρέωση συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Η εν λόγω υποχρέωση δεν εξαντλείται απλώς σε επισύναψη κάποιων εγγράφων χωρίς παράλληλα να επισύρεται η προσοχή του Δικαστηρίου στο περιεχόμενο αυτό. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση η υποχρέωση των Εναγομένων να παρουσιάσουν με πληρότητα και ακριβοδίκαιο τρόπο τα σχετικά γεγονότα, δεν εκπληρώνετο με την απλή επισύναψη της εκ συμφώνου απόφασης και χωρίς δηλαδή να γίνεται ειδική μνεία σε αυτήν και να επισύρεται ταυτόχρονα η προσοχή του Δικαστηρίου σε ουσιώδεις αυτής όρους. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός Διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορεί να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή. Εν ολίγοις, θα πρέπει ο Αιτητής να παραθέτει πλήρως και δίκαια τα γεγονότα και η τιμωρία με την οποία το Δικαστήριο εφαρμόζει αυτήν την υποχρέωση είναι ότι, όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε Διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση και/ή περιγραφή. Επισημαίνεται ότι με τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης στην ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Όλες οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω έγιναν για να καταδειχθεί το ουσιώδες των γεγονότων το οποίο εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και τα οποία γεγονότα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν ενώπιον του προς το σκοπό επισήμανσης της υποχρέωσης που είχε η πλευρά των Αιτητών να θέσει όλο το φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που προσέφυγαν σ΄ αυτό μoνομερώς, κατά τρόπο δίκαιο για να αξιολογηθεί και σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτουμένων Διαταγμάτων. Το ζητούμενο στην υπό εξέταση περίπτωση είναι κατά πόσο το Δικαστήριο όταν εξέταζε και αποφάσιζε την μονομερή Αίτηση των Εναγόντων για ανανέωση είχε ενώπιον του όλα τα δεδομένα ή κατά πόσο. Σε σχέση με αυτό η κατάληξη μου είναι, σαφέστατα, αρνητική. Επαναλαμβάνω ότι, με βάση τη συζήτηση που προηγήθηκε ανωτέρω, ούτε υπεδείχθησαν στο Δικαστήριο οι πρόνοιες του Πρακτικού για Δήλωση Απόφασης ημερ. 15/6/2017 ως και οι όροι σχετικά με το ουσιώδες των προθεσμιών, ούτε επέσυραν οι Ενάγοντες την προσοχή του Δικαστηρίου στο σκεπτικό της Απόφασης της Πολιτικής Αίτησης ημερ. 431/2016, με αποτέλεσμα η βάση επί της οποίας το Δικαστήριο στηρίχθηκε για να εκδώσει την απόφαση του και να εγκρίνει την μονομερή Αίτηση να ήτο ατελής. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Τούτου δοθέντος παρέλκει η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων ζητημάτων έχουν εγερθεί. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων όσων πιο πάνω έχω εξηγήσει η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει και το εκδοθέν με βάση τη μονομερή Αίτηση ημερ 5/11/2018 ακυρώνεται. Όσον αφορά το προηγηθέν Διάταγμα ημερ. 17/11/2017 ενόψει του ότι αυτό αφορούσε χρονική περίοδο η οποία έχει ήδη παρέλθει δεν έχει πλέον οποιοδήποτε αντικείμενο. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι/Αιτητές δικαιούνται στα έξοδα τους. Οι Καθ΄ων η Αίτηση/Ενάγοντες να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Μινέρβα v. Λόντου
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 738. [2] Δέστε In ReHjiSoteriou
(1986)1 CLR 429, Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ (Αρ.1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 739, Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ (Αρ. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 822. [3] Δέστε Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α. (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.